62000C0168

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 20ης Σεπτεμβρίου 2001. - Simone Leitner κατά TUI Deutschland GmbH & Co. KG. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Landesgericht Linz - Αυστρία. - Οδηγία 90/314/ΕΟΚ - Οργανωμένα ταξίδια, οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις - Ικανοποίηση ηθικής βλάβης. - Υπόθεση C-168/00.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-02631


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


1. Σε περίπτωση μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως, υποχρεούται το πρακτορείο ταξιδίων που πωλεί οργανωμένες διακοπές να ικανοποιήσει επίσης την ηθική βλάβη που υπέστη ο ταξιδιώτης οφειλομένη στο ότι δεν ευχαριστήθηκε τις διακοπές του; Αυτό είναι το ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Landesgericht Linz (Αυστρία), με τη διάταξή του της 6ης Απριλίου 2000 την οποία εξέδωσε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, το οποίο αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (στο εξής: οδηγία 90/314 ή οδηγία).

Το κανονιστικό πλαίσιο

Το κοινοτικό δίκαιο

2. Η οδηγία 90/314 εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής της προστασίας του καταναλωτή, η οποία γνωρίζει από μερικές δεκαετίες σημαντική και ενδιαφέρουσα ανάπτυξη, όχι μόνο στα κράτη μέλη αλλά επίσης σε κοινοτικό επίπεδο. Ενώ αρχικά αποτελούσε αντικείμενο σποραδικών και ευκαιριακών μέτρων θεσπιζομένων βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 94 ΕΚ), η κοινοτική δράση για την προστασία των καταναλωτών αναφέρεται ρητώς για πρώτη φορά στην Ενιαία Ευρωπαϊκή ράξη του 1986 και αμέσως μετά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 και αποκτά με το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ) μία ευκολότερα εφαρμοζόμενη νομική βάση, για να περιληφθεί τελικώς, αυτοτελώς, μεταξύ των πολιτικών της Κοινότητας με το άρθρο 129 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 153 ΕΚ). Έτσι εκδόθηκαν προοδευτικώς πολλές σημαντικές οδηγίες που λαμβάνουν υπόψη άμεσα τις απαιτήσεις για την προστασία των καταναλωτών, εναρμονίζοντάς τες με τις απαιτήσεις που υπάρχουν για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς και τη βαθμιαία ελευθέρωση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των προσώπων μεταξύ των κρατών μελών. Ειδικότερα, οι οδηγίες αυτές επικεντρώνονται σε ειδικά ζητήματα που φαίνεται ότι αξίζουν κοινή ρύθμιση, ιδίως στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων και της αστικής ευθύνης .

3. Η οδηγία 90/314, εκδοθείσα και αυτή βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, τοποθετείται σαφώς στο πλαίσιο αυτό αναφερόμενη σε έναν τομέα που αποτελεί «σημαντικό στοιχείο» (πρώτη αιτιολογική σκέψη) της ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τον όλο και σημαντικότερο ρόλο του τουρισμού στην οικονομία των κρατών μελών. Αναφέρει μεταξύ άλλων την ύπαρξη διαφορών που έχουν διαπιστωθεί μεταξύ των ρυθμίσεων και των πρακτικών των διαφόρων κρατών μελών όσον αφορά τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, που μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών καθώς και στρεβλώσεις ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι στα διάφορα κράτη μέλη (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Όμως, ταυτόχρονα έχει ως αποτέλεσμα, όπως διευκρινίζει η τρίτη αιτιολογική της σκέψη, να επιτρέπει «στους καταναλωτές της Κοινότητας να απολαύουν αναλόγων συνθηκών ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο αγοράζουν ένα οργανωμένο ταξίδι». Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου επίσης επιβεβαίωσε ότι η προστασία των καταναλωτών μέσω της θεσπίσεως κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία του ατόμου συνιστά καθεαυτή στόχο της οδηγίας. Στην απόφαση Dillenkofer κ.λπ., το Δικαστήριο πράγματι παρατήρησε, «αφενός, ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας μνημονεύουν κατ' επανάληψη τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών και, αφετέρου, ότι το γεγονός ότι η οδηγία σκοπεί στην εξασφάλιση άλλων στόχων δεν μπορεί να αποκλείσει το ότι οι διατάξεις της σκοπούν επίσης στην προστασία των καταναλωτών. ράγματι, κατά το άρθρο 100 A, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή, στις προτάσεις της δυνάμει του άρθρου αυτού, ιδίως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, πρέπει να θέτει ως βάση υψηλό επίπεδο προστασίας» .

4. Για να επιτύχει τους προπαρατεθέντες σκοπούς, η οδηγία προβλέπει «ελάχιστο αριθμό κοινών κανόνων» προκειμένου να προσδοθεί στον κλάδο αυτό μια κοινοτική διάσταση (έβδομη αιτιολογική σκέψη), κανόνων που αφορούν ειδικότερα τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή, τη ρύθμιση της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου, ειδικότερα όσον αφορά το περιεχόμενό της, τη σύναψή της και την εκτέλεσή της σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και τη σύσταση ασφάλειας υπέρ του καταναλωτή σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή ή του πωλητή οργανωμένων ταξιδίων. Όσον αφορά ειδικότερα τη συμβατική ευθύνη, το περιεχόμενο της τριγωνικής σχέσεως μεταξύ του διοργανωτή και/ή του πωλητή, του καταναλωτή και του παρέχοντος υπηρεσίες καθορίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι πρώτοι (ο διοργανωτής ή ο πωλητής) είναι, κατά κανόνα, οι μόνοι υπεύθυνοι έναντι του καταναλωτή για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως.

5. Θα εξετάσω επί του παρόντος τις επιμέρους διατάξεις της οδηγίας. Κατ' αρχάς, το άρθρο 1 διατυπώνει τους σκοπούς της, διευκρινίζοντας ότι «σκοπός της [...] είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Κοινότητας» (άρθρο 1).

6. Αλλά η διάταξη που μας ενδιαφέρει περισσότερο στην υπόθεσή μας είναι το άρθρο 5, το οποίο προβλέπει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, να φέρουν ευθύνη έναντι του καταναλωτή για την καλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση, ασχέτως του αν οι υποχρεώσεις αυτές πρόκειται να εκτελεσθούν από τους ίδιους ή από άλλους παρέχοντες υπηρεσίες, και με την επιφύλαξη του δικαιώματος του διοργανωτή ή/και του πωλητή να στραφεί κατ' αυτών των παρεχόντων υπηρεσίες.

2. Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής να φέρουν ευθύνη, εκτός αν αυτή η μη εκτέλεση ή πλημμελής εκτέλεση δεν οφείλεται ούτε σε δική τους υπαιτιότητα ούτε σε υπαιτιότητα κάποιου άλλου παρέχοντος υπηρεσίες διότι:

- οι παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως καταλογίζονται στον καταναλωτή,

- οι παραλείψεις αυτές καταλογίζονται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση και έχουν απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα,

- οι παραλείψεις αυτές οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, σημείο ii, ή σε γεγονός που ούτε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, ούτε ο παρέχων υπηρεσίες, θα μπορούσαν, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια να προβλέψουν ή να αποτρέψουν.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, οφείλουν να επιδείξουν επιμέλεια προκειμένου να συνδράμουν τον καταναλωτή που βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση θα περιορίζεται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις οι οποίες διέπουν τις παροχές αυτές.

Όσον αφορά τις λοιπές ζημίες, εκτός των σωματικών βλαβών, που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση θα περιορίζεται δυνάμει της συμβάσεως. Ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι εύλογος.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τέταρτο εδάφιο, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρεκκλίσεως δυνάμει συμβατικής ρήτρας.

4. Κάθε ελάττωμα κατά την εκτέλεση της συμβάσεως που διαπιστώνεται επί τόπου από τον καταναλωτή, πρέπει να γνωστοποιείται απ' αυτόν, το ταχύτερο δυνατόν, γραπτώς ή υπό κάθε άλλη πρόσφορη μορφή, στο συγκεκριμένο παρέχοντα υπηρεσίες καθώς και στο διοργανωτή ή/και τον πωλητή.

Στη σύμβαση πρέπει να γίνεται σαφής και επακριβής μνεία της υποχρεώσεως αυτής.»

7. Επιπλέον, το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν αυστηρότερες διατάξεις στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία, για να προστατεύουν τον καταναλωτή.»

8. Ας υπομνηστεί τέλος ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1992 (άρθρο 9).

Το αυστριακό δίκαιο

9. Η οδηγία 90/314 μεταφέρθηκε στο αυστριακό δίκαιο μέσω σειράς νομοθετικών διατάξεων, μεταξύ των οποίων εν προκειμένω πρέπει ιδιαίτερα να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 31b έως 31f του Konsumentenschutzgesetz του 1993 (νόμου περί της προστασίας των καταναλωτών). Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες διέπουν την ευθύνη των επαγγελματιών του κλάδου αυτού, δεν προβλέπουν το δικαίωμα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης λόγω της μη απολαύσεως των «χαραμισμένων διακοπών» ή σε παρόμοιες περιπτώσεις.

10. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχον το αιτούν δικαστήριο και η Αυστριακή Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η θεωρία διχάζεται ως προς το ερώτημα αν, εκτός των ρητώς προβλεπομένων από τον προπαρατεθέντα νόμο περιπτώσεων, η ηθική βλάβη μπορεί εντούτοις να ικανοποιείται βάσει των κανόνων κοινού δικαίου. Αντιθέτως, η αμφιβολία αυτή δεν υφίσταται στη νομολογία του Oberster Gerichtshof (ανωτάτου αυστριακού δικαστηρίου), το οποίο έκρινε ότι η ηθική βλάβη μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο στην περίπτωση που ο νόμος ρητώς το προβλέπει [όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το άρθρο 1325 του Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch (αυστριακού αστικού κώδικα, στο εξής: ABGB) για το pretium doloris] και ότι κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις (για παράδειγμα, σε περίπτωση φυσικών τραυματισμών, στερήσεως της ελευθερίας, σεξουαλικών οχλήσεων κ.λπ.) επίσης δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται γενικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ηθική βλάβη προκύπτουσα από τη μη απόλαυση των «χαραμισμένων διακοπών». Εξάλλου, εφόσον οι διακοπές και ο ελεύθερος χρόνος που δαπανήθηκε για την ανάπαυση δεν έχουν χρηματική αξία, το γεγονός ότι οι διακοπές αυτές δεν προσέφεραν την απόλαυση που αναμενόταν δεν συνεπάγεται ελάττωση της περιουσίας του ενδιαφερομένου και, εν πάση περιπτώσει, για τη σχετική βλάβη δεν μπορεί να δοθεί χρηματική αποζημίωση. Επιπλέον, στο μέτρο που η προπαρατεθείσα ρύθμιση, η οποία μεταφέρει την οδηγία 90/314 στο εσωτερικό δίκαιο, δεν αποκλείει το δικαίωμα για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προκύπτει από τη μη απόλαυση των «χαραμισμένων διακοπών», αλλά ούτε και το προβλέπει ρητώς, το Oberster Gerichtshof συνάγει εξ αυτού ότι το αυστριακό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα αποζημιώσεως γι' αυτό το είδος ζημίας .

Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα

11. Η οικογένεια της ενάγουσας της κύριας δίκης, της νεαράς Simone Leitner, είχε κάνει κράτηση στην εναγομένη TUI Deutschland GmbH & Co. KG (στο εξής: TUI), μέσω του αυστριακού πρακτορείου ταξιδίων KUONI, για διαμονή οργανωμένων διακοπών στο χωριό του club Robinson «Pamfiliya» στη Side, στην Τουρκία, (στο εξής: club), για την περίοδο από 4 έως 18 Ιουλίου 1997.

12. Στις 4 Ιουλίου 1997, η οικογένεια Leitner έφθασε στο club, όπου διέμεινε και ελάμβανε όλα τα γεύματά της. Εντούτοις, οκτώ περίπου ημέρες μετά την έναρξη των διακοπών, η ενάγουσα άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα σαλμονελώσεως, οφειλομένη στην παρασχεθείσα από το club τροφή. Η ασθένεια, η οποία παρατάθηκε μετά τη λήξη της διαμονής, στις 18 Ιουλίου 1997, και η οποία προσέβαλε πολλούς άλλους πελάτες του club, εκδηλώθηκε με υψηλό πυρετό έως 40 που κράτησε πολλές ημέρες, διαταράξεις του κυκλοφοριακού, διάρροιες, εμετούς, καθώς και δυσφορία. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του νεαρού κοριτσιού, οι γονείς του υποχρεώθηκαν να ασχοληθούν μαζί του καθ' όλο το υπόλοιπο διάστημα της διαμονής, έως το τέλος των διακοπών.

13. ερίπου δύο εβδομάδες μετά το τέλος των διακοπών, οι ενδιαφερόμενοι απεύθυναν στην TUI επιστολή διαμαρτυρίας, η οποία εν τούτοις έμεινε αναπάντητη. Στις 17 Ιουλίου 1998, η S. Leitner άσκησε αγωγή κατά της TUI, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την καταβολή ποσού ύψους 25 000 αυστριακών σελινίων (ATS) ως αποζημίωση. Το ποσό αυτό, το οποίο εκτιμήθηκε κατόπιν πραγματογνωμοσύνης, δεν αντιστοιχούσε μόνο στη μη περιουσιακή ζημία («Schmerzensgeld», δηλαδή τιμή του πόνου ή pretium doloris), αλλά και στην ηθική βλάβη λόγω του ότι η ενάγουσα δεν μπόρεσε να επωφεληθεί των διακοπών της.

14. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στην ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 1325 του ABGB, μόνον ποσό 13 000 ATS ως αποζημίωση για τους φυσικούς πόνους της. Αντιθέτως, απέρριψε το αίτημα για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, επειδή, για τους αναφερόμενους στη νομολογία του Oberster Gerichtshof λόγους, την οποία ανέφερα πιο πάνω (βλ. παράγραφο 10 πιο πάνω), αυτό το είδος ζημίας θα μπορούσε να αποκατασταθεί μόνο στην περίπτωση που ο νόμος το προβλέπει ρητώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

15. Η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε έφεση ενώπιον του Landesgericht Linz. Το τελευταίο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ορθώς ερμηνεύσει την εθνική νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω, διερωτήθηκε όμως μήπως το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314 μπορούσε να οδηγήσει σε άλλη λύση. Κατά το αιτούν δικαστήριο, πράγματι, το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας δέχεται τη δυνατότητα συμβατικού περιορισμού του ποσού της αποζημιώσεως για τις μη σωματικές ζημίες, υπό τον όρο ότι ο περιορισμός αυτός να είναι εύλογος, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η οδηγία καθιερώνει την εν γένει ευθύνη των επιχειρηματιών, περιλαμβανομένης και εκείνης για ενδεχόμενη ηθική βλάβη.

16. Κατά το Landesgericht, η αμφιβολία οφείλεται επίσης σε συγκριτικά στοιχεία. αρατηρεί πράγματι ότι, στη Γερμανία, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 253 και 651f, παράγραφος 2, του Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικού αστικού κώδικα, στο εξής: BGB) παρέχουν δικαίωμα για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης στην περίπτωση κατά την οποία το ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε ή, εν πάση περιπτώσει, διαταράχθηκε σοβαρά. Το γεγονός ότι τουλάχιστον δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ορίζουν ευθύνη διαφορετικής εμβέλειας για τους διοργανωτές ταξιδίων φαίνεται ασυμβίβαστο προς τον διπλό σκοπό της οδηγίας, που αναφέρθηκε πιο πάνω, ο οποίος, αφενός, έγκειται στην κατάργηση των διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών για να αποφεύγονται τα εμπόδια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και, αφετέρου, στην εξασφάλιση ενιαίου επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. Επομένως, είναι αναγκαίο να απαλειφθεί η αμφιβολία ως προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

17. Εντούτοις, ακόμα και αν συνεπάγεται την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της οδηγίας κατά του πρακτορείου ταξιδίων, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομολογία, η οποία αρνείται να δεχθεί το οριζόντιο αποτέλεσμα των οδηγιών. άντως, μπορεί επίσης να παρέμβει η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο. Ως προς το σημείο αυτό, το Landesgericht παραθέτει ειδικότερα την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Silhouette International Schmied, σύμφωνα με την οποία μια οδηγία, καθεαυτή, δεν γεννά μεν υποχρεώσεις σε βάρος ιδιώτη και δεν μπορεί, επομένως, να γίνει επίκλησή της κατ' αυτού, πλην όμως το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει .

18. Συνεπώς, κρίνοντας ότι η ερμηνεία της οδηγίας είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, το Landesgericht υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ:

«Έχει την έννοια το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, ότι παρέχει κατ' αρχήν δικαίωμα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης;»

Νομικά επιχειρήματα

Εισαγωγή

19. Κατά τη διάρκεια της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας, εκτός των διαδίκων κατέθεσαν παρατηρήσεις η Αυστριακή, η Βελγική, η Φινλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτουν δύο απόψεις: η ενάγουσα, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, στηριζόμενες στον σκοπό και το κατά γράμμα περιεχόμενο της οδηγίας 90/314, υποστηρίζουν την άποψη ότι το άρθρο 5 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης στη ζημία που αναφέρει την ηθική βλάβη των «χαραμισμένων διακοπών»· οι υπόλοιποι μετέχοντες στη δίκη, επικαλούμενοι τον πολύ μικρό βαθμό εναρμονίσεως που επιτεύχθηκε με την οδηγία, θεωρούν την άποψη αυτή εσφαλμένη και υποστηρίζουν ότι από το άρθρο 5 οπωσδήποτε μπορεί μόνο να συναχθεί απλή ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν στη νομοθεσία τους την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους.

20. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή άποψη, συνεπώς, ο χαρακτήρας της προβλεπομένης από την οδηγία εναρμονίσεως φαίνεται να έχει τόσο θεμελιώδη σημασία ώστε να είναι αποφασιστικής σημασίας για την απάντηση στο ερώτημα του Landesgericht. Επομένως, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί ο ισχυρισμός αυτός, κατόπιν δε να εξεταστεί διεξοδικώς το άρθρο 5 της οδηγίας και οι υποχρεώσεις τις οποίες προβλέπει.

Επί του χαρακτήρα της επιτευχθείσας με την οδηγία εναρμονίσεως

21. Η εναγομένη TUI καθώς και η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση συμφωνούν, αν και με κάποιες παραλλαγές, ότι η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών που επιδιώχθηκε με την οδηγία αποσκοπεί μόνο στον καθορισμό ενός ελαχίστου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στην περίπτωση των οργανωμένων ταξιδίων. Συνεπώς, οτιδήποτε δεν διέπεται ρητώς από την οδηγία, και ειδικότερα το είδος της ζημίας, παραμένει στην αρμοδιότητα των εθνικών νομοθετών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, πράγματι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να πραγματοποιήσει συνολική εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα αυτό, θα έπρεπε να εκδώσει μία λεπτομερέστερη ρύθμιση· όμως, η οδηγία ρυθμίζει μόνον ένα σύνολο ουσιαστικών κοινών κανόνων όσον αφορά το περιεχόμενο, τη σύναψη και την εκτέλεση της συμβάσεως οργανωμένων ταξιδίων για όλα τα κράτη μέλη, χωρίς να εξαντλεί το θέμα, ιδίως τα ζητήματα της αστικής ευθύνης. Επομένως, όχι μόνο δεν μπορεί να συναχθεί από την απουσία ρητής αναφοράς ως προς το θέμα αυτό η ύπαρξη δικαιώματος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης, αλλά θα πρέπει ακόμα και να αποκλειστεί, εφόσον ακριβώς πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να ρυθμίσει το σημείο αυτό με κοινούς κανόνες. Επιπλέον, η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ούτε το κείμενο της οδηγίας ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες της, ούτε η σχετική με την εφαρμογή της έκθεση παρέχουν αντίθετες ενδείξεις.

22. Φυσικά, δεν αμφισβητώ - εξάλλου το είπα ήδη πιο πάνω - ότι η επίδικη οδηγία δεν θέλησε να πραγματοποιήσει πλήρη εναρμόνιση των οικείων εθνικών νομοθεσιών αλλά μόνο μία ελαχίστη εναρμόνιση, προοριζομένη συνεπώς να καθορίζει μία βάση-πρότυπο προστασίας του καταναλωτή χάρη σε ένα σκληρό πυρήνα κοινών κανόνων αποσκοπούντων στη ρύθμιση ορισμένων θεμελιωδών πτυχών του τομέα αυτού. Εντούτοις, αυτά δεν αποτελούν αποφασιστικά για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα επιχειρήματα. ράγματι, αν και περιορίζεται σε «ελάχιστους κοινούς κανόνες», η οδηγία επιβάλλει εντούτοις νομοθετική εναρμόνιση, με την οποία τα κράτη μέλη πρέπει φυσικά να συμμορφωθούν, ακόμη και αν διατηρούν το δικαίωμα θεσπίσεως ή διατηρήσεως σε ισχύ αυστηροτέρων διατάξεων με σκοπό την προστασία του καταναλωτή (άρθρο 8). Με άλλα λόγια, ελαχίστη εναρμόνιση δεν σημαίνει απουσία εναρμονίσεως ούτε ότι οι διατάξεις της οδηγίας δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα ή ότι έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα μόνο στους τομείς στους οποίους προβλέπουν πλήρη ενιαία ρύθμιση. Όμως, ακριβώς τη σύγχυση αυτή προκαλεί, κατά τη γνώμη μου, η προπαρατεθείσα άποψη, στο μέτρο που θεωρεί ότι από το γεγονός και μόνον ότι η οικεία οδηγία δεν περιέχει ρύθμιση του δικαιώματος για αποκατάσταση των ζημιών μπορεί να συναχθεί ότι δεν θέλησε να ασχοληθεί με το ζήτημα της εμβέλειας της ευθύνης και ότι, συνεπώς, το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να ανήκει στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους.

23. Αντιθέτως, είναι αληθές ότι το ζήτημα που πρέπει να τεθεί για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι ακριβώς το ζήτημα της πραγματικής εκτάσεως της επιδιωχθείσας από την οδηγία εναρμονίσεως και, συνεπώς, του ελαχίστου δεσμευτικού περιεχομένου που αυτή συνεπάγεται, προκειμένου να καθοριστεί αν περιλαμβάνει ή όχι το δικαίωμα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης, μη λησμονώντας ότι, στον τομέα αυτό, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη μπορούν να τύχουν εξαιρέσεων, αλλά μόνον προς μία κατεύθυνση: αυτή της καλύτερης προστασίας του καταναλωτή. Αν αυτό ισχύει, όπως πιστεύω, για το καλυπτόμενο από τις διατάξεις της οδηγίας μέρος, το ζήτημα δεν αναφύει, επομένως, λόγω της ενδεχομένης διαφοράς μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών (όπως αυτής που αναφέρθηκε από το Landesgericht, μεταξύ της γερμανικής και της αυστριακής νομοθεσίας), αλλά λόγω του ότι, στην περίπτωση αυτή, η μία από αυτές δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία.

Το περιεχόμενο του άρθρου 5 της οδηγίας 90/314

24. Κατά την εξέταση του κανονιστικού περιεχομένου της οδηγίας, καθόσον μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει εκ προοιμίου να παρατηρηθεί ότι, ακόμη και αν κάποιες από τις διατάξεις της αφήνουν περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη, εντούτοις, το άρθρο 5 προβλέπει σύνολο κανόνων ως προς την υποχρέωση αποκαταστάσεως των ζημιών που προκλήθηκαν στον καταναλωτή, οι οποίοι εμφανίζουν, ακόμη και στην περίπτωση επφανειακής εξετάσεως, λεπτομερές και ακριβές περιεχόμενο. Το άρθρο αυτό δεν αναφέρει πάντως αν, ανάμεσα στις «ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως» οργανωμένου ταξιδίου, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται οι ηθικές βλάβες και αν, συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι ή όχι υποχρεωμένα να προβλέπουν την ευθύνη του διοργανωτή και/ή του πωλητή-συμβαλλομένου μέρους της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου και για αυτό το είδος ζημιών. Το πρόβλημα που τίθεται έγκειται, επομένως, στον καθορισμό του περιεχομένου της εννοίας της «ζημίας» που χρησιμοποιείται από το άρθρο αυτό, πράγμα το οποίο συνιστά τυπικό ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το οποίο πρέπει να επιλυθεί με την εφαρμογή των κριτηρίων που συνήθως χρησιμοποιούνται σε τέτοιες περιπτώσεις.

25. Υπενθυμίζω συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «από την ανάγκη τόσο της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της εφαρμογής της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία» , λαμβάνοντας υπόψη τα συμφραζόμενα της διατάξεως και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση. ρέπει, επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, να αποκλείεται η παραπομπή στα εθνικά δίκαια, διότι «η κοινοτική έννομη τάξη δεν επιθυμεί κατ' αρχήν να ορίζονται οι έννοιές της βάσει μιας ή περισσοτέρων εθνικών εννόμων τάξεων, εφόσον αυτό δεν προβλέπεται ρητώς» .

26. Επισημαίνω ειδικότερα ότι η ερμηνεία της οικείας οδηγίας πρέπει να ακολουθεί το γενικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις της πρέπει να ερμηνεύονται υπό την πλέον ευνοϊκή έννοια για τον αποδέκτη της προστασίας, δηλαδή τον καταναλωτή τουριστικών παροχών. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από τη συστηματική ανάλυση του κειμένου και των σκοπών της οδηγίας, αλλά επίσης από το γεγονός, που αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 Α, του οποίου η παράγραφος 3 απαιτεί τα μέτρα εναρμονίσεως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών να έχουν ως βάση υψηλό επίπεδο προστασίας .

Η έννοια της ζημίας στην οδηγία 90/314

27. Κατόπιν αυτού, μου φαίνεται ότι πολυάριθμα λεκτικά και συστηματικά επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ ευρείας ερμηνείας της οικείας εννοίας, και συνεπώς υπέρ καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα που υπέβαλε το Landesgericht.

28. Αρχίζω με την κατά λέξη εξέταση της οδηγίας. Κατ' αρχάς επισημαίνω ότι, τόσο στις διατάξεις της όσο και στο προοίμιό της, η οδηγία χρησιμοποιεί κατ' επανάληψη τον γενικό όρο «ζημία», και ότι μόνον το άρθρο 5, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, διατυπώνει ειδικό κανόνα για ορισμένη κατηγορία ζημιών, δηλαδή τις «λοιπές ζημίες, εκτός των σωματικών βλαβών».

29. Ήδη το γεγονός ότι στην οδηγία χρησιμοποιείται ο γενικός όρος «ζημίες» - χωρίς τον ελάχιστο περιορισμό - θα πρέπει να συνηγορεί - και ως προς το σημείο αυτό συμφωνώ με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και της Βελγικής Κυβερνήσεως - υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της εννοίας αυτής και, συνεπώς, υπέρ της απόψεως σύμφωνα με την οποία, τουλάχιστον κατ' αρχήν, η οδηγία θέλησε να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής της όλα τα είδη ζημιών που εμφανίζουν αιτιώδη σχέση με τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως.

30. Υπέρ αυτού όμως συνηγορεί εμμέσως και η σαφής αναφορά στο άρθρο 5, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, στις «λοιπές ζημίες, εκτός των σωματικών βλαβών». ράγματι, η αναφορά αυτή πρέπει, λογικά, να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ζημία υπό την έννοια της οδηγίας αναφέρεται τόσο στις σωματικές βλάβες όσο και στις μη σωματικές βλάβες. ιστεύω, συμφωνώντας με την Επιτροπή, ότι μπορεί να λεχθεί, έστω και με όλη τη σύνεση που επιβάλλεται σ' ένα τομέα του δικαίου που εμφανίζει, και σε επίπεδο ορολογίας, μη αμελητέες διαφορές μεταξύ των διαφόρων νομικών παραδόσεων και ακόμη και στο εσωτερικό των νομικών συστημάτων , ότι οι «σωματικές βλάβες» είναι οι βλάβες του προσώπου, δηλαδή βλάβες οι οποίες δεν θίγουν μόνον τη φυσική ακεραιότητα, αλλά και την ψυχική ακεραιότητα, δηλαδή ψυχικές αναστατώσεις που το πρόσωπο υπέστη συνεπεία του φυσικού τραυματισμού (το pretium doloris, γερμανικά: «Schmerzensgeld»). Στην έννοια αυτή υπάρχει ήδη μια ιδέα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης. Η ιδέα όμως αυτή είναι κατ' ανάγκη ακόμη πιο εμφανής στην έννοια των «λοιπών ζημιών, εκτός των σωματικών βλαβών», έννοια που αναφέρεται κατά τα λοιπά στην οδηγία αλλά ομοίως χωρίς περιορισμούς και η οποία, επομένως, πρέπει να καλύπτει όλες τις ζημίες που δεν είναι σωματικές βλάβες είτε πρόκειται για ζημίες περιουσιακού χαρακτήρα είτε για ζημίες μη περιουσιακού χαρακτήρα. Επομένως, όπως η Επιτροπή παρατηρεί, στη δεύτερη κυρίως περίπτωση, η οδηγία δεν απέκλεισε ολοσχερώς την άυλη πτυχή της ζημίας, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ότι αυτή θέλησε να δημιουργήσει μια ευρεία έννοια. Επομένως, δεν γίνεται κατανοητό γιατί, στις περιπτώσεις μη απολαύσεως των διακοπών, θα πρέπει να αποκλειστεί το δικαίωμα για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή να περιοριστεί σε ορισμένα πραγματικά στοιχεία (pretium doloris), δεδομένου ακριβώς ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό το είδος ζημίας εμφανίζεται συχνά.

31. Υπό το πρίσμα αυτό, μου φαίνεται ότι έχει σημασία ότι η οδηγία διακρίνει το καθεστώς των δύο προπαρατεθεισών κατηγοριών ζημιών μόνον όσον αφορά την αποζημίωσή τους. ράγματι, ενώ για τις ζημίες, γενικώς, τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, να δεχθούν περιορισμούς της αποζημιώσεως μόνο σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις (τρίτο εδάφιο), για τις λοιπές ζημίες εκτός των σωματικών βλαβών τα όρια της αποζημιώσεως μπορούν επίσης να καθορίζονται συμβατικώς, υπό τον όρο να είναι εύλογα (τέταρτο εδάφιο). Όπως υπογραμμίζει η Βελγική Κυβέρνηση, αυτό εξηγείται από τον υποκειμενικό χαρακτήρα της ηθικής βλάβης που δύσκολα μπορεί να διαχωριστεί ποσοτικώς και, συνεπώς, από τη σκοπιμότητα της αποδοχής συναφώς ευλόγων ορίων του δικαιώματος για ικανοποίηση.

32. Εντούτοις, η ίδια διάταξη παρέχει, κατά τη γνώμη μου, ένα επιχείρημα υπέρ της απόψεως σύμφωνα με την οποία η έννοια της ζημίας την οποία δέχεται η οδηγία είναι ευρεία έννοια που περιλαμβάνει επίσης την ηθική βλάβη. ράγματι, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει τον περιορισμό για τον οποίο μόλις μιλήσαμε, αυτή αναγνωρίζει σιωπηρώς την ύπαρξη του δικαιώματος για αποκατάσταση των λοιπών ζημιών εκτός των σωματικών· η αποζημίωση μπορεί πράγματι να μειωθεί μερικώς και εντός ευλόγων ορίων, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, διότι η μη αναγνώριση της υπάρξεώς της θα υπερέβαινε οποιοδήποτε κριτήριο «λογικότητας».

33. Για να κλείσω το σημείο αυτό και να απαντήσω επίσης σε μία παρατήρηση που έγινε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θα ήθελα να προσθέσω ότι δεν χρησιμεύει σε τίποτε να αντιταχθεί στην άποψη του δικαιώματος για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης το γεγονός ότι αυτή αφήνει να δημιουργηθεί υπερβολικό περιθώριο αβεβαιότητας, για τον λόγο ότι η οδηγία προβλέπει κατ' αρχήν τη δυνατότητα αποκαταστάσεως αυτού του είδους ζημιών αλλά χωρίς να διευκρινίζει πουθενά τις λοιπές αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποκατάστασή τους, και ειδικότερα - υπό την επιφύλαξη αυτού που μόλις ελέχθη - για την αποζημίωσή τους. Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό, διότι η οδηγία δεν παρέχει διευκρινίσεις αυτού του είδους ούτε για τις λοιπές ζημίες ως προς τις οποίες δεν αμφισβητείται η δυνατότητα αποκαταστάσεώς των. Ας υπομνηστεί επιπλέον ότι, όσον αφορά την ευθύνη, εκτός από κάποιους θεμελιώδεις κανόνες, τα κριτήρια ορισμού της ζημίας και τα αντίστοιχα συστήματα εκτιμήσεως και ποσοτικού διαχωρισμού ποικίλουν εξαιρετικά στα κράτη μέλη και βασίζονται εν γένει σε μία εξαιρετικά διακριτική εκτίμηση του δικαστή, ακόμη και αν τα κριτήρια και οι πίνακες υπολογισμού έχουν επιβληθεί εκ των προτέρων. Για τον λόγο αυτό επίσης, τα αιτήματα για μια νομοθετική παρέμβαση της Κοινότητας στον τομέα αυτό αυξάνουν, ως αντίδραση στις διαφορές ή ακόμη και σημαντικές ανισότητες, που προκύπτουν από αυτό που χαρακτηρίστηκε ως πραγματικό «χάος» των εν λόγω κριτηρίων εκτιμήσεως .

Η σύγκριση με την οδηγία 85/374

34. Οι προηγηθείσες εκτιμήσεις δεν μπορούν κατά την άποψή μου να καταρριφθούν από το επιχείρημα που προέβαλαν η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, το οποίο αντλείται από το άρθρο 9 της προπαρατεθείσας οδηγίας 85/374, που αφορά την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, το οποίο αφήνει ρητώς στα κράτη μέλη τη φροντίδα να ρυθμίσουν τις πτυχές της αστικής ευθύνης που σχετίζονται με την ηθική βλάβη ή τις μη υλικές ζημίες που προκαλούνται από τα ελαττωματικά προϊόντα . Μου φαίνεται στην πραγματικότητα ότι το επιχείρημα αυτό στρέφεται κατ' αυτών που το επικαλούνται. ράγματι, είναι μεν αναμφισβήτητο ότι η οδηγία 85/374 αφήνει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια που περιγράφεται πιο πάνω, αυτό όμως ουδόλως συνεπάγεται ότι την ίδια ελευθερία τους αφήνει η οδηγία που μας απασχολεί εν προκειμένω. Θα αρκεστώ να παρατηρήσω ως προς το σημείο αυτό ότι οι δύο οδηγίες όχι μόνον εκδόθηκαν σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικά στάδια της διαπιστωθείσας στον τομέα αυτό εξελίξεως, αλλά διέπουν επίσης διαφορετικά είδη ευθύνης: η οδηγία 85/374 ρυθμίζει την εξωσυμβατική και (αν και μετριασμένη) αντικειμενική ευθύνη του παραγωγού, ενώ η οδηγία 90/314 αφορά τη συμβατική ευθύνη λόγω υπαιτιότητας του διοργανωτή και/ή του πωλητή που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου. Επομένως, οι αρχές και οι βασικοί κανόνες που εφαρμόζονται σ' αυτήν είναι διαφορετικοί, όπως είναι και πολύ διαφορετική η σύνταξη των κειμένων αυτών: η οδηγία 85/374 παραθέτει ακριβώς όλες τις κατηγορίες των δυναμένων να αποκατασταθούν ζημιών, είτε πρόκειται για ζημίες που προκλήθηκαν στα πρόσωπα είτε για ζημίες που προκλήθηκαν στα πράγματα, και παραπέμπει ρητώς στο εθνικό δίκαιο όσον αφορά την ηθική ζημία , ενώ η οδηγία 90/314 απέχει οποιασδήποτε ακρίβειας και χρησιμοποιεί την έννοια της ζημίας κατά τρόπο γενικό και χωρίς διαφοροποιήσεις.

35. Επομένως, η απόφαση για διαφορετική διατύπωση των δύο οδηγιών δεν είναι τυχαία. Είναι σαφές, πράγματι, ότι, όπου ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να διακρίνει, όπως στην οδηγία 85/374, τις ζημίες για τις οποίες ο παραγωγός πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος από εκείνες των οποίων η ρύθμιση εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, το έπραξε ρητώς. Αντιθέτως, το γεγονός ότι, στην οδηγία 90/314, η οποία είναι μεταγενέστερη, ο ίδιος νομοθέτης επέλεξε να αναφερθεί γενικώς και αδιακρίτως στην έννοια των «ζημιών», οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το έπραξε για να περιλάβει στην έννοια αυτή όλα τα δυνατά είδη ζημιών που σχετίζονται με την κακή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων και ότι θέλησε να χρησιμοποιήσει μια ευρεία και περιλαμβάνουσα τα πάντα έννοια της ζημίας.

36. Υπό τις περιστάσεις αυτές, καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η έννοια της ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 90/314, για την οποία ο διοργανωτής και/ή ο πωλητής πρέπει να ευθύνονται λόγω της μη εκπληρώσεως ή της ελλιπούς εκπληρώσεως της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου, περιλαμβάνει επίσης τις μη υλικές ζημίες που οφείλονται στη μη απόλαυση των «χαραμισμένων διακοπών».

Τα λοιπά επιχειρήματα υπέρ της δυνατότητας αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης

37. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται αμέσως ή εμμέσως από τρία άλλα επιχειρήματα: την κοινοτική νομολογία, ορισμένες διεθνείς συμβάσεις του τομέα αυτού και τις διαπιστωθείσες στη νομοθεσία και τη νομολογία των κρατών μελών εξελίξεις.

38. Στην κοινοτική νομολογία απαντούν σαφείς θέσεις, έστω και αν πρόκειται για τη μη συμβατική ευθύνη της Κοινότητας, υπέρ μιας ευρείας εννοίας της ζημίας, η οποία περιλαμβάνει την ηθική βλάβη. ράγματι, το ρωτοδικείο κατ' επανάληψη έκρινε ότι η ευθύνη αυτή μπορεί επίσης να επεκταθεί στις μη υλικές ζημίες εφόσον επρόκειτο για πραγματική και βέβαιη ζημία. Έτσι κρίθηκε ότι μπορούσαν να αποκατασταθούν - τουλάχιστον κατ' αρχήν - η ζημία που προκύπτει από την απώλεια ευκαιρίας για εξακολούθηση των σπουδών καθώς και η ζημία που σχετίζεται με την απώλεια του image και της φήμης μιας εταιρίας .

39. Ως προς τις ενδείξεις που παρέχουν οι διεθνείς συμβάσεις, υπενθυμίζω ότι, αν και αφορούν κυρίως πτυχές που σχετίζονται με τη μεταφορά ή υλικά αντικείμενα και δεν έχουν, επομένως, άμεση σημασία για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που οφείλεται στις «χαραμισμένες διακοπές», τόσο η Σύμβαση της Βαρσοβίας του 1929 περί των διεθνών αεροπορικών μεταφορών όσο και η Σύμβαση της Βέρνης του 1961 περί των σιδηροδρομικών μεταφορών, η Σύμβαση των Αθηνών του 1974 σχετικά με τις θαλάσσιες μεταφορές και η Σύμβαση του αρισιού του 1962 για την ευθύνη των ξενοδόχων - οι οποίες παρατίθενται στη δεκάτη ενάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/314 - αναφέρονται σε μια γενική έννοια της ζημίας και δεν αποκλείουν επομένως την ηθική βλάβη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εξάλλου η διεθνής σύμβαση περί της συμβάσεως ταξιδίου που προβλέπει στο άρθρο της 13, παράγραφος 1, ότι η συμβατική ευθύνη του διοργανωτή του ταξιδίου αφορά «οποιαδήποτε ζημία προκληθείσα στον ταξιδιώτη», αναφέροντας στη συνέχεια στην παράγραφο 2 τα ανώτατα όρια αποζημιώσεως που εφαρμόζονται αντιστοίχως στις σωματικές βλάβες, στις υλικές ζημίες και σε όλες τις λοιπές ζημίες.

40. Οι πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις όμως απαντούν κατά τη γνώμη μου στη νεότερη νομοθεσία και νομολογία των κρατών μελών, όπου, παρά την αναφερθείσα ήδη ποικιλία των λύσεων, δεν πολλαπλασιάστηκαν μόνον οι περιπτώσεις ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης εν γένει αλλά επίσης διαπιστώθηκε ειδικότερα, εδώ και μερικές δεκαετίες, αυξημένο ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της «ζημίας των χαραμισμένων διακοπών», νοουμένης ακριβώς ως μη περιουσιακής ζημίας την οποία υπέστη ο τουρίστας που δεν μπόρεσε να επωφεληθεί πλήρως, συνεπεία της κακής εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους του επιχειρηματία ταξιδίων, του οργανωμένου ταξιδίου ως ευκαιρίας διασκεδάσεως και αναπαύσεως. Χωρίς να καθυστερήσω με μια συγκριτική μελέτη συναφώς, που εξάλλου πραγματοποιήθηκε σε γενικές γραμμές από την Επιτροπή, θα περιοριστώ να παρατηρήσω, βασιζόμενος εν μέρει στα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, ότι η περιγραφείσα εξέλιξη επιβεβαιώθηκε τυπικώς σε νομοθετικό επίπεδο σε ορισμένα κράτη μέλη, ενώ σε άλλα εκδηλώθηκε ουσιαστικά στη νομολογία.

41. Μεταξύ των πρώτων είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου από το 1979, βάσει ρητής τροποποιήσεως του αστικού κώδικα (άρθρο 651 f, παράγραφος 2, του BGB), ο τουρίστας μπορεί να απαιτήσει, σε περίπτωση που το ταξίδι ματαιώθηκε ή διαταράχθηκε σημαντικά, προσήκουσα αποζημίωση για τον χρόνο των διακοπών που ξοδεύτηκε ασκόπως. Στη νομολογία, η έννοια της ζημίας που προκύπτει από τις «χαραμισμένες διακοπές» σιγά σιγά εκλεπτίστηκε και διευκρινίστηκε, με τον καθορισμό σειράς ενδείξεων αυτού του «χαραμίσματος» (απόσταση από τη θάλασσα, ποιότητα της τροφής, θόρυβος, απουσία μπαλκονιών και παραθύρων, κ.λπ.). Ομοίως, στο Βέλγιο , στην Ισπανία και στις Κάτω Χώρες , η νομοθεσία περιέχει στο εξής διατάξεις που αναγνωρίζουν το δικαίωμα αποκαταστάσεως των εν λόγω ζημιών.

42. Η άλλη ομάδα κρατών μελών περιλαμβάνει πρωτίστως το Ηνωμένο Βασίλειο, του οποίου η νομολογία ως γνωστόν είναι η πλέον ανοικτή (χωρίς πάντως να είναι τόσο ανοικτή όσο αυτή των Ηνωμένων ολιτειών) σε ζητήματα αποκαταστάσεως της μη περιουσιακής ζημίας . Η Ιρλανδία έχει αρκετά παρόμοιες θέσεις, αλλά διαπιστώνεται επίσης ανάλογη εξέλιξη στα κράτη μέλη που έχουν παράδοση στο civil law. Έτσι, στη Γαλλία, αν και η οφειλομένη για τις «χαραμισμένες διακοπές» ζημία δεν προβλέπεται ρητώς από τη νομοθεσία, η νομολογία δέχεται ανοικτά το δικαίωμα για αποκατάσταση . Αυτό συμβαίνει επίσης στην Ιταλία, όπου το ζήτημα εξαρτάται από το γεγονός ότι ο αστικός κώδικας περιορίζει την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας στις αστικές συνέπειες του ποινικού αδικήματος, υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων από τον νόμο εξαιρέσεων, αλλά όπου, εντούτοις, εμφανίζονται στη νομολογία ολοένα περισσότερες αποφάσεις δεχόμενες την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από τις «χαραμισμένες διακοπές» .

43. Τελειώνοντας τη συνοπτική αυτή επισκόπηση, μου φαίνεται επομένως ότι μπορεί να επιβεβαιωθεί αυτό που παρατήρησα πιο πάνω ως προς την ύπαρξη μιας διάχυτης τάσεως, λιγότερο ή περισσότερο προχωρημένης στις διάφορες έννομες τάξεις, για τη διεύρυνση της ευθύνης γι' αυτού του είδους ζημία και ειδικότερα για τη βλάβη των «χαραμισμένων διακοπών»· η τάση αυτή συνδέεται με μία σφαιρική εξέλιξη του περί ευθύνης δικαίου, αλλά επίσης - υπό ένα γενικότερο πρίσμα - με την καταπληκτική ανάπτυξη του τουρισμού και το γεγονός ότι οι διακοπές, τα ταξίδια ή οι τουριστικές διαμονές δεν αποτελούν πλέον το προνόμιο περιορισμένου κύκλου ανθρώπων αλλά έχουν γίνει ένα καταναλωτικό αγαθό για έναν αυξανόμενο αριθμό προσώπων που διαθέτουν εκεί μέρος των εσόδων τους και των επαγγελματικών ή σχολικών διακοπών τους. Ακριβώς το γεγονός ότι οι διακοπές έχουν στο εξής μια ειδική κοινωνικο-οικονομική λειτουργία και έχουν αποκτήσει μια τέτοια σημασία για την ποιότητα της ζωής των ατόμων εξηγεί το ότι η πλήρης και πραγματική απόλαυσή τους αποτελεί αξία που αξίζει να προστατευθεί.

44. Ακριβώς αυτοί οι λόγοι, αν και δεν είναι οι μόνοι, ενέπνευσαν, όπως είδαμε, την οδηγία 90/314. Η αυστηρά οικονομική πτυχή της καταργήσεως των εμποδίων της ελεύθερης παροχής των τουριστικών υπηρεσιών συνοδεύεται, πράγματι, από την προστασία του καταναλωτή/τουρίστα. Η καλή πορεία των διακοπών αποτελεί επομένως, και στο νομικό κοινοτικό πλαίσιο, μια αξία που αξίζει να προστατευθεί και η ζημία που προκύπτει από τη μη απόλαυση των διακοπών έχει, στο πλαίσιο της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου, ειδικό χαρακτήρα που δικαιολογεί την αποζημίωσή της. Από την άποψη αυτή, ερμηνεία που έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας αυτής από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όχι μόνο δεν στηρίζεται σε οιοδήποτε στοιχείο αντλούμενο από το κείμενο ή τους σκοπούς της οδηγίας 90/314, αλλά θα κατέληγε να στερήσει την οδηγία της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της και θα ήταν αντίθετη προς αυτό το κείμενο του άρθρου 95, παράγραφος 3, ΕΚ που απαιτεί, όπως είδαμε, τα μέτρα εναρμονίσεως σχετικά με την προστασία των καταναλωτών να λαμβάνουν ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας.

45. Θεωρώ, επομένως, ότι στο αυστριακό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314 έχει την έννοια ότι και οι μη υλικές ζημίες, τις οποίες υφίσταται ο καταναλωτής λόγω της μη εκτελέσεως ή της πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου, καθιστούν τον διοργανωτή και/ή τον πωλητή υπευθύνους.

46. ροτού τελειώσω, πρέπει ακόμη να εξετάσω το ζήτημα που έθεσε το Landesgericht ως προς την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να ερμηνεύει το δίκαιό του σύμφωνα με την οδηγία (βλ. πιο πάνω, παράγραφο 17). Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει ήδη δοθεί, εφόσον ως προς το σημείο αυτό υπάρχει σαφής και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία δεν υπάρχει λόγος να παρεκκλίνουμε εν προκειμένω . Όπως το Δικαστήριο, πράγματι, ανέφερε στην απόφαση που το ίδιο το Landesgericht παρέθεσε, «εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ» . Συνεπώς, αν το Δικαστήριο συμμερίζεται την προηγηθείσα ερμηνεία, και ανεξαρτήτως της δυνατότητας των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει το αυστριακό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας και, συνεπώς, να αναγνωρίσει στον καταναλωτή (υπό την επιφύλαξη βεβαίως ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις) δικαίωμα για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προκάλεσε η μη εκτέλεση ή η πλημμελής εκτέλεση της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου εκ μέρους του διοργανωτή και/ή του πωλητή.

ρόταση

47. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω επομένως να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε το Landesgericht Linz η ακόλουθη απάντηση:

«Το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, έχει την έννοια ότι ο διοργανωτής και/ή ο πωλητής πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι και για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον καταναλωτή από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου.»