Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 13ης Σεπτεμβρίου 2001. - Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG κατά Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesgerichtshof - Γερμανία. - Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ - "Πρακτικώς αδύνατο" που δικαιολογεί τη συντετμημένη αναγραφή των υποχρεωτικών προειδοποιήσεων επί του περιέκτη και της συσκευασίας καλλυντικών προϊόντων - Πληροφορίες σε εννέα γλώσσες για μεγαλύτερη ευελιξία της διανομής των εμπορευμάτων. - Υπόθεση C-169/99.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-05901
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - οσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Γλωσσικές απαιτήσεις, επιτρεπόμενες από την οδηγία 76/768, για τα καλλυντικά προϊόντα - Μέτρα που δικαιολογούνται λόγω προστασίας της δημόσιας υγείας
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ)· οδηγία 76/768 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 2]
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Καλλυντικά προϊόντα - Συσκευασία και επισήμανση - Οδηγία 76/768 - Υποχρεωτική αναγραφή επί του δοχείου και της συσκευασίας των ειδικών προφυλάξεων χρήσεως - Εξαίρεση - ρακτικώς αδύνατο - Έννοια - Συγκεκριμένη περίπτωση
(Οδηγία 76/768 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 1, στοιχ. δ_)
1. Εθνικές γλωσσικές απαιτήσεις όπως αυτές που επιτρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35, συνιστούν εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο στο μέτρο που τα οικεία προϊόντα πρέπει να έχουν, ανάλογα με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που προβλέπονται εντός του κράτους μέλους εμπορίας, διαφορετική επισήμανση, πράγμα το οποίο συνεπάγεται επιπλέον έξοδα συσκευασίας.
Τα εμπόδια αυτά δικαιολογούνται, εντούτοις, από τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνιστά η προστασία της δημόσιας υγείας. ράγματι, οι πληροφορίες, τις οποίες οι παραγωγοί ή οι πωλητές των καλλυντικών προϊόντων τα οποία αφορά η οδηγία 76/768 έχουν την υποχρέωση να αναγράφουν επί του δοχείου και της συσκευασίας του προϊόντος, εκτός των περιπτώσεων όπου αυτές μπορούν να δίδονται αποτελεσματικά με τη χρήση εικονογραμμάτων ή άλλων ενδείξεων πέρα από τη χρησιμοποίηση λέξεων, στερούνται πρακτικής χρησιμότητας αν δεν διατυπώνονται σε γλώσσα κατανοητή από τα άτομα για τα οποία προορίζονται
( βλ. σκέψεις 39-40 )
2. Δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35, «πρακτικώς αδύνατο» να αναγράφονται πλήρως οι υποχρεωτικές προειδοποιήσεις επί του περιέκτη και της συσκευασίας καλλυντικού προϊόντος στην προβλεπομένη ή τις προβλεπόμενες γλώσσες εντός του κράτους μέλους εμπορίας, οσάκις επιβάλλεται η σύντμηση των εν λόγω προειδοποιήσεων επί του περιέκτη και της συσκευασίας λόγω της επιθυμίας του παρασκευαστή ή του πωλητή όπως η επισήμανση του προϊόντος αυτού γίνεται σε εννέα γλώσσες - εκ των οποίων οκτώ είναι επίσημες γλώσσες της Κοινότητας - για οικονομικούς λόγους ή για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
( βλ. σκέψη 42 και διατακτ. )
Στην υπόθεση C-169/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG
και
Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 151, σ. 32), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet, D. A. O. Edward (εισηγητή), P. Jann και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG, εκπροσωπουμένη από τους O. C. Brändel και G. Jordan, Rechtsanwälte,
- η Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV, εκπροσωπουμένη από τον C. von Gierke, Rechtsanwalt,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τις K. Rispal-Bellanger και R. Loosli-Surrans,
- η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπουμένη από τον Μ. A. Fierstra,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την T. Pynnä,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από την C. Schmidt και τον H. Støvlbæk,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξη της 25ης Μαρτίου 1999, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Μα_ου 1999, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 151, σ. 32), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG (στο εξής: Schwarzkopf) και της Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV (στο εξής: ZBUW) ως προς την επισήμανση καλλυντικών προϊόντων που παρασκευάζονται και διανέμονται από τη Schwarzkopf.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3 Από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι η οδηγία 76/768 αποσκοπεί στον ορισμό σε κοινοτικό επίπεδο των κανόνων που πρέπει να τηρούνται όσον αφορά τη σύνθεση, την επισήμανση και τη συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων.
4 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 76/768, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας 88/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, που τροποποίησε για τέταρτη φορά την οδηγία 76/768 (ΕΕ L 382, σ. 46), ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα καλλυντικά προϊόντα να είναι δυνατόν να διατεθούν στην αγορά μόνον αν το δοχείο και η συσκευασία τους φέρουν, με ανεξίτηλους, ευανάγνωστους και ευδιάκριτους χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις:
[...]
δ) τις ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση, και ιδίως εκείνες που σημειώνονται στη στήλη "Όροι χρησιμοποίησης και προειδοποιήσεις που πρέπει να περιέχονται υποχρεωτικά στην ετικέτα" των παραρτημάτων ΙΙΙ, IV, VI και VIII, οι οποίες πρέπει να αναγράφονται στο δοχείο και τη συσκευασία. Επίσης, τις ενδεχόμενες ενδείξεις σχετικά με τις ιδιαίτερες προφυλάξεις που πρέπει να τηρούνται για τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσης, ιδίως εκείνα που προορίζονται για τους κομμωτές. Όπου αυτό είναι πρακτικώς αδύνατο, οι ενδείξεις αυτές αναγράφονται σε επισυναπτόμενο σημείωμα, ενώ μια συντετμημένη ένδειξη στο δοχείο και στη συσκευασία παραπέμπει τον καταναλωτή στις εν λόγω ενδείξεις.»
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 93/35, προβλέπει τα εξής:
«Σε περίπτωση που αυτό είναι πρακτικώς αδύνατο, εσώκλειστο σημείωμα, ετικέτα, ταινία ή κάρτα πρέπει να περιλαμβάνει αυτές τις ενδείξεις στις οποίες παραπέμπεται ο καταναλωτής είτε με συντετμημένη ένδειξη είτε με το σύμβολο που περιέχεται στο παράρτημα VIII, που πρέπει να εμφαίνεται στο δοχείο και τη συσκευασία.»
6 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 76/768 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται, για λόγους που αφορούν στις απαιτήσεις τις προβλεπόμενες από την οδηγία αυτή και τα παραρτήματά της, να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά των καλλυντικών προϊόντων, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της.
2. Εντούτοις, δύνανται να απαιτήσουν όπως αναγράφονται και στην εθνική ή την επίσημη γλώσσα τους, ή τις γλώσσες τους, οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, υπό β_, γ_ και δ_.»
7 Το άρθρο 7 της οδηγίας 76/768 τροποποιήθηκε για πρώτη φορά με την οδηγία 93/35. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, σημείο 10, της οδηγίας 93/35, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768 προβλέπει τα εξής:
«Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, σημεία β_, γ_, δ_ και στ_, να αναγράφονται τουλάχιστον στην(στις) εθνική(-ές) ή την(τις) επίσημη(-ες) γλώσσα(-ες) τους· επιπλέον, μπορούν να απαιτούν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, να αναγράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους καταναλωτές. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θεσπίζει κοινή ονοματολογία συστατικών σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10.»
Το εθνικό δίκαιο
8 Το Kosmetik-Verordnung (γερμανικό διάταγμα σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα), της 19ης Ιουνίου 1985 (BGBl. 1985 Ι, σ. 1082), όπως τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1997 με το Fünfundzwanzigste Verordnung zur Änderung der Kosmetik-Verordnung (διάταγμα για την εικοστή πέμπτη τροποποίηση του διατάγματος σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα), της 23ης Δεκεμβρίου 1996 (BGBl. 1996 Ι, σ. 2186), προβλέπει στο άρθρο του 4, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, τα εξής:
«Αν, για πρακτικούς λόγους, το πλήρες κείμενο των ενδείξεων δεν μπορεί να αναγραφεί επί του δοχείου και της συσκευασίας, οι ενδείξεις αυτές πρέπει να αναγράφονται σε επισυναπτόμενο σημείωμα, σε προστιθέμενη ετικέτα, χάρτινη ταινία ή μικρή κάρτα, στα οποία παραπέμπεται ο καταναλωτής είτε με συντετμημένη ένδειξη είτε με το απεικονιζόμενο στο παράρτημα 8 σύμβολο, επί του δοχείου και της συσκευασίας.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Μεταξύ των προϊόντων για την περιποίηση των μαλλιών που παρασκευάζει και πωλεί η Schwarzkopf περιλαμβάνονται βαφές μαλλιών με την ονομασία «Igora Royal». Οι βαφές αυτές προορίζονται για τους κομμωτές και τους λοιπούς επαγγελματίες χρήστες και όχι για τους ιδιώτες καταναλωτές. εριέχουν χημικές ουσίες, όπως είναι τα διαμινοτολουόλια και η ρεζορκίνη.
10 Σύμφωνα με το σχετικό για τα καλλυντικά προϊόντα διάταγμα, η παρουσία των δύο αυτών ειδών ουσιών πρέπει να επισημαίνεται με τις ακόλουθες προειδοποιητικές ενδείξεις:
- για τα διαμινοτολουόλια: «Μόνο για επαγγελματική χρήση. εριέχει διαμινοτολουόλια. Το προϊόν μπορεί να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση. Χρησιμοποιείτε κατάλληλα γάντια»,
- για τη ρεζορκίνη: «Μόνο για επαγγελματική χρήση. εριέχει ρεζορκίνη. Οι οφθαλμοί να εκπλύνονται αμέσως αν το προϊόν έλθει σε επαφή με αυτούς».
11 Η Schwarzkopf ανέγραψε πλήρως τις προειδοποιητικές αυτές ενδείξεις μόνο στο επισυναπτόμενο στα οικεία προϊόντα σημείωμα. Επί του χαρτονένιου κουτιού συσκευασίας και επί του σωληναρίου που αποτελεί το δοχείο αναγράφεται μόνο, σε εννέα γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά, ολλανδικά, αγγλικά, ισπανικά, σουηδικά, ιταλικά, πορτογαλικά και αραβικά), η ακόλουθη συντετμημένη ένδειξη: «Μόνο για επαγγελματική χρήση. ροσοχή: προσέξτε τις οδηγίες χρήσεως και τις προειδοποιητικές ενδείξεις».
12 Η ZBUW, η οποία είναι οργανισμός επιφορτισμένος με την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων επιχειρήσεων και έχει ως σκοπό, ειδικότερα, την καταστολή του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεωρεί ότι η Schwarzkopf υποχρεούται να αναγράφει το πλήρες κείμενο των προειδοποιητικών ενδείξεων τόσο επί της συσκευασίας όσο και επί του δοχείου στην επίσημη γλώσσα της οικείας χώρας πωλήσεων, πράγμα το οποίο είναι δυνατόν να γίνει χωρίς πρόβλημα αν περιοριστεί κανείς στη γλώσσα της χώρας αυτής.
13 Η ZBUW άσκησε επομένως αγωγή ζητώντας να απαγορευθεί στη Schwarzkopf να εμπορεύεται τα οικεία προϊόντα αν δεν αναγράφονται στη συσκευασία τους και στο δοχείο τους οι προβλεπόμενες προειδοποιητικές ενδείξεις. Υπέβαλε επίσης επικουρικό αίτημα σχετικά με τη σύνταξη του συνημμένου σημειώματος και την επί του δοχείου αναγραφομένη ένδειξη. Η Schwarzkopf αντέταξε στα αιτήματα αυτά ότι η εφαρμοστέα εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει τη δυνατότητα της μη αναγραφής του πλήρους κειμένου των προειδοποιήσεων επί της συσκευασίας και του δοχείου «για πρακτικούς λόγους».
14 Η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε μόνον το επικουρικό αίτημα της ZBUW. Αντιθέτως, το κύριο αίτημά της έγινε δεκτό με την κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση. Ακολούθως, η Schwarzkopf άσκησε αναίρεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ενώπιον του Bundesgerichtshof.
15 Κρίνοντας ότι η έκβαση της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας 76/768, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/667, και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Έχει την έννοια ο όρος "πρακτικώς αδύνατο", που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας [76/768, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/667], ότι καλύπτει επίσης την αναγραφή των προβλεπομένων ενδείξεων προειδοποιήσεως σε περισσότερες γλώσσες, την οποία η παρασκευάζουσα ή η πωλούσα καλλυντικά προϊόντα εταιρία - για οικονομικούς λόγους και για να διευκολύνεται η εντός της Κοινότητας κυκλοφορία των προϊόντων - θεωρεί σκόπιμη, αν με τον τρόπο αυτό η πλήρης ένδειξη προειδοποιήσεως μπορεί να αναγραφεί ευανάγνωστα μόνο στο επισυναπτόμενο σημείωμα, στη δε συσκευασία και το δοχείο μπορεί να αναγραφεί μόνο μία συντετμημένη ένδειξη λόγω ελλείψεως χώρου; Συγκεκριμένα: Επιτρέπεται σε μια επιχείρηση να μη αναγράφει την πλήρη ένδειξη προειδοποιήσεως επί της συσκευασίας και του δοχείου, εκεί δε να αναγράφεται μόνο μια συντετμημένη ένδειξη, αν η επιχείρηση το θεωρεί σκόπιμο για τους αναφερθέντες λόγους να διαθέτει στην αγορά τα προϊόντα της με ενιαία παρουσίαση σε εννέα γλώσσες διαφορετικών αγοραστριών χωρών (μεταξύ των οποίων οκτώ κράτη μέλη της ΕΕ);»
Επί του λυσιτελούς κειμένου της οδηγίας 76/768
16 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το κείμενο της οδηγίας 76/768 που πρέπει να ερμηνευθεί δεν είναι εκείνο που απορρέει από την οδηγία 88/667, στην οποία αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα στη διάταξη περί παραπομπής, αλλά εκείνο που απορρέει από την οδηγία 93/35.
17 ρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι το Bundesgerichtshof διαπίστωσε στην περί παραπομπής διάταξή του ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης έχει εφαρμογή το Kosmetik-Verordnung, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1997. Όμως, το κείμενο αυτό του Kosmetik-Verordnung είναι αυτό που απορρέει από τη μεταφορά της οδηγίας 93/35 στο γερμανικό δίκαιο.
18 Το κείμενο της οδηγίας 76/768 που το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει δεν είναι, επομένως, το κείμενο που απορρέει από την οδηγία 88/667, αλλά εκείνο που απορρέει από την οδηγία 93/35 (στο εξής: τροποποιηθείσα οδηγία 76/768). Εν πάση περιπτώσει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 17 των προτάσεών του, η έκφραση «πρακτικώς αδύνατο», της οποίας η ερμηνεία είναι ουσιώδης για την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, αναγράφεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768 όπως τροποποιήθηκε και τις δύο φορές.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
19 Με τα ερωτήματά του, που αφορούν το ίδιο νομικό ζήτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768, είναι «πρακτικώς αδύνατο» να αναγράφονται πλήρως οι υποχρεωτικές προειδοποιητικές ενδείξεις επί του δοχείου και της συσκευασίας καλλυντικού προϊόντος στη γλώσσα ή τις γλώσσες που προβλέπονται στο κράτος μέλος εμπορίας, οσάκις επιβάλλεται η συντετμημένη αναγραφή των εν λόγω προειδοποιητικών ενδείξεων επί του δοχείου και της συσκευασίας λόγω της επιθυμίας του παρασκευαστή ή του πωλητή όπως η επισήμανση του προϊόντος αυτού γίνεται σε εννέα γλώσσες - εκ των οποίων οκτώ είναι επίσημες γλώσσες της Κοινότητας - για οικονομικούς λόγους και για τη διευκόλυνηση της κυκλοφορίας του προϊόντος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
αρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
20 Η Schwarzkopf υποστηρίζει ότι οι περιπτώσεις του «πρακτικώς αδυνάτου» που επιτρέπουν εξαίρεση από την υποχρέωση της πλήρους αναγραφής των προειδοποιητικών ενδείξεων επί του δοχείου και της συσκευασίας δεν περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις του αντικειμενικώς αδυνάτου. Εξηγεί ότι είχε την πρόθεση να προβεί σε ενιαία παρουσίαση της σειράς των προϊόντων, για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, για να καταστεί δυνατή η πώληση των εν λόγω προϊόντων σε όλη την Κοινότητα και να ληφθεί υπόψη η αυξανομένη διεθνοποίηση του εμπορίου καθώς και η αυξανομένη γλωσσική ποικιλία εντός των κρατών μελών. Στόχος της ήταν κυρίως να καταστεί δυνατό στους Ευρωπαίους πολίτες να κατανοούν τις προβλεπόμενες από την οδηγία 76/768 προειδοποιήσεις όταν εργάζονται εντός κράτους μέλους στο οποίο δεν ομιλείται η μητρική τους γλώσσα.
21 Κατά τη Schwarzkopf έχει σημασία να μη λησμονείται ότι τα προϊόντα για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη προορίζονται αποκλειστικώς για επαγγελματίες χρήστες, οι οποίοι τα χρησιμοποιούν καθημερινώς, οπότε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι, για τα πρόσωπα αυτά, αντιθέτως προς ό,τι θα συνέβαινε με τους τελικούς καταναλωτές, οι προειδοποιήσεις που αναγράφονται στο συνημμένο σημείωμα αρκούν. Η Schwarzkopf προσθέτει ότι η στενή ερμηνεία της έννοιας του «πρακτικώς αδυνάτου» πρέπει να απορριφθεί ενόψει του εντεύθεν εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
22 Η ZBUW υποστηρίζει ότι η εκτίμηση των οικείων συμφερόντων, καθώς και ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας, τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 76/768, συνηγορούν υπέρ μιας στενής ερμηνείας της εννοίας του «πρακτικώς αδυνάτου». Κατ' αυτήν, η έννοια αυτή καλύπτει τις τεχνικού χαρακτήρα δυσκολίες που καθιστούν αδύνατη την ενδεδειγμένη αναγραφή ορισμένων ενδείξεων επί των περιεκτών. Είναι μεν αληθές ότι οι πρακτικοί λόγοι δεν μπορούν να εξομοιωθούν με πλήρη αδυναμία αναγραφής των εν λόγω ενδείξεων επί του δοχείου, αλλά και δεν μπορούν να αρκούν εκτιμήσεις καθαρά οικονομικού χαρακτήρα.
23 Οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δηλαδή η Γαλλική, η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, θεωρούν ότι η έννοια του «πρακτικώς αδυνάτου» πρέπει να τύχει στενής ερμηνείας, συμβατής προς τους σκοπούς της προστασίας της δημόσιας υγείας και της πληροφορήσεως των καταναλωτών.
24 Η Φινλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η οδηγία 76/768 αποσκοπεί όχι μόνο στην προστασία της υγείας των καταναλωτών, αλλά και στην προστασία της υγείας αυτών που είναι επαγγελματίες χρήστες. ράγματι, ο κίνδυνος της υγείας είναι συχνά μεγαλύτερος για τους τελευταίους λόγω επαναλαμβανομένης χρήσεως των προϊόντων. Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι πελάτες έχουν κάθε συμφέρον ώστε οι επαγγελματίες χρήστες, ως παρέχοντες υπηρεσίες, να τηρούν έναντι αυτών όλους τους κανόνες ασφαλείας.
25 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το «πρακτικώς αδύνατο» θα μπορούσε να οφείλεται μεταξύ άλλων είτε στον ειδικό όγκο ή το ειδικό σχήμα του οικείου προϊόντος (για παράδειγμα, ένα κραγιόν για τα χείλη πολύ μικρού σχήματος ή ένα κραγιόν για τα μάτια), είτε σε μια ειδική παρουσίαση, συνήθη για το οικείο προϊόν (για παράδειγμα, πλάκες σαπουνιού μη συσκευασμένες ή πέρλες μπάνιου). Μόνο σε τέτοιες περιστάσεις θα μπορούσε η υποχρέωση για την καλύτερη δυνατή πληροφόρηση του καταναλωτή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το προϊόν με κάθε ασφάλεια, να εκπληρωθεί με χωριστό σημείωμα.
26 Η Επιτροπή θεωρεί εξαιρετικά αμφίβολο ότι καθαρά οικονομικοί λόγοι μπορούν να καταλήξουν στο «πρακτικώς αδύνατο» υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768 και, επομένως, προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, εκδίδοντας την οδηγία 76/768, είχε την πρόθεση να συμφιλιώσει τον σκοπό της ελεύθερης κυκλοφορίας των καλλυντικών προϊόντων με εκείνον της προστασίας της δημόσιας υγείας.
28 ράγματι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 76/768, ο κοινοτικός νομοθέτης, ενώ έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα υποχρέωναν τους παραγωγούς να διαφοροποιούν την παραγωγή τους, αναλόγως του κράτους μέλους προορισμού, και ότι οι διαφορές αυτές εμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω προϊόντων, διαπίστωσε, εντούτοις, ότι οι εθνικές αυτές διατάξεις επεδίωκαν την προάσπιστη της δημόσιας υγείας και ότι, συνεπώς, η κοινοτική εναρμόνιση στον τομέα αυτόν έπρεπε να εμπνέεται από την επιδίωξη του αυτού σκοπού. Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της οδηγίας 76/768 στηρίχθηκαν στις ίδιες εκτιμήσεις.
29 ρέπει να παρατηρηθεί στη συνέχεια ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768 δεν διακρίνει, όσον αφορά το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, μεταξύ διαφόρων ομάδων χρηστών. Είναι μεν αληθές ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις ειδικές προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσεως, αυτό όμως δεν συμβαίνει με σκοπό να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς για τους επαγγελματίες χρήστες, αλλά μόνο με σκοπό να καθοριστούν οι ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται επί του δοχείου και της συσκευασίας των εν λόγω προϊόντων.
30 Από τον φάκελο προκύπτει ότι έχει σημασία οι ληπτέες προφυλάξεις χρήσεως να καθίστανται γνωστές στους κομμωτές και τους λοιπούς επαγγελματίες χρήστες για να εξασφαλίζεται τόσο η προστασία της δικής τους υγείας όσο και εκείνη της υγείας των πελατών τους. Τα διαμινοτολουόλια μπορούν πράγματι να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις, οπότε η χρησιμοποίηση καταλλήλων γαντιών ενδείκνυται κατά τη χρήση. Ως προς τη ρεζορκίνη, σε περίπτωση επαφής με τους οφθαλμούς, πρέπει να πλυθούν αυτοί αμέσως.
31 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τελευταία πρόταση του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768 συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα που διατυπώνεται στην υπόλοιπη διάταξη και πρέπει, συνεπώς, να ερμηνεύεται στενά.
32 Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι οι περιπτώσεις του «πρακτικώς αδυνάτου» δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με τις περιπτώσεις του αντικειμενικώς ή απολύτως αδυνάτου. ράγματι, δεν είναι αναγκαία η επίκληση του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας ή ενός άλλου σκοπού γενικού συμφέροντος για να δικαιολογηθεί η παράβαση υποχρεώσεως κοινοτικού δικαίου, αν η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής ήταν αντικειμενικά αδύνατη.
33 Επομένως, η έννοια του «πρακτικώς αδυνάτου» πρέπει να έχει ευρύτερη σημασία, καλύπτουσα μεταξύ άλλων τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πλήρης αναγραφή των προβλεπομένων προειδοποιήσεων είναι αντικειμενικώς δυνατή αλλά μόνο με τη χρησιμοποίηση χαρακτήρων τόσο μικρού μεγέθους που να μη μπορούν σχεδόν να αναγνωσθούν, καθώς και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το πλήρες κείμενο των προειδοποιήσεων, τυπωμένων με ευανάγνωστους χαρακτήρες, θα κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το προϊόν, οπότε ο παραγωγός δεν θα ήταν πλέον σε θέση να αναγράψει λυσιτελώς επί του προϊόντος την ονομασία του και άλλες σχετικές με αυτό πληροφορίες.
34 Εκτός της περιπτώσεως που οι διαστάσεις του δοχείου και της συσκευασίας του οικείου προϊόντος ρυθμίζονται από ειδικές νομικές διατάξεις, πρέπει, για να αποδειχθεί αν είναι δυνατόν ή όχι να αναγραφούν σ' αυτό πλήρως οι υποχρεωτικές προειδοποιήσεις, να ληφθούν ως βάση οι διαστάσεις του δοχείου και της συσκευασίας του προϊόντος που προβλέπονται από τον παραγωγό. Το γεγονός ότι είναι δυνατή η αύξηση των διαστάσεων αυτών για να αναγραφούν εκεί οι εν λόγω προειδοποιήσεις κατά τρόπο πλήρη και ευανάγνωστο, χωρίς να στερηθεί ο παραγωγός της δυνατότητας αναγραφής άλλων πληροφοριών σχετικών με το προϊόν, δεν μπορεί να τον εμποδίσει από του να επικαλεστεί περίπτωση «πρακτικώς αδυνάτου».
35 Αντιθέτως, η βούληση του παραγωγού ή του πωλητή του οικείου προϊόντος να διευκολύνει την κυκλοφορία αυτού στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν αρκεί καθεαυτή για να δικαιολογήσει τη μη πλήρη αναγραφή των υποχρεωτικών προειδοποιήσεων. Δεδομένου ότι η έννοια του «αδυνάτου» παραπέμπει, εν γένει, σε ένα πραγματικό στοιχείο επί του οποίου αυτός που το επικαλείται δεν έχει επίδραση, δεν μπορεί να νοείται ως επιτρέπουσα στον παραγωγό ή στον πωλητή του προϊόντος, λόγω του αριθμού των γλωσσών, κοινοτικών ή μη, που επιλέγει να χρησιμοποιήσει, να επικαλείται, για τη δική του εξυπηρέτηση, περίπτωση «πρακτικώς αδυνάτου» υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768.
36 Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία πρόταση, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768 είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της Συνθήκης και ιδίως εκείνες των άρθρων της 30 και 36.
37 ρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών καθώς και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος ισχύει όχι μόνον όσον αφορά εθνικά μέτρα αλλά και μέτρα προερχόμενα από τα κοινοτικά όργανα (βλ., κυρίως, υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-51/93, Meyhui, Συλλογή 1994, σ. Ι-3879, σκέψη 11).
38 Επίσης σύμφωνα με πάγια νομολογία, το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν από κανόνες σχετικούς με τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα εμπορεύματα αυτά (όπως τις σχετικές με την ονομασία τους, τον τύπο τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την εμφάνισή τους, την επισήμανσή τους και τη συσκευασία τους), έστω και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως επί όλων των εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, εφόσον η εφαρμογή αυτή δεν δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος δυνάμενο να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ., ιδίως, την απόφαση της 3ης Ιουνίου 1999, C-33/97, Colim, Συλλογή 1999, σ. Ι-3175, σκέψη 38).
39 Είναι αληθές ότι εθνικές γλωσσικές απαιτήσεις όπως αυτές που επιτρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768 συνιστούν εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο στο μέτρο που τα οικεία προϊόντα πρέπει να έχουν, ανάλογα με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που προβλέπονται εντός του κράτους μέλους εμπορίας, διαφορετική επισήμανση, πράγμα το οποίο συνεπάγεται επιπλέον έξοδα συσκευασίας. Η ανάγκη τροποποιήσεως του δοχείου ή της συσκευασίας αποκλείει επιπλέον το να πρόκειται για μορφές πωλήσεως υπό την έννοια της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097, σκέψη 16).
40 Τα εμπόδια αυτά δικαιολογούνται, εντούτοις, από τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνιστά η προστασία της δημόσιας υγείας. ράγματι, οι πληροφορίες, τις οποίες οι παραγωγοί ή οι πωλητές των καλλυντικών προϊόντων τα οποία αφορά η τροποποιηθείσα οδηγία 76/768 έχουν την υποχρέωση να αναγράφουν επί του δοχείου και της συσκευασίας του προϊόντος, εκτός των περιπτώσεων όπου αυτές μπορούν να δίδονται αποτελεσματικά με τη χρήση εικονογραμμάτων ή άλλων ενδείξεων πέρα από τη χρησιμοποίηση λέξεων, στερούνται πρακτικής χρησιμότητας αν δεν διατυπώνονται σε γλώσσα κατανοητή από τα άτομα στα οποία προορίζονται (βλ., όσον αφορά τα τρόφιμα, την προπαρατεθείσα απόφαση Colim, σκέψη 29).
41 ρέπει να προστεθεί ότι η υποχρέωση αναγραφής των υποχρεωτικών προειδοποιήσεων κατά τρόπο πλήρη δεν πρέπει να καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εμπορία των καλλυντικών προϊόντων υπό την αυτή παρουσίαση εντός περισσοτέρων κρατών μελών. άντως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εμπορία καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής οσάκις το παράγωγο δίκαιο ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε παραγωγούς ή πωλητές καλλυντικών προϊόντων που επιθυμούν να εμπορεύονται τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας εννέα γλώσσες, εκ των οποίων οκτώ είναι επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, να επικαλεστούν περίπτωση «πρακτικώς αδυνάτου» για να αποφύγουν την υποχρέωση της πλήρους αναγραφής των υποχρεωτικών προειδοποιήσεων επί του δοχείου και της συσκευασίας.
42 Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της τροποποιηθείσας οδηγίας 76/768, «πρακτικώς αδύνατο» να αναγράφονται πλήρως οι υποχρεωτικές προειδοποιήσεις επί του δοχείου και της συσκευασίας καλλυντικού προϊόντος στην προβλεπομένη ή τις προβλεπόμενες γλώσσες εντός του κράτους μέλους εμπορίας, οσάκις επιβάλλεται η σύντμηση των εν λόγω προειδοποιήσεων επί του δοχείου και της συσκευασίας λόγω της επιθυμίας του παρασκευαστή ή του πωλητή όπως η επισήμανση του προϊόντος αυτού γίνεται σε εννέα γλώσσες - εκ των οποίων οκτώ είναι επίσημες γλώσσες της Κοινότητας - για οικονομικούς λόγους ή για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική, η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 25ης Μαρτίου 1999 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
Δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, «πρακτικώς αδύνατο» να αναγράφονται πλήρως οι υποχρεωτικές προειδοποιήσεις επί του δοχείου και της συσκευασίας καλλυντικού προϊόντος στην προβλεπομένη ή τις προβλεπόμενες γλώσσες εντός του κράτους μέλους εμπορίας, οσάκις επιβάλλεται η σύντμηση των εν λόγω προειδοποιήσεων επί του δοχείου και της συσκευασίας λόγω της επιθυμίας του παρασκευαστή ή του πωλητή όπως η επισήμανση του προϊόντος αυτού γίνεται σε εννέα γλώσσες - εκ των οποίων οκτώ είναι επίσημες γλώσσες της Κοινότητας - για οικονομικούς λόγους ή για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της Κοινότητας.