61999J0077

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 11ης Οκτωβρίου 2001. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Oder-Plan Architektur GmbH, NCC Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers. - Ρήτρα διαιτησίας - Χρηματοδοτική ενίσχυση στον ενεργειακό τομέα - Πρόγραμμα Thermie - Μη εκτέλεση συμβάσεως - Καταγγελία - Δικαίωμα επιστροφής προκαταβολής. - Υπόθεση C-77/99.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-07355


Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Διαδικασία - ροσφυγή στο Δικαστήριο βάσει ρήτρας διαιτησίας - Σύμβαση παρέχουσα κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση για την πραγματοποίηση ενός σχεδίου στον τομέα της ενέργειας - Μονομερής καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογήν των συμβατικών όρων - Κύρος της καταγγελίας και ύπαρξη λόγου καταγγελίας - Αίτημα μερικής αποδόσεως της χορηγηθείσας προκαταβολής, πλέον συμβατικών τόκων - Αλληλέγγυοι οφειλέτες - Έκδοση ερήμην αποφάσεως κατά οφειλέτου

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181 (νυν άρθρο 238 ΕΚ)· κανονισμός 2008/90 του Συμβουλίου]

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-77/99,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. B. Wainwright και την K. Schreyer, επικουρούμενους από τον Μ. Núñez-Müller, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

ενάγουσα,

κατά

Oder-Plan Architektur GmbH, υπό εκκαθάριση, με έδρα στο Βερολίνο (Γερμανία), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, C. Schlote,

NCC Deutsche Bau GmbH, πρώην NCC Siab Bau GmbH, με έδρα στο Fürstenwalde (Γερμανία), εκπροσωπούμενης από τον D. Stoecker, Rechtsanwalt,

και

Esbensen Consulting Engineers, με έδρα στο Virum (Δανία), εκπροσωπούμενης από τον D. Stoecker,

εναγομένων,

που έχει ως αντικείμενο αγωγή την οποία άσκησε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ) για να επιτύχει την επιστροφή προκαταβολής καταβληθείσας στο πλαίσιο του προγράμματος Thermie στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2008/90 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προώθηση των ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη (ρόγραμμα Thermie) (ΕΕ L 185, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από την N. Colneric (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen και Β. Σκουρή, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: S. Alber

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις της Επιτροπής και των Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers κατά τη συνεδρίαση της 6ης Δεκεμβρίου 2000,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2001,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν οι εταιρίες Oder-Plan Architektur GmbH (στο εξής: Oder-Plan), NCC Deutsche Bau GmbH (στο εξής: Deutsche Bau) και d'Esbensen Consulting Engineers (στο εξής: Esbensen) να της καταβάλουν αλληλεγγύως ποσό 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 20 798,70 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1993 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999 και, από τις 16 Ιανουαρίου 1999, πλέον τόκων με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ευρώ, προσαυξημένο κατά 2 %, επί του κυρίως ποσού των 54 510 ευρώ.

Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο

2 Στις 15 Σεπτεμβρίου 1992, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με τις Oder-Plan, Deutsche Bau και Esbensen σύμβαση για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενισχύσεως στις εν λόγω εταιρίες ενεργούσες αλληλεγγύως για την πραγματοποίηση σχεδίου με τίτλο «Oderhaus - Passive Solar Energy in an Innovative Office Building» (στο εξής: σύμβαση). Η έδρα των Oder-Plan και Deutsche Bau βρίσκεται στη Γερμανία, της δε Esbensen στη Δανία.

3 Η σύμβαση αυτή συνήφθη κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 2008/90 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προώθηση των ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη (ρόγραμμα Thermie) (ΕΕ L 185, σ. 1).

4 Κατά το άρθρο 9.1 της συμβάσεως, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το γερμανικό και, κατά το άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, αρμόδιο επί ενδεχομένων διαφορών είναι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

5 Στη σύμβαση, οι Oder-Plan, Deutsche Bau και Esbensen ορίζονται ως οι «συμβαλλόμενοι» οι οποίοι, κατά το προοίμιο και το άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, ενεργούν ως αλληλέγγυοι οφειλέτες. Η τελευταία αυτή ρήτρα προβλέπει ιδίως ότι οι συμβαλλόμενοι είναι κατ' αρχήν αλληλεγγύως και ατομικώς υπεύθυνοι έναντι της Επιτροπής για κάθε παράβαση ενός εξ αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

6 Βάσει της συμβάσεως, η Oder-Plan αναλάμβανε ρόλο συντονιστή. Σύμφωνα με το άρθρο 1.4 της συμβάσεως, ο συντονιστής είναι υπεύθυνος εκ μέρους των συμβαλλομένων για την προσκόμιση όλων των εγγράφων στην Επιτροπή καθώς και για τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων και της τελευταίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τη ρήτρα αυτή, όλες οι γενικές ανακοινώσεις από την Επιτροπή προς τους συμβαλλομένους και αντιστρόφως διαβιβάζονται από τον συντονιστή.

7 Στο σημείο B.4 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως προβλέπεται η κατανομή των υποχρεώσεων, στο πλαίσιο του σχεδίου, μεταξύ των συμβαλλομένων. Από αυτή την κατανομή υποχρεώσεων προκύπτει ότι τα κεφάλαια «Engineering/Design» αφορούν τις Oder-Plan και Esbensen, τα κεφάλαια «Construction» και «Érection» αφορούν την Deutsche Bau και το κεφάλαιο «Administration» αφορά αποκλειστικά την Oder-Plan.

8 Κατά το άρθρο 2 της συμβάσεως, οι εργασίες έπρεπε να αρχίσουν την 1η Ιουνίου 1992 και να περατωθούν στις 30 Απριλίου 1996. Στο σημείο B.7 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως περιγράφεται το πρόγραμμα εργασίας που έπρεπε να εφαρμοσθεί από τους συμβαλλομένους. Σύμφωνα με το άρθρο 2.2, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως, η Επιτροπή έπρεπε να ενημερώνεται αμελλητί για κάθε καθυστέρηση κατά την εκτέλεση του σχεδίου.

9 Κατά το άρθρο 3.1 της συμβάσεως, το συνολικό κόστος του σχεδίου είχε αποτιμηθεί σε 10 321 865 ECU. Κατά το άρθρο 3.2 της συμβάσεως, η Επιτροπή συμμετείχε κατά 30 % στα αποδοτέα έξοδα για το σχέδιο, εκτός ΦΑ, μέχρι ανωτάτου ποσού 233 100 ECU. Τα αποδοτέα έξοδα περιλαμβάνονται στο σημείο B.11 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως, κατανέμονται δε στα έξοδα για τη σύλληψη του σχεδίου («Design»), στα έξοδα εκτελέσεως («Execution») και στα έξοδα επιτηρήσεως («Monitoring»). Τα μνημονευόμενα στο σημείο αυτό αποδοτέα έξοδα που αφορούν τη σύλληψη του σχεδίου ανέρχονται σε 161 000 γερμανικά μάρκα (DEM). Σύμφωνα με τον πίνακα 2 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως, το ποσό αυτό κατανέμεται κατά τρόπον ώστε 96 600 DEM προβλέπονται για τον προκαταρκτικό σχεδιασμό («Preliminary design») και 64 400 DEM για τον λεπτομερή σχεδιασμό («Detailed design»).

10 Σύμφωνα με το άρθρο 4, της συμβάσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 17.2 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει στον συντονιστή, εντός δύο μηνών από της υπογραφής της συμβάσεως από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, προκαταβολή ανερχόμενη σε 69 930 ECU, ποσό που αντιστοιχεί στο 30 % του ανώτατου ποσού των 233 100 ECU που μνημονεύεται στο άρθρο 3.2 της συμβάσεως.

11 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμβάσεως και το άρθρο 6.1, στοιχείο a, του παραρτήματος ΙΙ, οι συμβαλλόμενοι όφειλαν, μέσω του συντονιστή, να διαβιβάζουν στην Επιτροπή διάφορες εξαμηνιαίες τεχνικές και χρηματοοικονομικές εκθέσεις.

12 Σύμφωνα με το άρθρο 17.3 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, οι συμβαλλόμενοι όφειλαν, εφόσον, κατά την περάτωση ή τη διακοπή των προβλεπομένων στη σύμβαση εργασιών, οι ήδη πραγματοποιηθείσες από την Επιτροπή πληρωμές υπερέβαιναν τη συνολική χρηματοδοτική συμβολή της που προβλεπόταν στο εν λόγω παράρτημα της συμβάσεως, να της επιστρέψουν αμελλητί το επιπλέον ποσό.

13 Στο άρθρο 2.2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπεται ότι η σύμβαση μπορεί να λυθεί υπό τους όρους οι οποίοι καθορίζονται στο άρθρο 8 του παραρτήματος ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 8.2, στοιχείο d, του παραρτήματος αυτού, η Επιτροπή μπορεί, αν ένας ή περισσότεροι συμβαλλόμενοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, υπό την επιφύλαξη της συνδρομής δικαιολογημένων τεχνικών και οικονομικών λόγων, να θέσει τέρμα στη σύμβαση αφού καλέσει τους συμβαλλομένους, με επιστολή συστημένη ή παραδιδομένη έναντι αποδεικτικού παραλαβής, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και εφόσον αυτοί εξακολουθούν να μη τις εκπληρώνουν εντός μηνός από της παραλαβής της επιστολής.

14 Εφόσον η σύμβαση λυθεί δυνάμει του εν λόγω άρθρου 8.2, στοιχείο d, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8.4 του παραρτήματος ΙΙ, να απαιτήσει την απόδοση του συνόλου ή μέρους της κοινοτικής ενισχύσεως. Επιπλέον, μπορεί να απαιτήσει στην περίπτωση αυτή, επί του αποδοτέου ποσού, τόκους με επιτόκιο το οποίο εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ευρώ, προσαυξημένο κατά 2 % από της ημερομηνίας κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι έλαβαν την ενίσχυση.

15 Σύμφωνα πάντως με το άρθρο 2, τρίτο εδάφιο, στοιχείο c, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, ένας συμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να προβεί στην απόδοση ποσών που προβλέπεται στο άρθρο 8.4 του παραρτήματος αυτού αν μπορεί να αποδείξει, κατά τρόπο αποδεκτό από την Επιτροπή, ότι δεν συνέβαλε ο ίδιος στην παράβαση και ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις ενημερώσεως που υπέχει από το άρθρο 1.4 του εν λόγω παραρτήματος ΙΙ. Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο, οι συμβαλλόμενοι είναι ιδίως υποχρεωμένοι να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή σχετικά με κάθε διακοπή των εργασιών καθώς και για κάθε περίσταση που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την εκτέλεση της συμβάσεως.

16 Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5 της συμβάσεως εξαμηνιαίες τεχνικές και χρηματοοικονομικές εκθέσεις δεν υποβλήθηκαν στην Επιτροπή. Αυτή απηύθυνε επομένως σε καθένα από τους συμβαλλομένους, στις 20 Ιανουαρίου 1995, συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής, τάσσοντάς τους προθεσμία δύο μηνών για να εκπληρώσουν την υποχρέωση υποβολής εκθέσεως, απειλώντας τους συγχρόνως να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής και να απαιτήσει την απόδοση της καταβληθείσας ενισχύσεως.

17 Η Esbensen αμφισβητεί ότι έλαβε το έγγραφο αυτό. Η Oder-Plan, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1995, ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το σχέδιο δεν είχε τεθεί σε εφαρμογή δεδομένου ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η αγορά της αναγκαίας εδαφικής εκτάσεως. Επιπλέον, διευκρίνιζε ότι το σχέδιο δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί διότι η εν λόγω εταιρία δεν κατόρθωνε να αποκτήσει ούτε τις αρχικώς προβλεπόμενες εδαφικές εκτάσεις για την πραγματοποίηση του σχεδίου ούτε άλλες εκτάσεις σε αντικατάστασή τους.

18 Οι συμβαλλόμενοι δεν υπέβαλαν τις αιτηθείσες εκθέσεις εντός της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή με το έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1995. Η Επιτροπή τούς απέστειλε λοιπόν, στις 17 Οκτωβρίου 1995, διά συστημένης επιστολής με αποδεικτικό παραλαβής, πανομοιότυπα έγγραφα καταγγελίας της συμβάσεως. Ως λόγους της καταγγελίας, προέβαλλε ότι οι αιτηθείσες με την έγγραφη όχληση εκθέσεις δεν της είχαν υποβληθεί και ότι το σχέδιο δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Η Επιτροπή ζητούσε επιπλέον την επιστροφή της ληφθείσας προκαταβολής, πλέον τόκων. Οι Deutsche Bau και Esbensen αμφισβητούν ότι έλαβαν αυτό το έγγραφο της Επιτροπής.

19 Με έγγραφο της 24ης Οκτωβρίου 1995, η Oder-Plan υπέβαλε στην Επιτροπή έκθεση της 28ης Ιουλίου 1995, η οποία αναφερόταν στην εξέλιξη και την αποτυχία του σχεδίου καθώς και στη χρήση της καταβληθείσας από την Επιτροπή προκαταβολής. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το σχέδιο έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε αποτύχει κατά τρόπο οριστικό στο τέλος του 1993.

20 Στην έκθεση αυτή, η Oder-Plan προέβαλλε έξοδα σχετικά με την εκτέλεση του σχεδίου ανερχόμενα σε συνολικό ποσό 282 790 DEM. Η ανάλυση των εξόδων αυτών ήταν η ακόλουθη:

- 84 000 DEM για την αναδιάρθρωση του σχεδίου, η οποία είχε καταστεί αναγκαία λόγω της μεταβολής του προβλεπομένου τόπου εκτελέσεως (Karl-Marx-Straße/Bergstraße αντί για Μühlengasse 1) (βλ. σημείο 7.1 της εκθέσεως)·

- 16 970 DEM για την αλλαγή της χρησιμοποιούμενης τεχνικής σχετικά με την ενέργεια (καινοτόμες μορφές ενέργειας) όσον αφορά τη νέα σύλληψη του σχεδίου (βλ. σημείο 7.2 της εκθέσεως)·

- 24 500 DEM για την αναδιάρθρωση του σχεδίου λόγω προβλημάτων τόπου, διαιρέσεως της εδαφικής εκτάσεως κ.λπ.· το ποσό αυτό περιλαμβάνει ποσό 20 000 DEM το οποίο απέδωσε η Oder-Plan στην NCC Siab Bau GmbH (βλ. σημείο 7.3 της εκθέσεως)·

- 14 760 DEM λόγω των αναγκαίων διαπραγματεύσεων με τους προμηθευτές ενέργειας σχετικά με τη νέα σύλληψη του σχεδίου από την άποψη της ενέργειας (βλ. σημείο 7.4 της εκθέσεως)·

- 142 560 DEM λόγω της διευθύνσεως του σχεδίου, ιδίως των αναγκαίων διαπραγματεύσεων με τη δημοτική διοίκηση και τους κυρίους των εδαφικών εκτάσεων (βλ. σημείο 7.5 της εκθέσεως).

21 Με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή ενημέρωσε τους συμβαλλομένους ότι αναγνώριζε μόνον 96 600 DEM, ήτοι 51 401 ECU, ως αποδοτέα έξοδα για την αποκαλούμενη «preliminary design» φάση. Η Επιτροπή καθόρισε συνεπώς την ενίσχυση στο 30 % των 51 401 ECU, ήτοι σε 15 420 ECU. Κάλεσε επομένως τους συμβαλλομένους να της επιστρέψουν ποσό 54 510 ECU (την προκαταβολή ύψους 69 930 ECU κατόπιν αφαιρέσεως της δεκτής ενισχύσεως ύψους 15 420 ECU), πλέον τόκων ανερχομένων σε ποσό 11 175 ECU για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1993 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, ήτοι συνολικό ποσό 65 685 ECU. Στο τέλος του εγγράφου αυτού διευκρινιζόταν ότι η λογιστική υπηρεσία της Επιτροπής θα κοινοποιούσε τις επόμενες ημέρες στους συμβαλλομένους τον τρόπο αποδόσεως του ποσού, ζητούνταν δε από τους τελευταίους να μην προβούν εν τω μεταξύ σε πληρωμές.

22 Ουδείς από τους συμβαλλομένους προέβη σε πληρωμή.

23 Το δικόγραφο της Επιτροπής επιδόθηκε στην Oder-Plan στις 9 Μαρτίου 1999 με συστημένη επιστολή. Το αποδεικτικό παραλαβής επεστράφη κανονικά στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, με δυσανάγνωστη πάντως υπογραφή. Στις 7 Απριλίου 1999, ο φάκελος επεστράφη κλειστός στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, έφερε δε τη χειρόγραφη φράση: «αράκληση να επιστραφεί στον αποστολέα - η Oder-Plan Architektur GmbH ελύθη στις 15 Νοεμβρίου 1996 - Δεν υφίσταται πλέον διαχειριστής ονόματι Christian Schlote». Σύμφωνα με άλλη ένδειξη αναγραφόμενη στον φάκελο, αυτός είχε παραδοθεί στον παραλήπτη στις 22 Μαρτίου 1999.

24 Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή προσκόμισε επικυρωμένο από συμβολαιογράφο απόσπασμα του εμπορικού μητρώου του Amtsgericht Charlottenburg του Βερολίνου (Γερμανία) σχετικά με την Oder-Plan, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω εταιρία είχε λυθεί δυνάμει του άρθρου 1 του νόμου της 9ης Οκτωβρίου 1934, δεδομένου ότι η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας πτωχεύσεως έναντι της εταιρίας είχε απορριφθεί λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού με διάταξη του Amtsgericht Charlottenburg της 14ης Νοεμβρίου 1996, η οποία είχε καταστεί οριστική.

25 Δεδομένου ότι η Oder-Plan δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, με δικόγραφο της 15ης Ιουνίου 1999, να της επιδικάσει τα αιτήματά της. Το δικόγραφο αυτό επιδόθηκε στην Oder-Plan στις 21 Ιουλίου 1999 με συστημένη επιστολή, η οποία επεστράφη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με την ακόλουθη ένδειξη του ταχυδρομείου: «αναχώρησε χωρίς να γνωστοποιήσει νέα διεύθυνση».

Επί του παραδεκτού της αγωγής

26 Η αγωγής της Επιτροπής είναι απαράδεκτη στο μέτρο που περιλαμβάνει αίτημα, για την περίοδο από 16 Ιανουαρίου 1999 και εντεύθεν, να επιδικαστούν τόκοι με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ευρώ, προσαυξημένο κατά 2 %. Συγκεκριμένα, εφόσον το εν λόγω Ταμείο δεν υφίσταται πλέον, τα αντίστοιχα επιτόκια δεν δημοσιεύονται πλέον, εν πάση περιπτώσει από το 1994 και εντεύθεν. Η ίδια η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη αυτή στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2001, C-172/97 OP, SIVU κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή). Δεν είναι συνεπώς δυνατό να διαπιστωθεί ποιο είναι το ποσό των τόκων που ζητεί η Επιτροπή από 16ης Ιανουαρίου 1999 και εντεύθεν. Αυτό το κεφάλαιο των αιτημάτων της Επιτροπής είναι επομένως απροσδιόριστο, η δε απόφαση του Δικαστηρίου που θα έκανε δεκτά τα αιτήματα αυτά δεν θα ήταν δυνατό να εκτελεστεί. Συγκεκριμένα, οι αιτούμενοι τόκοι δεν θα ήταν δυνατό να υπολογιστούν. Η αγωγή είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη καθό μέτρο αφορά τόκους από 16ης Ιανουαρίου 1999 και εντεύθεν.

27 Κατά τα λοιπά, η αγωγή της Επιτροπής είναι παραδεκτή, επίσης καθό μέτρο στρέφεται κατά της Oder-Plan.

28 Συγκεκριμένα, κατά το δίκαιο της χώρας της έδρας της εν λόγω εταιρίας, ήτοι κατά το γερμανικό δίκαιο, και κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του Gesetz betreffend Gesellschaften mit beschränkter Haftung (νόμου περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης, στο εξής GmbHG), η Oder-Plan έχει την ικανότητα δικαίου και την ικανότητα να είναι διάδικος.

29 Η Oder-Plan δεν απώλεσε την ικανότητα δικαίου και την ικανότητα να είναι διάδικος λόγω του ότι, εφόσον η αίτηση περί κινήσεως της διαδικασίας πτωχεύσεως έναντι της εταιρίας απερρίφθη λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού, στο εμπορικό μητρώο αναγράφεται η ένδειξη ότι η εταιρία ελύθη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Gesetz über die Auflösung und Löschung von Gesellschaften und Genossenschaften (νόμου περί λύσεως και διαγραφής εταιριών και συνεταιρισμών) (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Bundesarbeitsgericht της 22ας Μαρτίου 1988 - 3 AZR 350/86 -, Neue Juristische Wochenschrift 1988, σ. 2637). Μετετράπη απεναντίας σε εταιρία υπό εκκαθάριση, ο δε διαχειριστής της κατέστη εκκαθαριστής κατ' εφαρμογήν του άρθρου 66, παράγραφος 1, του GmbHG.

30 Η Oder-Plan δεν απώλεσε επίσης την ικανότητα δικαίου και την ικανότητα να είναι διάδικος λόγω του ότι δεν διαθέτει πλέον περιουσιακά στοιχεία. Η εταιρία δεν έχει ακόμη διαγραφεί από το εμπορικό μητρώο. Σύμφωνα με άποψη υποστηριζόμενη στο γερμανικό δίκαιο, η οποία στηρίζεται στη σαφήνεια δικαίου, αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη εξαφάνιση των περιουσιακών της στοιχείων, η εταιρία δεν απώλεσε την ικανότητα δικαίου και την ικανότητα να είναι διάδικος [βλ. προμνημονευθείσα απόφαση 3 AZR 350/86· Bork, στο σύγγραμμα: Stein/Jonas, Kommentar zur Zivilprozessordnung, 21η έκδοση, édition, 1993, άρθρο 50, σημείο 34, στοιχείο c)]. Το Δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη αυτή.

Επί του βασίμου της αγωγής έναντι των Deutsche Bau και Esbensen

Επιχειρήματα των διαδίκων

31 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι Deutsche Bau και Esbensen φέρουν αλληλεγγύως την υποχρέωση να αποδώσουν μέρος της προκαταβολής των 69 930 ECU, ύψους 54 510 ευρώ.

32 Κατά την Επιτροπή, η σύμβαση μεταξύ των μερών περατώθηκε διά της καταγγελίας στην οποία προέβη με τα έγγραφα της 17ης Οκτωβρίου 1995.

33 Η Esbensen έλαβε επίσης την έγγραφη όχληση της 20ής Ιανουαρίου 1995, η οποία περιλάμβανε απειλή καταγγελίας της συμβάσεως. Αυτό προκύπτει, κατά την Επιτροπή, από έγγραφο που η Esbensen τής απηύθυνε στις 7 Μαρτίου 1995, με το οποίο αυτή έλαβε ρητώς θέση επί των αιτιάσεων της Επιτροπής. Οι Deutsche Bau και Esbensen έλαβαν επίσης τα έγγραφα της 17ης Οκτωβρίου 1995 περί καταγγελίας της συμβάσεως, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την Επιτροπή αποδεικτικά παραλαβής.

34 Επειδή, πρώτον, κατά παράβαση του άρθρου 1.1 της συμβάσεως, οι συμβαλλόμενοι δεν πραγματοποίησαν το έργο, δεύτερον, κατά παράβαση του άρθρου 2.2, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως, δεν ενημέρωσαν αμελλητί την Επιτροπή σχετικά με τις επελθούσες καθυστερήσεις και, τρίτον, κατά παράβαση του άρθρου 5 της συμβάσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙ, δεν υπέβαλαν τις προβλεπόμενες στη σύμβαση εκθέσεις εντός της πρόσθετης προθεσμίας που είχε ταχθεί με το έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1995, η Επιτροπή εκτιμά ότι είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8.2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να καταγγείλει τη σύμβαση με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 1995.

35 Κατά την Επιτροπή, οι συμβαλλόμενοι ευθύνονται αλληλεγγύως να αποδώσουν την προκαταβολή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι Deutsche Bau και Esbensen δεν μπορούν να επικαλεστούν την απαλλαγή από την ευθύνη η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο c, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, διότι δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις ενημερώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 1.4 του εν λόγω παραρτήματος.

36 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αποδοτέα έξοδα ανέρχονται κατ' ανώτατο όριο σε 96 600 DEM.

37 Κατά την άποψή της, τα έξοδα που εμφαίνονται τα σημεία 7.1, 7.3 και 7.5 της εκθέσεως της 28ης Ιουλίου 1995 δεν είναι αποδοτέα διότι οφείλονται κατ' ουσίαν στο γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι δεν ήταν σε θέση να αποκτήσουν την αρχικώς προβλεπόμενη για το σχέδιο εδαφική έκταση. Επιπλέον, ο αποδοτέος χαρακτήρας των εξόδων εξαλείφεται εκ του ότι τα έξοδα που εμφαίνονται στο σημείο 7.1 της εκθέσεως αφορούν εντελώς νέο σχέδιο. Το σχέδιο αυτό ουδεμία σχέση έχει πλέον με το αρχικώς υποβληθέν στην Επιτροπή, ενόψει του οποίου αυτή συνήψε τη σύμβαση.

38 Οι Deutsche Bau και Esbensen προβάλλουν ότι η κοινοποιηθείσα με τα έγγραφα της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1995 καταγγελία δεν έθεσε τέρμα στη σύμβαση.

39 Συγκεκριμένα, πρώτον, οι εν λόγω εταιρίες ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν τα περιλαμβάνοντα την καταγγελία της συμβάσεως έγγραφα της 17ης Οκτωβρίου 1995. Το αποδεικτικό παραλαβής του εγγράφου που απεστάλη στην Deutsche Bau έφερε μεν τη σφραγίδα του ταχυδρομικού γραφείου του Fürstenwalde, αλλά ουδεμία υπογραφή έχει αποτεθεί στον προβλεπόμενο προς τούτο χώρο. Επιπλέον, η Esbensen ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε το έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1995.

40 Δεύτερον, κατά την άποψη των εν λόγω εταιριών, η καταγγελία της συμβάσεως είναι ανίσχυρη διότι δεν υφίσταται λόγος καταγγελίας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή στήριξε την καταγγελία μόνο στο γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι, αντίθετα προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 της συμβάσεως και στο άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙ, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων. Είναι αληθές ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, οι συμβαλλόμενοι είναι αλληλεγγύως υπεύθυνοι έναντι της Επιτροπής. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ειδικώς προβλεπόμενα στο άρθρο 1.4 της συμβάσεως, την αποκλειστική ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών φέρει η Oder-Plan ως συντονιστής. Η Επιτροπή θα μπορούσε να στηρίξει την καταγγελία της συμβάσεως μόνο στην αθέτηση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, δεδομένου ότι με το έγγραφο της Επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 1995 είχαν δημιουργηθεί οι συμβατικές προϋποθέσεις για την καταγγελία της συμβάσεως μόνον από την άποψη αυτή (βλ. άρθρα 8.2, στοιχείο d, και 8.4 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως).

41 Οι δύο ανωτέρω εταιρίες υποστηρίζουν ότι η διαπραχθείσα από την Oder-Plan παράβαση της συμβάσεως δεν μπορεί εντούτοις να αποδοχεί σε αυτές.

42 Δεν υπέπεσαν, κατά την άποψή τους, σε πταίσμα όσον αφορά τη μη υποβολή χρηματοοικονομικών εκθέσεων. Στην Oder-Plan αποκλειστικά απέκειτο να διαβιβάσει στην Επιτροπή χρηματοοικονομική έκθεση λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εξόδων. Συναφώς, η Esbensen διατείνεται ότι παρώθησε την Oder-Plan να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της όσον αφορά την υποβολή των εκθέσεων.

43 Κατά την Esbensen, θα ήταν νοητό να εξετάσει η Επιτροπή τουλάχιστον τη δυνατότητα να θέσει τέρμα στη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 8.5 του παραρτήματος ΙΙ, αποκλειστικά έναντι της Oder-Plan και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξακολουθήσεως του σχεδίου με τους λοιπούς συμβαλλόμενους, συμπεριλαμβάνοντας συγχρόνως σε αυτό νέους συνεργάτες.

44 Επικουρικώς, οι Deutsche Bau και Esbensen υποστηρίζουν ότι αν, παρά ταύτα, γινόταν δεκτό ότι υπέχουν ευθύνη, αυτό θα μπορούσε να στηριχθεί μόνο στις αρχές που διέπουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Εφόσον όμως δεν συντρέχει πλουτισμός, ουδέν δικαίωμα επιτρέπει να τους ζητηθεί η απόδοση ποσών, όπως προκύπτει από το άρθρο 818, παράγραφος 3, του Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικού Αστικού Κώδικα, στο εξής: BGB).

45 Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των αποδοτέων εξόδων.

46 Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένα, στο έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996, ότι μόνον ποσό 15 420 ECU (30 % ποσού 51 401 ECU, ήτοι 96 600 DEM) αντιστοιχούσε στην οριστική επιδότηση. Η Επιτροπή υποπίπτει στο σφάλμα να ερμηνεύει τη σύμβαση υπό την έννοια ότι τα αποδοτέα έξοδα για τη φάση της συλλήψεως του σχεδίου περιορίζονται σε 96 600 DEM. Στη συλλογιστική της, η Επιτροπή παραβλέπει, αφενός, ότι στον πίνακα 2 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως εμφαίνονται τα προϋπολογιζόμενα έξοδα, τα οποία αποτελούν τη βάση υπολογισμού της προκαταβολής η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4.1, πρώτη περίπτωση, της συμβάσεως. Το σύνολο όμως της ενισχύσεως της Επιτροπής δεν περιορίζεται στην προκαταβολή αυτή. Η Επιτροπή παραβλέπει, αφετέρου, ότι τα προϋπολογιζόμενα έξοδα σχετικά με τη σύλληψη του σχεδίου δεν περιορίζονται σε 96 600 DEM, αλλά, συνολικά, προβλεπόταν για τη σύλληψη του σχεδίου ποσό 161 000 DEM, ήτοι τα έξοδα που αντιστοιχούσαν στις φάσεις «preliminary design» και «detailed design». Τα έξοδα στα οποία πράγματι υποβλήθηκε η Oder-Plan δεν αφορούσαν εντούτοις τα προκαταρκτικά γενικά σχέδια, όπως θα ήταν δυνατό να συναχθεί από την έκφραση «preliminary design», αλλά τη λεπτομερή κατάρτιση του σχεδίου στον προβλεπόμενο χώρο.

47 Εφόσον η Επιτροπή γνώριζε, κατά τη σύναψη της συμβάσεως, ότι η προβλεπόμενη για το σχέδιο εδαφική έκταση δεν είχε ακόμη αγορασθεί από την Oder-Plan, τα οφειλόμενα στην αναγκαία αναδιοργάνωση συμπληρωματικά έξοδα σχεδιασμού εμπίπτουν στους κινδύνους που πρέπει να φέρει η Επιτροπή. Τα έξοδα που εμφαίνονται στα σημεία 7.1, 7.3 και 7.5 της εκθέσεως της 28ης Ιουλίου 1995 είναι συνεπώς, κατά την άποψη των εν λόγω εταιριών, αποδοτέα.

48 Επιπλέον, οι Deutsche Bau και Esbensen ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε επίσης σε σφάλμα το οποίο συνέβαλε σημαντικά, αφενός, στην απώλεια των τόκων την οποία επικαλείται και, αφετέρου, στην αδυναμία του πραγματικού αποδέκτη των πληρωμών που διενήργησε η Επιτροπή να αποδώσει τα ποσά τα οποία αυτή προκατέβαλε.

49 Κατά την άποψή τους, αν η Επιτροπή είχε απαιτήσει νωρίτερα την απόδοση της προκαταβολής, αυτή δεν θα είχε ακόμη χρησιμοποιηθεί πλήρως και, εφόσον η Oder-Plan διέθετε τότε οικονομικά μέσα που κάλυπταν το προκαταβληθέν ποσό, η Επιτροπή δεν θα είχε υποστεί απώλεια.

50 Όσον αφορά τους τόκους που ζητεί η Επιτροπή, οι Deutsche Bau και Esbensen επικαλούνται την παραγραφή της σχετικής απαιτήσεως. Υποστηρίζουν επιπλέον ότι δεν είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν τόκους για την περίοδο μετά τις 12 Ιανουαρίου 1996 διότι η Επιτροπή τούς ζήτησε, με το έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996, να μην προβούν αμέσως σε πληρωμές, μεταγενέστερα δε ουδέν αίτημα πληρωμής τους απευθύνθηκε.

51 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ένσταση της μη υπάρξεως πλουτισμού («Wegfall der Bereicherung») είναι αβάσιμη, διότι το άρθρο 818, παράγραφος 3, του BGB δεν εφαρμόζεται στα προβλεπόμενα σε σύμβαση δικαιώματα καταγγελίας ούτε στις μεταγενέστερες πράξεις εκτελέσεως.

52 Στο μέτρο που οι Deutsche Bau και Esbensen επικαλούνται αποδοτέα έξοδα που υπερβαίνουν τα υποδεικνυόμενα από την Επιτροπή, για τον λόγο ότι προέβησαν όχι μόνο σε «προκαταρκτικό σχεδιασμό», αλλά επίσης σε «λεπτομερή σχεδιασμό», η Επιτροπή αντιτείνει ότι ουδέποτε έλαβε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση «λεπτομερούς σχεδιασμού». Επιπλέον, η εκτέλεση του σχεδίου ουδέποτε άρχισε και, κατά μείζονα λόγο, ουδέποτε περατώθηκε, και επομένως υφίστανται εν πάση περιπτώσει επιφυλάξεις όσον αφορά το κατά πόσο δικαιολογείται επιδότηση.

53 Η Επιτροπή εκτιμά ότι ουδέν μέρος της ευθύνης φέρει. Κατά την άποψή της, το επιχείρημα αυτό δεν είναι λυσιτελές διότι αντιβαίνει προς την καλή πίστη.

54 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αξίωση όσον αφορά τους τόκους δεν έχει παραγραφεί, δεδομένου ότι η τετραετής προθεσμία παραγραφής δεν άρχισε πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1996.

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

55 Σύμφωνα με το άρθρο 8.4 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από την Deutsche Bau και την Esbensen την απόδοση, επί της προκαταβολής των 69 930 ECU, ποσού ανερχόμενου σε 54 510 ευρώ.

56 Όταν απηύθυνε στις Deutsche Bau και Esbensen τα περιλαμβάνοντα την καταγγελία της συμβάσεως έγγραφα της 17ης Οκτωβρίου 1995, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8.2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ, να καταγγείλει τη σύμβαση.

57 Συνέτρεχε τουλάχιστον ένας λόγος καταγγελίας. Συγκεκριμένα, η Oder-Plan, υπό την ιδιότητά της ως συντονιστή, είχε ενημερώσει την Επιτροπή, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1995, σχετικά με την αποτυχία του σχεδίου, η οποία είχε επέλθει ήδη κατά το στάδιο της αναγκαίας αποκτήσεως της εδαφικής εκτάσεως. Οι Deutsche Bau και Esbensen δεν εκπλήρωσαν συνεπώς τις απορρέουσες από το άρθρο 1 της συμβάσεως υποχρεώσεις τους να πραγματοποιήσουν το σχέδιο, χωρίς να μπορούν να επικαλεστούν συναφώς τεχνικούς και οικονομικούς λόγους που να ευσταθούν.

58 Η Επιτροπή όφειλε βεβαίως, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8.2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να καλέσει τους συμβαλλομένους, πριν από την καταγγελία, να εξακολουθήσουν την εκτέλεση του σχεδίου σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα πάντως με την αρχή της καλής πίστεως (άρθρα 242 και 157 του BGB), τέτοια πρόσκληση δεν ήταν εν προκειμένω αναγκαία. Με το έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1995, η Oder-Plan είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, κατά τρόπο οριστικό και μη επιδεχόμενο αμφιβολία, το τέλος του σχεδίου. Εξάλλου, είχε πλέον διαρραγεί η αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Συγκεκριμένα, τρία έτη περίπου μετά την επίσημη έναρξη των εργασιών την 1η Ιουνίου 1992 και μετά την ακριβή καταβολή του προκαταβλητέου ποσού εκ μέρους της Επιτροπής, οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν καν αποκτήσει ακόμη την αναγκαία εδαφική έκταση για την πραγματοποίηση του σχεδίου. Για τον λόγο αυτό, δεν ήταν επίσης δυνατό, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Esbensen, να απαιτηθεί από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8.5 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να καταγγείλει τη σύμβαση μόνον έναντι της Oder-Plan και να εξακολουθήσει την εκτέλεσή της με τους δύο άλλους συμβαλλομένους.

59 Εφόσον η Επιτροπή είχε επομένως το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν μπορούσε να την καταγγείλει επίσης για τον λόγο ότι οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν υποβάλει τις αναγκαίες τεχνικές και χρηματοοικονομικές εκθέσεις που η Επιτροπή είχε ζητήσει με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1995.

60 Εξάλλου, η Επιτροπή προέβη νομοτύπως στην καταγγελία της συμβάσεως έναντι των Deutsche Bau και Esbensen. Δεν αμφισβητείται ότι η Oder-Plan έλαβε το περιέχον την καταγγελία της συμβάσεως έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1995, από το οποίο προκύπτει αναμφιβόλως ότι η καταγγελία στρέφεται έναντι όλων των συμβαλλομένων. Η Επιτροπή προσκόμισε επιπλέον την απόδειξη ότι, αντίθετα προς τις αρνήσεις της, η Esbensen είχε λάβει το έγγραφο περί καταγγελίας της συμβάσεως στις 3 Νοεμβρίου 1995. Η Επιτροπή προσκόμισε πράγματι αποδεικτικό παραλαβής στο οποίο εμφαίνεται νομοτύπως η παράδοση του φακέλου στην Esbensen. Αυτό δεν ισχύει όσον αφορά το αποδεικτικό παραλαβής του εγγράφου της 17ης Οκτωβρίου 1995 που απεστάλη στην Deutsche Bau, δεδομένου ότι αυτό δεν έχει υπογραφεί κανονικά. Δεν είναι πάντως αναγκαίο να επιλυθεί το ζήτημα κατά πόσο το κοινοποιηθέν στην Oder-Plan έγγραφο περί καταγγελίας έθεσε τέρμα στη σύμβαση στο σύνολό της για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή, ως συντονιστής, είχε εντολή να λαμβάνει όλες τις απευθυνόμενες στους λοιπούς συμβαλλόμενους κοινοποιήσεις εγγράφων και κατά πόσον η εντολή αυτή ίσχυε επίσης όσον αφορά κοινοποίηση καταγγελίας της συμβάσεως. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους της Επιτροπής καταγγελία της συμβάσεως έναντι της Deutsche Bau επήλθε εν πάση περιπτώσει κατά την κοινοποίηση του δικογράφου της προσφυγής, στο οποίο ήταν συνημμένο το περιέχον την καταγγελία έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 1995.

61 Η Επιτροπή μπορεί επομένως, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, να απαιτήσει την ολική ή μερική απόδοση της χρηματοδοτικής ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 8.4 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως. Συναφώς, οι Deutsche Bau και Esbensen είναι αλληλεγγύως υπεύθυνες σύμφωνα με τα άρθρα 421 επ. του BGB. Αυτό προκύπτει από την ίδια τη σύμβαση, στην οποία προβλέπεται ρητώς ότι οι συμβαλλόμενοι ευθύνονται αλληλεγγύως, πράγμα που συνεπάγεται ότι φέρουν την υποχρέωση εκτελέσεως της συμβάσεως και όχι μόνον εκτελέσεως συγκεκριμένων εργασιών που αφορούν τον καθένα χωριστά. Από τη σύμβαση προκύπτει επομένως ότι έκαστος των συμβαλλομένων είναι υπεύθυνος, σύμφωνα με το άρθρο 425, παράγραφος 1, του BGB, για την παράβαση των υποχρεώσεων άλλου συμβαλλομένου. Τέτοια κοινή ευθύνη για την παράβαση υποχρεώσεων άλλων αλληλεγγύων οφειλετών γίνεται εξάλλου δεκτή στο γερμανικό δίκαιο όταν, όπως εν προκειμένω, περισσότερες επιχειρήσεις υπέχουν την υποχρέωση εκτελέσεως ενός έργου (βλ. απόφαση του Bundesgerichtshof της 18ης Οκτωβρίου 1951 - ΙΙΙ ZR 138/50 -, Neue Juristische Wochenschrift 1952, σ. 217).

62 Οι Deutsche Bau και Esbbensen πρέπει κατά συνέπεια να φέρουν επίσης ευθύνη, κατ' αρχήν, για τη διαπραχθείσα από την Oder-Plan παράβαση, την οποία θεωρούν υπεύθυνη της αποτυχίας του σχεδίου. Το άρθρο 2, στοιχείο c, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως προβλέπει εντούτοις εξαίρεση από την αλληλέγγυα ευθύνη των συμβαλλομένων όσον αφορά την υποχρέωση αποδόσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8.4 του εν λόγω παραρτήματος. Συγκεκριμένα, ο συμβαλλόμενος απαλλάσσεται της ευθύνης του αν μπορεί να αποδείξει ότι δεν συνέβαλε στην παράβαση της συμβάσεως την οποία διέπραξε άλλος συμβαλλόμενος και ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις ενημερώσεως οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 1.4 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως. Οι Deutsche Bau και Esbensen δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Δεν απέδειξαν κατά τρόπο εμπεριστατωμένο ότι δεν φέρουν μέρος της ευθύνης για τη μη πραγματοποίηση του σχεδίου. Επιπλέον και προ πάντων, δεν απέδειξαν ότι εκπλήρωσαν την υποχρέωση ενημερώσεως.

63 Το δικαίωμα της Επιτροπής να της αποδοθεί η προκαταβολή απορρέει επιπλέον από το άρθρο 17.3 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου αυτού, οι συμβαλλόμενοι οφείλουν, σε περίπτωση παύσεως των εργασιών, να αποδώσουν στην Επιτροπή τη διαφορά μεταξύ των ήδη διενεργηθεισών από αυτήν επί πλέον πληρωμών και της οφειλόμενης από την Επιτροπή συνολικής χρηματοδοτικής ενισχύσεως κατ' εφαρμογή των όρων του εν λόγω παραρτήματος ΙΙ. Δεν αμφισβητείται ότι οι συμβαλλόμενοι έπαυσαν κατά τα τέλη του 1993 την εκτέλεση των αναφερομένων στο σχέδιο εργασιών. Οφείλουν επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17.3 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να επιστρέψουν τη ληφθείσα προκαταβολή καθό μέτρο αυτή δεν καλύπτει αποδοτέα έξοδα σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως.

64 Όσον αφορά το ύψος των επίμαχων ποσών, ορθώς η Επιτροπή ζητεί την απόδοση 54 510 ευρώ.

65 Τα αποδοτέα έξοδα ανήλθαν σε 96 600 DEM, ήτοι σε 51 401 ECU, εκ των οποίων 30 %, ήτοι 15 420 ECU, πρέπει να αφαιρεθούν από τη ληφθείσα προκαταβολή, η οποία ανέρχεται σε 69 930 ECU, σύμφωνα με το άρθρο 3.2 της συμβάσεως. Αντίθετα προς την επιχειρηματολογία των Deutsche Bau και Esbensen, δεν πρέπει να γίνουν δεκτά ως αποδοτέα έξοδα ποσά υπέρτερα των ανωτέρω. Συγκεκριμένα, κατ' αρχάς, όπως εξέθεσε λεπτομερώς ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 79 έως 82 των προτάσεών του, από τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών προκύπτει ότι η προκαταβολή στην οποία προέβη η Επιτροπή δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, για σχέδιο διαφορετικό από το επακριβώς περιγραφόμενο στο παράρτημα Ι της συμβάσεως. Έπειτα, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των Deutsche Bau και Esbensen, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πραγματοποιήθηκαν λεπτομερείς μελέτες πριν καν καθοριστεί ο οριστικός τόπος εκτελέσεως του σχεδίου. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω εταιρίες ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισαν συναφώς.

66 Η ένσταση ανυπαρξίας πλουτισμού, την οποία οι Deutsche Bau και Esbensen αντλούν από το άρθρο 818, παράγραφος 3, του BGB, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συναφώς, επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι, με την πληρωμή της προκαταβολής στον συντονιστή του έργου, η Επιτροπή εκπλήρωσε έναντι όλων των συμβαλλομένων την υποχρέωση χορηγήσεως προκαταβολής την οποία είχε από το άρθρο 3.2 της συμβάσεως. Η καταβολή αυτή εκ μέρους της Επιτροπής συντελέστηκε κατά συνέπεια έναντι όλων των συμβαλλομένων, οι οποίοι είναι επομένως, από την πλευρά τους, αλληλεγγύως υπεύθυνοι για την απόδοση υπό τις ανωτέρω μνημονευθείσες προϋποθέσεις. Για να αντιταχθούν σε αυτή τη συμβατική υποχρέωση αποδόσεως της προκαταβολής, οι Deutsche Bau και Esbensen δεν μπορούν να προβάλουν την ανυπαρξία πλουτισμού κατά την έννοια του άρθρου 818, παράγραφος 3, του BGB. Αντιθέτως, από την ίδια τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων σχετικά με την προκαταβολή προκύπτει ότι οι αποδέκτες της οφείλουν να την αποδώσουν στην περίπτωση κατά την οποία και στο μέτρο κατά το οποίο η εκτέλεση της συμβάσεως δεν θα δημιουργούσε αποδοτέα έξοδα τα οποία θα έπρεπε να καλύψει η προκαταβολή βάσει των όρων της συμβάσεως. Λαμβανομένου υπόψη ότι οι διενεργηθείσες από την Επιτροπή πληρωμές είχαν τον χαρακτήρα προκαταβολής, οι συμβαλλόμενοι όφειλαν να οργανώσουν τη δράση τους βάσει της ενδεχόμενης υποχρεώσεως αποδόσεως. Το επιχείρημα που οι Deutsche Bau και Esbensen αντλούν από την ανυπαρξία πλουτισμού δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό.

67 Τέλος, οι Deutsche Bau και Esbensen δεν μπορούν να αρνηθούν την απόδοση της προκαταβολής προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να απαιτήσει νωρίτερα την απόδοση από την Oder-Plan, όταν αυτή ήταν ακόμη φερέγγυα, και ότι η Επιτροπή συνέβαλε επομένως σε σημαντικό βαθμό στην επέλευση της ζημίας.

68 Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η Επιτροπή δεν προβάλλει δικαίωμα αποζημιώσεως αλλά απαιτεί τη μερική απόδοση της προκαταβολής την οποία κατέβαλε. Το άρθρο 254 του BGB, στο οποίο φαίνεται ότι στηρίζονται οι Deutsche Bau και Esbensen επικαλούμενες σφάλμα της Επιτροπής το οποίο συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας, κατά συνέπεια δεν εφαρμόζεται (βλ. Heinrichs, στο σύγγραμμα: Palandt, Bürgerliches Gesetzbuch, 60ή έκδοση, 2001, άρθρο 254 του BGB, σημεία 5 επ.).

69 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (EE L 162, σ. 1), επιβάλλεται, όσον αφορά το ύψος του κεφαλαίου και των τόκων, να αντικατασταθεί η αναφορά στο ECU με αναφορά στο ευρώ, με συναλλαγματική ισοτιμία 1 ευρώ προς 1 ECU.

70 Κατά το άρθρο 8.4 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να καταβάλουν τους συμβατικούς τόκους. Αντίθετα προς την επιχειρηματολογία των Deutsche Bau και Esbensen, η υποχρέωση αυτή δεν λήγει κατά την ημερομηνία της 12ης Φεβρουαρίου 1996. Συγκεκριμένα, με το έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996 η Επιτροπή, αν και ζήτησε από τις εν λόγω εταιρίες, για λόγους λογιστικής, να μην προβούν σε πληρωμή αμέσως, ουδόλως παραιτήθηκε από το συμβατικό της δικαίωμα επί των τόκων στην περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι σε ουδεμία πληρωμή θα προέβαιναν στη συνέχεια. άντως, οι Deutsche Bau και Esbensen ορθώς προβάλλουν το γεγονός ότι οι τόκοι για τα έτη 1993 και 1994 έχουν παραγραφεί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 199 του BGB, πρέπει να γίνει δεκτή, ως χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής, η ημερομηνία κατά την οποία η σύμβαση θα μπορούσε να έχει καταγγελθεί για πρώτη φορά. Αυτό μπορούσε να συμβεί ήδη το 1993, δεδομένου ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν παύσει την εκτέλεση των εργασιών κατά το έτος αυτό. Κατά συνέπεια, για τα έτη 1993 και 1994, η προβλεπόμενη στα άρθρα 197 και 201 του BGB τετραετής προθεσμία παραγραφής εξέπνευσε αντιστοίχως στις 31 Δεκεμβρίου 1997 και 31 Δεκεμβρίου 1998, ήτοι πριν από την άσκηση της προσφυγής. Οι Deutsche Bau και Esbensen οφείλουν κατά συνέπεια τόκους μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1995.

71 Σύμφωνα με τον υπολογισμό στον οποίο προέβη η Επιτροπή στο έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996 που απέστειλε στους συμβαλλομένους, το επιτόκιο ήταν 9,75 % για το 1993 και 6,25 % για το 1994 επί ποσού 54 510 ECU. Αυτό αντιστοιχεί σε ποσό 5 314,73 ECU για το 1993 και 3 406,88 ECU για το 1994, ήτοι, συνολικά, σε 8 721,61 ECU. Το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το ανερχόμενο σε 11 175 ECU συνολικό ποσό τόκων που ζητεί η Επιτροπή για την περίοδο από την Ιανουαρίου 1993 έως τις 30 Ιουνίου 1996. Απομένει επομένως ποσό 2 453,39 ECU για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 30 Ιουνίου 1996. Για την μετέπειτα περίοδο, πρέπει να γίνει δεκτός ο υπολογισμός στον οποίο προέβη η Επιτροπή, ο οποίος δεν αμφισβητείται από τις Deutsche Bau και Esbensen. Για την περίοδο από την 1η Ιουλίου 1996 έως τις 30 Ιουλίου 1998, πρέπει επομένως να γίνει δεκτό το ποσό των 7 874,55 ECU, για την περίοδο από τις 31 Ιουλίου 1998 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1998, το ποσό των 1 428,30 ECU και, για την περίοδο από τις 16 Δεκεμβρίου 1998 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999, το ποσό των 320,85 ECU, ήτοι συνολικά ποσό 9 623,70 ECU. Οι τόκοι για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999, στην πληρωμή των οποίων πρέπει να υποχρεωθούν οι Deutsche Bau και Esbensen, ανέρχονται επομένως στο συνολικό ποσό των 12 077,09 ECU. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 69, το ποσό αυτό πρέπει να καθοριστεί σε 12 077,09 ευρώ.

Επί του παραδεκτού του αιτήματος να εκδοθεί ερήμην απόφαση κατά της Oder-Plan

72 Το αίτημα της Επιτροπής να εκδοθεί ερήμην απόφαση κατά της Oder-Plan είναι παραδεκτό κατ' εφαρμογήν του άρθρου 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

73 Συγκεκριμένα, το δικόγραφο της προσφυγής επιδόθηκε προσηκόντως στην Oder-Plan με συστημένη ταχυδρομική αποστολή έναντι αποδείξεως παραλαβής, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 39, πρώτη περίοδος, και 79, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η Oder-Plan δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως, και επομένως το αίτημα της Επιτροπής περί εκδόσεως αποφάσεως, το οποίο επιδόθηκε προσηκόντως στην Oder-Plan με την κατάθεση ταχυδρομικής αποστολής στις 23 Ιουλίου 1999, σύμφωνα με τα άρθρα 79, 40, παράγραφος 1, και 38, παράγραφος 2, Κανονισμού Διαδικασίας, είναι παραδεκτό.

Επί του βασίμου του αιτήματος να εκδοθεί ερήμην απόφαση κατά της Oder-Plan

74 Σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, έναντι της Oder-Plan πρέπει να επιβληθούν, με την έκδοση ερήμην αποφάσεως, οι ίδιες υποχρεώσεις με τις επιβαλλόμενες έναντι των Deutsche Bau και Esbensen, δεδομένου ότι η αγωγή κατά της Oder-Plan φαίνεται βάσιμη για τους ίδιους λόγους και κατά την ίδια αναλογία, όπως και κατά την επιβολή της αντίστοιχης υποχρεώσεως στις Deutsche Bau και Esbensen.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

75 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και οι Oder-Plan, Deutsche Bau και Esbensen ηττήθηκαν κατά το ουσιώδες μέρος των ισχυρισμών τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1) Υποχρεώνει την Oder-Plan Architektur GmbH να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλληλεγγύως με τις NCC Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers, το ποσό των 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 12 077,09 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999.

2) Υποχρεώνει τις NCC Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers να καταβάλουν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλληλεγγύως μεταξύ τους και αλληλεγγύως με την Oder-Plan Architektur GmbH, το ποσό των 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 12 077,09 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999.

3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αγωγή.

4) Καταδικάζει αλληλεγγύως τις Oder-Plan Architektur GmbH, NCC Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers στα δικαστικά έξοδα.