61999C0449

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 1ης Φεβρουαρίου 2001. - Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά Michel Hautem. - Αίτηση αναιρέσεως - Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων - Απόλυση - Ερμηνεία του Κανονισμού του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων - Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών και εσφαλμένη αιτιολογία - Φερόμενη παράβαση των κανόνων που έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του προσωπικού της. - Υπόθεση C-449/99 P.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-06733


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


1. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως υποβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (στο εξής: Τράπεζα) κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση T-140/97, Hautem κατά ΕΤΕ (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-171 και ΙΙ-897, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Τράπεζας της 31ης Ιανουαρίου 1997 με την οποία απολύθηκε ο Μ. Hautem και υποχρέωσε την Τράπεζα να καταβάλει αναδρομικώς στον Μ. Hautem τις αποδοχές που αυτός έπρεπε να λάβει από τότε που απολύθηκε. Η Τράπεζα ζητεί τώρα τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του ρωτοδικείου.

Το νομικό πλαίσιο

2. Το καταστατικό της Τράπεζας περιλαμβάνεται σε πρωτόκολλο που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΟΚ (νυν Συνθήκη ΕΚ) και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Βάσει του καταστατικού, το Συμβούλιο των Διοικητών ενέκρινε στις 4 Δεκεμβρίου 1958 τον εσωτερικό κανονισμό της Τράπεζας, ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε πολλές φορές. Δυνάμει του άρθρου 29 του εσωτερικού κανονισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να εκδώσει τον κανονισμό του προσωπικού, πράγμα που έγινε στις 20 Απριλίου 1960 (στο εξής: Κανονισμός του προσωπικού). Το προσωπικό της Τράπεζας υπόκειται στις διατάξεις που περιέχονται στον Κανονισμό του προσωπικού.

3. Στην παρούσα δίκη, επιρροή ασκούν ιδίως τα άρθρα 1, 4, 5, 13, 38, 41 και 44 του Κανονισμού του προσωπικού.

Το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού έχει ως εξής:

«Τα μέλη του προσωπικού οφείλουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εκτός υπηρεσίας, να τηρούν στάση που συνάδει με τον διεθνή χαρακτήρα της Τράπεζας και των καθηκόντων τους.»

Στο άρθρο 4 του Κανονισμού του προσωπικού προβλέπεται η εξής υποχρέωση:

«Τα μέλη του προσωπικού οφείλουν να αφιερώσουν τη δραστηριότητά τους στην υπηρεσία της Τράπεζας. Δεν μπορούν, χωρίς προηγουμένως να έχουν λάβει σχετική άδεια της Τράπεζας:

1) να ασκήσουν εκτός Τραπέζης οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα, ιδίως δε εμπορικής φύσεως [...]·

[...]»

Για τα μέλη των οικογενειών του προσωπικού της Τράπεζας το άρθρο 5 του Κανονισμού του προσωπικού ορίζει:

«Τα μέλη του προσωπικού δηλώνουν μία φορά τον χρόνο, και εν πάση περιπτώσει σε κάθε μεταβολή, την οικογενειακή τους κατάσταση και, εφόσον χρειάζεται, την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκεί ο/η σύζυγός τους ή τις αμειβόμενες θέσεις που αυτός(-ή) κατέχει.

[...]»

Το άρθρο 38 του Κανονισμού του προσωπικού αναφέρει τα πειθαρχικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν κατά των μελών του προσωπικού της Τράπεζας:

«Κατά των μελών του προσωπικού που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους μπορούν να ληφθούν, αναλόγως της περιπτώσεως, τα ακόλουθα μέτρα:

[...]

3) Απόλυση για σοβαρό λόγο, χωρίς προειδοποίηση με ή χωρίς εφ' άπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία·

[...]»

Το άρθρο 13 του Κανονισμού του προσωπικού ορίζει όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της:

«Οι σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της διέπονται κατ' αρχήν από ατομικές συμβάσεις στο πλαίσιο του παρόντος Κανονισμού. Ο Κανονισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων αυτών.»

Επί πλέον, το άρθρο 44 του Κανονισμού του προσωπικού ορίζει:

«Επί των ατομικών συμβάσεων που συνάπτονται στο πλαίσιο του παρόντος Κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 13 εφαρμόζονται οι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών της Τράπεζας γενικές αρχές.»

Στο άρθρο 41 του Κανονισμού του προσωπικού καθορίζεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου:

«Οι πάσης φύσεως ατομικές διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»

4. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει στο άρθρο του 91 τα εξής όσον αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου:

«1. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε κάθε διαφορά μεταξύ των Κοινοτήτων και προσώπου που υπόκειται στον παρόντα Κανονισμό σχετικά με τη νομιμότητα μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.

[...]»

Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία

5. Τα πραγματικά περιστατικά που στην αναιρετική διαδικασία μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα περιγράφονται στις σκέψες 6 έως 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Μπορούν να εκτεθούν ως εξής.

6. Ο Μ. Hautem βρίσκεται από τις 16 Δεκεμβρίου 1994 στην υπηρεσία της Τράπεζας και εργάζεται ως κλητήρας. Ο Μ. Hautem και ο B. Yasse, επίσης κλητήρας στην Τράπεζα, είναι συνιδρυτές και κάτοχοι, ο κάθε ένας, του 16 % των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας Mon de l'Evasió. Η εταιρία αυτή, η οποία ιδρύθηκε στην Ανδόρα τον Απρίλιο του 1996, ασχολείται με την εισαγωγή, την εξαγωγή, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο καθώς και με την προώθηση βιβλίων, εντύπων και διαφημιστικού υλικού. Από την 1η Ιουλίου 1996 η διαχείριση της εταιρίας βρίσκεται τυπικά στα χέρια της συζύγου του Μ. Hautem.

7. Στις 28 Οκτωβρίου 1996 η Τράπεζα έλαβε με τηλεομοιοτυπία έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1996 το οποίο φέρει στην επικεφαλίδα του το έμβλημα της εταιρίας SARL Skit-Ball με έδρα τη Μασσαλία και υπογράφεται από τον V. Ingargiola. Το έγγραφο αυτό απευθυνόταν στον προϊστάμενο προσωπικού της Τράπεζας, τον κ. Chevlin. Το αντικείμενο του εν λόγω εγγράφου ήταν το εξής:

«Litige concernant une transaction commerciale entre la société Skit-Ball et les personnes citées: Μ. Yasse Bernard se disant directeur financier, Μ. Hautem Michel se disant responsable du secteur informatique de cette dite Banque» .

Ο V. Ingargiola καλούσε τον αποδέκτη να φροντίσει ώστε να καταβληθεί στην επιχείρηση του αποστολέα ποσό 46 500 γαλλικών φράγκων (FRF) για την πληρωμή του τιμήματος της αγοράς ενός Skit-Ball, δηλαδή ενός κινητού περιπτέρου που χρησιμεύει για πωλήσεις, για διαφημίσεις και για την πληροφόρηση του κοινού ή την παροχή υπηρεσιών ψυχαγωγίας. Στην περίπτωση που δεν καταβαλλόταν το ποσό αυτό, απειλούσε να λάβει δικαστικά μέτρα κατά των B. Yasse και Μ. Hautem. Η επιστολή συνοδευόταν με αντίγραφα διαφόρων εγγράφων:

- μιας επιστολής της 6ης Σεπτεμβρίου 1996 του B. Yasse, στην επικεφαλίδα της οποίας αναγραφόταν «Mon de l'Evasió», «Yasse Bernard, εντεταλμένος διευθυντής - Νομικό τμήμα», «Εμπορική αντιπροσωπεία Μπενελούξ, 5 rue de l'Église, L-4994 Schouweiler». Με την επιστολή αυτή ο B. Yasse παρείχε πληροφορίες σχετικά με την εταιρία Mon de l'Evasió, και συγκεκριμένα γνωστοποιούσε έναν αριθμό εμπορικού μητρώου, έναν αριθμό ΦΑ και τη διεύθυνση μιας ενδιάμεσης εταιρίας·

- μιας επιταγής εις διαταγήν της εταιρίας Skit-Ball με χρέωση του λογαριασμού της εταιρίας Mon de l'Evasió στην Crédit Andorrà, επιταγής που είχε υπογραφεί από τον B. Yasse στις 9 Σεπτεμβρίου 1996 και αφορούσε ποσό 46 500 FRF·

- μιας επιστολής της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 προς τον V. Ingargiola που φαινόταν ότι είχε συνταγεί και υπογραφεί από τον Μ. Hautem, με την οποία αυτός αναφερόταν σε ορισμένα προβλήματα σχετικά με ένα περίπτερο Skit-Ball που είχε αποκτήσει η εταιρία Mon de l'Evasió·

- ενός εγγράφου της Société marseillaise de crédit της 30ής Σεπτεμβρίου 1996 με το οποίο η εταιρία Skit-Ball πληροφορήθηκε ότι μια επιταγή 46 500 FRF δεν πληρώθηκε καθότι ήταν ακάλυπτη.

8. Στις 4 Νοεμβρίου 1996, η Τράπεζα κοινοποίησε στον Μ. Hautem την τηλεομοιοτυπία του V. Ingargiola της 28ης Οκτωβρίου 1996 καθώς και τα συνημμένα σ' αυτήν έγγραφα και του ζήτησε να παράσχει εξηγήσεις. Με έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1996, ο Μ. Hautem απάντησε ότι οι ισχυρισμοί του V. Ingargiola στην τηλεομοιοτυπία είναι ψευδείς και ότι, όσον αφορά το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 που φαινόταν ότι είχε συνταγεί από αυτόν, η σύζυγός του είχε χρησιμοποιήσει το όνομα και την υπογραφή του στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που είχαν ανακύψει στις σχέσεις με την εταιρία Skit-Ball.

9. Στη συνέχεια, η Τράπεζα ζήτησε από την International Security Company BV (στο εξής: Interseco), μια ιδιωτική εταιρία ασφάλειας, να διενεργήσει έρευνα σχετικά με την υπόθεση αυτή. Στις 28 Νοεμβρίου 1996, η Interseco απέστειλε στην Τράπεζα έκθεση (στο εξής: έκθεση της Interseco).

10. Με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 1996, η Τράπεζα έθεσε τον Μ. Hautem σε τρίμηνη αργία. Στο τρίμηνο αυτό θα συγκαλείτο επί της υποθέσεως αυτής επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως κατά το άρθρο 38 του Κανονισμού του προσωπικού. Ο Μ. Hautem συνέχισε να λαμβάνει τον μισθό του, αλλά του απαγορεύθηκε η πρόσβαση στους χώρους της Τράπεζας.

11. Με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1996 προς την Τράπεζα, ο V. Ingargiola ανεκάλεσε τις κατηγορίες που είχε διατυπώσει εις βάρος των Μ. Hautem και B. Yasse με την τηλεομοιοτυπία της 28ης Οκτωβρίου 1996. Ο V. Ingargiola δήλωσε ότι οι Μ. Hautem και B. Yasse ουδέποτε χρησιμοποίησαν την ιδιότητά τους ως μελών του προσωπικού της Τράπεζας ή το όνομα της Τράπεζας και ότι ουδεμία εμπορική σχέση είχαν με την εταιρία Skit-Ball για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό της Τράπεζας.

12. Από εσωτερική έρευνα μέσα στην Τράπεζα προέκυψε, πέραν μιας σειράς ενοχοποιητικών τηλεφωνικών συνομιλιών, ότι στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή που χρησιμοποιούσε ο B. Yasse υπήρχαν τέσσερα έγγραφα τα οποία αφορούσαν εξωεπαγγελματικές δραστηριότητες του B. Yasse:

- μια τηλεομοιοτυπία με την επικεφαλίδα «World Escape - Mon de l'Evasió», η οποία απευθυνόταν στον κ. Miguel Muntadas στην Crédit Andorrà και με την οποία του δινόταν η εντολή να εμβάσει ποσό 20 000 FRF στον λογαριασμό της εταιρίας Skit-Ball. Στην ένδειξη «Αποστολέας» σημειωνόταν «Yasse Bernard-Διευθυντής»·

- μια τηλεομοιοτυπία πανομοιότυπη με την προηγούμενη όσον αφορά τον μορφότυπο, τον αποστολέα, την ημερομηνία και την υπογραφή, τηλεομοιοτυπία η οποία απευθυνόταν σε εκθεσιακό κέντρο και αφορούσε τη συμμετοχή της Mon de l'Evasió σε εμπορική έκθεση·

- μια τηλεομοιοτυπία η οποία απευθυνόταν στην κα Schruger, Pegastar SA, έφερε την ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1996, είχε την επικεφαλίδα «World Escape - Mon de l'Evasió» και αφορούσε την αποστολή δώδεκα βιβλίων. Στην ένδειξη «Αποστολέας», αναγραφόταν «Yasse Bernard-Mon de l'Evasió SL»·

- μια επιστολή με την οποία οι B. Yasse και Μ. Hautem συνιστώντο στην Crédit Andorrà ως πελάτες.

13. Η καταγραφή των τηλεφωνικών κλήσεων απέδειξε ότι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1996 ο B. Yasse, από τον χώρο εργασίας του στην Τράπεζα, είχε πέντε φορές τηλεφωνική συνομιλία με την εταιρία Skit-Ball και οκτώ φορές με την Crédit Andorrà. Ο Μ. Hautem είχε τηλεφωνική συνομιλία με την εταιρία Skit-Ball μία φορά τον Αύγουστο και μία φορά τον Σεπτέμβριο.

14. Στις 31 Ιανουαρίου 1997, ο ρόεδρος της Τράπεζας, στηριζόμενος σε ομόφωνη γνωμοδότηση της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, έλαβε βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 3, του Κανονισμού του προσωπικού την απόφαση να απολυθεί αμέσως ο Μ. Hautem λόγω παραβάσεως των άρθρων 1, 4 και 5 του Κανονισμού του προσωπικού, διατηρουμένου του δικαιώματος για εφ' άπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία (στο εξής: απόφαση απολύσεως). Στην απόφαση απολύσεως εκτίθενται τα εξής:

- Ο Μ. Hautem ίδρυσε με έναν συνάδελφο μια εταιρία υπό την επωνυμία Mon de l'Evasió και, χωρίς να ενημερώσει την Τράπεζα σχετικά, άσκησε εμπορικές δραστηριότητες για λογαριασμό της εταιρίας αυτής.

- Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, ο Μ. Hautem επικαλέστηκε το γεγονός ότι είναι μέλος του προσωπικού της Τράπεζας.

- Για τις εμπορικές του δραστηριότητες ο Μ. Hautem χρησιμοποίησε υλικά μέσα της Τράπεζας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως κατά τη χρησιμοποίηση της συσκευής τηλεομοιοτυπιών, δεν αποκρύφθηκαν τα αναγνωριστικά της Τράπεζας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί στους αποδέκτες η εντύπωση ότι η Τράπεζα είναι αναμεμειγμένη στις δραστηριότητές του.

- Η από τον Μ. Hautem εξήγηση της παλινωδίας του V. Ingargiola και η δήλωση του Μ. Hautem ότι δεν απέστειλε αυτοπροσώπως τηλεομοιοτυπίες από την έδρα της Τράπεζας επ' ονόματι της εταιρίας Mon de l'Evasió αντιφάσκουν με τη συμπεριφορά του και με τα συμπεράσματα που βάσει της λογικής εξάγονται από τον φάκελο.

- Ο Μ. Hautem δεν ενημέρωσε την Τράπεζα σχετικά με τις δραστηριότητες της συζύγου του στο πλαίσιο της εταιρίας Mon de l'Evasió.

- Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά αυτά, ο ρόεδρος συνήγαγε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για να γίνει δεκτό ότι σημειώθηκε παράβαση του Κανονισμού του προσωπικού.

- Όπως παρατήρησε η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, η άσκηση από τον Μ. Hautem εμπορικής δραστηριότητας, χωρίς να έχει λάβει σχετική άδεια της Τράπεζας, συνιστά παράβαση του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού. Η παράβαση αυτή είναι ακόμα σοβαρότερη, καθόσον ο Μ. Hautem κατά την άσκηση της εμπορικής αυτής δραστηριότητας επικαλέστηκε το γεγονός ότι αποτελεί μέρος του προσωπικού της Τράπεζας και χρησιμοποίησε μέσα επικοινωνίας της Τράπεζας.

- Η μη δήλωση των καθηκόντων της συζύγου του Μ. Hautem συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 5 του Κανονισμού του προσωπικού.

- Επί πλέον, η συνολική του συμπεριφορά, όπως αυτή προκύπτει από τα πιο πάνω περιστατικά, δεν συνάδει με τη στάση που δικαιούται κανείς να απαιτεί από υπάλληλο της Τράπεζας. Η συμπεριφορά αυτή συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 1 του Κανονισμού του προσωπικού.

15. εραιτέρω, η απόφαση απολύσεως δεν αναφέρει καθόλου τη χρήση των τηλεφωνικών εγκαταστάσεων της Τράπεζας από τον Μ. Hautem.

16. Στις 31 Ιανουαρίου 1997 ο ρόεδρος έλαβε ανάλογη απόφαση απολύσεως για τον B. Yasse. Του προσάφθηκε παράβαση των άρθρων 1 και 4 του Κανονισμού του προσωπικού.

17. Στις 29 Απριλίου 1997, ο Μ. Hautem άσκησε κατά της αποφάσεως απολύσεως προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου. Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό υποθέσεως T-140/97. Ο B. Yasse άσκησε αυθημερόν προσφυγή κατά της αποφάσεως απολύσεώς του. Με την απόφασή του της 28ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση T-141/97, Yasse κατά ΕΤΕ, το ρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα του B. Yasse να ακυρωθεί η απόφαση απολύσεώς του και να επιδικαστεί υπέρ αυτού αποζημίωση (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. Ι-Α-177 και ΙΙ-929, στο εξής: απόφαση Yasse).

18. Οι υποθέσεις T-140/97 και T-141/97 ενώθηκαν από το ρωτοδικείο για τη διεξαγωγή κοινής προφορικής διαδικασίας. Κατά τη δίκη, οι Μ. Hautem και B. Yasse εκπροσωπήθηκαν στην αρχή από τους ίδιους δικηγόρους, αλλά λόγω του ότι προέκυψε ότι μεταξύ τους υφίστανται αντίθετα συμφέροντα την υπεράσπιση του Μ. Hautem ανέλαβε άλλος δικηγόρος.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

19. Στην υπόθεση T-140/97, με την προσφυγή-αγωγή του ο Μ. Hautem ζήτησε μεταξύ άλλων, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της Τράπεζας της 31ης Ιανουαρίου 1997, με την οποία απολύθηκε χωρίς απώλεια του δικαιώματος για εφ' άπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία, και να επανενταχθεί στην Τράπεζα και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία που αυτός υπέστη. Σε περίπτωση επανεντάξεως, ο Μ. Hautem ζήτησε μεταξύ άλλων να καταβληθούν αναδρομικώς οι αποδοχές του. ρος στήριξη των αιτημάτων του, προέβαλε έξι ισχυρισμούς. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο εξέτασε επί της ουσίας μόνο τον δεύτερο ισχυρισμό με τον οποίο προβαλλόταν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. ιο κάτω, θα εκθέσω κάπως συνοπτικά τις πιο κύριες σκέψεις του ρωτοδικείου σχετικά με τον ισχυρισμό αυτόν.

20. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι πρέπει να εξεταστεί αν η Τράπεζα υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών όταν έλαβε την απόφαση απολύσεως. Μια απόφαση απολύσεως αναγκαστικά συνεπάγεται λεπτές αξιολογήσεις εκ μέρους του κοινοτικού οργάνου, το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη τις σοβαρές και αμετάκλητες συνέπειες της αποφάσεως αυτής. Το κοινοτικό όργανο διαθέτει συναφώς ευρεία διακριτική εξουσία και ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στο να εξακριβωθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη είναι ακριβώς εκείνα που αποδείχθηκαν και αν εμφιλοχώρησε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 66).

21. Στην επίμαχη απόφασή της, η Τράπεζα έλαβε υπόψη διάφορες αιτιάσεις εις βάρος του Μ. Hautem χωρίς να αναφέρει ρητώς σε ποια στοιχεία στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές. Για να καθοριστεί αν υπήρξε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να εξεταστούν τα πραγματικά περιστατικά που προσήφθησαν στον Μ. Hautem και τα έγγραφα που επικαλέστηκε η Τράπεζα (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 67).

22. Κατά την εκτίμηση του ρωτοδικείου, η ιδιότητα του Μ. Hautem ως ιδρυτή της εταιρίας Mon de l'Evasió με συμμετοχή στο εταιρικό της κεφάλαιο ίση με το 16 % δεν αποδεικνύει την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Η ιδιότητα του ιδρυτή-κατόχου εταιρικών μεριδίων δεν είναι όμοια με την ιδιότητα του διαχειριστή και ως εκ τούτου πρέπει να εξακριβωθεί αν ο Μ. Hautem είχε όντως συμμετοχή στις δραστηριότητες της εταιρίας (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 68).

23. Αντιθέτως προς αυτό που αναφέρει η επίμαχη απόφαση και που υποστήριξε η Τράπεζα, κατά την εκτίμηση του ρωτοδικείου δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ. Hautem χρησιμοποίησε παρανόμως το όνομα της Τράπεζας ή ότι επικαλέστηκε κατά τρόπον αντίθετο προς τον Κανονισμό του προσωπικού το ότι είναι μέλος του προσωπικού της Τράπεζας. Στην επιστολή του που απεστάλη με τηλεομοιοτυπία στις 28 Οκτωβρίου 1996, ο V. Ingargiola χαρακτηρίζει τον Μ. Hautem ως «υπεύθυνο του τομέα πληροφορικής» της Τράπεζας. Όμως, ο ίδιος ο V. Ingargiola με τη δήλωσή του στην Interseco δέχθηκε ότι, κατά τη μοναδική τους συνάντηση, ο Μ. Hautem του είπε ότι «εργάζεται ως κλητήρας στην Τράπεζα». Επί πλέον, ο V. Ingargiola λέγει: «Ο κ. Yasse έδινε την εντύπωση ότι είναι σημαντικό πρόσωπο του τμήματος χρηματοδοτήσεων, ενώ είχα προϊδεαστεί τα καθήκοντα του κ. Hautem. Η σύζυγός του είχε πει επ' αυτού ότι ο σύζυγός της έκανε "κάτι με υπολογιστές"» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 69).

24. Όσον αφορά τη χρησιμοποίηση υλικών μέσων της Τράπεζας για εμπορικούς σκοπούς, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η συμμετοχή του Μ. Hautem στη σύνταξη των τεσσάρων εγγράφων που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως συστηματική χρησιμοποίηση υλικών μέσων για εμπορικούς σκοπούς. Απλώς και μόνον το γεγονός ότι ο Μ. Hautem έλαβε μέρος στη σύνταξη των εγγράφων αυτών, ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ως αρωγή για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν σημαίνει ότι ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού. Τέλος, και αντιθέτως προς αυτό που εκθέτει η απόφαση της Τράπεζας, η συμπεριφορά του Μ. Hautem δεν έδινε την εντύπωση ότι η Τράπεζα είναι αναμεμειγμένη στις δραστηριότητές του. Συγκεκριμένα, τα επίμαχα έγγραφα δεν απεστάλησαν στους αποδέκτες τους από τον Μ. Hautem και δεν φέρουν την υπογραφή του (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 70).

25. Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει το έγγραφο που ο V. Ingargiola απέστειλε με τηλεομοιοτυπία στις 28 Οκτωβρίου 1996, το ρωτοδικείο παρατήρησε ότι ο Μ. Hautem ομολόγησε τη συμμετοχή του στην εμπορική συναλλαγή που κατήγγειλε ο V. Ingargiola. Όμως, ο δεύτερος δήλωσε στην Interseco ότι ο B. Yasse και η σύζυγος του Μ. Hautem εμφανίζονταν «ως ιδιοκτήτες της εταιρίας Mon de l'Evasió» και ότι αγόρασαν ένα περίπτερο Skit-Ball. Ο V. Ingargiola υπογράμμισε ότι συνάντησε τον Μ. Hautem μόνο μία φορά και ότι επί τη ευκαιρία αυτή ο Μ. Hautem του εξήγησε ότι «η σύζυγός του τακτοποιούσε τις υποθέσεις στην εταιρία Mon de l'Evasió μαζί με τον κ. Yasse». Ο V. Ingargiola ανέφερε επίσης ότι είχε την εντύπωση ότι ο Μ. Hautem «δεν έχει σχέση με τη Mon de l'Evasió». Ως εκ τούτου, το έγγραφο που ο V. Ingargiola απέστειλε με τηλεομοιοτυπία στις 28 Οκτωβρίου 1996 δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή απόδειξη της ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας από τον Μ. Hautem (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 71).

26. Όσο για την παλινωδία του V. Ingargiola με το έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1996, το ρωτοδικείο υπογράμμισε ότι, όσον αφορά τον Μ. Hautem, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού επιβεβαιώνεται από τις προπαρατεθείσες δηλώσεις του V. Ingargiola και έχει συνοχή με αυτές. Επί πλέον, η Τράπεζα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 72).

27. Όσον αφορά το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 που καταλογίστηκε στον Μ. Hautem, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο Μ. Hautem δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι η σύζυγός του έγραψε και υπέγραψε το έγγραφο αυτό. Οι λόγοι που, κατά τον Μ. Hautem, οδήγησαν τη σύζυγό του να γράψει το έγγραφο ως εάν αυτός ήταν ο συντάκτης του δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Συγκεκριμένα, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Μ. Hautem παρατήρησε ότι η σύζυγός του θεώρησε προτιμότερο να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο καθόσον αυτός ήταν εκείνος που είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον V. Ingargiola σχετικά με το περίπτερο Skit-Ball. Από την πλευρά του, ο V. Ingargiola επιβεβαίωσε την τηλεφωνική συνομιλία με τον Μ. Hautem, κατά την οποία ο δεύτερος του είπε ότι η σύζυγός του, η οποία ήταν υπεύθυνη για την υπόθεση αυτή, εκείνη τη στιγμή απουσίαζε. Όμως, είναι παράλογο να γίνει δεκτό ότι, ενώ στις 24 Σεπτεμβρίου ο Μ. Hautem δήλωσε κάτι τέτοιο στον V. Ingargiola, η σύζυγος του Μ. Hautem θεώρησε ότι πρέπει να συντάξει την επιστολή που απεστάλη στον V. Ingargiola στις 27 Σεπτεμβρίου 1996, δηλαδή τρεις ημέρες αργότερα, σχετικά με το περίπτερο Skit-Ball ως εάν προερχόταν από τον σύζυγό της ως «εντεταλμένο διευθυντή διαχειρίσεως και έρευνας αγοράς» στην εταιρία Mon de l'Evasió. Το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 επιβεβαιώνει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το έγγραψε και υπέγραψε η σύζυγος του Μ. Hautem, τη συμμετοχή του τελευταίου στην εν λόγω εμπορική πράξη. Όμως, η συμμετοχή αυτή δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να διαπιστωθεί ότι ο Μ. Hautem άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 73).

28. Επί πλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τόσο τα έγγραφα που προσαρτώνται στην επιστολή του V. Ingargiola που απεστάλη με τηλεομοιοτυπία της 28ης Οκτωβρίου 1996, δηλαδή το έγγραφο του B. Yasse της 6ης Σεπτεμβρίου 1996 και η επιταγή αριθ. 6 555 542, τα οποία υπογράφονται από τον B. Yasse, όσο και τα έγγραφα που η Τράπεζα προσκόμισε σε παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως, δηλαδή οι τηλεομοιοτυπίες της 24ης Σεπτεμβρίου και 2ας Οκτωβρίου 1996, που και οι δύο υπογράφονται από τον B. Yasse, ουδόλως αποδεικνύουν την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων από τον Μ. Hautem (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 74).

29. Από τα πιο πάνω το ρωτοδικείο συνήγαγε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Τράπεζα, θεωρούμενα στο σύνολό τους, αποδεικνύουν ότι ο Μ. Hautem, όπως άλλωστε αυτός ομολόγησε, παρέσχε περιστασιακή βοήθεια τόσο στη σύζυγό του όσο και στον B. Yasse κατά την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και ότι μετέσχε σε μια εμπορική πράξη, δηλαδή στην αγορά ενός περιπτέρου Skit-Ball από την εταιρία Mon de l'Evasió. Όμως, λόγω του περιστασιακού χαρακτήρα της και της περιορισμένης εκτάσεώς της, η εν λόγω συνεργασία του Μ. Hautem δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας εμπορικής φύσεως υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ. Hautem εκμεταλλεύθηκε την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της Τράπεζας, ότι ανέμειξε την Τράπεζα στις δραστηριότητές του ή ότι χρησιμοποίησε αυτοπροσώπως υλικά μέσα της Τράπεζας (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 75).

30. Επομένως, η Τράπεζα υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση της Τράπεζας, χωρίς να θεωρήσει αναγκαίο να εξετάσει την αιτίαση ότι ο Μ. Hautem δεν δήλωσε τη δραστηριότητα της συζύγου του εντός της εταιρίας Mon de l'Evasió ή να εξετάσει τους άλλους λόγους ακυρώσεως (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 76).

31. Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 41 του Κανονισμού του προσωπικού, να αποφαίνεται επί των πάσης φύσεως ατομικών διαφορών μεταξύ της Τράπεζας και των υπαλλήλων της, ήταν δυνατό να εφαρμοστεί κατ' αναλογία ο κανόνας που περιέχεται στο άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, κατά τον οποίο το ρωτοδικείο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας στις χρηματικές διαφορές. Κατά συνέπεια, η Τράπεζα υποχρεώθηκε να καταβάλει αναδρομικώς στον Μ. Hautem τις αποδοχές που αυτός θα έπρεπε να λάβει από τότε που απολύθηκε (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 77).

32. Το ρωτοδικείο αποφάνθηκε:

«1) Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων της 31ης Ιανουαρίου 1997 με την οποία ο προσφεύγων-ενάγων παύθηκε χωρίς απώλεια του δικαιώματος για εφ' άπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία.

2) Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να καταβάλει αναδρομικώς στον προσφεύγοντα-ενάγοντα τις αποδοχές που αυτός θα έπρεπε να λάβει από τότε που απολύθηκε.

3) Απορρίπτει τα αιτήματα αποζημιώσεως του προσφεύγοντος-ενάγοντος.

4) Απορρίπτει ως απαράδεκτο το αίτημα αποζημιώσεως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

5) Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα έξοδα του προσφεύγοντος-ενάγοντος.»

Η αίτηση αναιρέσεως

33. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 1999, η Τράπεζα υπέβαλε βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του ρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση Τ-140/97. Βάσει του άρθρου 120 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναιρέσεως εκδικάστηκε χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.

34. Η Τράπεζα ζητεί από το Δικαστήριο:

- να αναιρέσει τα σημεία 1 και 2 του διατακτικού της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση Τ-140/97·

- να καταδικάσει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά του έξοδα.

Ο Μ. Hautem ζητεί από το Δικαστήριο:

- κυρίως, να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και, επικουρικώς, να την κηρύξει αβάσιμη·

- να επικυρώσει τα σημεία 1 και 2 του διατακτικού της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση T-140/97·

- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τόσο της δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου όσο και της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου·

- να ορίσει ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου να προβάλει κάθε άλλον ισχυρισμό, να επικαλεστεί κάθε άλλο δικαίωμα και να υποβάλει κάθε άλλο αίτημα.

35. ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως η Τράπεζα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος βασίζεται σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών από το ρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και σε εσφαλμένη αιτιολογία. Ο δεύτερος στηρίζεται σε παράβαση των συμβατικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των μελών του προσωπικού της.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

36. Η Τράπεζα ισχυρίζεται στην ουσία ότι το ρωτοδικείο έδωσε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό στα πραγματικά περιστατικά και παρέθεσε ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά τα άρθρα 1, 4 και 5 του Κανονισμού του προσωπικού. Οι αιτιάσεις έχουν την ακόλουθη σειρά.

α) Το ρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι οι πράξεις που τελέσθηκαν από τον Μ. Hautem δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού.

β) Το ρωτοδικείο, με το να κρίνει ότι ο Μ. Hautem δεν άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως, με το να δεχθεί ότι αυτός δεν ανέμειξε την Τράπεζα στις δραστηριότητές του και δεν χρησιμοποίησε κατ' ανάρμοστο τρόπο υλικά μέσα της Τράπεζας, αλλά και με το να αρνηθεί να λάβει υπόψη τη στάση του Μ. Hautem κατά τη διαδικασία, κακώς αρνήθηκε να διαπιστώσει ότι ο Μ. Hautem παρέβη την υποχρέωση συμπεριφοράς που υπέχει από το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού.

γ) Το ρωτοδικείο κακώς δεν έδωσε σημασία στο ότι δεν είχε επιτραπεί η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας στην Ανδόρα από τη σύζυγο του Μ. Hautem, με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το άρθρο 5 του Κανονισμού του προσωπικού.

37. Ο Μ. Hautem ισχυρίζεται ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθόσον προϋποθέτει επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο και οι αιτιάσεις δεν έχουν σχέση με τη νομική ανάλυση του Δικαστηρίου. Επί της ουσίας, ο Μ. Hautem διατείνεται ότι το ρωτοδικείο ερμήνευσε ορθώς τον Κανονισμό του προσωπικού.

38. ριν εκθέσω τα επιχειρήματα της Τράπεζας, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως .

39. Από το άρθρο 225 ΕΚ και το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να μένει περιορισμένη σε νομικά ζητήματα. ρέπει να στηρίζεται σε λόγους με τους οποίους προβάλλονται αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου με τις οποίες θίχτηκαν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο. Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους με τους οποίους προβάλλεται παράβαση κανόνων δικαίου από το ρωτοδικείο. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διαπιστώσει ή να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και, κατ' αρχήν, ούτε να εξετάσει τις αποδείξεις που το ρωτοδικείο έλαβε υπόψη.

40. αρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να τεθεί με αίτηση αναιρέσεως ζήτημα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Τούτο συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που η ανακρίβεια πραγματικής διαπιστώσεως του ρωτοδικείου απορρέει από έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιόν του. Το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών από το ρωτοδικείο και τις έννομες συνέπειες που το ρωτοδικείο εξάρτησε από τον χαρακτηρισμό αυτόν. Και το ζήτημα αν η αιτιολογία της αποφάσεως του ρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής είναι νομικό ζήτημα, το οποίο ως τέτοιο μπορεί να τεθεί με αίτηση αναιρέσεως.

41. Όμως, κατ' αρχήν, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Hautem δεν μπορούν πλέον να συζητηθούν στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Διαπιστώθηκαν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το ρωτοδικείο. Το υπογραμμίζω καθόσον - όπως ορθώς παρατήρησε ο Μ. Hautem - από την Τράπεζα με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προβλήθηκαν διάφορα περιστατικά τα οποία δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ως προσπάθεια της Τράπεζας να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί και επί των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που είναι έργο μόνο του ρωτοδικείου. Στη συνέχεια, όσον αφορά κάθε ένα από τα άρθρα 4, 1 και 5 του Κανονισμού του προσωπικού θα εξετάσω πρώτα τα επιχειρήματα που κατ' εμέ είναι απαράδεκτα καθόσον αποτελούν πραγματικά ζητήματα και μετά θα έλθω στην επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών της Τράπεζας.

A - Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού

42. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι ο Μ. Hautem απλώς και μόνον περιστασιακώς και σε περιορισμένη έκταση παρέσχε αρωγή τόσο στη σύζυγό του όσο και στον B. Yasse κατά την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας (σκέψεις 70 έως 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η Τράπεζα αντιτάσσει ότι από έγγραφα που εξέτασε το ρωτοδικείο συνάγεται ένα σύνολο εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρίας Mon de l'Evasió και των μελών της κατά τον χρόνο που η επιστολή του V. Ingargiola προς την Τράπεζα απεστάλη με τηλεομοιοτυπία της 28ης Οκτωβρίου 1996. Η προπαρασκευή, η απόφαση εκτελέσεως και η εκτέλεση των πράξεων αυτών συνεπάγονται αναγκαστικά την άσκηση εμπορικής επαγγελματικής δραστηριότητας, τόσο για τον Μ. Hautem όσο και για τον B. Yasse. Το ρωτοδικείο έδωσε τον χαρακτηρισμό αυτόν στις πράξεις του B. Yasse αλλά όχι σε αυτές του Μ. Hautem. ιο συγκεκριμένα, η Τράπεζα ισχυρίζεται βάσει των περιστάσεων που εκτίθενται πιο κάτω ότι το ρωτοδικείο έδωσε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό στις πράξεις του Μ. Hautem.

43. ρώτον, το ρωτοδικείο κακώς αρνήθηκε ότι ο Μ. Hautem είχε ενεργό ανάμειξη στα έγγραφα που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse. Τούτο ισχύει ιδίως για τη σύσταση των Μ. Hautem και B. Yasse στην Crédit Andorrà για το άνοιγμα πιστώσεως σε αυτούς. Όσον αφορά τη σύνταξη και χρήση των άλλων εγγράφων, η Τράπεζα επικαλείται ότι, στο πλαίσιο της άμυνάς του, ο Μ. Hautem προέβη σε αναληθείς δηλώσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά. Είναι πεπεισμένη ότι οι ανακριβείς αυτές δηλώσεις ήσαν αναγκαίες για να αποκρυβεί το προσωπικό συμφέρον που ο Μ. Hautem είχε σχετικά με τις δραστηριότητες της εταιρίας. Όμως, το ρωτοδικείο στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν έδωσε στις ενέργειες του Μ. Hautem τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό που στις σκέψεις 65 και 77 της αποφάσεως Yasse έδωσε σε πανομοιότυπες πράξεις του B. Yasse. Επί πλέον, στο σημείο αυτό η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκής και αντιφατική, δεδομένου ότι το ρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, ακριβώς όπως οι δηλώσεις του B. Yasse σχετικά με τα έγγραφα αυτά, έτσι και αυτές του Μ. Hautem «ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα» (σκέψη 66 της αποφάσεως Yasse).

44. Δεύτερον, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι, ναι μεν ο Μ. Hautem δεν υπέγραψε κανένα έγγραφο που απεστάλη στην Crédit Andorrà, πλην όμως δεν υφίσταται καμία ένδειξη ως προς το ότι αυτός δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως να αποσταλούν και χρησιμοποιηθούν τα έγγραφα αυτά. Συγκεκριμένα, είχε άμεσο συμφέρον όσον αφορά την αποστολή και χρησιμοποίηση τουλάχιστον δύο εγγράφων που είχαν σχέση με την επιστολή με την οποία αυτός και ο B. Yasse συνιστώντο ως πελάτες στην Crédit Andorrà για το άνοιγμα πιστώσεως σε αυτούς και που απεστάλησαν με τηλεομοιοτυπία από την έδρα της Τράπεζας. Κακώς η συμμετοχή του Μ. Hautem δεν χαρακτηρίστηκε ως συγκεκριμένη συμμετοχή στην τέλεση «πράξεων σαφώς εμπορικού χαρακτήρα», όπως οι πράξεις χαρακτηρίστηκαν στη σκέψη 65 της αποφάσεως Yasse. Έτσι, το ρωτοδικείο περιόρισε ανεπίτρεπτα την έννοια της «εμπορικής πράξεως», οπότε η Τράπεζα ζητεί από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει ριζικά στην κρίση αυτή.

45. Τρίτον, κατά την Τράπεζα η δήλωση του V. Ingargiola προς την Interseco (βλ. τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), με την οποία επιδιωκόταν να υποβαθμιστεί ο ρόλος του Μ. Hautem στην υπόθεση Skit-Ball, είναι αντιφατική με την τηλεομοιοτυπία που ο V. Ingargiola απέστειλε στις 28 Οκτωβρίου 1996. Η δήλωση αυτή δεν συμβιβάζεται ούτε με το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 που συνετάγη για να δοθεί η εντύπωση ότι προέρχεται από τον Μ. Hautem ως «εντεταλμένο διευθυντή διαχειρίσεως και έρευνας αγοράς» στην εταιρία Mon de l'Evasió.

46. Τέταρτον, όσον αφορά τη συνοχή μεταξύ της τηλεομοιοτυπίας της 28ης Οκτωβρίου 1996 και της παλινωδίας του V. Ingargiola με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1996 (βλ. τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), η Τράπεζα παραπέμπει στη σκέψη 70 της αποφάσεως Yasse, από όπου προκύπτει ότι το ρωτοδικείο δεν πίστευε ότι η παλινωδία αυτή υπήρξε αυθόρμητη. Ως εκ τούτου, υφίσταται αντίφαση μεταξύ της σημασίας που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έδωσε στην παλινωδία αυτή και της σημασίας που η απόφαση Yasse έδωσε στην ίδια παλινωδία του V. Ingargiola.

47. Τέλος, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία που το ρωτοδικείο παρέθεσε στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκής και αντιφατική. Από άποψη λογικής και συνοχής, το ρωτοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 δεν μπορούσε παρά να προέρχεται από τον Μ. Hautem και επί πλέον έπρεπε να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών που του προσάπτονταν.

- Εκτίμηση επί του παραδεκτού

48. Η προαναφερθείσα στο σημείο 43 αιτίαση της Τράπεζας σημαίνει ότι το ρωτοδικείο, με το να μη χαρακτηρίσει ως εμπορική πράξη την αρωγή που ο Μ. Hautem παρέσχε κατά την αποστολή εγγράφων στην Crédit Andorrà, παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία και επί πλέον έδωσε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό στα πραγματικά περιστατικά. Κατά την Τράπεζα, το ρωτοδικείο έδωσε υπερβολικά στενό περιεχόμενο στην έννοια της «εμπορικής δραστηριότητας» κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού του προσωπικού.

49. Όμως, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο βάσει των αποδείξεων που προσκομίστηκαν έκρινε ότι η περιορισμένη ανάμειξη του Μ. Hautem στη σύνταξη των τεσσάρων εγγράφων που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως συστηματική χρησιμοποίηση υλικών μέσων της Τράπεζας για εμπορικούς σκοπούς. Αυτό καθαυτό το γεγονός ότι το ρωτοδικείο δεν εξέτασε τους σκοπούς που ενδεχομένως ο Μ. Hautem είχε σχετικά με τα έγγραφα αυτά αποτελεί εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά, η Τράπεζα δεν προέβαλε ούτε ένα νομικό επιχείρημα από το οποίο να προκύπτει γιατί η έννοια της εμπορικής δραστηριότητας κακώς ερμηνεύθηκε από το ρωτοδικείο με υπερβολικά στενό τρόπο.

50. Στα προαναφερθέντα στα σημεία 45 και 47 σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως - που καταλήγουν στο ότι το ρωτοδικείο κακώς δεν συνήγαγε από τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονταν στον Μ. Hautem το συμπέρασμα ότι αυτός άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως - βασικό ζήτημα είναι η αξιολόγηση των δηλώσεων του V. Ingargiola και η πατρότητα του εγγράφου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δόθηκε προσοχή στις διαδοχικές δηλώσεις του V. Ingargiola, τόσο κατά την περιγραφή του πραγματικού πλαισίου όσο και κατά την αξιολόγηση του πλαισίου αυτού από το ρωτοδικείο. Από το έγγραφο του V. Ingargiola της 19ης Νοεμβρίου 1996, με το οποίο ανεκάλεσε τις κατηγορίες του που περιέχονταν στην τηλεομοιοτυπία της 28ης Οκτωβρίου 1996, και από τις αναλόγου περιεχομένου δηλώσεις προς την Interseco το ρωτοδικείο συνήγαγε ότι η τηλεομοιοτυπία της 28ης Οκτωβρίου 1996 δεν αποτελεί επαρκή ένδειξη ως προς το ότι ο Μ. Hautem άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως. Όσον αφορά το έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 προς τον V. Ingargiola, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο Μ. Hautem ουδεμία απόδειξη προσκόμισε προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι η σύζυγός του συνέταξε και υπέγραψε το έγγραφο αυτό. Έκρινε ότι είναι απίθανοι οι λόγοι που κατά τον Μ. Hautem οδήγησαν τη σύζυγό του να γράψει την εν λόγω επιστολή ως εάν αυτός ήταν ο συντάκτης της. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η επιστολή αυτή αποδεικνύει τη συμμετοχή του Μ. Hautem στην εμπορική πράξη που συνίστατο στην αγορά ενός περιπτέρου «Skit-Ball». Όμως, κατά την κρίση του ρωτοδικείου, η συμμετοχή αυτή δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι ο Μ. Hautem άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως. Στην ουσία, το ρωτοδικείο συνήγαγε ότι τα πραγματικά περιστατικά όπως το ίδιο τα διαπίστωσε δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ο Μ. Hautem υπέπεσε στο παράπτωμα να ασκήσει μια απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Κανονισμού του προσωπικού επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως. Η κρίση αυτή που στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση με αίτηση αναιρέσεως.

51. Κατά συνέπεια, θεωρώ απαράδεκτα τα πιο πάνω σκέλη του λόγου αναιρέσεως.

52. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της Τράπεζας που εκτίθεται στα σημεία 44 και 46 των προτάσεών μου σημαίνει ότι στις αποφάσεις Hautem και Yasse το ρωτοδικείο συνέδεσε τα ίδια ή όμοια πραγματικά περιστατικά με αντιφατικές συνέπειες, δηλαδή τις (ψευδείς) δηλώσεις του B. Yasse και του Μ. Hautem με τη σημασία που οι δύο αυτές αποφάσεις έδωσαν στις δηλώσεις του V. Ingargiola. Οι αντιφάσεις αυτές ενδέχεται να θεωρηθούν ως ελλιπής αιτιολογία, πράγμα που, αυτό καθαυτό, είναι νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί να εγερθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.

- Εκτίμηση επί της ουσίας

53. Όμως, ο ισχυρισμός της Τράπεζας δεν μπορεί να γίνει δεκτός επί της ουσίας.

54. Μπορεί να υπάρχει φαινομενική αντίφαση σχετικά με τον τρόπο που στις δύο υποθέσεις αξιολογήθηκαν ψευδείς δηλώσεις. ρόκειται για τις ανακριβείς δηλώσεις των B. Yasse και Μ. Hautem σχετικά τα έγγραφα που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις αυτές ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (σκέψεις 65 και 66 της αποφάσεως Yasse). Όμως, αντιθέτως προς αυτό που νομίζει η Τράπεζα, το ρωτοδικείο συνέδεσε με διαφορετικές νομικές συνέπειες όχι τις ανακριβείς αυτές δηλώσεις αλλά τα γεγονότα σχετικά με την προετοιμασία, την αποστολή και τη χρησιμοποίηση των σχετικών εγγράφων. Βάσει των πιο πάνω, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ανάμειξη του B. Yasse στις υποθέσεις της Mon de l'Evasió υπήρξε πιο έντονη και πιο διαρθρωτική από αυτήν του Μ. Hautem.

55. Από τη σκέψη 65 της αποφάσεως Yasse προκύπτει ότι αυτός ο πρώην υπάλληλος ομολόγησε ότι συνέταξε τα σχετικά έγγραφα, τα οποία ήσαν σαφώς εμπορικής φύσεως, και ότι τα απέστειλε με τηλεομοιοτυπία από την έδρα της Τράπεζας. Ωστόσο, αμφισβητεί ότι ο ίδιος υπέγραψε τα αποσταλέντα έγγραφα, δεδομένου ότι τούτο ήταν έργο της συζύγου του Μ. Hautem. Στη σκέψη 66 της αποφάσεως Yasse, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη συνέχεια, στις σκέψεις 67 έως 76 της αποφάσεως Yasse, εκτίθενται λεπτομερώς η ενεργός ανάμειξη και το εμπορικό συμφέρον του B. Yasse. Το συμπέρασμα που παρατίθεται στη σκέψη 77 της αποφάσεως Yasse είναι ότι η Τράπεζα δεν προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με το να δεχθεί ότι ο B. Yasse άσκησε εμπορικές δραστηριότητες χωρίς την άδεια της Τράπεζας, χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτόν υλικό της Τράπεζας και έδωσε σε τρίτους την εντύπωση ότι η ίδια η Τράπεζα είναι αναμεμειγμένη στις δραστηριότητές του. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα ορθώς, κατά την κρίση του ρωτοδικείου, δέχθηκε ότι ο B. Yasse άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εμπορικής φύσεως υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού.

56. Όσον αφορά τον Μ. Hautem, το ρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι αυτός συνεργάστηκε με τον B. Yasse για τη σύνταξη των εγγράφων που βρέθηκαν στον υπολογιστή του δεύτερου. Όμως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι απλώς και μόνον η συμμετοχή στη σύνταξη των σχετικών εγγράφων, ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ως αρωγή για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας εμπορικής φύσεως υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού.

57. Το πραγματικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως επιτρέπει την κρίση του ρωτοδικείου ότι, όσον αφορά τα επίμαχα έγγραφα που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse, η ανάμειξη του B. Yasse ήταν διαφορετική από εκείνη του Μ. Hautem. Είναι ευαπόδεικτο ότι ο B. Yasse ασχολήθηκε πιο έντονα με τις υποθέσεις της Mon de l'Evasiò απ' ό,τι ο Μ. Hautem. Τούτο αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, με τις δηλώσεις του V. Ingargiola, όπως παρατίθενται στις σκέψεις 71 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τη νομική του εκτίμηση σχετικά με το άρθρο 4 του Κανονισμού του προσωπικού, το ρωτοδικείο διέκρινε μεταξύ διαρθρωτικής ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων εμπορικής φύσεως και περιστασιακής υποστηρίξεως τέτοιων δραστηριοτήτων και με βάση τα πραγματικά περιστατικά εξήγαγε για τον Μ. Hautem διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα που εξήγαγε για τον B. Yasse. Η αιτιολογία αυτή είναι κατανοητή, συνεπής και επαρκής. Εξ άλλου, στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα δεν αμφισβήτησε στην ουσία τη διάκριση που έκανε το ρωτοδικείο μεταξύ της κατ' επάγγελμα ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας και της περιστασιακής υποστηρίξεως μιας τέτοιας δραστηριότητας ούτε και τις νομικές συνέπειες που όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού το ρωτοδικείο συνέδεσε με τη διάκριση αυτή.

58. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο δεν παρέθεσε ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία. Το σκέλος του παρόντος λόγου αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού είναι αβάσιμο.

B - Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 1 του Κανονισμού του προσωπικού

59. Η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο κακώς δεν διαπίστωσε ότι ο Μ. Hautem, ως μέλος του προσωπικού της Τράπεζας, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που απάδει προς το καθήκον ευθύτητας κατά το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού.

60. Με τον ισχυρισμό αυτόν, η Τράπεζα στρέφεται πρώτον κατά της σκέψεως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ. Hautem χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς το όνομα της Τράπεζας ή χρησιμοποίησε ανάρμοστα το γεγονός ότι είναι μέλος του προσωπικού της. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το ρωτοδικείο παρέβλεψε ότι ο Μ. Hautem, με την ανάμειξή του στην απόφαση να αποσταλούν στην Crédit Andorrà οι τηλεομοιοτυπίες που βρέθηκαν στον υπολογιστή του B. Yasse και ειδκότερα η τηλεομοιοτυπία με την οποία ζητείτο να ανοιχθεί πίστωση υπέρ του ιδίου, συνετέλεσε στο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Τράπεζα είναι αναμεμειγμένη σε εμπορική δραστηριότητα. Με το να απορρίψει την αιτίαση αυτή της Τράπεζας, το ρωτοδικείο παρέβλεψε το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού. Συγκεκριμένα, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου η υποχρέωση ευθύτητας πρέπει να τηρείται όχι μόνο κατά την εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στον υπάλληλο, αλλά εκτείνεται σε όλες τις σχέσεις μεταξύ του υπαλλήλου και του κοινοτικού οργάνου .

61. Δεύτερον, όσον αφορά την ανάρμοση χρησιμοποίηση από τον Μ. Hautem υλικού της Τράπεζας και τις κρίσεις του ρωτοδικείου που παρατίθενται στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι σχετικά με δύο έγγραφα ο Μ. Hautem είχε συγκεκριμένο συμφέρον να αναμειχθεί όχι μόνο στη σύνταξη των εγγράφων αυτών αλλά και στην αποστολή τους. Όμως, και αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του Κανονισμού του προσωπικού.

62. Τρίτον, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο δεν αναγνώρισε τα «βαθιά αίτια» που δικαιολογούν ειδικά την απόλυση του Μ. Hautem. Η απόφαση απολύσεως υπογραμμίζει ότι η απόλυση στηρίζεται ιδίως στο κλίμα υποψίας εντός του οποίου έλαβε χώρα η υπεράσπιση του Μ. Hautem. Η Τράπεζα αναφέρεται συγκεκριμένα στις αντιφατικές και μάλιστα ψευδείς δηλώσεις του Μ. Hautem. Με το να παραβλέψει το ότι η συμπεριφορά αυτή είναι αντίθετη προς την υποχρέωση ευθύτητας που ένα μέλος του προσωπικού έχει έναντι του κοινοτικού οργάνου, το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού.

- Εκτίμηση επί του παραδεκτού

63. Η πρώτη αιτίαση είναι δίχως άλλο απαράδεκτη. Εφόσον το ρωτοδικείο διαπίστωσε επί της ουσίας της υποθέσεως ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ. Hautem χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς το όνομα της Τράπεζας ούτε ότι χρησιμοποίησε ανάρμοστα το γεγονός ότι είναι μέλος του προσωπικού της Τράπεζας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση της υποχρεώσεως ευθύτητας κατά το άρθρο 1 του Κανονισμού του προσωπικού. Στην ουσία, με την αιτίαση αυτή η Τράπεζα επιδιώκει να επανεξεταστούν τα πραγματικά περιστατικά. Εντός αυτού του αυστηρώς πραγματικού πλαισίου, η επίκληση της αποφάσεως Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι κατά το μάλλον ή ήττον άτοπη.

64. Ούτε και η δεύτερη αιτίαση είναι παραδεκτή. Με την αιτίαση αυτή, η οποία υπογραμμίζει το συμφέρον του Μ. Hautem να αποσταλούν δύο έγγραφα, βάλλεται η πραγματική διαπίστωση του ρωτοδικείου ότι ο Μ. Hautem δεν χρησιμοποίησε ανάρμοστα για εμπορικούς σκοπούς υλικό της Τράπεζας.

65. Με την τρίτη αιτίαση επιδιώκεται να δοθεί στη συμπεριφορά του Μ. Hautem κατά την έρευνα που προηγήθηκε της αποφάσεως απολύσεως - και που συζητήθηκε διεξοδικώς στη δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου - διαφορετικός χαρακτηρισμός από εκείνον που, έστω και σιωπηρώς, έδωσε το ρωτοδικείο. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο πράγματι περιέγραψε τη συμπεριφορά αυτή, αλλά δεν χρειάστηκε να εξετάσει ρητώς το σημείο αυτό της αποφάσεως απολύσεως, καθόσον έκρινε ότι οι πραγματικοί λόγοι επί των οποίων βασίζεται η απόφαση απολύσεως δεν αρκούν για να τη στηρίξουν. Ως εκ τούτου, με την αιτίαση αυτή, η Τράπεζα κινείται εκτός του πραγματικού και νομικού πλαισίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Γαι τον λόγο αυτόν, θεωρώ την αιτίαση αυτή απαράδεκτη. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα πραγματικά επιχειρήματα που η Τράπεζα αντλεί από τη συμπεριφορά του Μ. Hautem ως διαδίκου στη δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου. Τα επιχειρήματα αυτά εξ ορισμού δεν μπορούν να προβληθούν για να αιτιολογηθεί απόφαση κοινοτικού οργάνου η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου.

66. Κατά συνέπεια, το σκέλος αυτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί στο σύνολό του απαράδεκτο.

Γ - Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 5 του Κανονισμού του προσωπικού

67. Η Τράπεζα ισχυρίζεται επί πλέον ότι, όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 5 του Κανονισμού του προσωπικού από τον Μ. Hautem, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρατίθεται ανεπαρκής αιτιολογία και έχει εμφιλοχωρήσει νομική πλάνη. Όμως, αφήνει στη δικαία κρίση του Δικαστηρίου το ζήτημα ποια σημασία έχει στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στον Μ. Hautem η παράβαση αυτή, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι η ίδια η σύζυγος του Μ. Hautem δέχθηκε ότι η ίδια μετείχε στη διαχείριση της εταιρίας Mon de l'Evasió τον μήνα που προηγήθηκε της απολύσεως του συζύγου της.

68. Ο Μ. Hautem θεωρεί τον ισχυρισμό αυτόν απαράδεκτο, καθόσον το ρωτοδικείο στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει αν παραβιάστηκε το άρθρο 5 του Κανονισμού του προσωπικού.

- Εκτίμηση επί του παραδεκτού

69. Στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το ρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί η τυχόν παράλειψη του Μ. Hautem να δηλώσει στην Τράπεζα τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της συζύγου του, καθόσον άλλοι λόγοι είχαν ήδη αποδείξει ότι είχε εμφιλοχωρήσει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, οπότε η απόφαση απολύσεως έπρεπε να ακυρωθεί. Με τον ισχυρισμό αυτόν η Τράπεζα επιχειρεί να εκμαιεύσει από το Δικαστήριο κρίση επί της ουσίας σχετικά με στοιχείο της αποφάσεως απολύσεως επί του οποίου το ρωτοδικείο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί μετά τη διαπίστωσή του ότι η απόφαση εκείνη έπρεπε για άλλους λόγους να ακυρωθεί.

70. Κατά την άποψή μου, είναι προφανές ότι η προσπάθεια αυτή της Τράπεζας δεν είναι παραδεκτή στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.

71. Ως εκ περισσού, θα προσθέσω ότι από την απόφαση απολύσεως μπορεί να συναχθεί ότι η Τράπεζα στήριξε την άμεση απόλυση κυρίως στη φερόμενη παράβαση του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού. Δεν είναι σαφές αν η παράλειψη σχετικά με την κατά το άρθρο 5 του Κανονισμού του προσωπικού υποχρέωση δηλώσεως θα μπορούσε από μόνη της να επιφέρει την απόλυση του Μ. Hautem, δηλαδή με άλλα λόγια δεν είναι σαφές αν η παράλειψη αυτή θα μπορούσε από μόνη της να δικαιολογήσει τη βαριά πειθαρχική ποινή της απολύσεως. Τίθεται ιδίως το ζήτημα σε ποιο βαθμό ασκούν εν προκειμένω επιρροή οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως Hautem, δηλαδή η ανάμειξη της συζύγου του Μ. Hautem σε εμπορικές δραστηριότητες υπό την έννοια του άρθρου 4 του Κανονισμού του προσωπικού οι οποίες ασκήθηκαν με βάση την έδρα της Τράπεζας.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

72. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου, στη διαφορά μεταξύ της Τράπεζας και του Μ. Hautem, το ρωτοδικείο εφάρμοσε κατ' αναλογία μια διάταξη του ΚΥΚ και υποχρέωσε την Τράπεζα να καταβάλει τις αποδοχές που οφείλονταν από τότε που ο Μ. Hautem απολύθηκε. Η Τράπεζα αμφισβητεί τη νομιμότητα αυτής της κατ' αναλογία εφαρμογής.

73. Κατά την Τράπεζα, η δομή και η λειτουργία της διαφέρουν από αυτές των λοιπών κοινοτικών οργάνων και το ίδιο ισχύει για τις έννομες σχέσεις της με το προσωπικό. Στηριζόμενη στα άρθρα 13 και 44 του Κανονισμού του προσωπικού και στην παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mills κατά ΕΤΕ , η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του Κανονισμού του προσωπικού, ο οποίος έχει συμβατικό χαρακτήρα, και του καθεστώτος των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο έχει δημοσιοϋπαλληλικό χαρακτήρα. Με το να υποχρεώσει την Τράπεζα να καταβάλει στον Μ. Hautem τους μισθούς του αναδρομικώς από τότε που απολύθηκε, η απόφαση του ρωτοδικείου εντάσσεται σε λογική δημοσιοϋπαλληλικών υποθέσεων η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί της Τράπεζας, όπως - κατά την Τράπεζα - το Δικαστήριο έκρινε ρητώς στην απόφαση Mills κατά ΕΤΕ.

74. Επί πλέον, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί της επανεντάξεως του αναιρεσιβλήτου. Τούτο μπορεί να οφείλεται ή στο ότι το ρωτοδικείο έκρινε ότι μόνον η Τράπεζα και όχι το ρωτοδικείο έχει αρμοδιότητα να λάβει μια τέτοια απόφαση ή στο ότι το ρωτοδικείο εκτίμησε ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν συμβιβάζεται με τον νομικό χαρακτήρα ενός καθεστώτος συμβατικών σχέσεων, όπου ο εργοδότης - εν προκειμένω η Τράπεζα - δεν μπορεί να υποχρεωθεί να συνάψει νέα σύμβαση με τον ενδιαφερόμενο. Η αντίφαση έγκειται στο ότι το ρωτοδικείο ακολούθησε λογική δημοσιοϋπαλληλικών υποθέσεων για να υποχρεώσει την Τράπεζα να καταβάλει αναδρομικώς τους μισθούς του Μ. Hautem, ενώ δεν αποφάνθηκε επί της επανεντάξεως. Συγκεκριμένα, η μόνη νομικώς ορθή απόφανση στην παρούσα υπόθεση, στην περίπτωση που κρινόταν ότι η απόλυση ήταν αδικαιολόγητη, ήταν να υποχρεωθεί η Τράπεζα, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που ισχύουν στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο απολυμένος υπάλληλος.

75. Ο Μ. Hautem αντιτάσσει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ουδέποτε προβλήθηκε ή διευκρινίστηκε στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου. Αποτελεί νέο ισχυρισμό ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτος.

- Εκτίμηση

76. Στην ουσία, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το ρωτοδικείο, ειδικά με το να υποχρεώσει μετά από κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ την Τράπεζα να καταβάλει αποζημίωση υπό μορφή αναδρομικών μισθών, παρέβλεψε το ιδιαίτερο συμβατικό καθεστώς που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της.

77. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατ' εμέ είναι παραδεκτός. Σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης μπορούν να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί αν στηρίζονται σε νομικά ή πραγματικά περιστατικά που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Στη δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου η Τράπεζα δεν μπορούσε να λάβει γνώση της συλλογιστικής που εκτίθεται στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για νέο ισχυρισμό που θα ήταν απαράδεκτος.

78. Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 41 του Κανονισμού του προσωπικού παρέχει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα να εκδικάζει όλες τις ατομικές διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της. Το άρθρο αυτό δεν εισάγει κάποιον περιορισμό λόγω της φύσεως των διαφορών αυτών, και ένας τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί να βρεθεί ούτε αλλού στον Κανονισμό του προσωπικού.

79. Στην απόφαση Mills κατά ΕΤΕ, το Δικαστήριο είπε «ότι, σε περίπτωση που η σχέση εργασίας δεν λύθηκε σύμφωνα με την ατομική σύμβαση ή τον Κανονισμό του προσωπικού ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, εκείνος που έλυσε παρανόμως τη σχέση εργασίας πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στον αντισυμβαλλόμενο» (σκέψη 24). Το Δικαστήριο συνέχισε λέγοντας ότι, «[...] ναι μεν η διατήρηση της συμβάσεως εξαρτάται προ πάντων από την κοινή βούληση των μερών, βασική προϋπόθεση υπάρξεως της συμβάσεως, πλην όμως τούτο δεν εμποδίζει τη δυνατότητα τόσο οι συμβατικοί κανόνες όσο και οι γενικές αρχές του εργατικού δικαίου, στις οποίες παραπέμπει το ακροτελεύτιο άρθρο του Κανονισμού του προσωπικού, να θέτουν όρια σε αυτή τη βούληση των μερών» (σκέψη 25). Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε «ότι η χωρίς να τηρηθούν τα όρια αυτά λύση της συμβάσεως εργασίας ενδέχεται να είναι άκυρη, η δε αναγνώριση της ακυρότητας αυτής απόκειται στον αρμόδιο δικαστή, και εν προκειμένω στο Δικαστήριο» (σκέψη 26). Το Δικαστήριο συνήγαγε ότι «η λύση συμβάσεως διά "απολύσεως για σοβαρό λόγο", κυρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 38 του Κανονισμού του προσωπικού, μπορεί να κηρυχθεί άκυρη αν ο δικαστής διαπιστώσει ότι δεν συνέτρεχε τέτοιος λόγος» (σκέψη 27).

80. Στη δίκη ενώπιόν του το ρωτοδικείο ακύρωσε τη «για σοβαρούς λόγους» απόφαση απολύσεως του Μ. Hautem καθόσον εκτίμησε ότι δεν υπήρχαν επαρκώς «βαθιά αίτια». Κατά συνέπεια, χρειάστηκε να αποφανθεί και επί της αποκαταστάσεως της ζημίας που το απολυμένο μέλος του προσωπικού υπέστη λόγω αυτής της παράνομης συμπεριφοράς της Τράπεζας. Άλλωστε ο Μ. Hautem είχε ζητήσει την αποζημίωση αυτή. Ούτε στον Κανονισμό του προσωπικού ούτε στις προπαρατεθείσες σκέψεις της αποφάσεως Mills κατά ΕΤΕ μπορούν να βρεθούν ειδικοί κανόνες ή ειδικές αρχές που περιορίζουν την αρμοδιότητα του δικαστή κατά τον in concreto καθορισμό της αποζημιώσεως που πρέπει να επιδικάσει. Το πολύ, όπως σωστά παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας J.-P. Warner στις προτάσεις του στην υπόθεση Mills κατά ΕΤΕ , ο δικαστής θα μπορεί να βρει περιορισμένο στήριγμα στους κοινούς μεταξύ των κρατών μελών γενικούς κανόνες εργατικού δικαίου.

81. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι στον Κανονισμό του προσωπικού ο οποίος διέπει τις έννομες σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της δεν περιέχεται κανένας περιορισμός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αποτελεί επιχείρημα υπέρ του να υποτεθεί ότι το Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία στις χρηματικές διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της.

82. Την υπόθεση που διατύπωσα πιο πάνω νομίζω ότι ενισχύουν οι «Conditions of Employment for Staff of the European Central Bank» (Όροι εργασίας του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) που πρόσφατα τέθηκαν σε ισχύ . Οι έννομες σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ) και του προσωπικού της είναι και αυτές συμβατικής φύσεως, σύμφωνα με τους Όρους εργασίας οι οποίοι στο σημείο αυτό έχουν έντονη ομοιότητα με τον Κανονισμό του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Όμως, στους Όρους εργασίας η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για τις διαφορές μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της περιορίζεται στην εκτίμηση της νομιμότητας του επίμαχου μέτρου ή της επίμαχης αποφάσεως εκτός αν πρόκειται για χρηματική διαφορά, όπου το Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία .

83. Βάσει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο, για να αποδείξει ότι έχει πλήρη δικαιοδοσία όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για καθαρά χρηματικές απαιτήσεις, δεν χρειάζεται να εφαρμόσει «κατ' αναλογία» τον ΚΥΚ .

84. Μένει το ερώτημα αν το ρωτοδικείο, με το να υποχρεώσει την Τράπεζα να καταβάλει αποζημίωση υπό μορφή αναδρομικών αποδοχών, παρέβλεψε τις ειδικές συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της. Κατ' εμέ, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

85. Εφόσον κατά τα πιο πάνω το ρωτοδικείο έχει πλήρη δικαιοδοσία όταν αποφαίνεται επί αιτημάτων αποζημιώσεως, δύναται και να επιβάλει την αποκατάσταση της ζημίας που συνίσταται στην απώλεια εισοδήματος λόγω παράνομης απολύσεως. Το αίτημα να καταβληθούν αναδρομικώς μισθοί είναι - όπως στις εργατικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου - πολύ συχνά μέρος του αιτήματος αποζημιώσεως. Η απώλεια εισοδήματος είναι η πρωταρχική ζημία που ο εργαζόμενος υφίσταται από παράνομη απόφαση απολύσεώς του. Κατά συνέπεια, από αυτή καθαυτή την επιδίκαση αποζημιώσεως υπό μορφή αναδρομικών αποδοχών δεν μπορούν να αντληθούν επιχειρήματα υπέρ του ότι το ρωτοδικείο παρέβλεψε τις ιδιαίτερες συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της.

86. Κατά τα λοιπά, ούτε στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να βρεθεί στήριγμα για τον ισχυρισμό αυτόν.

87. Επομένως, συνάγω ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Τα δικαστικά έξοδα

88. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο βάσει του άρθρου 118 έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ο Μ. Hautem ζήτησε να καταδικαστεί η Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα τόσο της δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου όσο και της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση T-140/97 η Τράπεζα καταδικάστηκε από το ρωτοδικείο στα δικαστικά έξοδα του Μ. Hautem στη δίκη αυτή. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ή αβάσιμη, η Τράπεζα πρέπει να καταδικαστεί και στα έξοδα της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου.

Συμπέρασμα

89. Εν όψει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:

- να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως εν μέρει απαράδεκτη,

- να απορρίψει τους παραδεκτούς ισχυρισμούς της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και

- να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων στα δικαστικά έξοδα.