Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Φεβρουαρίου 2000. - Corrado Politi κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως. - Αίτηση αναιρέσεως - Έκτακτοι υπάλληλοι - Προθεσμία υποßολής διοικητικής ενστάσεως - Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής - Εσφαλμένος χαρακτηρισμός - Παραδεκτό. - Υπόθεση C-154/99 P.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2000 σελίδα I-05019
1. Η υπόθεση αυτή αφορά αίτηση αναιρέσεως κατά διατάξεως του ρωτοδικείου απορρίψασας την προσφυγή που άσκησε κατά του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως (στο εξής: _Ιδρυμα) ένας πρώην έκτακτος υπάλληλός του. Ο αναιρεσείων είχε απευθύνει στο _Ιδρυμα δύο έγγραφα κατά την περίοδο εντός της οποίας δικαιούνταν να υποβάλει καταγγελία κατά βλαπτικής γι' αυτόν πράξεως. Ο αναιρεσείων έκρινε ότι το δεύτερο από τα δύο αυτά έγγραφα συνιστούσε την καταγγελία του, το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι, υπολογιζομένης της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να είχε ασκηθεί η προσφυγή, καταγγελία συνιστά το προηγούμενο έγγραφο. Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη.
Οι κρίσιμες για την υπόθεση νομοθετικές και λοιπές διατάξεις
2. Το _Ιδρυμα ιδρύθηκε με τον κανονισμό (EOK) 1360/90 του Συμβουλίου , σύμφωνα με τον οποίο το προσωπικό του διέπεται από τους κανόνες και κανονισμούς που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. _Εδρα του είναι το Τορίνο .
3. Σύμφωνα με το άρθρο 46 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο τίτλος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ) εφαρμόζεται κατ' αναλογία στο έκτακτο προσωπικό. Ο τίτλος αυτός διέπει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ του υπαλλήλου και του κοινοτικού οργάνου στο οποίο αυτός εργάζεται. Το άρθρο 90 ρυθμίζει την εσωτερική προ της ασκήσεως προσφυγής, διαδικασία και το άρθρο 91 την ένδικη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, ο υπάλληλος μπορεί να υποβάλει ένσταση κατά οποιασδήποτε βλαπτικής γι' αυτόν πράξεως, εντός τριών μηνών από (όσον αφορά την παρούσα διαδικασία) την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η απόφαση που περιλαμβάνεται στην πράξη αυτή. Η αρμόδια αρχή πρέπει να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της ενστάσεως, ελλείψει της οποίας θεωρείται ότι στο τέλος της περιόδου αυτής έχει ληφθεί απόφαση περί σιωπηρής απορρίψεως της ενστάσεως.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 2, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγή κατά οποιασδήποτε ρητής ή σιωπηράς αποφάσεως περί απορρίψεως ενστάσεως που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2. Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 3, η προσφυγή αυτή πρέπει να ασκηθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως ή, σε περίπτωση σιωπηράς αποφάσεως, από το τέλος της τετράμηνης περιόδου του άρθρου 90, παράγραφος 2.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (απόφαση περί παρατάσεως των προθεσμιών λόγω αποστάσεως), η διαδικασία επί προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου παρατείνονται κατά δέκα ημέρες για τους διαδίκους που κατοικούν στην Ιταλία. Η παράταση αυτή ισχύει και για την ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασία δυνάμει του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας.
Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
ραγματικά περιστατικά
7. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στις σκέψεις 1 έως 9 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
8. Ο C. Politi (προσφεύγων πρωτοδίκως και αναιρεσείων στην παρούσα διαδικασία), κάτοικος Τορίνου, εργάστηκε στο _Ιδρυμα με σύμβαση προσωρινής απασχολήσεως από 1ης Δεκεμβρίου 1994 έως 30ής Νοεμβρίου 1997, με δυνατότητα ανανεώσεως.
9. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1997, ο διευθυντής του Ιδρύματος υπέγραψε την οριστική έκθεση αξιολογήσεως του C. Politi για την περίοδο από τον Απρίλιο 1996 μέχρι τον Απρίλιο 1997. Στο έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, το οποίο ο C. Politi έλαβε την 1η Οκτωβρίου 1997, ο διευθυντής ανέφερε ότι η σύμβαση δεν θα ανανεωθεί.
10. Στις 5 Νοεμβρίου 1997, ο δικηγόρος του C. Politi απηύθυνε έγγραφο στον διευθυντή του Ιδρύματος αμφισβητώντας την έκθεση αξιολογήσεως και την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως. Κατόπιν αιτήσεως του διευθυντή, ο εκπρόσωπος του Ιδρύματος απάντησε απορρίπτοντας τα αιτήματα αυτά. Στις 31 Δεκεμβρίου 1997, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος υπέβαλε «ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ», ζητώντας την ανάκληση της εκθέσεως αξιολογήσεως και της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως. Στο έγγραφο αυτό δεν δόθηκε απάντηση.
11. Ο C. Politi άσκησε ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγή στις 2 Αυγούστου 1998, ζητώντας την ακύρωση 1) της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 περί καταρτίσεως της οριστικής εκθέσεως αξιολογήσεως και 2) της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1997 περί μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του.
Επί της ουσίας
12. Το ρωτοδικείο, δεχόμενο την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το _Ιδρυμα, έκρινε ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Η συλλογιστική του ρωτοδικείου (σκέψεις 23 έως 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως) έχει ουσιαστικά ως εξής.
13. Το παραδεκτό προσφυγής που ασκεί υπάλληλος εξαρτάται από την αυστηρή τήρηση της προκαταρκτικής διοικητικής διαδικασίας. Οι προθεσμίες για την υποβολή ενστάσεων και ενδίκων προσφυγών είναι δημόσιας τάξεως και δεσμεύουν τους διαδίκους. Ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ή υπηρεσιακού σημειώματος είναι ζήτημα που αφορά μόνον το Δικαστήριο και όχι τους διαδίκους. _Εγγραφο με το οποίο δεν ζητείται ρητώς η ανάκληση αποφάσεως, αλλά επιδιώκεται σαφώς να επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός συνιστά ένσταση, όπως και έγγραφο με το οποίο σαφώς εκδηλώνεται η πρόθεση του καταγγέλλοντος να αμφισβητήσει βλαπτική γι' αυτόν απόφαση.
14. Με το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος κατήγγειλε σαφώς παρατυπίες της εκθέσεως αξιολογήσεως και της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1997. _Οσον αφορά την έκθεση αξιολογήσεως, προβάλλεται ότι το έγγραφο αυτό ενέχει πλάνη κατά την εκτίμηση που δεν βασίζεται σε αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία και, όσον αφορά την απόφαση, μη τήρηση των προθεσμιών που θεσπίζονται στον οδηγό του προσωπικού του Ιδρύματος του Ιανουαρίου 1997, μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και καταστρατήγηση της διαδικασίας. Με το έγγραφο αυτό δεν επιδιωκόταν μόνον ο φιλικός διακανονισμός της διαφοράς, αλλά και η ακύρωση, εντός δύο εβδομάδων, της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως. Το έγγραφο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως ένσταση.
15. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από τη δήλωση που περιλαμβανόταν στο έγγραφο αυτό ότι θα υποβληθεί ένσταση αν δεν δοθεί ευνοϊκή συνέχεια ή από τη δήλωση που περιλαμβανόταν στο συνοδευτικό έγγραφο της «ενστάσεως» της 31ης Δεκεμβρίου 1997 ότι αν το προηγούμενο έγγραφο αντιμετωπιστεί ως διοικητική ένσταση, «το παρόν πρέπει να θεωρηθεί ως ανάκληση». Ο προσφεύγων δεν μπορεί να κινήσει εκ νέου την προθεσμία με απλή δήλωση «ανακλήσεως».
16. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να καθοριστεί αν το έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1997 του εκπροσώπου του Ιδρύματος συνιστά απάντηση στη διοικητική ένσταση ή όχι. Αν συνιστά απάντηση, η προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1998, λαμβάνοντας υπόψη την παράταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως· αν όχι, τότε υπήρξε σιωπηρή απορριπτική απόφαση της διοικητικής ενστάσεως στις 5 Μαρτίου 1998, τέσσερις μήνες μετά την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως, και η προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί εντός τριών μηνών πλέον των δέκα ημερών παρεκτάσεως λόγω αποστάσεως, συγκεκριμένα μέχρι τις 15 Ιουνίου 1998.
17. Το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσθετο υπηρεσιακό σημείωμα στο οποίο αναπτύσσονται προβληθέντες με την ένσταση ισχυρισμοί· αν και αυτό επιτρέπεται, δεν μπορεί να επηρεάσει την προθεσμία απαντήσεως η οποία, από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πρέπει να υπολογίζεται από την ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ενστάσεως, οπότε η περίοδος εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί ένδικη προσφυγή έχει σαφώς λήξει πριν από τις 2 Αυγούστου 1998.
Λόγοι αναιρέσεως
18. Το πρώτο επιχείρημα του C. Politi είναι ότι το ρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 ως διοικητική ένσταση. Το έγγραφο αυτό, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωσή του, συντάχθηκε από τον δικηγόρο του, ο οποίος δεν είχε εξουσιοδότηση να υποβάλει διοικητική ένσταση επ' ονόματι του C. Politi κατά το στάδιο εκείνο. εραιτέρω, στο έγγραφο αυτό επισημαινόταν ότι ο C. Politi δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα υποβάλει διοικητική ένσταση. Επιπλέον, ο διευθυντής του Ιδρύματος, αναθέτοντας στον εκπρόσωπο του Ιδρύματος να απαντήσει στον δικηγόρο του C. Politi, αναγνώρισε σαφώς τον χαρακτήρα των εγγράφων εφόσον δεν μπορούσε να μεταβιβάσει την εξουσία του ως αρμόδιας για τον διορισμό αρχής σε δικηγόρο ο οποίος δεν είναι υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων. Εν πάση περιπτώσει, ούτε ο C. Politi εξουσιοδότησε τον δικηγόρο του να παραλάβει επ' ονόματί του απάντηση σε διοικητική ένσταση.
19. Δεύτερον, ο C. Politi ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο εσφαλμένως χαρακτήρισε το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 ως «πρόσθετο υπηρεσιακό σημείωμα» σε διοικητική ένσταση, εφόσον ήταν η πρώτη και μοναδική υποβληθείσα διοικητική ένσταση.
20. Ο C. Politi ισχυρίζεται ότι η απόφαση του ρωτοδικείου έχει ως αποτέλεσμα τη μη σύννομη σύντμηση της περιόδου διασκέψεως που χορηγείται στους υπαλλήλους σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και της περιόδου που χορηγείται για την απάντηση των θεσμικών οργάνων, συγκεκριμένα δε όσον αφορά την τελευταία προθεσμία καθορίζοντας ότι η προθεσμία αυτή αρχίζει στις 5 Νοεμβρίου 1997, μολονότι το θεσμικό όργανο έπρεπε να απαντήσει στους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου 1997.
21. Ο C. Politi θεωρεί ότι το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 έπρεπε να θεωρηθεί ως διοικητική ένσταση υποβληθείσα εμπροθέσμως, ότι η τετράμηνη περίοδος που χορηγείται στο _Ιδρυμα προς απάντηση έπρεπε να υπολογιστεί από την ημερομηνία αυτή, και η τρίμηνη περίοδος για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου από τη λήξη της ημερομηνίας αυτής, και ότι συνεπώς η προσφυγή δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως.
22. Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο C. Politi προβάλλει επικουρικό επιχείρημα ότι, αν το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 ορθώς χαρακτηρίστηκε ως διοικητική ένσταση, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι το έγγραφο αυτό ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε με τη διοικητική ένσταση της 31ης Δεκεμβρίου 1997, την οποία υπέβαλε εμπροθέσμως ασκώντας το δικαίωμά του της τρίμηνης περιόδου διασκέψεως. Η ανάκληση και αντικατάσταση συνεπώς δεν κίνησαν εκ νέου τις προθεσμίες υπό την έννοια του ΚΥΚ.
23. Το _Ιδρυμα θεωρεί ότι οι πρώτοι δύο λόγοι αναιρέσεως του C. Politi είναι απαράδεκτοι καθόσον με τους λόγους αυτούς δεν προβάλλεται καμία παραβίαση κανόνα δικαίου· δεν αμφισβητείται ο εκ μέρους του ρωτοδικείου νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών αλλά η εκτίμησή τους, συγκεκριμένα ο ισχυρισμός ότι ο δικηγόρος του C. Politi δεν είχε εξουσιοδότηση να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά το στάδιο αυτό ή να παραλάβει συναφώς απάντηση. Επιπλέον, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως απλώς αναπαράγει τα πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα.
24. Το _Ιδρυμα θεωρεί ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι και απαράδεκτος, καθόσον δεν διευκρινίζει τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, και προδήλως αβάσιμος, διότι η διάταξη εκδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και επομένως ουδαμώς μπορεί να συντμήσει την περίοδο αυτή, εφόσον εναπόκειται στον υπάλληλο να αποφασίσει σε ποια ακριβώς στιγμή επιθυμεί να υποβάλει διοικητική ένσταση.
25. _Οσον αφορά το επικουρικό επιχείρημα που προέβαλε ο C. Politi με το υπόμνημά του απαντήσεως, το _Ιδρυμα θεωρεί ότι, μολονότι ένας υπάλληλος δικαιούται να ανακαλέσει μια διοικητική ένσταση, δεν μπορεί να την αντικαταστήσει με άλλη και συνεπώς να κινήσει νέα τετράμηνη προθεσμία για την απάντηση της ΑΔΑ. Τέτοια ενέργεια αντίκειται στην αρχή ότι οι προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. Τούτο θα επέβαλε στην ΑΔΑ να περιμένει μέχρι το τέλος της τρίμηνης περιόδου προτού εκδώσει την απάντησή της, στην περίπτωση ανακλήσεως της αρχικής διοικητικής ενστάσεως και αντικαταστάσεώς της από άλλη κατά την περίοδο αυτή, δεν συμβιβάζεται δε με τον στόχο επιδιώξεως φιλικού διακανονισμού.
Ανάλυση
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
26. Θεωρώ ότι το _Ιδρυμα αβασίμως υποστηρίζει ότι, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο αναιρεσείων δεν προβάλλει καμία παράβαση κανόνα δικαίου, δεν συγκεκριμενοποιεί τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και αμφισβητεί μάλλον την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του ρωτοδικείου παρά τον νομικό τους χαρακτηρισμό.
27. Είναι σαφές ότι ο C. Politi αμφισβητεί τις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου ότι α) το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 αποτελούσε διοικητική ένσταση και β) το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 ήταν απλώς ένα «πρόσθετο υπηρεσιακό σημείωμα». Ο C. Politi παραθέτει συγκεκριμένα τις σκέψεις 33 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στις οποίες εκτίθενται αυτές οι διαπιστώσεις. Τα επιχειρήματα που προβάλλει θεμελιώνουν σαφώς τον ισχυρισμό του ότι το ρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα (και συνεπώς παραβίασε) το κοινοτικό δίκαιο καταλήγοντας στις διαπιστώσεις αυτές. Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να επανορθώσει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών στον οποίον προέβη το ρωτοδικείο και των εντεύθεν νομικών συμπερασμάτων.
28. άντως, ο ισχυρισμός ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως επαναλαμβάνει τα πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα δεν στερείται ερείσματος. Σχεδόν όλη η επιχειρηματολογία του λόγου αυτού στην αίτηση αναιρέσεως του C. Politi, μαζί με όλο το μέρος που φέρει τον τίτλο «αιτήματα», με το οποίο σχετίζεται στενά, είναι σχεδόν κατά λέξη αντιγραφή των παρατηρήσεων που προέβαλε πρωτοδίκως επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
29. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατά πάγια νομολογία, από την διάταξη Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ μέχρι τη διάταξη Clauni κ.λπ. κατά Επιτροπής , ότι μια αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του ρωτοδικείου είναι απαράδεκτη. άντως, η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε κυρίως σε υποθέσεις όπου τα προβληθέντα κατ' αναίρεση επιχειρήματα δεν διευκρινίζουν τις αμφισβητούμενες πτυχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή διατάξεως, αλλ' απλώς επικαλούνται αορίστως τον μη σύννομο χαρακτήρα και αναφέρονται γενικώς σε ισχυρισμούς προβληθέντες πρωτοδίκως ή τους αναπαράγουν, συγκεκριμένα όταν αφορούν επιχειρήματα που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία ρητώς απέρριψε το ρωτοδικείο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτές οι αιτήσεις αναιρέσεως στην πραγματικότητα σκοπούν στην απλή επανεξέταση της πρωτόδικης προσφυγής και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
30. Δεν θεωρώ ότι πρόκειται περί αυτού εν προκειμένω. Ο C. Politi διευκρίνισε σαφώς την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως (στη σκέψη 33), την οποία αμφισβητεί και προέβαλε σαφή νομικά επιχειρήματα βάσει των οποίων θεωρεί ότι η κρίση αυτή είναι νομικώς εσφαλμένη. αρά την επανάληψη των ενώπιον του ρωτοδικείου προβληθέντων επιχειρημάτων, οι προβληθέντες με την αίτηση αναιρέσεως λόγοι έχουν σαφώς τον χαρακτήρα επικρίσεων της διατάξεως του ρωτοδικείου. Συναφώς, συντάσσομαι με την επίκριση του γενικού εισαγγελέα Fennelly ως προς την υπερβολική χρήση αυτού του είδους ενστάσεων απαραδέκτου αιτήσεως αναιρέσεως .
31. Επομένως, θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του C. Politi αναπαράγει σε μεγάλο μέρος τα προβληθέντα πρωτοδίκως επιχειρήματα δεν πρέπει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, να συνιστά εμπόδιο για το παραδεκτό της.
32. Το _Ιδρυμα αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου λόγου αναιρέσεως για τον λόγο και μόνον ότι δεν διευκρινίζει τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Θεωρώ ότι η ένσταση αυτή είναι αδικαιολόγητη· τα αμφισβητούμενα στοιχεία ταυτίζονται σαφώς με τον πρώτο και δεύτερο λόγο, συγκεκριμένα, με τον χαρακτηρισμό του εγγράφου της 5ης Νοεμβρίου 1997 ως διοικητικής ενστάσεως και του εγγράφου της 31ης Δεκεμβρίου 1997 ως «πρόσθετου υπηρεσιακού σημειώματος».
Η ουσία της αιτήσεως αναιρέσεως: το παραδεκτό της πρωτόδικης προσφυγής
33. Η αίτηση αναιρέσεως αφορά ένα μόνον ουσιαστικό ζήτημα: αν το ρωτοδικείο έκρινε ορθώς από νομικής απόψεως το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 ως διοικητική ένσταση και όχι το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997. Ο C. Politi προβάλλει κατ' ουσίαν ότι: 1) το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 δεν μπορεί, από νομικής απόψεως, να συνιστά διοικητική ένσταση· 2) το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 δεν μπορεί παρά να συνιστά διοικητική ένσταση· και 3) κρίνοντας διαφορετικά, το ρωτοδικείο παρανόμως σύντμησε τις περιόδους διασκέψεως που θεσπίζει ο ΚΥΚ.
34. _Εχει κριθεί πλειστάκις ότι ο νομικός χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ως διοικητικής ενστάσεως είναι ζήτημα που μόνον το Δικαστήριο εκτιμά και δεν καθορίζεται από τη βούληση των διαδίκων. Υπάρχουν υποθέσεις πριν από το 1989 όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα έγγραφο μπορεί να θεωρηθεί ως προσφυγή ή ως διοικητική ένσταση βάσει του περιεχομένου του, μολονότι δεν εφέρετο ρητώς ως τέτοιο . άντως, στη νομολογία του ρωτοδικείου η προσέγγιση αυτή παγιώθηκε με συγκεκριμένη διατύπωση .
35. ρέπει να τονιστεί ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν του επιτρέπει να απορρίπτει ανεπιθύμητες υποθέσεις ως απαράδεκτες· πρέπει να υπάρχει επιτακτικός λόγος και να θεωρηθεί ένα έγγραφο κάτι άλλο από αυτό που σκοπεί να είναι. Το προεξέχον κριτήριο πρέπει να είναι η ασφάλεια δικαίου· οι προθεσμίες είναι επιτακτικές και δημοσίας τάξεως και πρέπει να είναι δυνατόν το γεγονός που αποτελεί την έναρξή τους να μπορεί να καθοριστεί με βεβαιότητα. Συνεπώς, αφενός, ένας υπάλληλος μπορεί να μην καταθέτει ορισμένα αμφισβητούμενα έγγραφα και να αποφασίζει μόνον αργότερα, ενόψει μεταγενέστερων διαδικαστικών απαιτήσεων ποιο από τα έγγραφα αυτά μπορεί να θεωρεί ως έναρξη μιας προθεσμίας· αφετέρου, το Δικαστήριο δεν πρέπει, χωρίς βάσιμο λόγο, να αναχαρακτηρίζει έγγραφα τα οποία οι διάδικοι χρησιμοποίησαν κατά συγκεκριμένο τρόπο και συνεπώς να ανακαθορίζει τα διαδικαστικά δικαιώματα βάσει των οποίων ενήργησαν οι διάδικοι.
36. Στην παρούσα υπόθεση, το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 περιελάμβανε τη δήλωση του δικηγόρου του C. Politi ότι, αν η απόφαση μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του δεν αποσυρόταν και η απόφαση περί ανανεώσεώς της δεν λαμβανόταν εντός δύο εβδομάδων, «μπορώ μόνον να συμβουλεύσω τον πελάτη μου να υποβάλει διοικητική ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και του άρθρου 46 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο Λοιπό ροσωπικό, ενώπιον της αρμόδιας αρχής». Η δήλωση αυτή συνεπάγεται σαφώς ότι το έγγραφο καθαυτό δεν εθεωρείτο ως διοικητική ένσταση, μολονότι το ρωτοδικείο έκρινε το σημείο αυτό ως αλυσιτελές . εραιτέρω, το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 φέρει σαφώς τον τίτλο: «διοικητική ένσταση υποβληθείσα δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
37. αρά τις θεωρήσεις αυτές πάντως, το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 φέρει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία διοικητικής ενστάσεως. Επικρίνει, βάσει συγκεκριμένων νομικών λόγων, και την οριστική έκθεση αξιολογήσεως του C. Politi και την απόφαση μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του (αμφότερες βλαπτικές γι' αυτόν πράξεις) και ζητεί συγκεκριμένα την ανάκληση της αποφάσεως αυτής και την ανανέωση της συμβάσεως. Οι πτυχές αυτές του εγγράφου εκτίθενται σαφώς και αναλύονται στις σκέψεις 29 έως 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, όπου το ρωτοδικείο τις συγκρίνει με τα χαρακτηριστικά διοικητικής ενστάσεως και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο πρέπει να χαρακτηριστεί ως διοικητική ένσταση. Θεωρώ ότι έκρινε ορθότατα επ' αυτού. Είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ότι ένα τέτοιο έγγραφο δεν συνιστά διοικητική ένσταση υπό την έννοια των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ.
38. Το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται για διοικητική ένσταση επειδή επιδίωκε φιλικό διακανονισμό δεν ευσταθεί. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Lacroix: «Μολονότι είναι αληθές ότι με το έγγραφο αυτό δεν ζητείται ρητώς η ανάκληση της επίδικης αποφάσεως, προκύπτει εντούτοις σαφώς από το έγγραφο αυτό ότι, με τη διοικητική αυτή προσφυγή, ο προσφεύγων επεδίωκε να επιτύχει φιλικό διακανονισμό των αιτιάσεών του» και θεώρησε το έγγραφο αυτό ως διοικητική ένσταση. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Thomik ότι ένα έγγραφο με το οποίο «επιδιώκεται σαφώς απόφαση αναδιατυπώνουσα την απόφαση που προέκυπτε από το [προηγούμενο] έγγραφο» πρέπει να θεωρηθεί ως διοικητική ένσταση και με την απόφαση Aldinger ότι τα έγγραφα με τα οποία «δηλώνεται σαφώς η βούληση των προσφευγόντων να προσβάλουν την απόφαση της ΑΔΑ» συνιστούν διοικητικές ενστάσεις.
39. _Ερεισμα δεν μπορεί να αντληθεί ούτε από το επιχείρημα ότι ο δικηγόρος του C. Politi δεν είχε εξουσιοδότηση να υποβάλει διοικητική ένσταση· δεν προβλήθηκε ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να συντάξει το έγγραφο που συνέταξε και το έγγραφο αυτό πρέπει να χαρακτηριστεί βάσει των χαρακτηριστικών του. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι είτε το έγγραφο του εκπροσώπου του Ιδρύματος μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη απάντηση σε διοικητική ένσταση είτε όχι δεν επηρεάζει τη διοικητική ένσταση καθαυτή.
40. Το έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1997 συνιστούσε διοικητική ένσταση όχι μόνον όσον αφορά την απόφαση μη ανανεώσεως της συμβάσεως του C. Politi, αλλά και όσον αφορά την έκθεσή του αξιολογήσεως. Μολονότι το αίτημα ανακλήσεως της εκθέσεως δεν είναι ρητό, είναι εγγενές του εγγράφου αυτού, με το οποίο προβάλλεται συγκεκριμένα ανεπαρκής αιτιολογία, αντίθετη προς το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ), το άρθρο 25 του ΚΥΚ και το άρθρο 54 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο Λοιπό ροσωπικό. Εφόσον η έκθεση αποτελούσε στο στάδιο αυτό οριστικό κείμενο, το αίτημα αυτό μπορεί να συνιστά μόνον αμφισβήτηση του κύρους του. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η επίκριση της εκθέσεως αξιολογήσεως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το αίτημα να ανακληθεί η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως και δεν συνιστούσε αυτοτελές αίτημα· ενόψει των σοβαρών επικρίσεων που περιελάμβανε η έκθεση, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η σύμβαση του C. Politi θα ανανεωνόταν καθόσον εξακολουθούσε να ισχύει η έκθεση αυτή.
41. Ενόψει των θεωρήσεων αυτών, φρονώ ότι το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι ο C. Politi υπέβαλε διοικητική ένσταση στις 5 Νοεμβρίου 1997 και δεν μπορούσε να κινήσει εκ νέου την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής υποβάλλοντας μεταγενέστερη διοικητική ένσταση.
42. Οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως μπορούν να εξεταστούν συνοπτικά. Το επιχείρημα ότι το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1997 εσφαλμένως χαρακτηρίστηκε ως «πρόσθετο υπηρεσιακό σημείωμα» εξαρτάται πλήρως από τον χαρακτηρισμό του πρώτου εγγράφου. Καθόσον το πρώτο έγγραφο αποτελεί διοικητική ένσταση, το δεύτερο δεν μπορεί να αποτελεί. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και το επικουρικό επιχείρημα που προέβαλε ο C. Politi με το υπόμνημά του απαντήσεως φαίνεται ότι στηρίζονται σε πλήρη παρανόηση. Υπονοούν ότι ο ΚΥΚ χορηγεί στους υπαλλήλους πλήρη περίοδο τριών μηνών εντός της οποίας μπορούν όχι μόνο να υποβάλλουν διοικητική ένσταση, αλλά και να τροποποιούν, παρατείνουν ή ανακαλούν και αντικαθιστούν τη διοικητική αυτή ένσταση, η δε τετράμηνη περίοδος απαντήσεως αρχίζει μόνον από τη στιγμή που ο υπάλληλος θα αποφασίσει την τελική διατύπωση της ενστάσεώς του. Τούτο αντίκειται σαφώς στην αρχή της ασφαλείας δικαίου, στη διατύπωση των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ και στην πάγια πρακτική. Μια διοικητική ένσταση μπορεί να διευρυνθεί κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας , με αποτέλεσμα ότι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν σε «πρόσθετα υπηρεσιακά σημειώματα» μπορούν να προβληθούν επίσης σε μεταγενέστερη προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν την προθεσμία που έχει αρχίσει για την υποβολή αυτής καθαυτής της διοικητικής ενστάσεως.
ρόταση
43. Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.