Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 2001. - Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. - Ακύρωση - Οδηγία 98/44/ΕΚ - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Νομική βάση - Άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 308 ΕΚ) ή άρθρα 130 και 130 ΣΤ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 157 ΕΚ και 163 ΕΚ) - Επικουρικότητα - Ασφάλεια δικαίου - Υποχρεώσεις διεθνούς δικαίου των κρατών μελών - Θεμελιώδη δικαιώματα - Ανθρώπινη αξιοπρέπεια - Αρχή της συλλογικότητας για τις νομοθετικού περιεχομένου προπαρασκευαστικές πράξεις της Επιτροπής. - Υπόθεση C-377/98.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-07079
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Οδηγία 98/44 - Νομική βάση - Άρθρο 100 Α της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ)
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 100 Α (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ) και άρθρα 130 και 130 ΣΤ (νυν άρθρα 157 ΕΚ και 163 ΕΚ)· οδηγία 98/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου]
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Οδηγία 98/44 - Εφευρέσεις των οποίων η εμπορική εκμετάλλευση αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη - Αποκλεισμός της δυνατότητας κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας - εριθώριο ελιγμών επιφυλασσόμενο στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του κριτηρίου περί αποκλεισμού - Μη εισάγων δυσμενή διάκριση χαρακτήρας
(Οδηγία 98/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 6)
3. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Οδηγία 98/44 - Δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των φυτικών ποικιλιών - Επιτρέπεται - ροϋποθέσεις
(Οδηγία 98/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 4)
4. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Οδηγία 98/44 - Αναγνωριζόμενη με το δίπλωμα προστασία - εριεχόμενο
(Οδηγία 98/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 8 και 9)
5. ροσφυγή ακυρώσεως - Λόγοι ακυρώσεως - Αθέτηση διεθνών υποχρεώσεων - Δυνατότητα επικλήσεως της Συμβάσεως του Ρίο Ιανέιρο, της 5ης Ιουνίου 1992, περί της βιολογικής ποικιλομορφίας, προκειμένου να αμφισβητηθεί η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως - ροϋποθέσεις
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ)]
6. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Τήρηση διασφαλιζόμενη από τον κοινοτικό δικαστή - Έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων - Οδηγία 98/44 - Δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων που συνδέουν ένα στοιχείο του ανθρώπινου σώματος με τεχνική διαδικασία καθιστώσα εφικτή την απομόνωσή του ή την παραγωγή του με σκοπό τη βιομηχανική εφαρμογή - Δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια - ροσβολή - Δεν συντρέχει
(Οδηγία 98/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 1, 3 και 6)
7. ράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - εριεχόμενο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)]
1. Ο προσδιορισμός της νομικής βάσεως ως αναγκαίου θεμελίου μιας πράξεως πρέπει να είναι συνάρτηση του κυρίου αντικειμένου της. Καίτοι δεν αμφισβητείται συναφώς ότι η οδηγία 98/44 για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων επιδιώκει τον στόχο της προωθήσεως της έρευνας και της αναπτύξεως στον τομέα της γενετικής μηχανικής εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλει σ' αυτό συνίσταται στην άρση των εμποδίων νομικής φύσεως που αποτελούν, στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς, οι νομοθετικές και νομολογιακές διαφορές μεταξύ κρατών μελών, δυνάμενες να παρεμβάλουν προσκόμματα και να διαταράξουν τις δραστηριότητες έρευνας και αναπτύξεως στον ως άνω τομέα. Η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν αποτελεί, επομένως, παρεμπίπτοντα ή επικουρικό στόχο της οδηγίας, αλλά ανταποκρίνεται στην ίδια την ουσία του. Το γεγονός ότι η οδηγία επιδιώκει και στόχο εμπίπτοντα στα άρθρα 130 και 130 ΣΤ της Συνθήκης (νυν άρθρα 157 ΕΚ και 163 ΕΚ) δεν είναι ικανό, υπό τις περιστάσεις αυτές, να καταστήσει απρόσφορη την επίκληση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ) ως νομικής βάσεως της οδηγίας.
( βλ. σκέψεις 27-28 )
2. Το άρθρο 6 της οδηγίας 98/44 για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων, το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων, η εμπορική εκμετάλλευση των οποίων αντίκειται προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, επιφυλάσσει στις διοικητικές αρχές και στα δικαστήρια των κρατών μελών ευρύ περιθώριο ελιγμών κατά την εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου αποκλεισμού. άντως, το περιθώριο αυτό ελιγμών που επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη δεν είναι ανεξέλεγκτο δοθέντος ότι η οδηγία πλαισιώνει τις ως άνω έννοιες, αφενός, διευκρινίζοντας ότι η απαγόρευση απλώς και μόνο, με τη θέσπιση νομοθετικής ή κανονιστικής διατάξεως, δεν καθιστά την εμπορική εκμετάλλευση μιας εφευρέσεως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και, αφετέρου, παραθέτοντας τέσσερα παραδείγματα διαδικασιών και χρήσεων που δεν επιτρέπουν την κατοχύρωση με διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
( βλ. σκέψεις 37, 39 )
3. Όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 4 της οδηγίας 98/44 για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων, σύμφωνα με το οποίο είναι αδύνατη η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φυτική ποικιλία αλλ' επιτρέπεται για εφεύρεση, η δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής της οποίας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη φυτική ποικιλία, η γενετική τροποποίηση συγκεκριμένης φυτικής ποικιλίας δεν μπορεί να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ενώ τούτο είναι εφικτό όταν πρόκειται για ευρύτερης εκτάσεως τροποποίηση αφορώσα για παράδειγμα ένα είδος.
( βλ. σκέψεις 43-45 )
4. Τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 98/44 για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων, σύμφωνα με τα οποία η αναγνωριζόμενη με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασία επεκτείνεται σε οποιοδήποτε βιολογικό υλικό που προκύπτει με αναπαραγωγή ή πολλαπλασιασμό από το βιολογικό υλικό που περιλαμβάνει την κατοχυρωμένη ευρεσιτεχνιακώς πληροφορία, δεν αφορούν την αρχή της κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αλλά την έκταση της αναγνωριζομένης με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασίας. Η εν λόγω προστασία μπορεί, συνεπώς, να επεκτείνεται σε φυτική ποικιλία, χωρίς πάντως η ποικιλία αυτή να μπορεί να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
( βλ. σκέψη 46 )
5. Κατ' αρχήν, η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως δεν εξαρτάται από το αν συνάδει προς διεθνή σύμβαση, συμβαλλόμενο μέρος της οποίας δεν είναι η Κοινότητα, όπως είναι η Σύμβαση του Μονάχου της 5ης Οκτωβρίου 1973 περί χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η νομιμότητά της δεν μπορεί περαιτέρω να εκτιμάται υπό το φως πράξεων του διεθνούς δικαίου, οι οποίες δεν καταλέγονται κατ' αρχήν, όπως συμβαίνει με τη Συμφωνία για την ίδρυση του αγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου και τις αποτελούσες τμήμα αυτής Συμφωνίες για τα δικαιώματα πνευμτικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPs) και περί τεχνικών εμποδίων στο εμπόριο, λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, στους κανόνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων. άντως, η Σύμβαση του Ρίο Ιανέιρο της 5ης Ιουνίου 1992 περί της βιολογικής ποικιλομορφίας, η οποία, σε αντίθεση με τη συμφωνία για την ίδρυση του αγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, δεν θεμελιώνεται αυστηρά στην αρχή της αμοιβαιότητας, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εφαρμογής αυτού του αποκλεισμού. Συναφώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Σύμβαση του Ρίο περιλαμβάνει διατάξεις στερούμενες αμέσου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι δεν γεννά δικαιώματα που οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον δικαστηρίου, τούτο δεν συνιστά εμπόδιο για τον εκ μέρους του δικαστή έλεγχο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η Κοινότητα ως συμβαλλόμενο μέρος της ως άνω συμφωνίας.
( βλ. σκέψεις 52-54 )
6. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, στα πλαίσια του ελέγχου του συννόμου των πράξεων των οργάνων προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, να μεριμνά για τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ακεραιότητα του προσώπου. Σχετικά με τη ζώσα ύλη ανθρώπινης προελεύσεως, η οδηγία πλαισιώνει το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κατά τρόπο αρκούντως αυστηρό ώστε το ανθρώπινο σώμα να παραμένει όντως αδιάθετο και αναπαλλοτρίωτο και με τον τρόπο αυτό να διαφυλάσσεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
ράγματι, αφενός, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας απαγορεύει το ανθρώπινο σώμα, στα διάφορα στάδια σχηματισμού και αναπτύξεώς του, να μπορεί να αποτελεί εφεύρεση δυνάμενη να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Αφετέρου, τα στοιχεία του ανθρωπίνου σώματος δεν μπορούν να κατοχυρωθούν ως τέτοια με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ούτε η ανακάλυψή τους μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας. Μπορούν να αποτελέσουν αποκλειστικά αντικείμενο αιτήσεως για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας οι εφευρέσεις που συνδέουν ένα φυσικό στοιχείο με τεχνική διαδικασία καθιστώσα εφικτή την απομόνωσή του ή την παραγωγή του με σκοπό τη βιομηχανική εφαρμογή. Έτσι, ένα στοιχείο του ανθρωπίνου σώματος μπορεί να αποτελέσει μέρος προϊόντος δυναμένου να τύχει της προστασίας ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν μπορεί, όμως, στο φυσικό περιβάλλον του, να αποτελέσει αντικείμενο ιδιοποιήσεως. Η ως άνω διάκριση εφαρμόζεται στην περίπτωση εργασιών που αφορούν την ακολουθία ή τη μερική ακολουθία των ανθρωπίνων γονιδίων. Το αποτέλεσμα των εργασιών αυτών δεν μπορεί να δώσει λαβή για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας παρά μόνον εφόσον η αίτηση συνοδεύεται, αφενός, από περιγραφή της πρωτότυπης μεθόδου αλληλουχίας της ακολουθίας που κατέστησε δυνατή την εφεύρεση και, αφετέρου, από έκθεση σχετικά με τη βιομηχανική εφαρμογή για την οποία προορίζονται οι εργασίες, όπως διευκρινίζει το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας. ράγματι, ελλείψει παρόμοιας εφαρμογής, δεν θα επρόκειτο για εφεύρεση αλλά για ανακάλυψη ακολουθίας DNA (δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος) μη δυναμένης, αφεαυτής, να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Έτσι, η προβλεπόμενη από την οδηγία προστασία αφορά απλώς το αποτέλεσμα μιας εφευρετικής, επιστημονικής ή τεχνικής εργασίας και δεν επεκτείνεται σε βιολογικά δεδομένα που απαντούν σε φυσική κατάσταση εντός του ανθρωπίνου σώματος παρά μόνο στο αναγκαίο για την υλοποίηση και την εκμετάλλευση συγκεκριμένης βιομηχανικής εφαρμογής μέτρο.
Εξάλλου, η επίκληση του δικαιώματος της ακεραιότητας του προσώπου, το οποίο περιλαμβάνει, στο πλαίσιο της ιατρικής και της βιολογίας, την ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση του δότη και του λήπτη, είναι αλυσιτελής έναντι οδηγίας η οποία αφορά αποκλειστικά τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και το πεδίο εφαρμογής της οποίας δεν επεκτείνεται, επομένως, στις προγενέστερες και μεταγενέστερες της χορηγήσεως πράξεις, είτε πρόκειται για την έρευνα είτε για τη χρήση των κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων.
( βλ. σκέψεις 70-75, 77-79 )
7. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των οδηγιών, απόρροια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), δεν συνεπάγεται την επιβολή της περαιτέρω υποχρεώσεως οι παραπομπές στις προτάσεις και γνώμες που απαριθμούνται στο ίδιο άρθρο να υπενθυμίζουν τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι εφικτό να διαπιστωθεί ότι κάθε εμπλεκόμενο στη νομοθετική διαδικασία θεσμικό όργανο τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες του.
Επιπλέον, ένα όργανο νομιμοποιείται να ζητήσει να ενημερωθεί συναφώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται σοβαρή αμφιβολία σχετικά με το νομότυπο της προηγηθείσας της εμπλοκής του διαδικασίας.
( βλ. σκέψεις 86-87 )
Στην υπόθεση C-377/98,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους Μ. Α. Fierstra και Ι. van der Steen,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και το
Βασίλειο της Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από τον H. W. Longva,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον J. Schoo και την E. Vandenbosch, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους R. Gosalbo Bono και G. Houttuin και την A. Lo Monaco, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών,
υποστηριζομένων από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks και τον P. van Nuffel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 98/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων (ΕΕ L 213, σ. 13),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, P. Jann, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, J.-P. Puissochet (εισηγητή), L. Sevón, Μ. Wathelet, Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εκπροσωπήθηκε από την J. van Bakel, η Ιταλική Δημοκρατία από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, το Βασίλειο της Νορβηγίας από τον H. Seland, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τον J. Schoo και την E. Vandenbosch, το Συμβούλιο από τον G. Houttuin και την A. Lo Monaco και η Επιτροπή από την K. Banks και τον P. van Nuffel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 1998, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), την ακύρωση της οδηγίας 98/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων (ΕΕ L 213, σ. 13, στο εξής: οδηγία).
2 Η οδηγία, νομική βάση για την έκδοση της οποίας αποτέλεσε το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), έχει ως αντικείμενο να επιφορτίσει τα κράτη μέλη με την προστασία, στα πλαίσια της τηρήσεως των διεθνών δεσμεύσεών τους, των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων μέσω του εθνικού τους δικαίου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
3 Συναφώς, η οδηγία διευκρινίζει ιδίως ποια από τις εφευρέσεις που αφορούν τα φυτά, τα ζώα και το ανθρώπινο σώμα μπορεί ή όχι να αποτελέσει αντικείμενο χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
4 Η προσφεύγουσα αναφέρει προκαταρκτικώς ότι πρόκειται για ρητό αίτημα του Κοινοβουλίου των Κάτω Χωρών, λαμβανομένης υπόψη της εκδηλωθείσας εκ μέρους του εναντιώσεως προς τους γενετικούς χειρισμούς που αφορούν ζώα και φυτά, καθώς και προς τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα βιοτεχνολογικών μεθόδων δυναμένων να ευνοήσουν παρόμοιους χειρισμούς.
5 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επετράπη να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μα_ου 1999, επετράπη στην Ιταλική Δημοκρατία και στο Βασίλειο της Νορβηγίας να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
Επί του παραδεκτού της παρεμβάσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας
6 Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι το υπόμνημα που κατέθεσε στις 19 Μαρτίου 1999 το Βασίλειο της Νορβηγίας περιορίζεται στο να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου επί ορισμένων ζητημάτων που εγείρει ενδεχομένως η εφαρμογή της οδηγίας στο πλαίσιο της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ), χωρίς να συντάσσεται με τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής ούτε να ζητεί την ακύρωση της οδηγίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν συντρέχει το στοιχείο της παρεμβάσεως προς υποστήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της παρεμβάσεως.
7 Συναφώς, το άρθρο 37 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ορίζει ότι τα αιτήματα του δικογράφου της παρεμβάσεως δεν μπορούν να έχουν άλλο αντικείμενο από την υποστήριξη των αιτημάτων ενός των διαδίκων.
8 Το υπόμνημα που κατέθεσε η Νορβηγική Κυβέρνηση έχει ως αντικείμενο, όπως αναφέρεται στο αιτητικό του, να επισημάνει ότι «πολλά από τα ζητήματα που τέθηκαν από την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών με την προσφυγή της προς ακύρωση της οδηγίας 98/44 ενδέχεται να έχουν αποφασιστική σημασία για το αν η οδηγία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας ΕΟΧ καθώς και για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στα πλαίσια της Συμφωνίας ΕΟΧ» και να καλέσει το Δικαστήριο «να λάβει δεόντως υπόψη τα προβληθέντα επιχειρήματα» εκ μέρους της Νορβηγικής Κυβερνήσεως επί του θέματος.
9 Ακόμη και αν το ούτω περιγραφέν αντικείμενο διαφέρει, κατά γράμμα, από εκείνο που μπορεί να επιδιώκει εγκύρως ένα υπόμνημα παρεμβάσεως, είναι σαφές ότι πρόθεση της Νορβηγικής Κυβερνήσεως δεν ήταν να προσθέσει νέα αιτήματα προς τα ήδη διατυπωθέντα από το προσφεύγον, ούτε να καλέσει το Δικαστήριο να τάμει διακεκριμένα ζητήματα, αλλά να συμβάλει στην επιτυχή έκβαση της προσφυγής της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, ρίπτοντας στη διαφορά περισσότερο φως.
10 Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όλα τα περιλαμβανόμενα στο υπόμνημα της Νορβηγικής Κυβερνήσεως επιχειρήματα επαναλαμβάνουν, και σε ορισμένα σημεία αναπτύσσουν, σκέψεις περιλαμβανόμενες στο δικόγραφο του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
11 Επομένως, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι το κατατεθέν από το Βασίλειο της Νορβηγίας υπόμνημα, εξεταζόμενο σφαιρικά και στα πλαίσια της συγκεκριμένης συγκυρίας, συνιστά παραδεκτή παρέμβαση προς υποστήριξη των αιτημάτων του προσφεύγοντος.
Επί των λόγων της προσφυγής
12 Το προσφεύγον προβάλλει έξι λόγους αρυομένους αντίστοιχα από την εσφαλμένη επιλογή του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ως νομικής βάσεως της οδηγίας, από την παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας, από την παραβίαση της αρχής περί ασφαλείας δικαίου, από την παράβαση υποχρεώσεων διεθνούς δικαίου, από την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και από την παράβαση ουσιωδών τύπων σχετικά με τη θέσπιση της προτάσεως της Επιτροπής.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
13 Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν άπτεται των μέτρων σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ότι θεσπίστηκε εσφαλμένα βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης.
14 Συγκεκριμένα, πρώτον, οι αποκλίσεις μεταξύ των νομοθεσιών και πρακτικών των κρατών μελών και ο κίνδυνος μεγιστοποιήσεώς τους, όπως επισημαίνεται στην πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, όπου διευκρινίζεται ότι οι διαφορές αυτές είναι ικανές να παρεμβάλουν εμπόδια στις συναλλαγές, δεν υφίστανται ή αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα μη δικαιολογούντα μέτρο εναρμονίσεως.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η προσφυγή στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ως νομική βάση είναι δυνατή προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση μελλοντικών εμποδίων στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, στον βαθμό που η εμφάνιση των εμποδίων αυτών είναι πιθανή, και ότι το επίδικο μέτρο έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1995, C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-1985, σκέψη 35, και της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-8419, σκέψη 86).
16 Αφενός, οι επικληθείσες από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο περιπτώσεις αρκούν για να καταδείξουν ότι, ακόμη και αν οι προϋφιστάμενες της οδηγίας συναφείς εθνικές νομοθετικές διατάξεις επαναλαμβάνονται συνηθέστερα στη Σύμβαση περί χορηγήσεως Ευρωπαϊκών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που υπογράφηκε στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973 (στο εξής: ΣΕΔΕ), οι αποκλίνουσες ερμηνείες που επιτρέπουν οι ως άνω διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα κατοχυρώσεως διά διπλώματος ευρεσιτεχνίας των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων συνεπάγονται ενδεχομένως ολέθριες για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς πρακτικές και νομολογιακές διαφορές.
17 Επιπλέον, στον κίνδυνο αποκλινουσών εξελίξεων προστίθεται το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οδηγίας, είχαν ήδη ανακύψει, μεταξύ ορισμένων εθνικών δικαίων, αποκλίσεις που ήσαν ήδη αντιληπτές και είχαν σημαντικές επιπτώσεις επί διαφόρων συγκεκριμένων ζητημάτων όπως η δυνατότητα κατοχυρώσεως διά διπλώματος ευρεσιτεχνίας των φυτικών ποικιλιών και του ανθρωπίνου σώματος.
18 Αφετέρου, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να προστατεύουν τις βιοτεχνολογικές εφευρέσεις διά του εθνικού δικαίου τους περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η οδηγία έχει στην πραγματικότητα ως αντικείμενο την πρόληψη των προσβολών κατά της ενότητας της εσωτερικής αγοράς που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανακύψουν από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη αποφασίζουν μονομερώς να παράσχουν ή μη παρόμοια προστασία.
19 άντως, το προσφεύγον υποστηρίζει, δεύτερον, ότι, αν η εφαρμογή εκ μέρους των κρατών μελών των συναφών διατάξεων του διεθνούς δικαίου έδιδε λαβή για νομικές αβεβαιότητες, οι τελευταίες θα έπρεπε να αρθούν όχι με τη λήψη κοινοτικού μέτρου εναρμονίσεως αλλά με τυχόν εκ νέου διαπραγμάτευση των διεθνών νομικών πράξεων όπως η ΣΕΔΕ, προκειμένου να επιτευχθεί η αποσαφήνιση των κανόνων τους.
20 Το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. ράγματι, το αντικείμενο ενός μέτρου εναρμονίσεως έγκειται στον περιορισμό των εμποδίων λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς που αποτελούν οι διαφορετικές μεταξύ των κρατών μελών καταστάσεις ανεξαρτήτως προελεύσεως. Αν οι αποκλίσεις είναι προϊόν μιας, κατά τρόπο ασυντόνιστο ή δυνάμενο να καταστεί ασυντόνιστος, ερμηνείας εννοιών που περιλαμβάνουν διεθνείς νομικές πράξεις, συμβαλλόμενα μέρη των οποίων είναι τα κράτη μέλη, ουδεμία υφίσταται απαγόρευση, κατ' αρχήν, προσφυγής στην έκδοση οδηγίας ως μέσου διασφαλίσεως κοινής στα κράτη μέλη ερμηνείας παρομοίων εννοιών.
21 Επιπλέον, προφανώς, εν προκειμένω, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συμβιβαζόταν με τον σεβασμό εκ μέρους των κρατών μελών των απορρεουσών από τη ΣΕΔΕ δεσμεύσεών τους ή δεν προσφερόταν για την υλοποίηση του στόχου της ενιαιοποιήσεως των προϋποθέσεων κατοχυρώσεως διά διπλώματος ευρεσιτεχνίας των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων.
22 Επομένως, ουδόλως απαγορευόταν στον κοινοτικό νομοθέτη να προτιμήσει την οδό της εναρμονίσεως μέσω οδηγίας έναντι οποιασδήποτε άλλης, περισσότερο έμμεσης και άδηλης, επιλογής, συνισταμένης στην επιδίωξη τροποποιήσεως των διατάξεων της ΣΕΔΕ.
23 Τρίτον, κατά το προσφεύγον, η οδηγία εκφεύγει των συνήθων πλαισίων ενός μέτρου προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, δεδομένου ότι, στη πραγματικότητα, δημιουργεί τίτλο ιδιοκτησίας νέου τύπου, διακεκριμένο από πολλές απόψεις από τους τίτλους σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ειδικότερα, πέραν του ότι αφορά προϊόντα που εξαιρούνταν έως τότε από την κατοχύρωσή τους με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός ορισμένων κρατών μελών όπως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η οδηγία διακρίνεται από το ισχύον δίκαιο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας καθόσον η προβλεπόμενη με αυτή προστασία εφαρμόζεται, δυνάμει των άρθρων 8 και 9 αυτής, όχι μόνο επί συγκεκριμένων βιολογικών υλικών αλλά και επί των βιολογικών υλικών που επιτυγχάνονται με αναπαραγωγή ή πολλαπλασιασμό και καθόσον το δικαίωμα του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιορίζεται, έναντι των γεωργών, δυνάμει του άρθρου 11 αυτής.
24 Όπως ήδη διευκρίνισε στη σκέψη 59 της γνωμοδοτήσεως 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-5267), το Δικαστήριο, η Κοινότητα διαθέτει, στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, αρμοδιότητα εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών βάσει των άρθρων 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 94 ΕΚ) και 100 Α της Συνθήκης και μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 308 ΕΚ) για να δημιουργήσει νέα δικαιώματα, προστιθέμενα στα απορρέοντα από εθνικές διατάξεις δικαιώματα, όπως έπραξε με τον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1).
25 Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τη χορήγηση των οποίων προβλέπει η οδηγία, είναι εθνικά διπλώματα χορηγούμενα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες στα κράτη μέλη διαδικασίες και αντλούντα τη συνεπαγομένη προστασία ισχύ τους από το εθνικό δίκαιο. Δεδομένου ότι η οδηγία δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα που θα προϋπέθετε την επίκληση ως νομικής βάσεως του άρθρου 235 της Συνθήκης. Η διαπίστωση αυτή δεν θίγεται από το γεγονός ότι οι σχεδιαζόμενες εφευρέσεις δεν κατοχυρώνονταν μέχρι τότε εντός ορισμένων κρατών μελών με διπλώματα ευρεσιτεχνίας - γεγονός που δικαιολογούσε ακριβώς τυχόν εναρμόνιση - ούτε από την περίσταση ότι η οδηγία προβλέπει ορισμένες διευκρινίσεις και εισάγει ορισμένες παρεκκλίσεις από το ισχύον σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δίκαιο όσον αφορά την έκταση της διασφαλιζομένης προστασίας.
26 Τέλος, τέταρτον, η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά, με την παρέμβασή της προς υποστήριξη του προσφεύγοντος, ότι η οδηγία θα έπρεπε να έχει θεσπιστεί βάσει των άρθρων 130 και 130 ΣΤ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 157 ΕΚ και 163 ΕΚ) και όχι βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, δεδομένου ότι κύριος στόχος της οδηγίας, όπως προκύπτει από τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της, είναι να υποστηριχθεί η βιομηχανική ανάπτυξη της Κοινότητας και η επιστημονική έρευνα στον τομέα της γενετικής μηχανικής.
27 Ο προσδιορισμός της νομικής βάσεως ως αναγκαίου θεμελίου της εκδοθησομένης πράξεως πρέπει να είναι συνάρτηση του κυρίου αντικειμένου της (βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-939, σκέψεις 19 έως 21). Καίτοι δεν αμφισβητείται συναφώς ότι η οδηγία επιδιώκει τον στόχο της προωθήσεως της έρευνας και της αναπτύξεως στον τομέα της γενετικής μηχανικής εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλει σ' αυτό συνίσταται στην άρση των εμποδίων νομικής φύσεως που αποτελούν, στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς, οι νομοθετικές και νομολογιακές διαφορές μεταξύ κρατών μελών, δυνάμενες να παρεμβάλουν προσκόμματα και να διαταράξουν τις δραστηριότητες έρευνας και αναπτύξεως στον ως άνω τομέα.
28 Η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν αποτελεί, επομένως, παρεμπίπτοντα ή επικουρικό στόχο της οδηγίας, αλλά ανταποκρίνεται στην ίδια την ουσία του. Το γεγονός ότι η οδηγία επιδιώκει και στόχο εμπίπτοντα στα άρθρα 130 και 130 ΣΤ της Συνθήκης δεν είναι ικανό, υπό τις περιστάσεις αυτές, να καταστήσει απρόσφορη την επίκληση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ως νομικής βάσεως της οδηγίας (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάς κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-1527, σκέψεις 18 έως 20).
29 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ορθώς η οδηγία θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, οπότε ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
30 Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η οδηγία παραβιάζει την αρχή της εξαγγελλομένης στο άρθρο 3 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 5 ΕΚ) αρχή της επικουρικότητας και, επικουρικώς, ότι δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία αποδεικτική του ότι ελήφθη υπόψη η ως άνω επιταγή.
31 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 Β, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η Κοινότητα παρεμβαίνει στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά της μόνον αν και στον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσεως είναι αδύνατο να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπομένης δράσεως, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.
32 Ο επιδιωκόμενος με την οδηγία στόχος, ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς διά της προλήψεως, και μάλιστα της εξαλείψεως, των διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών και πρακτικών των διαφόρων κρατών μελών στον τομέα της προστασίας των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με δράση αναλαμβανόμενη στο επίπεδο αποκλειστικά των κρατών μελών. Δεδομένου ότι το εύρος της προστασίας έχει άμεσες επιπτώσεις επί του εμπορίου και, συνακόλουθα, επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου, είναι πρόδηλο επιπλέον ότι ο εν λόγω στόχος ήταν δυνατόν, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της προβλεπομένης δράσεως, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.
33 Ως προς τους λόγους σεβασμού της επικουρικότητας, συνάγονται, σιωπηρώς μεν κατ' ανάγκη δε, από την παρατιθέμενη στην πέμπτη, έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αιτιολογία που συνίσταται στο ότι, ελλείψει κοινοτικής παρεμβάσεως, η εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών και πρακτικών παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Έτσι, η οδηγία παρίσταται αρκούντως αιτιολογομένη στο σημείο αυτό.
34 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
35 Κατά το προσφεύγον, αντί να συμβάλει στην άρση των νομικών αβεβαιοτήτων που επισημαίνονται με τις αιτιολογικές σκέψεις της, η οδηγία τείνει να τις καταστήσει σοβαρότερες, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Συγκεκριμένα, αφενός, εμπιστεύεται στις εθνικές αρχές αρμοδιότητες ενέχουσες διακριτική ευχέρεια για την εφαρμογή εννοιών που διατυπώνονται με γενικούς και αμφίσημους όρους, όπως είναι η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6. Αφετέρου, συνυπάρχουν στην οδηγία ελάχιστα σαφείς διατάξεις που διατηρούν μεταξύ τους αμφίβολες σχέσεις, ειδικότερα όσον αφορά τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των φυτικών ποικιλιών, δυνατότητα προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, και στα άρθρα 8 και 9, καθώς και στην 31η και 32η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
36 Επιβάλλεται η εξέταση των δύο αυτών συγκεκριμένων αιτιάσεων που ανέπτυξε το προσφεύγον για να στηρίξει τη σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου επιχειρηματολογία του κεχωρισμένως.
37 ρώτον, σχετικά με το άρθρο 6 της οδηγίας, το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων, η εμπορική εκμετάλλευση των οποίων αντίκειται προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ως άνω διάταξη επιφυλάσσει στις διοικητικές αρχές και στα δικαστήρια των κρατών μελών ευρύ περιθώριο ελιγμών κατά την εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου αποκλεισμού.
38 άντως, το ως άνω περιθώριο ελιγμών είναι αναγκαίο προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες δυσχέρειες που ανακύπτουν ενδεχομένως από την εκμετάλλευση ορισμένων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην κοινωνική και πολιτιστική συγκυρία που χαρακτηρίζει κάθε κράτος μέλος, συγκυρία που οι εθνικές νομοθετικές, διοικητικές και δικαιοδοτικές αρχές είναι καταλληλότερες να αντιληφθούν απ' όσο οι κοινοτικές αρχές. αρόμοια ρήτρα, παρέχουσα την ευχέρεια της μη χορηγήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε περίπτωση απειλής για τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη είναι άλλωστε κλασική στο δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και περιλαμβάνεται, ιδίως, στις συναφείς, όπως είναι η ΣΕΔΕ, διεθνείς νομικές πράξεις.
39 Επιπλέον, το περιθώριο ελιγμών που επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη δεν είναι ανεξέλεγκτο δοθέντος ότι η οδηγία πλαισιώνει τις ως άνω έννοιες, αφενός, διευκρινίζοντας ότι η απαγόρευση απλώς και μόνο, με τη θέσπιση νομοθετικής ή κανονιστικής διατάξεως, δεν καθιστά την εμπορική εκμετάλλευση μιας εφευρέσεως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και, αφετέρου, παραθέτοντας τέσσερα παραδείγματα διαδικασιών και χρήσεων που δεν επιτρέπουν την κατοχύρωση με διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Έτσι, ο κοινοτικός νομοθέτης προσφέρει οδηγό για τη χρήση των επιδίκων εννοιών που ουδόλως απαντά στο γενικό δίκαιο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
40 Τέλος, μια οδηγία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου αν παραπέμπει, όσον αφορά τους όρους εφαρμογής της, σε κοινές του δικαίου των κρατών μελών έννοιες διευκρινίζοντας, όπως εν προκειμένω, την έκταση και τα όρια αυτών των εννοιών και λαμβάνει υπόψη, προκειμένου να το επιτύχει, την ιδιάζουσα φύση του συγκεκριμένου ζητήματος.
41 Άρα, το άρθρο 6 της οδηγίας δεν είναι ικανό να επιδεινώσει την καταπολεμούμενη με την ως άνω πράξη κατάσταση ανυπαρξίας ασφαλείας δικαίου.
42 Δεύτερον, όσον αφορά τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των φυτικών ποικιλιών, η εξέταση των διατάξεων στις οποίες εστιάζεται η προσφυγή δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι στερούνται συνοχής.
43 ράγματι, όπως διευκρίνισαν στα πλαίσια της άμυνάς τους το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει ότι είναι αδύνατη η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φυτική ποικιλία αλλ' επιτρέπεται για εφεύρεση, η δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής της οποίας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη φυτική ποικιλία.
44 Η ως άνω διάκριση αναλύεται από την 29η έως την 32η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, από τις οποίες προκύπτει ότι οι φυτικές ποικιλίες εμπίπτουν αφεαυτών στη νομοθεσία που αφορά την προστασία των φυτικών ποικιλιών, αλλ' ότι η προστασία τους εφαρμόζεται μόνο σε ποικιλίες χαρακτηριζόμενες από ολόκληρο το γένωμά τους. Για ένα σύνολο φυτών, η σειρά ταξινομήσεως του οποίου είναι ανώτερη της ποικιλίας, χαρακτηριζόμενο από συγκεκριμένο γονίδιο και όχι από ολόκληρο γένωμα, δεν συντρέχει κίνδυνος συγκρούσεως μεταξύ της νομοθεσίας περί των ποικιλιών και της νομοθεσίας περί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Έτσι, εφευρέσεις που ενσωματώνουν απλώς ένα γονίδιο και αφορούν ένα ευρύτερο σύνολο από μία απλή φυτική ποικιλία μπορούν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
45 Έπεται ότι η γενετική τροποποίηση συγκεκριμένης φυτικής ποικιλίας δεν μπορεί να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ενώ τούτο είναι εφικτό όταν πρόκειται για ευρύτερης εκτάσεως τροποποίηση αφορώσα για παράδειγμα ένα είδος.
46 Ως προς τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας, δεν αφορούν την αρχή της κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αλλά την έκταση της αναγνωριζομένης με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασίας. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η προστασία επεκτείνεται σε οποιοδήποτε βιολογικό υλικό που προκύπτει με αναπαραγωγή ή πολλαπλασιασμό από το βιολογικό υλικό που περιλαμβάνει την κατοχυρωμένη ευρεσιτεχνιακώς πληροφορία. Η παρεχόμενη με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασία μπορεί, συνεπώς, να επεκτείνεται σε φυτική ποικιλία, χωρίς πάντως η ποικιλία αυτή να μπορεί να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
47 Τέλος, το άρθρο 12 της οδηγίας αποσκοπεί στη διευθέτηση, μέσω ενός συστήματος υποχρεωτικής αδείας, των περιπτώσεων όπου η εκμετάλλευση διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκε για βιοτεχνολογική εφεύρεση προσβάλλει προγενέστερο δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας και αντιστρόφως.
48 Έτσι, οι δύο αιτιάσεις που προέβαλε το προσφεύγον για να αποδείξει την ανυπαρξία ασφαλείας δικαίου ως απόρροιας της οδηγίας δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν την ακύρωσή της.
49 Κατόπιν αυτού, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως
50 Το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι οι προβλεπόμενες με την οδηγία υποχρεώσεις των κρατών μελών είναι ασυμβίβαστες προς τις απορρέουσες από τις διεθνείς δεσμεύσεις των τελευταίων, ενώ παράλληλα, σύμφωνα με της διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 2, αυτής, η οδηγία δεν θίγει τις εκ των διεθνών συμβάσεων υποχρεώσεις. Ειδικότερα, η οδηγία παραβιάζει τη Συμφωνία για τα Δικαιώματα νευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου (στο εξής: συμφωνία ΔΙΤΕ, αποκαλούμενη στην αγγλική γλώσσα TRIPS), η οποία αποτελεί το παράρτημα ΙΓ της Συμφωνίας για την ίδρυση του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΟΕ), εγκριθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας, καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 336, σ. 1), τη Συμφωνία περί Τεχνικών Εμποδίων στο Εμπόριο (στο εξής: Συμφωνία ΤΕΕ), η οποία αποτελεί το παράρτημα ΙΑ της Συμφωνίας ΟΕ, τη ΣΕΔΕ και τη Σύμβαση περί Βιολογικής οικιλομορφίας που υπογράφηκε στο Ρίο Ιανέιρο στις 5 Ιουνίου 1992 (στο εξής: ΣΒ), εγκριθείσα εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993 (ΕΕ L 309, σ. 1).
51 Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διευκρινίζουν πρωτίστως ότι η ΣΕΔΕ δεν δημιουργεί υποχρεώσεις για την Κοινότητα, η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της. Όσον αφορά τις άλλες τρεις διεθνείς νομικές πράξεις των οποίων έγινε επίκληση, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω παραβάσεως διεθνών συμφωνιών, συμβαλλόμενο μέρος των οποίων είναι η Κοινότητα, μόνον εφόσον οι διατάξεις των συμφωνιών αυτών επάγονται άμεσο αποτέλεσμα. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
52 Κατ' αρχήν, ως γνωστόν, η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως δεν εξαρτάται από το αν συνάδει προς διεθνή σύμβαση, συμβαλλόμενο μέρος της οποίας δεν είναι η Κοινότητα, όπως η ΣΕΔΕ. Η νομιμότητά της δεν μπορεί περαιτέρω να εκτιμάται υπό το φως πράξεων του διεθνούς δικαίου, οι οποίες δεν καταλέγονται κατ' αρχήν, όπως συμβαίνει με τη Συμφωνία ΟΕ και τις αποτελούσες τμήμα αυτής Συμφωνίες ΔΙΤΕ και ΤΕΕ, λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, στους κανόνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96, ορτογαλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-8395, σκέψη 47).
53 άντως, σε αντίθεση με τη Συμφωνία ΟΕ, η ΣΒ, η οποία δεν θεμελιώνεται αυστηρά στην αρχή της αμοιβαιότητας και των αμοιβαίων πλεονεκτημάτων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 42 έως 46), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εφαρμογής αυτού του αποκλεισμού.
54 Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, ότι η ΣΒ περιλαμβάνει διατάξεις στερούμενες αμέσου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι δεν γεννά δικαιώματα που οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον δικαστηρίου, τούτο δεν συνιστά εμπόδιο για τον εκ μέρους του δικαστή έλεγχο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η Κοινότητα ως συμβαλλόμενος μέρος της ως άνω συμφωνίας (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke, Συλλογή 1998, σ. Ι-3655, σκέψεις 45, 47 και 51).
55 Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, ο λόγος ακυρώσεως της προσφυγής πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι βάλλει όχι τόσο κατά ευθείας παραβάσεως εκ μέρους της Κοινότητας των διεθνών δεσμεύσεών της όσο κατά της υποχρεώσεως που επιβάλλει η οδηγία στα κράτη μέλη να παραβιάζουν τις ίδιες υποχρεώσεις διεθνούς δικαίου, τη στιγμή κατά την οποία η οδηγία υποτίθεται, όπως είναι διατυπωμένη, ότι δεν θίγει τις ως άνω υποχρεώσεις.
56 Τουλάχιστον για τον λόγο αυτό ο λόγος ακυρώσεως είναι παραδεκτός.
57 Επί της ουσίας, το προσφεύγον διευκρινίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο β_, της Συμφωνίας ΔΙΤΕ παρέχει στα συμβαλλόμενα κράτη την ευχέρεια να μη χορηγούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας για τα φυτά και τα ζώα πλην των μικροοργανισμών, ενώ η οδηγία στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα αυτή.
58 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, καίτοι η οδηγία στερεί όντως από τα κράτη μέλη την επιλογή που η Συμφωνία ΔΙΤΕ προβλέπει για τα συμβαλλόμενα μέρη της ως προς την κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των φυτών και ζώων, η κατά προαίρεση πρόνοια του άρθρου 4 της οδηγίας συμβιβάζεται αφεαυτής με τη Συμφωνία, η οποία επιπλέον δεν απαγορεύει σε ορισμένα συμβαλλόμενα κράτη να θεσπίζουν κοινή θέση με σκοπό την εφαρμογή της. Η από κοινού επιλογή ως δυνατότητα που παρέχει διεθνής πράξη, συμβαλλόμενα μέρη της οποίας είναι τα κράτη μέλη, συνιστά πράξη εμπίπτουσα στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 100 Α της Συνθήκης προσεγγίσεως των νομοθεσιών.
59 Δεύτερον, η οδηγία περιλαμβάνει τεχνικούς κανονισμούς κατά την έννοια της Συμφωνίας ΤΕΕ που θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στη Γραμματεία του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
60 Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία δεν περιέχει κανένα τεχνικό κανονισμό, κατά την έννοια της Συμφωνίας ΤΕΕ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον διδόμενο στο παράρτημα Ι της Συμφωνίας ΤΕΕ ορισμό, τεχνικός κανονισμός είναι το έγγραφο που καθορίζει τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή τις σχετικές διεργασίες και μεθόδους παραγωγής στις οποίες αναφέρεται. Ως εκ τούτου, παρέλκει η απόφανση επί του ερωτήματος σε ποιο βαθμό η έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας ΤΕΕ.
61 Τρίτον, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο αποκλείει την κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων, «η εμπορική εκμετάλλευση των οποίων αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη», είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 53 της ΣΕΔΕ, το οποίο αποκλείει την κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων, «η δημοσίευση ή υλοποίηση των οποίων θα αντέκειτο προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη». Η διαφορά των χρησιμοποιουμένων όρων επηρεάζει, κατά παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, τις υποχρεώσεις που η ΣΕΔΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη.
62 άντως, το προσφεύγον ουδαμώς διευκρινίζει σε τι η ελαφρώς διαφορετική σύνταξη που χρησιμοποιείται στο σημείο αυτό από την οδηγία και εμπνέεται από τη διάταξη του άρθρου 27, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΔΙΤΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη, προς συμμόρφωσή τους προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις, την υποχρέωση να αθετούν τις απορρέουσες από τη ΣΕΔΕ υποχρεώσεις τους. Ελλείψει συγκεκριμένων παραδειγμάτων περί του αντιθέτου, παρίσταται εύλογο να υποτεθεί ότι η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη διαπιστώνεται καθ' όμοιο τρόπο για την ίδια εφεύρεση, ανεξάρτητα από την αναφορά στη δημοσίευση, υλοποίηση ή εμπορική εκμετάλλευσή της.
63 Τέταρτον και τελευταίο, το προσφεύγον, και ακόμη εντονότερα η Νορβηγική Κυβέρνηση που παρεμβαίνει προς υποστήριξή του, ισχυρίζονται ότι το ίδιο το αντικείμενο της οδηγίας, το οποίο συνίσταται στο να καταστήσει δυνατή την κατοχύρωση των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός όλων των κρατών μελών, προσκρούει στη δίκαιη κατανομή των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη χρήση των γενετικών πόρων, ενός εκ των στόχων της ΣΒ.
64 άντως, οι κίνδυνοι που επισείει το προσφεύγον και το παρεμβαίνον διατυπώνονται υποθετικώς και δεν προκύπτουν ευθέως από τις διατάξεις της οδηγίας αλλά, κυρίως, από την ενδεχόμενη χρήση τους.
65 ράγματι, δεν μπορεί να λογίζεται ως αποδεδειγμένο, ελλείψει μαρτυρίας όπως εν προκειμένω, ότι το απλό γεγονός της προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων έχει ως συνέπεια, όπως υποστηρίζεται, να αφαιρεί από τις αναπτυσσόμενες χώρες την ικανότητά τους να ελέγχουν τους βιολογικούς πόρους τους και να έχουν πρόσβαση στις παραδοσιακές γνώσεις τους, αλλά και να ευνοεί τη μονοκαλλιέργεια ή να αποθαρρύνει τις εθνικές και διεθνείς προσπάθειες διατηρήσεως της βιολογικής ποικιλομορφίας.
66 Επιπλέον, ναι μεν το άρθρο 1 της ΣΒ εξαγγέλλει ως στόχο τον ορθό και ισότιμο καταμερισμό των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των γενετικών πόρων, ιδίως χάρη στην ικανοποιητική πρόσβαση τους γενετικούς πόρους και στην ενδεδειγμένη μεταφορά των σχετικών τεχνολογιών, διευκρινίζει πάντως ότι τούτο πρέπει να πραγματοποιηθεί λαμβανομένων υπόψη όλων των δικαιωμάτων επί των ως άνω πόρων και τεχνικών. Καμία διάταξη της ΣΒ δεν επιβάλλει ειδικότερα την υποχρέωση ο συνυπολογισμός των συμφερόντων των χωρών από τις οποίες θα προέρχονταν ο γενετικός πόρος ή η ύπαρξη μέτρων μεταφοράς των τεχνικών να καταλέγονται μεταξύ των προϋποθέσεων χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας σχετικά με βιοτεχνολογικές εφευρέσεις.
67 Τέλος, όσον αφορά το εμπόδιο που ενδέχεται να συνιστά η οδηγία, στα πλαίσια της αναγκαίας για την υλοποίηση των στόχων της ΣΒ διεθνούς συνεργασίας, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να την εφαρμόζουν σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν όσον αφορά, ιδίως, τη βιολογική ποικιλομορφία.
68 Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
69 Κατά το προσφεύγον, η δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στοιχείων που απομονώνονται από το ανθρώπινο σώμα, απόρροια του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, καθιστά την ανθρώπινη ζώσα ύλη απλό όργανο εμπορευματοποιήσεως, προσβάλλοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Επιπλέον, η έλλειψη ρήτρας επιβάλλουσας την υποχρέωση επαληθεύσεως της συναινέσεως του δότη ή του λήπτη προερχομένων από βιοτεχνολογικά μέσα προϊόντων συνιστά απειλή για το δικαίωμα των προσώπων προς αυτοδιάθεση.
70 Εναπόκειται στο Δικαστήριο, στα πλαίσια του ελέγχου του συννόμου των πράξεων των οργάνων προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, να μεριμνά για τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ακεραιότητα του προσώπου.
71 Ειδικότερα, ως προς τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κατ' αρχήν διασφαλίζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο απαγορεύει το ανθρώπινο σώμα, στα διάφορα στάδια σχηματισμού και αναπτύξεώς του, να μπορεί να αποτελεί εφεύρεση δυνάμενη να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
72 Όσον αφορά τα στοιχεία του ανθρωπίνου σώματος, ούτε αυτά μπορούν να κατοχυρωθούν ως τέτοια με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και η ανακάλυψή τους δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας. Μπορούν να αποτελέσουν αποκλειστικά αντικείμενο αιτήσεως για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας οι εφευρέσεις που συνδέουν ένα φυσικό στοιχείο με τεχνική διαδικασία καθιστώσα εφικτή την απομόνωσή του ή την παραγωγή του με σκοπό τη βιομηχανική εφαρμογή.
73 Έτσι, όπως αναφέρεται στην 20ή και 21η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ένα στοιχείο του ανθρωπίνου σώματος μπορεί να αποτελέσει μέρος προϊόντος δυναμένου να τύχει της προστασίας ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν μπορεί, όμως, στο φυσικό περιβάλλον του, να αποτελέσει αντικείμενο ιδιοποιήσεως.
74 Η ως άνω διάκριση εφαρμόζεται στην περίπτωση εργασιών που αφορούν την ακολουθία ή τη μερική ακολουθία των ανθρωπίνων γονιδίων. Το αποτέλεσμα των εργασιών αυτών δεν μπορεί να δώσει λαβή για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας παρά μόνον εφόσον η αίτηση συνοδεύεται, αφενός, από περιγραφή της πρωτότυπης μεθόδου αλληλουχίας της ακολουθίας που κατέστησε δυνατή την εφεύρεση και, αφετέρου, από έκθεση σχετικά με τη βιομηχανική εφαρμογή για την οποία προορίζονται οι εργασίες, όπως διευκρινίζει το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας. ράγματι, ελλείψει παρόμοιας εφαρμογής, δεν θα επρόκειτο για εφεύρεση αλλά για ανακάλυψη ακολουθίας DNA (δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος) μη δυναμένης, αφεαυτής, να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
75 Έτσι, η προβλεπόμενη από την οδηγία προστασία αφορά απλώς το αποτέλεσμα μιας εφευρετικής, επιστημονικής ή τεχνικής εργασίας και δεν επεκτείνεται σε βιολογικά δεδομένα που απαντούν σε φυσική κατάσταση εντός του ανθρωπίνου σώματος παρά μόνο στο αναγκαίο για την υλοποίηση και την εκμετάλλευση συγκεκριμένης βιομηχανικής εφαρμογής μέτρο.
76 Το άρθρο 6 της οδηγίας παρέχει πρόσθετη ασφάλεια αναφέροντας ως αντίθετες προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, και ως εκ τούτου αποκλειόμενες από τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τις μεθόδους κλωνοποιήσεως ανθρώπων, τις μεθόδους τροποποιήσεως της βλαστικής γενετικής ταυτότητας του ανθρωπίνου όντος και τις χρήσεις ανθρωπίνων εμβρύων για βιομηχανικούς ή εμπορικούς σκοπούς. Η 38η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζει ότι ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός και όλες οι μέθοδοι, η εφαρμογή των οποίων προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, πρέπει επίσης να αποκλείονται από τη δυνατότητα κατοχυρώσεως με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
77 Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, σχετικά με τη ζώσα ύλη ανθρώπινης προελεύσεως, η οδηγία πλαισιώνει το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κατά τρόπο αρκούντως αυστηρό ώστε το ανθρώπινο σώμα να παραμένει όντως αδιάθετο και αναπαλλοτρίωτο και με τον τρόπο αυτό να διαφυλάσσεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
78 Το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως αναφέρεται στο δικαίωμα της ακεραιότητας του προσώπου, καθόσον περιλαμβάνει, στο πλαίσιο της ιατρικής και της βιολογίας, την ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση του δότη και του λήπτη.
79 άντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίκληση του θεμελιώδους αυτούς δικαιώματος είναι αλυσιτελής έναντι οδηγίας η οποία αφορά αποκλειστικά τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και το πεδίο εφαρμογής της οποίας δεν επεκτείνεται, επομένως, στις προγενέστερες και μεταγενέστερες της χορηγήσεως πράξεις, είτε πρόκειται για την έρευνα είτε για τη χρήση των κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων.
80 Η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν προδικάζει νόμιμους περιορισμούς ή απαγορεύσεις επί της έρευνας δυναμένων να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων ή επί της εκμεταλλεύσεως προϊόντων που έχουν κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όπως υπενθυμίζεται στη 14η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Το αντικείμενο της οδηγίας δεν έγκειται στο να υποκατασταθεί στις περιοριστικές διατάξεις που εγγυώνται, πέραν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, την τήρηση ορισμένων ηθικών κανόνων, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα των προσώπων για αυτοδιάθεση μέσω μιας εν επιγνώσει συναινέσεως.
81 Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως
82 Τέλος, το προσφεύγον διευκρινίζει ότι η οδηγία φέρει το στίγμα της παραβάσεως ουσιωδών τύπων καθόσον δεν περιλαμβάνει καμία μνεία επιτρέπουσα τη διασφάλιση ότι η πρόταση της Επιτροπής θεσπίστηκε μέσω συλλογικής διαβουλεύσεως και βάσει κειμένου συντεταγμένου στις επίσημες γλώσσες.
83 Το Συμβούλιο εκτιμά ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απαράδεκτος στον βαθμό που το προσφεύγον δεν διευκρινίζει αν βάλλει κατά της αρχικής προτάσεως ή της τροποποιημένης προτάσεως της Επιτροπής, ενώ δεν προσκομίζεται κανένα στοιχείο προς στήριξή του.
84 Εντούτοις, σημείωνεται ότι, εφόσον η οδηγία αναφέρεται, στο προοίμιό της, «στην πρόταση της Επιτροπής» παραπέμποντας με τη σχετική υποσημείωση στα τεύχη της 8ης Οκτωβρίου 1996 και 11ης Οκτωβρίου 1997 της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο λόγος ακυρώσεως αφορά τόσο την πρόταση οδηγίας 96/C 296/03 που υπέβαλε η Επιτροπή στις 25 Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ 1996, C 296, σ. 4), όσο και την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας 97/C 311/05, υποβληθείσα από την Επιτροπή στις 29 Αυγούστου 1997 (ΕΕ 1997, C 311, σ. 12). Επιπλέον, ο λόγος ακυρώσεως είναι αρκούντως ακριβής ώστε να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αντιληφθεί το περιεχόμενό του.
85 Δεδομένου ότι, με το δικόγραφο της παρεμβάσεώς της, η Επιτροπή προσκόμισε στοιχεία επιτρέποντα να στοιχειοθετηθεί ότι δεν παραβιάστηκαν η αρχή της συλλογικότητας και το εφαρμοστέο στις διαβουλεύσεις της γλωσσικό καθεστώς, το προσφεύγον διευκρίνισε ότι ο λόγος του ακυρώσεως δεν αντλούνταν από παραβίαση της ίδιας της αρχής της συλλογικότητας αλλά από έλλειψη προφανούς αιτιολογίας, στο κείμενο της οδηγίας, σχετικά με τον σεβασμό της ως άνω αρχής.
86 Συναφώς, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των οδηγιών, απόρροια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), δεν συνεπάγεται την επιβολή της περαιτέρω υποχρεώσεως οι παραπομπές στις προτάσεις και γνώμες που απαριθμούνται στο ίδιο άρθρο να υπενθυμίζουν τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι εφικτό να διαπιστωθεί ότι κάθε εμπλεκόμενο στη νομοθετική διαδικασία θεσμικό όργανο τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες του.
87 Επιπλέον, ένα όργανο νομιμοποιείται να ζητήσει να ενημερωθεί συναφώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται σοβαρή αμφιβολία σχετικά με το νομότυπο της προηγηθείσας της εμπλοκής του διαδικασίας. άντως, ούτε αποδείχθηκε ούτε καν προεβλήθη ο ισχυρισμός ότι το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο είχαν εν προκειμένω βάσιμους λόγους να υποθέσουν ότι η διαβούλευση της Επιτροπής επί της προτάσεως υπήρξε αντικανονική.
88 Επομένως, ο έκτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος όπως και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
89 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδιακασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και το τελευταίο ηττήθηκε ως προς τους λόγους του ακυρώσεως, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
90 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο και δεύτερο εδάφιο του ιδίου κανονισμού, η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Επιτροπή, παρεμβαίνοντες στη διαφορά, φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.