ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 26ης Νοεμβρίου 1999

Υπόθεση Τ-253/97

Kurt Giegerich

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπάλληλοι — Άρνηση προαγωγής — Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως — Προδήλως απαράδεκτη»

Πλήρες κείμενο στη γερμανική γλώσσα   II-1177

Αντικείμενο:

Προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 1996 με την οποία απορρίφθηκε σιωπηρά η αίτηση προαγωγής του προσφεύγοντος, καθώς και καταβολή αποζημιώσεως.

Απόφαση:

Το Πρωτοδικείο απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

Περίληψη

  1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Πράξη προκαλούσα βλάβη – Έννοια – Αντικειμενικός χαρακτήρας – Χαρακτηρισμός εμπίπτων αποκλειστικά στην αρμοδιότητα τον δικαστή – Απόφαση περί καταρτίσεως του πίνακα των προακτέων υπαλλήλων

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Έννοια – Χαρακτηρισμός που εναπόκειται στην εκτίμηση του δικαστή

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

  3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Ζήτημα δημοσίας τάξεως – Αποκλειστική προθεσμία – Επανέναρξη – Προϋπόθεση – Νέο περιστατικό

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  4. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προθεσμίες – Ζήτημα δημοσίας τάξεως – Αποκλειστική προθεσμία – Συγγνωστή πλάνη – Έννοια

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αίτημα αποζημιώσεως συνδεόμενο με προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως συνεπαγόμενο το απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  1.  Ο χαρακτηρισμός μιας αποφάσεως ως βλαπτικής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν μπορεί να επαφίεται στην εκτίμηση των διαδίκων ή στην αντίληψη τους περί του δικαίου, αλλά εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικαστή.

    Πράγματι, αφενός, η έννοια της βλαπτικής πράξεως είναι αντικειμενική έννοια και είναι συνάρτηση αποκλειστικά του ζητήματος αν η επίδικη πράξη θίγει άμεσα και ατομικά την νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Αφετέρου, δεδομένου ότι οι κανόνες που θέτουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και οι διάδικοι δεν μπορούν να διαφεύγουν την εφαρμογή τους, στο Πρωτοδικείο και μόνον εναπόκειται, ασχέτως της θέσεως που έχουν λάβει οι διάδικοι, να εξετάσει αν πράγματι έχει εκδοθεί βλαπτική πράξη.

    Η απόφαση με την οποία ένα κοινοτικό όργανο καταρτίζει τον πίνακα των προακτέων υπαλλήλων στον βαθμό Α 3 για συγκεκριμένο οικονομικό έτος, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν καθοριστεί για την πλήρωση των θέσεων μεσαίων στελεχών, συνιστά πράξη βλαπτική για τον υπάλληλο του οποίου το όνομα δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα.

    (βλ. σκέψεις 17 έως 20)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 11 Μαΐου 1992, Τ-34/91, Whitehaed κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1723, σκέψη 19' ΠΕΚ, 25 Οκτωβρίου 1996, Τ-26/96, Lopes κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-1357, σκέψη 17

  2.  Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας επιστολής υπαλλήλου ως «αιτήσεως» ή ως «διοικητικής ενστάσεως» εμπίπτει αποκλειστικά στην εκτίμηση του δικαστή και όχι στη βούληση των διαδίκων. Συνιστά διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ η επιστολή με την οποία ο υπάλληλος επιδιώκει σαφώς να επιτύχει φιλικά την ικανοποίηση των αιτημάτων του ή ακόμη η επιστολή με την οποία εκδηλώνει σαφώς τη βούληση του προσφεύγοντος να εναντιωθεί στην απόφαση που του προκαλεί βλάβη, έστω και αν δεν ζητεί ρητά την ανάκληση της εν λόγω αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 21 και 22)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 30 Απριλίου 1998, Τ-205/95, Cordiale κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. ΙΙ-551, σκέψη 34· ΠΕΚ, 14 Ιουλίου 1998, Τ-219/97, Brems κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. ΙΙ-1085, σκέψη 45

  3.  Δεδομένου ότι οι κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως, οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τους κανόνες αυτούς, όπως η επανέναρξη νέων προθεσμιών που προβλέπεται σε περίπτωση επελεύσεως νέων ουσιωδών περιστατικών, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

    Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο προσφεύγων ανακαλύπτει μεταγενέστερα έναν ισχυρισμό ή ένα προϋφιστάμενο στοιχείο δεν μπορεί κατ' αρχήν, να εξομοιωθεί — διότι τούτο θα αντέβαινε προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου — προς νέο περιστατικό που μπορεί να δικαιολογήσει την επανέναρξη των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής.

    (βλ. σκέψεις 27 και 28)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Φεβρουαρίου 1995, Τ-506/93, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-147, σκέψη 28· ΠΕΚ, 11 Μαΐου 1995, Τ-569/93, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-305, σκέψη 23· ΠΕΚ, 28 Μαίου 1998, Τ-78/96 και Τ-170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. ΙΙ-745, σκέψη 68· ΠΕΚ, 17 Σεπτεμβρίου 1998, Τ-40/98, Pagliarani κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. ΙΙ-1555, σκέψεις 25 και 33

  4.  Η έννοια της συγγνωστής πλάνης πρέπει, εφόσον πρόκειται για επανέναρξη των προθεσμιών που ορίζουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, να ερμηνεύεται συσταλτικά και να αφορά μόνον εξαιρετικές περιστάσεις όπου ιδίως το οικείο κοινοτικό όργανο επέδειξε συμπεριφορά που μπορούσε, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, να προκαλέσει επιτρεπτή σύγχυση σε πολίτη καλόπιστο ο οποίος επιδεικνύει όλη την επιμέλεια που απαιτείται από έναν συναλλασσόμενο με συνήθη ενημέρωση.

    (βλ. σκέψη 35)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 16 Μαρτίου 1993, Τ-33/89 και Τ-74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, ο. ΙΙ-249, σκέψη 34· ΠΕΚ, 9 Ιουλίου 1997, Τ-63/96, Fichtner κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. ΙΙ-563, σκέψη 25

  5.  Οσάκις υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής αποζημιώσεως, το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως.

    (βλ. σκέψη 43)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 24 Ιανουαρίου 1991, Τ-27/90, Latham κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-35, σκέψη 37