ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 11ης Ιουλίου 1997

Υπόθεση Τ-16/97

Bruno Chauvin

πατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπάλληλοι — Απόφαση του Πρωτοδικείου — Αίτηση βαθμολογικής — ανακατατάξεως Ένσταση απαραδέκτου — Νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό — Παραδεκτό»

Πλήρες κείμενο οτη γαλλική γλώσσα   II-681

Αντικείμενο:

Προσφυγή που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Ιουνίου 1996, περί απορρίψεως της αιτήσεως του προσφεύγοντος να αναθεωρηθεί η βαθμολογική κατάταξη του.

Αποτέλεσμα:

Απόρριψη.

Επιτομή της διατάξεως

Με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ) της 13ης Φεβρουαρίου 1995, ο προσφεύγων διορίστηκε ως δόκιμος υπάλληλος διοικήσεως, με προσωρινή κατάταξη στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 1, από 1ης Φεβρουαρίου 1995.

Ο προσφεύγων τοποθετήθηκε στη Γενική Διεύθυνση Γεωργία (ΓΔ VI), διεύθυνση «διεθνείς υποθέσεις περί γεωργίας», διοικητική μονάδα «Ευρώπη εκτός ΕΖΕΣ, Μεσόγειος, ΑΚΕ, νέα ανεξάρτητα κράτη».

Με απόφαση της 31ης Αυγούστου 1995, η ΑΔΑ κατέταξε οριστικά τον προσφεύγοντα στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 3. Ο προσφεύγων γνωστοποίησε ότι παρέλαβε την απόφαση αυτή στις 25 Σεπτεμβρίου 1995.

Με απόφαση της 29ης Μαρτίου 1996, που άρχισε να ισχύει από 1ης Νοεμβρίου 1995, η ΑΔΑ μονιμοποίησε τον προσφεύγοντα στη θέση του.

Στις 5 Οκτωβρίου 1995, το Πρωτοδικείο εξέδωσε την απόφαση του στην υπόθεση Τ-17/95, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. Ι-Α-227, στο εξής: απόφαση Αλεξοπούλου).

Με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996), που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες της27ης Μαρτίου 1996, η Επιτροπή τροποποίησε την από 1 Σεπτεμβρίου 1983 απόφαση της σχετικά με τα κριτήρια που ισχύουν για τον διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη (στο εξής: απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983). Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως ορίζει πλέον τα εξής:

«[Η ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσελήφθη.

Κατ' εξαίρεση από την αρχή αυτή, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει να διορίσει τον δόκιμο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, οσάκις οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλων με ιδιαίτερα προσόντα ή οσάκις το προσληφθέν πρόσωπο διαθέτει εξαιρετικά προσόντα.»

Στις 21 Φεβρουαρίου 1996, ο προσφεύγων υπέβαλε στην ΑΛΑ, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ), αίτηση αναθεωρήσεως της βαθμολογικής κατατάξεως του, βάσει των κριτηρίων κατατάξεως που καθιέρωσε η απόφαση Αλεξοπούλου. Ο προσφεύγων ζήτησε να καταταχθεί τουλάχιστον στον βαθμό Α 6.

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιουνίου 1996 (προσβαλλόμενη απόφαση), με την αιτιολογία ότι η αίτηση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριών μηνών από της λήψεως της αποφάσεως για την αρχική κατάταξη του προσφεύγοντος.

Στις 24 Ιουνίου 1996, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην ένσταση αυτή διευκρίνισε τα εξής: «Αντικείμενο της αιτήσεως μου δεν ήταν η αμφισβήτηση μιας “πράξεως που θίγει τα συμφέροντα μου”, υπό την έννοια του [άρθρου 90, παράγραφος 2], του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η απόφαση για την κατάταξη μου κατά τον χρόνο της προσλήψεως μου ελήφθη σύμφωνα με τα κριτήρια περί κατατάξεως που εφαρμόζονταν κατά τον χρόνο εκείνο. Με την αίτηση μου, ζήτησα από την ΑΔΑ να εξετάσει την κατάταξη μου κατά τον χρόνο προσλήψεως μου δυνάμει των άρθρων 31, παράγραφος 2, και 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, λαμβανομένης υπόψης της [αποφάσεως Αλεξοπούλου], με την οποία κηρύχθηκαν άκυρα τα κριτήρια περί κατατάξεως που εφαρμόζονταν κατά τον χρόνο προσλήψεως μου, καθώς και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.»

Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στη διοικητική ένσταση, εξυπακούεται ότι η εν λόγω ένσταση αποτέλεσε το αντικείμενο σιωπηρής απορρίψεως επελθούσας στις 24 Οκτωβρίου 1996.

Επί του παραδεκτού

Οι προθεσμίες για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και για την άσκηση προσφυγής που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και οι διάδικοι και ο δικαστής δεν μπορούν να τις μεταβάλλουν κατά την κρίση τους, δεδομένου ότι έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίζουν τη σαφήνεια και τη βεβαιότητα των εννόμων καταστάσεων. Οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις προθεσμίες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενώς (σκέψη 32).

Παραπομπή: ΔΕΚ, 23 Ιανουαρίου 1997, C-246/95, Coen, Συλλογή 1997, σ. I-403, σκέψη 21-ΠΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1995, Τ-131/95, Προγουλης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, α II-907, σκέψη 36· ΠΕΚ, 23 Απριλίου 1996, Τ-113/95, Mancini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. II-543, σκέψη 20

Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν υπέβαλε, εντός της τρίμηνης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της από 31 Αυγούστου 1995 αποφάσεως της ΑΔΑ, περί της κατατάξεως του κατά την πρόσληψη του. Κατά συνέπεια, η βαθμολογική κατάταξη του προσφεύγοντος κατέστη απρόσβλητη από της εκπνοής της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως, ήτοι οτις 25 Δεκεμβρίου 1995, δεδομένου ότι ο προσφεύγων γνωστοποίησε ότι παρέλαβε την απόφαση της ΑΔΑ στις 25 Σεπτεμβρίου 1995 (σκέψη 33).

Ο υπάλληλος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τους όρους της αρχικής του προσλήψεως, όταν αυτή έχει καταστεί οριστική (σκέψη 34).

Παραπομπή: ΔΕΚ, 1η Δεκεμβρίου 1983, 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3981, σκέψη 10· Προγούλης κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 38

Η από 21 Φεβρουαρίου 1996 αίτηση του προσφεύγοντος σκοπεί ακριβώς να θέσει υπό αμφισβήτηση τους όρους της αρχικής του προσλήψεως και, συγκεκριμένα, τη βαθμολογική κατάταξη του (σκέψη 35).

Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η από 21 Φεβρουαρίου 1996 αίτηση πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά, δηλαδή υπό την έννοια ότι ζητείται αποκλειστικά η αξιολόγηση των προσόντων του με σκοπό την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, γεγονός παραμένει ότι η αίτηση αυτή είναι ικανή να θέσει εμμέσως υπό αμφισβήτηση την απόφαση της ΑΔΑ της 31ης Αυγούστου 1995, η οποία κατέστη απρόσβλητη (σκέψη 36).

Μολονότι, κατά το άρθρο 90, παράγραφος Ι,του ΚΥΚ, κάθε υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την ΑΔΑ να λάβει απόφαση έναντι αυτού, η ευχέρεια αυτή δεν επιτρέπει, εντούτοις, στον υπάλληλο να αγνοήσει τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και για την άσκηση προσφυγής, αμφισβητώντας εμμέσως, με αίτηση του, προγενέστερη απόφαση, η οποία δεν είχε προσβληθεί εμπροθέσμως. Μόνον η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως που σκοπεί στην επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως (σκέψη 37).

Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Μαίου 1985, 127/84, Esly κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1437, σκειμη 10· ΔΕΚ, 14 Ιουνίου 1988, 161/87, Muysers και Tülp κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, ο. 3037, σκέψη 11

Στο σημείο αυτό της συλλογιστικής, επιβάλλεται, επομένως, να εξεταστεί το ζήτημα εάν είτε η απόφαση Αλεξοπούλου είτε η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 μπορούν να αποτελέσουν νέο ουσιώδες περιστατικό το οποίο καθιστά δυνατή την υποβολή αιτήσεως ανακατατάξεως μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως (σκέψη 38).

Τα έννομα αποτελέσματα μιας δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν αφορούν, πέραν των διαδίκων, παρά μόνον τα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα η ίδια η ακυρωθείσα πράξη, η απόφαση δε αυτή μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό μόνον έναντι των προσώπων αυτών (σκέψη 43).

Παραπομπή: ΔΒΚ, 17 Ιουνίου 1965, 43/64, Müller κατά Συμβουλίων της ΕΟΚ, ΕΚΑΕ και ΕΚΑΧ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 99- ΔΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1966, 34/65, Mosthaf κατά Επιτροπής της ΕΚΑΕ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 475· ΔΕΚ, 8 Μαρτίου 1988, 125/87, Brown κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1988, σ. 1619, σκέψη 13· Προγουλης κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 41

Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται ότι η ακυρωθείσα με την απόφαση Αλεξοπούλου πράξη τον αφορά άμεσα. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο ουσιώδες περιστατικό το οποίο μπορεί να καταστήσει δυνατή την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως προς όφελος του προσφεύγοντος (σκέψη 44).

Επιπλέον, στο πλαίσιο αιτήσεως αναθεωρήσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση εκδοθείσα στο μεταξύ από το Πρωτοδικείο και περιέχουσα νομική εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ως νέα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνιστά η ίδια νέο περιστατικό. Εντεύθεν συνάγεται ότι η περιεχόμενη στην απόφαση Αλεξοπούλου εκτίμηση σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως της 1ής Σεπτεμβρίου 1983 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η ίδια ως νέο περιστατικό. Οι υπάλληλοι είχαν κάθε δυνατότητα να αμφισβητήσουν τη βαθμολογική κατάταξη τους κατά τον χρόνο της προσλήψεως τους, προβάλλοντας ότι οι διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η απόφαση περί κατατάξεως ήσαν παράνομες (σκέψη 45).

Παραπομπή: ΔΕΚ, 19 Μαρτίου 1991, C-403/85 rév., Ferrandi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1215, σκέψη 13

Ούτε η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996, για την τροποποίηση της γενικής αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, μπορεί από την ίδια της τη φύση και το νομικό της περιεχόμενο να συνιστά νέο περιστατικό. Η εν λόγω απόφαση δεν είχε ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος διοικητικών αποφάσεων οι οποίες είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν από την έναρξη ισχύος της (σκέψη 46).

Παραπομπή: ΔΕΚ, 21 Φεβρουαρίου 1974, 15/73 έως 33/73, 52/73, 53/73, 57/73 έως 109/73, 116/73, 117/73, 123/73, 132/73, 135/73 έως 137/73, Schots-Kortner κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1974, σ. 107, σκέψη 39' Brown κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 14

Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να προβάλει νέα περιστατικά καθιστώντα δυνατή την εκ νέου έναρξη των προθεσμιών που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, δεν έχει πλέον το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση της 31ης Αυγούστου 1995, περί της βαθμολογικής κατατάξεως του, η οποία κατέστη απρόσβλητη στις 25 Δεκεμβρίου 1995 (σκέψη 53).

Διατακτικό:

Το Πρωτοδικείο απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.