Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 1999. - Herman Nijhuis κατά Bestuur van het Landelijk instituut sociale verzekeringen. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Centrale Raad van Beroep - Κάτω Χώρες. - Κοινωνική ασφάλιση - Ανικανότητα προς εργασία - Ειδικό καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων - Παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο α
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1999 σελίδα I-01919
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων - Ασφάλιση αναπηρίας - Υπολογισμός των παροχών - Συγκεκριμένος τρόπος εφαρμογής της ολλανδικής νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλιση έναντι ανικανότητας προς εργασία - Εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει, στις Κάτω Ξώρες, ασφαλιστικές περιόδους υπό ειδικό καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων και ο οποίος στη συνέχεια έχει προσβληθεί, εντός άλλου κράτους μέλους, από ανικανότητα προς εργασία - Αίτηση για αναλογική παροχή - Υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου να εξομοιώσει τις ασφαλιστικές περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί υπό το ειδικό καθεστώς προς αυτές που έχουν πραγματοποιηθεί υπό το γενικό καθεστώς - Δεν υφίσταται - Ανάγκη λήψεως μέτρων συντονισμού - Η επιλογή απόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 48 και 51· κανονισμοί του Συμβουλίου 1408/71, παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχ. αα, και 1606/98)
Το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, όπως έχει προσαρμοσθεί με το παράρτημα Ι, τμήμα VIII, της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα, στον οποίο έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως αναλογικής παροχής αναπηρίας από εργαζόμενο που κατέστη ανίκανος προς εργασία εντός άλλου κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά το ύψος των παροχών από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως (νομοθεσία τύπου Β), να εξομοιώσει τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί από τον εργαζόμενο αυτό στις Κάτω Ξώρες ύστερα από την 1η Ιουλίου 1967 υπό ειδικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους, προς περιόδους ασφαλίσεως συμπληρωθείσες βάσει του Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering, της 18ης Φεβρουαρίου 1966, σύμφωνα με τον οποίο το σχετικό ποσό είναι ανεξάρτητο του χρόνου διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως (νομοθεσία τύπου Α), και τούτο έστω και αν, στην περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και όπου η ανικανότητα προς εργασία επήλθε στις Κάτω Ξώρες, είχε προβεί σε τέτοια εξομοίωση.
Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 48 της Συνθήκης, το Συμβούλιο υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 51 της Συνθήκης, να θεσπίσει σύστημα επιτρέπον στους διακινούμενους εργαζομένους να παρακάμπτουν τα εμπόδια που είναι δυνατό να προκύπτουν γι' αυτούς από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση εθνικών κανόνων και ότι, προκειμένου περί των ειδικών συστημάτων για δημοσίους υπαλλήλους, ο κοινoτικός νομοθέτης εξεπλήρωσε την υποχρέωση αυτή μόνο με την έκδοση του κανονισμού 1606/98, έχει, ωστόσο, σημασία να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά την προγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού αυτού περίοδο, η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το Συμβούλιο ως προς την επιλογή των μέτρων που είναι τα πλέον κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου με το άρθρο 51 της Συνθήκης αποτελέσματος.
Όσον αφορά, ειδικότερα, τον καθορισμό παροχής αναπηρίας βάσει ειδικού συστήματος για τους δημοσίους υπαλλήλους κράτους μέλους, που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά νομοθεσίας τύπου Α, και τούτο όσον αφορά ανικανότητα προς εργασία επελθούσα εντός άλλου κράτους μέλους, όπου εφαρμόζεται γενικώς επί των εργαζομένων νομοθεσία τύπου Β, είναι αναγκαία η προσφυγή στις τεχνικές συντονισμού που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των οικείων εθνικών συστημάτων, τεχνικές των οποίων, ακριβώς, η επιλογή απόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 51 της Συνθήκης, στο Συμβούλιο.
Στην υπόθεση C-360/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad van Beroep (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Herman Nijhuis
και
Bestuur van het Landelijk instituut sociale verzekeringen,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και του παραρτήματος ΙΙ, τμήμα Ι, σημείο 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκαν και ενημερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως έχει προσαρμοστεί με το παράρτημα Ι, τμήμα VIII, της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, P. J. G. Kapteyn, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, L. Sevσn και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Herman Nijhuis,
- το Bestuur van het Landelijk instituut sociale verzekeringen, εκπροσωπούμενο από τον C. J. R. A. Μ. Brent, υπάλληλο διοικήσεως του Gemeenschappelijk Administratie Kantoor (GAK) Nederland BV,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Herman Nijhuis, του Bestuur van het Landelijk instituut sociale verzekeringen, εκπροσωπούμενου από τον F. W. Keunen, νομικό συνεργάτη του Gemeenschappelijk Administratie Kantoor (GAK) Nederland BV, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Μ. A. Fierstra, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την Μ. Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από την S. Moore, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον P. J. Kuijper, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Δεκεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξη της 24ης Σεπτεμβρίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Οκτωβρίου 1997, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του παραρτήματος VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και του παραρτήματος ΙΙ, τμήμα Ι, σημείο 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκαν και ενημερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως έχει προσαρμοστεί με το παράρτημα Ι, τμήμα VIII, της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23· στο εξής αντιστοίχως: κανονισμοί 1408/71 και 574/72).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Herman Nijhuis, Ολλανδού υπηκόου, και του Bestuur van het Landelijk instituut sociale verzekeringen (στο εξής: LISV), σχετικά με το δικαίωμα του Herman Nijhuis για σύνταξη αναπηρίας.
Η εθνική νομοθεσία
3 Οι Ολλανδοί δημόσιοι υπάλληλοι και το εξομοιούμενο προσωπικό ήσαν ασφαλισμένοι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, σύμφωνα με τον Algemene Burgerlijke Pensioenwet της 6ης Ιανουαρίου 1966 (νόμο περί συντάξεως των δημοσίων υπαλλήλων, στο εξής: ABPW). Στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, ο εργαζόμενος δικαιούνταν παροχών αναπηρίας μόνον εάν, κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, ήταν ασφαλισμένος βάσει του ABPW.
4 Σύμφωνα με τον Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering, της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (νόμο περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: WAO), που άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1967, ασφαλίζονται όλοι οι εργαζόμενοι κατά των οικονομικής φύσεως συνεπειών μιας αναπηρίας. Προκειμένου να τύχει παροχής αναπηρίας βάσει του WAO, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ήταν ασφαλισμένος κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία και να ήταν ανίκανος προς εργασία επί 52 συνεχείς εβδομάδες. Το ποσό της παροχής δεν εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως αλλά, κυρίως, από τον βαθμό της ανικανότητας προς εργασία.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 6 του WAO, από το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού αποκλείονται οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί. Αντιθέτως, τα εν λόγω πρόσωπα υπάγονται, μετά την 1η Οκτωβρίου 1976, στον Algemene Arbeidsongeschiktheidswet, της 11ης Δεκεμβρίου 1975 (νόμο περί ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: AAW), που εφαρμόζεται επί όλων των κατοίκων της χώρας.
Η κοινοτική νομοθεσία
6 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.
7 Το άρθρο 40 του κανονισμού 1408/71 διέπει την καταβολή των παροχών αναπηρίας εργαζομένων που είχαν διαδοχικώς υπαχθεί σε δύο τύπους νομοθεσιών: αφενός, νομοθεσιών όπως ο WAO και ο AAW, που μνημονεύονται στο παράρτημα IV του κανονισμού αυτού ως αποτελούσες μέρος των νομοθεσιών του άρθρου 37, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως (στο εξής: νομοθεσίες τύπου Α), και, αφετέρου, νομοθεσιών σύμφωνα με τις οποίες το ποσό των παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, όπως η ισχύουσα εν προκειμένω στην υπόθεση της κύριας δίκης γερμανική νομοθεσία (στο εξής: νομοθεσίες τύπου Β).
8 Δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, οι παροχές, σε μια τέτοια περίπτωση, υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3, που φέρει τον τίτλο «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)» του τίτλου ΙΙΙ του ίδιου κανονισμού και, κυρίως, του άρθρου του 46. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του τελευταίου αυτού άρθρου, πρέπει να γίνεται, ενδεχομένως, ένας pro rata temporis υπολογισμός, υπό κάθε νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος, συμπεριλαμβανομένης, κατά συνέπεια, της νομοθεσίας κατά την οποία το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως.
9 Εξάλλου, το άρθρο 45, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, με το οποίο επιδιώκεται, ειδικώς, η υπερκέραση των δυσχερειών όσον αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, που απορρέει από την εφαρμογή των νομοθεσιών τύπου Α, προβλέπει:
«Αν η νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία εξαρτά τη χορήγηση παροχών από τον όρο ότι ο εργαζόμενος υπάγεται στη νομοθεσία αυτή κατά τη στιγμή επελεύσεως του κινδύνου, δεν απαιτεί καμία διάρκεια ασφαλίσεως ούτε για την απόκτηση του δικαιώματος ούτε για τον υπολογισμό των παροχών, κάθε εργαζόμενος, ο οποίος έπαυσε να υπάγεται στη νομοθεσία αυτή, θεωρείται, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, ότι υπάγεται ακόμη σε αυτήν, τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου, αν υπάγεται στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους τη στιγμή αυτή ή, ελλείψει τέτοιας περιπτώσεως, αν δύναται να διεκδικήσει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Ο τελευταίος αυτός όρος θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1.»
10 Σύμφωνα με το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, οι ολλανδικοί φορείς θα τηρήσουν τις ακόλουθες διατάξεις:
α) αν ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή που επήλθε η ανικανότητα προς εργασία με την αναπηρία που προέκυψε, ήταν μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση αα, του κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας καθορίζει το ποσό των παροχών εις χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου της 18ης Φεβρουαρίου 1966, λαμβάνοντας υπόψη:
- τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO),
- τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν μετά την ηλικία των 15 ετών υπό τον νόμο της 11ης Δεκεμβρίου 1975 περί ανικανότητας προς εργασία (AAW), εφόσον δεν συμπίπτουν με τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν από τον ενδιαφερόμενο υπό τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO)
και
- τις περιόδους μισθωτής εργασίας και τις εξομοιούμενες προς αυτές περιόδους που πραγματοποιήθηκαν στις Κάτω Ξώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967».
11 Εξάλλου, από το παράρτημα 2, τμήμα Ι, σημείο 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 574/72 απορρέει ότι αρμόδιος υπό την ολλανδική νομοθεσία για τη χορήγηση παροχών αναπηρίας φορέας είναι ο Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging (στο εξής: NAB) όταν οι μισθωτοί και οι μη μισθωτοί έχουν δικαίωμα παροχών δυνάμει μόνο της ολλανδικής νομοθεσίας και χωρίς την εφαρμογή του κανονισμού.
12 Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 29 Ιουνίου 1998, τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 για την τροποποίηση των κανονισμών 1408/71 και 574/72, με σκοπό την επέκτασή τους ώστε να καλύπτουν ειδικά συστήματα για τους δημοσίους υπαλλήλους (EE L 209, σ. 1). Όπως προκύπτει από την όγδοη και ένατη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός αυτός θεσπίζει, «προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών των ειδικών συνταξιοδοτικών συστημάτων», παρεκκλίνουσες διατάξεις σε σχέση με τους συνήθεις κανόνες για τον συνυπολογισμό των περιόδων και τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
13 Έτσι, όσον αφορά τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τα νέα άρθρα 43α, παράγραφος 2, και 51α, παράγραφος 2, που περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα κεφάλαια «Αναπηρία» και «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)» του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1606/98, ορίζουν, με την ίδια και τα δύο διατύπωση:
«Ωστόσο, εάν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, εκκαθάριση, διατήρηση ή ανάκτηση των δικαιωμάτων σε παροχές δυνάμει ειδικού συστήματος για τους δημοσίους υπαλλήλους από την προϋπόθεση ότι όλες οι περίοδοι ασφάλισης έχουν συμπληρωθεί στο πλαίσιο ενός ή περισσοτέρων ειδικών συστημάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους σ' αυτό το κράτος μέλος, ή ότι θεωρούνται από τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους ως ισοδύναμες προς τέτοιες περιόδους, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι περίοδοι που μπορούν να αναγνωριστούν δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους.
Εάν, λαμβανομένων υπόψη των περιόδων που έχουν συμπληρωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει τις εν λόγω παροχές, οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση παροχών του γενικού συστήματος ή, ελλείψει αυτού, του συστήματος που ισχύει για τους εργάτες ή τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, ανάλογα με την περίπτωση.»
14 Κατά τα λοιπά, το άρθρο 51α παραπέμπει, όσον αφορά τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων βάσει ειδικού συστήματος δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 5, του κανονισμού 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1606/98 (που αντιστοιχεί, κατ' ουσίαν, στο άρθρο 45, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης), και του άρθρου 46 του ίδιου κανονισμού.
Η διαφορά της κύριας δίκης
15 Ο H. Nijhuis εργάστηκε στις Κάτω Ξώρες, ως επιστημονικός συνεργάτης, στον ολλανδικό οργανισμό θεωρητικών επιστημονικών ερευνών, στη Ξάγη, από τις 15 Οκτωβρίου 1968 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1973 και, ως εκπαιδευτικός, στο Ons Middelbaar Onderwijs, στο Tilburg, από την 1η Αυγούστου 1973 μέχρι την 1η Απριλίου 1974. Κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών, ο ενδιαφερόμενος ήταν ασφαλισμένος, μεταξύ άλλων, κατά του κινδύνου αναπηρίας, βάσει του ABPW. Εκτός αυτών των περιόδων, ο εφεσείων δεν άσκησε καμία επαγγελματική δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες.
16 Στη συνέχεια, ο H. Nijhuis εργάστηκε στη Γερμανία, ως επιστημονικός συνεργάτης, σ' ένα ινστιτούτο ερευνών και ήταν ασφαλισμένος, από την 1η Απριλίου 1974 μέχρι την 1η Απριλίου 1988, βάσει του Angestelltenversicherungsgesetz (γερμανικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών).
17 Δεδομένου ότι ο H. Nijhuis κατέστη, στις 29 Μαρτίου 1988, ανίκανος προς εργασία, το Bundesversicherungsanstalt (γερμανικό ομοσπονδιακό ταμείο ασφαλίσεως μισθωτών) του χορήγησε, με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 1989, σύνταξη αναπηρίας με ισχύ από τις 9 Νοεμβρίου 1988. Η παροχή αυτή καθορίστηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διανυθείσες στις Κάτω Ξώρες περίοδοι ασφαλίσεως.
18 Ο H. Nijhuis υπέβαλε στο Algemeen Burgerlijk Pensioenfonds (γενικό ταμείο συντάξεως δημοσίων υπαλλήλων, στο εξής: ABPF) αίτηση για χορήγηση συντάξεως αναπηρίας, την οποία το εν λόγω ταμείο απέρριψε με απόφαση της 22ας Μαου 1990 με το σκεπτικό ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν ασφαλισμένος υπό την ολλανδική νομοθεσία κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία και ότι δεν ετύγχανε εφαρμογής ο κανονισμός 1408/71, δεδομένου ότι επρόκειτο για τα ειδικά συστήματα δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία αποκλείονται, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
19 Κατόπιν τούτου, ο H. Nijhuis υπέβαλε την ίδια αίτηση στο ΝΑΒ, που ήταν αρμόδιο για τη χορήγηση παροχών αναπηρίας βάσει του WAO και του AAW, και το οποίο αντικατέστησε, το 1997, το LISV.
20 Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1990, το ΝΑΒ απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως παροχών με το σκεπτικό ότι, κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, ο H. Nijhuis δεν ήταν ασφαλισμένος ούτε βάσει του WAO ούτε βάσει του AΑW και ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 προκειμένου να αξιώσει ολλανδικές παροχές, και τούτο για τον λόγο ότι δεν υπαγόταν στα ολλανδικά συστήματα ως μισθωτός ή ως μη μισθωτός.
21 Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1992, το Raad van Beroep te Amsterdam απέρριψε την προσφυγή του H. Nijhuis κατά της απορριπτικής αποφάσεως του ΝΑΒ. Ο ενδιαφερόμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep.
22 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, ενόψει της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-227/94, Olivieri-Coenen, Συλλογή 1995, σ. Ι-3301, της 22ας Νοεμβρίου 1995, C-443/93, Βουγιούκας, Συλλογή 1995, σ. Ι-4033, και της 13ης Νοεμβρίου 1997, C-248/96, Grahame και Hollanders, Συλλογή 1997, σ. Ι-6407), η άρνηση του ΝΑΒ ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο προβληματίζεται σχετικά με το ζήτημα μήπως, ενόψει, μεταξύ άλλων, των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, από μόνο του το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 υποχρέωνε τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα να λάβει υπόψη τη συμπληρωθείσα υπό τον ABPW περίοδο. Ομοίως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τον προσδιορισμό του αρμόδιου για την καταβολή, ενδεχομένως, της συντάξεως αναπηρίας του H. Nijhuis ολλανδικού φορέα.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η διάταξη του παραρτήματος VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71 (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που έχει εν προκειμένω σημασία) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει οι παροχές αναπηρίας ενός προσώπου που άσκησε δραστηριότητες στις Κάτω Ξώρες μόνο κατά την περίοδο από τις 15 Οκτωβρίου 1968 μέχρι την 1η Απριλίου 1974, όπου ήταν ασφαλισμένο, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, κατά αναπηρίας βάσει ειδικού για δημοσίους υπαλλήλους συστήματος, να καθοριστούν κατ' εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 46, παράγραφος 2, και 45, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71, και τούτο λαμβανομένης επίσης υπόψη της εν λόγω περιόδου βάσει του προμνημονευθέντος τμήματος του παραρτήματος και ενόψει επίσης των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΚ;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί ως φορέας αρμόδιος για τον καθορισμό των σχετικών με τις περιόδους αυτές παροχών ο φορέας που μνημονεύεται στο παράρτημα 2, τμήμα Ι, σημείο 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΚ) 574/72 ή ο κατά το εσωτερικό δίκαιο αρμόδιος για την ασφάλιση κατά αναπηρίας δημοσίων υπαλλήλων φορέας, και τούτο έστω και αν αυτός ο τελευταίος φορέας δεν μνημονεύεται στο εν λόγω παράρτημα;»
24 Πρέπει προκαταρκτικώς να επισημανθεί ότι, όπως υπογράμμισαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή, ο H. Nijhuis τυγχάνει, από τις 25 Οκτωβρίου 1998, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1606/98, δηλαδή μετά την υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, μιας αναλογικής, βάσει του WAO, παροχής, οπότε το πεδίο των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων πρέπει να περιοριστεί στον προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού αυτού χρόνο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
25 Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα, στον οποίο έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως αναλογικής παροχής αναπηρίας από εργαζόμενο που κατέστη ανίκανος προς εργασία εντός άλλου κράτους μέλους, να εξομοιώσει τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί από τον εργαζόμενο αυτόν στις Κάτω Ξώρες, μετά την 1η Ιουλίου 1967, υπό ειδικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους, προς περιόδους ασφαλίσεως συμπληρωθείσες βάσει του WAO.
26 Ο H. Nijhuis και η Επιτροπή, στηριζόμενοι, κυρίως, στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Olivieri-Coenen, Βουγιούκας και Grahame και Hollanders, ισχυρίζονται ότι, ελλείψει, πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1606/98, μέτρων συντονισμού εφαρμοστέων επί των ειδικών συστημάτων για δημοσίους υπαλλήλους, τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης υποχρέωναν τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα να λάβει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που είχαν συμπληρωθεί βάσει του ABPW όταν επρόκειτο για τη χορήγηση αναλογικής παροχής, η οποία έπρεπε να υπολογίζεται διά κατ' αναλογίαν εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός ίσχυε τότε σχετικά με τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων συνταξιοδοτήσεως.
27 Πράγματι, σύμφωνα με τον H. Nijhuis και την Επιτροπή, δεν αμφισβητείται ότι ο ενδιαφερόμενος, αν δεν είχε κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και είχε εργαστεί μόνο στις Κάτω Ξώρες, θα ετύγχανε ολλανδικών παροχών αναπηρίας των οποίων ο υπολογισμός θα ήταν ανεξάρτητος της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως (νομοθεσία τύπου Α). Όμως, λόγω ακριβώς του ότι έκανε χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, ο H. Nijhuis δεν έλαβε καμιά παροχή από τις Κάτω Ξώρες για τον προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1606/98 χρόνο και ελάμβανε από τη Γερμανία μόνο μια prorata temporis υπολογιζόμενη παροχή (νομοθεσία τύπου Β).
28 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, όπως και το Δικαστήριο έχει κρίνει στη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Βουγιούκας, ότι για τη διασφάλιση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 48 της Συνθήκης, το Συμβούλιο υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 51 της Συνθήκης, να θεσπίσει σύστημα επιτρέπον στους διακινούμενους εργαζομένους να παρακάμπτουν τα εμπόδια που είναι δυνατόν να ανακύπτουν γι' αυτούς από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση εθνικών κανόνων.
29 Προκειμένου, ειδικότερα, για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή του εξομοιούμενου προσωπικού, ο κοινοτικός νομοθέτης εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή θεσπίζοντας απλώς τον κανονισμό 1606/98, που άρχισε να ισχύει στις 25 Οκτωβρίου 1998, αφήνοντας να υφίσταται, όσον αφορά τον προγενέστερο χρόνο, ένα σημαντικό κενό στον κοινοτικό συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
30 Πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το Συμβούλιο ως προς την επιλογή των μέτρων που είναι τα πλέον κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου με το άρθρο 51 της Συνθήκης αποτελέσματος. Κατά συνέπεια, οι εθνικοί οργανισμοί στους οποίους υποβάλλονται, κατά τρόπο άμεσο κατ' εφαρμογήν των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης, αιτήσεις χορηγήσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει ειδικού συστήματος για τους δημοσίους υπαλλήλους ή το εξομοιούμενο προσωπικό, πριν από τη λήψη, σε κοινοτικό επίπεδο, των μέτρων συντονισμού των συστημάτων αυτών, δεν υποχρεούνταν να εφαρμόζουν κατ' αναλογίαν, τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που προβλέπονται για τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που ενέπιπταν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του. Το αντίθετο θα συνέβαινε μόνον εάν ήταν δυνατό, χωρίς προσφυγή σε κοινοτικά μέτρα συντονισμού, να αντιμετωπίζονται οι δυσμενείς για τους εργαζομένους που άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας συνέπειες μιας εθνικής νομοθεσίας.
31 Τούτο συνέβη στην προπαρατεθείσα υπόθεση Βουγιούκας, όπου είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση ορισμένοι εισάγοντες δυσμενείς διακρίσεις κανόνες υπό την έννοια ότι είχαν ως αποτέλεσμα τη μη αναγνώριση περιόδων ασφαλίσεως για τον λόγο απλώς και μόνον ότι οι περίοδοι αυτές είχαν συμπληρωθεί εντός άλλου, εκτός του περί ου ο λόγος, κράτους μέλους. Οι κανόνες αυτοί, σύμφωνα με τους οποίους υφίστατο διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων που δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και των διακινουμένων εργαζομένων, σε βάρος των τελευταίων, ήταν δυνατό να παρακαμφθούν, χωρίς να χρειασθεί η προσφυγή, για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς, σε κανόνες συντονισμού για τη θέσπιση των οποίων αρμόδιο είναι το Συμβούλιο.
32 Αντιθέτως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αφορά τον καθορισμό παροχής αναπηρίας βάσει ενός ειδικού συστήματος για τους δημοσίους υπαλλήλους και το εξομοιούμενο προσωπικό ενός κράτους μέλους που παρουσιάζει, επιπλέον, τα χαρακτηριστικά μιας νομοθεσίας τύπου Α, και τούτο αναφορικά με ανικανότητα προς εργασία επελθούσα εντός άλλου κράτους μέλους, όπου τυγχάνει εφαρμογής, γενικώς επί των μισθωτών, μια νομοθεσία τύπου Β, είναι αναγκαία η προσφυγή στις τεχνικές συντονισμού που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των οικείων εθνικών συστημάτων, τεχνικές των οποίων ακριβώς η επιλογή απόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 51 της Συνθήκης, στο Συμβούλιο. Συναφώς, πρέπει να προστεθεί, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 12 και 13 της παρούσας αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο έχει θεσπίσει, με τον κανονισμό 1606/98, κανόνες διαφορετικούς αυτών που εφαρμόζονταν μέχρι τότε σχετικά με το θέμα του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως.
33 Μολονότι οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Olivieri-Coenen και Grahame και Hollanders αφορούν επίσης τον καθορισμό παροχών αναπηρίας υπό την ολλανδική νομοθεσία, δεν έχει γίνει εντούτοις η κατάλληλη επίκλησή τους στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, οι εν λόγω αποφάσεις έχουν σχέση με το ζήτημα του συνυπολογισμού περιόδων έμμισθης εργασίας και εξομοιουμένων περιόδων που είχαν συμπληρωθεί στις Κάτω Ξώρες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1967, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του WAO, και τούτο ενώ αυτός ο συνυπολογισμός ρητώς προβλεπόταν, προκειμένου περί της υποθέσεως Olivieri-Coenen, στο παράρτημα V, τμήμα Θ, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε την 1η Φεβρουαρίου 1982, και, προκειμένου περί της υποθέσεως Grahame και Hollanders, στο παράστημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71. Όμως, όπως υπογράμμισαν το LISV και η Ολλανδική Κυβέρνηση, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι συμπληρωθείσες από τον H. Nijhuis στις Κάτω Ξώρες περίοδοι εργασίας τοποθετούνται μεταξύ της 15ης Οκτωβρίου 1968 και της 1ης Απριλίου 1974.
34 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα, στον οποίο έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως αναλογικής παροχής αναπηρίας από εργαζόμενο που κατέστη ανίκανος προς εργασία εντός άλλου κράτους μέλους, να εξομοιώσει τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί από τον εργαζόμενο αυτόν στις Κάτω Ξώρες, ύστερα από την 1η Ιουλίου 1967, υπό ειδικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους, προς περιόδους ασφαλίσεως συμπληρωθείσες βάσει του WAO.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
35 Ενόψει της δοθείσας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 24ης Σεπτεμβρίου 1997 το Centrale Raad van Beroep, αποφαίνεται:
Το παράρτημα VI, τμήμα Ι, σημείο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, όπως έχει προσαρμοστεί με το παράρτημα Ι, τμήμα VIII, της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα, στον οποίο έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως αναλογικής παροχής αναπηρίας από εργαζόμενο που κατέστη ανίκανος προς εργασία εντός άλλου κράτους μέλους, να εξομοιώσει τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί από τον εργαζόμενο αυτόν στις Κάτω Ξώρες, ύστερα από την 1η Ιουλίου 1967, υπό ειδικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους, προς περιόδους ασφαλίσεως συμπληρωθείσες βάσει του Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering της 18ης Φεβρουαρίου 1966.