Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 29ης Σεπτεμßρίου 1999. - L. Nederhoff & Zn. κατά Dijkgraaf en hoogheemraden van het Hoogheemraadschap Rijnland. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Raad van State - Κάτω Χώρες. - Περιßάλλον - Οδηγίες 76/464/ΕΟΚ, 76/769/ΕΟΚ και 86/280/ΕΟΚ - Έννοια της "απορρίψεως" - Δυνατότητα κράτους μέλους να θεσπίσει αυστηρότερα μέτρα από εκείνα που προßλέπει η οδηγία 76/464/ΕΟΚ - Συνέπειες της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ επί ενός τέτοιου μέτρου. - Υπόθεση C-232/97.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1999 σελίδα I-06385
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Έννοια της «απορρίψεως» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας - Ρύπανση προερχόμενη από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 - Μη υπαγωγή - Τοπόθετηση εντός επιφανειακών υδάτων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο
(Οδηγίες του Συμβουλίου 76/464, άρθρο 1 § 2, στοιχ. δδ, και 86/280, άρθρο 5 § 1)
2 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Ξορήγηση άδειας απορρίψεως - Δυνατότητα των κρατών μελών να εξαρτούν την άδεια απορρίψεως από πρόσθετες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από την οδηγία - Περιεχόμενο
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου)
3 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Περιορισμός της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων - Οδηγία 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60 - Ξρησιμοποίηση κρεοσώτου - Αιτήσεις άδειας - Κριτήρια εκτιμήσεως - Καθορισμός από τα κράτη μέλη
(Οδηγία 76/769 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60)
1 Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να μην περιλαμβάνει τη ρύπανση που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280, σχετικά με τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464.
Συγκεκριμένα, η κατά την προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας 76/464 έννοια της «απορρίψεως» αφορά κάθε πράξη δυναμένη να καταλογιστεί σε πρόσωπο με την οποία εισάγεται, άμεσα ή έμμεσα, στα ύδατα, επί των οποίων έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή, μια από τις επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι ή στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματός της, ενώ η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 έννοια της «ρυπάνσεως» που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, αφορά τις περιπτώσεις που η ρύπανση, ακριβώς λόγω του διάχυτου χαρακτήρα της, δεν μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο και, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να καταστεί το αντικείμενο προηγούμενης άδειας.
Εξ αυτών προκύπτει ότι η εντός επιφανειακών υδάτων τοποθέτηση ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο εμπίπτει στην έννοια της «απορρίψεως» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 και ότι η εκροή κρεόσωτου από τους ξύλινους πασσάλους που έχουν τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων δεν εμπίπτει στην κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 έννοια των «σημαντικών πηγών (...) συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών» όταν η ρύπανση που προκαλείται από την ουσία αυτή μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο.
2 Η οδηγία 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από μη προβλεπόμενες στην οδηγία αυτή πρόσθετες επιταγές, προκειμένου να προστατεύσουν το υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας από τη ρύπανση που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες. Η υποχρέωση αναζητήσεως ή επιλογής εναλλακτικών λύσεων που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον συνιστά τέτοια επιταγή, ακόμη και αν έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χορήγηση άδειας.
3 Οι περιοριστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χρήση κρεόσωτου στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60, δεν απαγορεύουν σε αρχή κράτους μέλους, όταν εξετάζει αιτήσεις άδειας για την τοποθέτηση από επαγγελματίες χρήστες εντός επιφανειακών υδάτων ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με την ουσία αυτή, να θέτει τέτοια κριτήρια εκτιμήσεως ώστε η χρήση κρεόσωτου να είναι αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή.
Στην υπόθεση C-232/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Nederlandse Raad van State (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
L. Nederhoff & Zn.
και
Dijkgraaf en hoogheemraden van het Hoogheemraadschap Rijnland,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 365, σ. 1), και 86/280/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464 (ΕΕ L 181, σ. 16),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch (εισηγητή) και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η L. Nederhoff & Zn., εκπροσωπούμενη από τον J. A. Suyver, δικηγόρο Ουτρέχτης,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον J.-J. Evrard, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της L. Nederhoff & Zn., εκπροσωπουμένης από τον J. A. Suyver, της Dijkgraaf en hoogheemraden van het Hoogheemraadschap Rijnland, εκπροσωπουμένης από τον R. Lever, δικηγόρο Leiden, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον J. S. van den Oosterkamp, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την T. Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον G. zur Hausen, επικουρούμενο από τον M. van Der Woude, δικηγόρο Βρυξελλών, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 1997, το Nederlandse Raad van State υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 365, σ. 1), και 86/280/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464 (ΕΕ L 181, σ. 16).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής της εταιρίας L. Nederhoff & Zn. (στο εξής: Nederhoff) κατά της αποφάσεως με την οποία η Dijkgraaf en hoogheemraden van het Hoogheemraadschap Rijnland (στο εξής: αρμόδια αρχή) αρνήθηκε να της χορηγήσει άδεια τοποθετήσεως, εντός επιφανειακών υδάτων, πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Η οδηγία 76/464
3 Η οδηγία 76/464 σκοπό έχει την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των υδάτων. Εκδόθηκε βάσει των άρθρων 100 και 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 94 ΕΚ και 308 ΕΚ).
4 Στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία δδ και εε, της οδηγίας 76/464 περιέχονται οι ακόλουθοι ορισμοί των εννοιών της «απορρίψεως» και «ρυπάνσεως»:
«"απόρριψη": η εισαγωγή στα ύδατα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ουσιών που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματος, εξαιρέσει:
- των απορρίψεων βυθοκόρων πλοίων,
- των εργασιών απορρίψεως από πλοία μέσα στα χωρικά ύδατα,
- της καταβυθίσεως αποβλήτων πλοίων μέσα στα χωρικά ύδατα·
"ρύπανση": η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας μέσα στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους για το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων.»
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν «τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1, που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι του παραρτήματος, καθώς και για τη μείωση της ρυπάνσεως των εν λόγω υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις της οποίας αποτελούν το πρώτο μόνο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου».
6 Τα άρθρα 3 έως 6 της εν λόγω οδηγίας περιέχουν κανόνες σχετικά με τις ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι. Οι κανόνες αυτοί εξαρτούν κάθε απόρριψη των ουσιών αυτών από την υποχρέωση κατοχής προηγούμενης άδειας θέτουσας πρότυπα αποβολής μη δυνάμενα να υπερβούν ορισμένες οριακές τιμές, οι οποίες καθορίζονται από το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Κατά τον κατάλογο ΙΙ, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος της οδηγίας, οι ουσίες που ανήκουν στις οικογένειες και ομάδες ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οι οριακές τιμές που προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας υπάγονται στον κατάλογο ΙΙ.
7 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της πιο πάνω οδηγίας ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα του προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγουμένη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.»
8 Το άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει:
«Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν, κατά περίπτωση, από κοινού ή μεμονωμένα, μέτρα αυστηρότερα από αυτά που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
Η οδηγία 86/280
9 Η οδηγία 86/280, η οποία θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 76/464 καθορίζοντας οριακές τιμές και ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικινδύνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464, περιέχει και κανόνες που δεν περιλαμβάνονται στην τελευταία οδηγία.
10 Έτσι, κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 86/280, «για ορισμένες σημαντικές πηγές ρύπανσης (...) εκτός από τις πηγές απορρίψεων που υπάγονται στο καθεστώς των κοινοτικών οριακών τιμών ή των εθνικών προτύπων αποβολής, κρίνεται αναγκαίο να θεσπιστούν ειδικά προγράμματα για την εξάλειψη της ρύπανσης· (...) οι ειδικές εξουσίες δράσης για τον σκοπό αυτό δεν προβλέπονται από την οδηγία 76/464/ΕΟΚ (...)».
11 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 ορίζει συναφώς:
«Για τις ουσίες για τις οποίες γίνεται ειδική μνεία στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη καθιερώνουν ειδικά προγράμματα, προκειμένου να αποφευχθεί ή να εξαλειφθεί η ρύπανση που προέρχεται από σημαντικές πηγές των ουσιών αυτών (συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών), εκτός από πηγές απορρίψεων που υπάγονται στο καθεστώς των κοινοτικών οριακών τιμών ή των εθνικών προτύπων αποβολής.»
Η οδηγία 76/769
12 Η οδηγία 76/769 περιέχει κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις χρήσεως ορισμένων ουσιών που απαριθμούνται σε παράρτημα. Το κρεόσωτο περιλαμβάνεται στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60. Το εν λόγω σημείο 32 καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η χρήση κρεόσωτου και κρεοσωτέλαιου.
13 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/769: «Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων σχετικών διατάξεων της Κοινότητος, η παρούσα οδηγία αφορά τον περιορισμό της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως, στα κράτη μέλη της Κοινότητος, των επικινδύνων ουσίων και παρασκευασμάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος.»
Η ολλανδική νομοθεσία
14 Ο Wet verontreiniging oppervlaktewateren (νόμος περί της ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων, στο εξής: WVO) τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1970. Ο νόμος της 24ης Ιουνίου 1981 (Stbl. 1981, σ. 414) επέφερε στον WVO ορισμένες τροποποιήσεις τις οποίες κατέστησε αναγκαίες η έκδοση της οδηγίας 76/464. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο WVO θεωρείται ως το νομοθέτημα με το οποίο μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο η πιο πάνω οδηγία.
15 Για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων, το άρθρο 1 του WVO απαγορεύει τη χωρίς άδεια εισαγωγή στα ύδατα αυτά αποβλήτων ή ρυπογόνων ή επικινδύνων ουσιών. Το σύστημα αδειών που έχει καθιερωθεί διακρίνει εν προκειμένω μεταξύ:
- των απορρίψεων που γίνονται με τη βοήθεια μηχανισμού (άρθρο 1, παράγραφος 1, του WVO) και
- των απορρίψεων που γίνονται χωρίς τη βοήθεια μηχανισμού (άρθρο 1, παράγραφος 3, του WVO).
16 Το σχετικό με τον WVO εκτελεστικό διάταγμα της 28ης Νοεμβρίου 1974 (Stbl. 1974, σ. 709) περιέχει λεπτομερέστερες διατάξεις σχετικά με τις απορρίψεις που γίνονται χωρίς τη βοήθεια μηχανισμού.
17 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω εκτελεστικού διατάγματος, απαγορεύεται η εισαγωγή, με οποιονδήποτε τρόπο ή σε οποιαδήποτε επιφανειακά ύδατα, των αποβλήτων ή των ρυπογόνων ή επικινδύνων ουσιών που παρατίθενται στο παράρτημα του διατάγματος αυτού.
Η διαφορά της κύριας δίκης
18 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Nederhoff για να στηρίξει τις όχθες κοίτης επιφανειακών υδάτων χρησιμοποίησε ξύλινους πασσάλους που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
19 Η ουσία αυτή περιέχει πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (στο εξής: ΠΑΥ) και ως εκ τούτου ανήκει στις οικογένειες και ομάδες ουσιών που αφορά ο κατάλογος Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464. Ωστόσο, δεδομένου ότι για τους υδρογονάνθρακες αυτούς δεν έχει ακόμη καθοριστεί οριακή τιμή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής, το κρεόσωτο υπόκειται στο καθεστώς που ισχύει για τις ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙ του πιο πάνω παραρτήματος.
20 Η Nederhoff δεν είχε ζητήσει άδεια για την τοποθέτηση των πιο πάνω πασσάλων εντός επιφανειακών υδάτων. Ωστόσο, για να νομιμοποιήσει την κατάσταση αυτή, κατέθεσε με έγγραφο της 5ης Ιανουαρίου 1995 σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή.
21 Η αρμόδια αρχή απέρριψε την αίτηση άδειας με το αιτιολογικό ότι, εφόσον είναι αδύνατον να αποφευχθεί η εκροή ΠΑΥ από τους πασσάλους στους οποίους έχει εισαχθεί κρεόσωτο και επομένως να αποφευχθεί η ρύπανση των υδάτων, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικές λύσεις που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον, το δε πρόσθετο κόστος που θα προκαλέσουν θα αντισταθμιστεί από το όφελος που θα υπάρξει όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.
22 Έτσι, η άρνηση χορηγήσεως της ζητηθείσας άδειας ανάγεται στην πολιτική της αρμόδιας αρχής, κατά την οποία η εκπομπή ΠΑΥ πρέπει να καταπολεμείται προπαντός στην πηγή («προσέγγιση στην πηγή») με την αναζήτηση εναλλακτικών υλικών που είναι περισσότερο οικολογικά. Μόνο στην περίπτωση που η προσέγγιση στην πηγή έχει ανεπαρκή αποτελέσματα, η αρμόδια αρχή προχωρεί σε εξέταση με γνώμονα τις προδιαγραφές ποιότητας των υδάτων τις οποίες καθορίζει το σχέδιο διαχειρίσεως των υδάτων (Waterbeheersplan) του 1992.
23 Η Nederhoff άσκησε κατά της απορριπτικής αποφάσεως προσφυγή ενώπιον του Raad van State ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του WVO έχει εφαρμογή επί των απορρίψεων και όχι επί των διαχύτων πηγών ρυπάνσεως. Οι εθνικές αρχές δικαιούνται να θεσπίσουν αυστηρότερους κανόνες απορρίψεως από τους περιεχόμενους στην οδηγία, αλλά όχι να υποβάλουν στην υποχρέωση κατοχής άδειας άλλες πηγές ρυπάνσεως των υδάτων εκτός των πηγών που αφορά η οδηγία αυτή, δηλαδή των απορρίψεων.
24 Επίσης, η Nederhoff υποστήριξε, επικουρικώς, ότι η πολιτική της αρμόδιας αρχής καταλήγει στο να καθίσταται στην πράξη αδύνατη η χορήγηση άδειας. Συνεπώς, η πολιτική αυτή οδηγεί στην επιβολή γενικής απαγορεύσεως, ασυμβίβαστης με το άρθρο 3 της οδηγίας 76/464.
25 Επιπλέον, η Nederhoff ισχυρίστηκε ότι, όσον αφορά τη χρήση παρασιτοκτόνων όπως το κρεόσωτο, έχουν θεσπιστεί διατάξεις από τον Bestrijdingsmiddelenwet (νόμο περί παρασιτοκτόνων) ή κατ' εφαρμογήν του νόμου αυτού, οπότε δεν μπορεί να υφίσταται υποχρέωση λήψεως αδείας για τη χρησιμοποίηση πασσάλων στους οποίους έχει εισαχθεί κρεόσωτο.
26 Με την απόφασή του περί παραπομπής, το Raad van State εκθέτει ότι μέχρι τώρα προέβαινε σε σχετικά ευρεία ερμηνεία της εννοίας της απορρίψεως, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 άλλων «σημαντικών πηγών των ουσιών αυτών (συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών)» και των «πηγών απορρίψεων». Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή έχει ως συνέπεια ότι απαιτείται άδεια για μεγάλο αριθμό διαχύτων πηγών ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων, ενώ οι πηγές αυτές, αντιθέτως προς τις «πηγές απορρίψεων», δεν υπόκεινται στο καθεστώς των κοινοτικών οριακών τιμών ή των εθνικών προτύπων αποβολής.
27 Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά επιπλέον ότι η αρμόδια αρχή, επιβάλλοντας στον αιτούντα άδεια να εξετάσει αν υφίσταται λιγότερο ρυπογόνος εναλλακτική λύση και, σε καταφατική περίπτωση, να την εφαρμόσει όταν τούτο είναι εύλογο, τάσσει κατά την εξέταση των αιτήσεων αδείας πρόσθετη απαίτηση που δεν περιλαμβάνεται στην οδηγία 76/464.
28 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, το Nederlandse Raad van State αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η έννοια "απόρριψη", κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητoς [ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138], να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει και την έννοια "άλλες σημαντικές πηγές (...) (συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών)", κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 86/280/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικινδύνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ (ΕΕ 1986, L 181);
2) Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα 1, πρέπει η έννοια "άλλες σημαντικές πηγές (...) (συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών)", κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 86/280/ΕΟΚ, να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει την εκροή κρεοσώτου από το ξύλο που έχει τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων;
3) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 1 ή αν δοθεί αρνητική απάντηση σε αμφότερα τα ερωτήματα 1 και 2, πρέπει η έννοια "απόρριψη", κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ, να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει:
α) την τοποθέτηση εντός επιφανειακών υδάτων ξύλου που έχει διαποτιστεί με κρεόσωτο, ενώ είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι το κρεόσωτο θα εκχυθεί εντός των επιφανειακών υδάτων;
ή
β) την εκροή κρεοσώτου από το ξύλο που έχει τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων;
4) Στην περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στα ερωτήματα 3 α και/ή 3 β, επιτρέπεται, λαμβανομένων υπόψη ειδικά των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 10 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ, να δοθεί από την εθνική νομοθεσία ή την αρμόδια αρχή κράτους μέλους άλλο, ευρύτερο, περιεχόμενο στην έννοια "απόρριψη" από το περιεχόμενο που δίνει η οδηγία αυτή;
5) α) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερωτήματα 3 α και/ή 3 β ή στο ερώτημα 4, επιτρέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ, σε συνδυασμό ή χωρίς συνδυασμό με το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής, να τάσσονται κατά την εξέταση των αιτήσεων αδείας απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στην οδηγία, όπως η υποχρέωση να γίνει έρευνα για να εξευρεθούν εναλλακτικές λύσεις που επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον;
β) Αν ναι, μπορούν οι πρόσθετες αυτές απαιτήσεις να οδηγήσουν στο να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χορήγηση αδείας;
6) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερωτήματα 3 α και/ή 3 β ή στο ερώτημα 4, απαγορεύουν οι περιοριστικές προϋποθέσεις που περιέχονται στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων [ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178], να θέτει η αρμόδια αρχή κράτους μέλους, κατά την εξέταση των αιτήσεων αδείας για την εκ μέρους επαγγελματιών χρηστών τοποθέτηση στα επιφανειακά ύδατα ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο, τέτοια κριτήρια ώστε να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χρήση αυτή;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
29 Με ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει και τη ρύπανση που προέρχεται από τις κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών.
30 Η Ολλανδική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στο κείμενο των δύο οδηγιών, ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει καθιερώσει δύο συμπληρωματικά συστήματα. Το σύστημα που καθιέρωσε η οδηγία 76/464 επιβάλλει την υποχρέωση κατοχής άδειας για κάθε απόρριψη που μπορεί να αποδοθεί σε πράξη, ενώ το σύστημα που καθιέρωσε η οδηγία 86/280 προβλέπει την εξάλειψη της ρυπάνσεως μέσω προγραμμάτων στις περιπτώσεις που, λόγω του διάχυτου χαρακτήρα της, η ρύπανση δεν μπορεί να αποδοθεί σαφώς σε πράξη. Εφόσον τα δύο συστήματα είναι συμπληρωματικά, η έννοια της «απορρίψεως» δεν περιλαμβάνει την έννοια των «πολλαπλών και διάχυτων πηγών».
31 Κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, η κατά την οδηγία 76/464 έννοια της απορρίψεως περιλαμβάνει και την έμμεση απόρριψη που προκαλεί τη ρύπανση των υδάτων.
32 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 έννοια της «απορρίψεως» καλύπτει όλες τις πηγές απορρίψεων, περιλαμβανομένων των «πολλαπλών και διάχυτων πηγών», οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος απορρίψεως ουσιών. Ωστόσο, η προβλεπόμενη στα άρθρα 3 και 7 της οδηγίας 76/464 υποχρέωση κατοχής άδειας ισχύει μόνον όταν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως απορρίψεως και της ρυπάνσεως που η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό να εξαλείψει ή να μειώσει.
33 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικώς η κατά την οδηγία 76/464 έννοια της «απορρίψεως» και η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 έννοια της «ρυπάνσεως» που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών.
34 Πρώτον, όσον αφορά την έννοια της «απορρίψεως», πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464, η έννοια αυτή ορίζεται ως «εισαγωγή στα ύδατα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ουσιών που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματος (...)».
35 Για να συναχθεί αν ο ορισμός αυτός καλύπτει κάθε πηγή ρυπάνσεως, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ή μόνον τη ρύπανση που προκαλείται από πράξη, όπως υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατά την οδηγία 76/464 έννοια της «ρυπάνσεως». Συγκεκριμένα, η κατά την οδηγία αυτή έννοια της «απορρίψεως» δεν μπορεί να έχει, όσον αφορά τις πηγές ρυπάνσεως που εμπίπτουν στην εν λόγω οδηγία, διαφορετικό εύρος από το εύρος που η έννοια της «ρυπάνσεως» έχει κατά την ίδια οδηγία.
36 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο εε, της πιο πάνω οδηγίας ορίζει συναφώς ότι ως «ρύπανση» νοείται η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενέργειας στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους και το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων.
37 Εξ αυτών προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 έννοια της «απορρίψεως» πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα κάθε πράξη δυναμένη να καταλογιστεί σε πρόσωπο με την οποία εισάγεται, άμεσα ή έμμεσα, στα ύδατα, επί των οποίων έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή, μια από τις επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι ή στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματός της.
38 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το σύστημα που έχει καθιερώσει η οδηγία 76/464, της οποίας τα άρθρα 3 και 7, παράγραφος 2, εξαρτούν από τη λήψη άδειας εξασφαλίζουσας την τήρηση των κοινοτικών οριακών τιμών και καθορίζουσας τα εθνικά πρότυπα αποβολής κάθε απόρριψη, που γίνεται στα ύδατα που αφορά το άρθρο 1 της πιο πάνω οδηγίας, ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι ή στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματός της. Τόσο η αίτηση όσο και, ενδεχομένως, η χορήγηση άδειας έχουν νόημα μόνον αν η απόρριψη μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο.
39 Δεύτερον, όσον αφορά την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 έννοια της «ρυπάνσεως» που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η επιβληθείσα στα κράτη μέλη υποχρέωση να αποτρέπουν ή να εξαλείφουν, μέσω ειδικών προγραμμάτων, τη ρύπανση που προέρχεται από τις πηγές αυτές δεν αφορά τις πηγές απορρίψεων που υπόκεινται στο καθεστώς των κοινοτικών οριακών τιμών ή των εθνικών προτύπων αποβολής, δηλαδή τις περιπτώσεις που η ρύπανση προκαλείται κατόπιν πράξεως δυναμένης να καταλογιστεί σε πρόσωπο, οι οποίες υπόκεινται στο καθεστώς που καθιέρωσε η οδηγία 76/464.
40 Εξ αυτού προκύπτει ότι οι κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 σημαντικές πηγές ουσιών, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, αφορούν τις περιπτώσεις που η ρύπανση, ακριβώς λόγω του διάχυτου χαρακτήρα της, δεν μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο και, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να καταστεί το αντικείμενο προηγούμενης άδειας.
41 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, εφόσον δεν μπορεί να νοηθεί υποχρέωση χορηγήσεως άδειας, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 επιβάλλει στα κράτη μέλη να αποτρέπουν ή να εξαλείφουν τη ρύπανση αυτού του είδους μέσω ειδικών προγραμμάτων και, όπως προκύπτει από τη δέκατη αιτιολογική της σκέψη, οι αναγκαίες για τον σκοπό αυτό εξουσίες δράσεως δεν απορρέουν από την οδηγία 76/464, αλλά από το άρθρο 235 της Συνθήκης.
42 Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει καθιερώσει δύο χωριστά συστήματα για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων από επικίνδυνες ουσίες: αφενός, ένα σύστημα αδειών, το οποίο προβλέπεται στα άρθρα 3 και 7 της οδηγίας 76/464 και εφαρμόζεται όταν η ρύπανση προέρχεται από δυναμένη να καταλογιστεί σε πρόσωπο πράξη που έχει τη μορφή απορρίψεως και, αφετέρου, ένα σύστημα ειδικών προγραμμάτων, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 86/280 και εφαρμόζεται όταν η ρύπανση δεν μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο καθόσον προέρχεται από πολλαπλές και διάχυτες πηγές.
43 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να μην περιλαμβάνει τη ρύπανση που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
44 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό το οποίο υποβάλλεται σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εκροή κρεοσώτου και επομένως η ρύπανση των επιφανειακών υδάτων αποτελούν συνέπεια της εκ μέρους της Nederhoff τοποθετήσεως στα ύδατα αυτά ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
45 Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως που έγινε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια «σημαντικές πηγές (...) συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών» που περιέχεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να μην υπάγεται σ' αυτήν η εκροή κρεοσώτου από ξύλινους πασσάλους που έχουν τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων, όταν η ρύπανση που προκαλείται από την ουσία αυτή μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
46 Το ερώτημα αυτό, το οποίο υποβάλλεται και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, διακρίνει δύο περιπτώσεις οι οποίες, όπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 27 των προτάσεών του, μπορούν στην πραγματικότητα να αναχθούν στο ίδιο φαινόμενο, δηλαδή στην εκροή, εντός επιφανειακών υδάτων, ρυπογόνων σωματιδίων λόγω της εκ μέρους της Nederhoff τοποθετήσεως στα ύδατα αυτά ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
47 Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως που έγινε στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, το φαινόμενο αυτό συνιστά «απόρριψη» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464, καθόσον η ρύπανση των επιφανειακών υδάτων προέρχεται από δυναμένη να καταλογιστεί σε πρόσωπο πράξη, δηλαδή την τοποθέτηση στα ύδατα αυτά ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο, το οποίο, με την επαφή με το νερό, εκρέει από το ξύλο υπό μορφή ρυπογόνων σωματιδίων.
48 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει την εκ μέρους ενός προσώπου τοποθέτηση σε επιφανειακά ύδατα ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
49 Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, το ερώτημα αυτό υποβάλλεται σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα.
50 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο τρίτο ερώτημα, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
51 Με το ερώτημα αυτό, το οποίο υποβάλλεται και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3 της οδηγίας 76/464, ερμηνευόμενο ενδεχομένως σε συνδυασμό με το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής, επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από πρόσθετες επιταγές που δεν προβέπονται στην οδηγία, όπως την υποχρέωση αναζητήσεως ή επιλογής εναλλακτικών λύσεων που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η επιταγή αυτή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χορήγηση άδειας.
52 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 76/464 εξαρτά από προηγούμενη άδεια χορηγηθείσα από την αρμόδια αρχή του σχετικού κράτους μέλους και καθορίζουσα πρότυπα αποβολής κάθε απόρριψη ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας αυτής εντός των υδάτων που αφορά το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας.
53 Όσον αφορά τις απορρίψεις τέτοιων ουσιών, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι «Για κάθε άδεια η αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους δύναται, αν είναι αναγκαίο, να καθορίσει αυστηρότερα πρότυπα αποβολής από αυτά που προκύπτουν από την εφαρμογή των οριακών τιμών που καθορίστηκαν από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 6, ιδίως εν όψει της τοξικότητος, της ανθεκτικότητος και της βιοσυσσωρεύσεως της ουσίας, για την οποία πρόκειται, στο περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η αποβολή».
54 Τέλος και γενικότερα, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 76/464 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα από εκείνα που προβλέπει η οδηγία αυτή.
55 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η οδηγία 76/464 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν, για την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας από τη ρύπανση που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από πρόσθετες επιταγές που δεν προβλέπει η οδηγία αυτή.
56 Η υποχρέωση αναζητήσεως ή επιλογής εναλλακτικών λύσεων που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον αποτελεί μια τέτοια επιταγή και επομένως τα κράτη μέλη θεμιτώς μπορούν να εξαρτήσουν τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από την τήρηση της υποχρεώσεως αυτής.
57 Όσον αφορά το ζήτημα αν η πρόσθετη αυτή επιταγή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί η χορήγηση άδειας όλως κατ' εξαίρεση δυνατή ή ακόμη και αδύνατη, πρέπει να επισημανθεί ότι η περί ης πρόκειται ουσία στην υπόθεση της κύριας δίκης, δηλαδή το κρεόσωτο, ανήκει στις οικογένειες και ομάδες ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464 για τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως.
58 Συνεπώς, έστω και αν η επίμαχη πρόσθετη επιταγή έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει όλως κατ' εξαίρεση δυνατή, ή ακόμη και αδύνατη, τη χορήγηση άδειας, η συνέπεια αυτή στοιχεί με τον σκοπό που η οδηγία επιδιώκει για τις ουσίες αυτού του είδους.
59 Το ότι το κρεόσωτο υπόκειται προσωρινώς, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το Συμβούλιο δεν καθόρισε εν προκειμένω οριακές τιμές, στο καθεστώς που ισχύει για τις ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464, για τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν απλώς την υποχρέωση να μειώσουν και όχι να εξαλείψουν τη ρύπανση, δεν μπορεί να μεταβάλει τη διαπίστωση αυτή.
60 Συγκεκριμένα, ναι μεν για τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ τα κράτη μέλη έχουν ούτως ή άλλως την υποχρέωση να μειώσουν τη ρύπανση, πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη έχουν και τη δυνατότητα να θεσπίσουν αυστηρότερα μέτρα με σκοπό την εξάλειψη της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις ουσίες αυτές, και τούτο ακόμη περισσότερο για τον λόγο ότι η περί ης πρόκειται ουσία μόνον προσωρινώς υπόκειται στο καθεστώς των ουσιών του καταλόγου ΙΙ.
61 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 76/464 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από μη προβλεπόμενες στην οδηγία αυτή πρόσθετες επιταγές, προκειμένου να προστατεύσουν το υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας από τη ρύπανση που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες. Η υποχρέωση αναζητήσεως ή επιλογής εναλλακτικών λύσεων που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον συνιστά τέτοια επιταγή, ακόμη και αν έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χορήγηση άδειας.
Επί του έκτου ερωτήματος
62 Με το ερώτημα αυτό, το οποίο υποβάλλεται και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν οι περιοριστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χρήση κρεοσώτου στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60, απαγορεύουν σε αρχή κράτους μέλους, όταν εξετάζει αιτήσεις άδειας για την τοποθέτηση από επαγγελματίες χρήστες εντός επιφανειακών υδάτων ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με την ουσία αυτή, να θέτει τέτοια κριτήρια εκτιμήσεως ώστε η χρήση κρεοσώτου να είναι αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή.
63 Έτσι, εγείρεται το ζήτημα αν η οδηγία 76/769, όπως τροποποιήθηκε, η οποία περιορίζεται να επιβάλει περιορισμούς για την εμπορία και τη χρησιμοποίηση του ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο, αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο περί προστασίας των υδάτων το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να απαγορεύει ή να επιτρέπει μόνον κατ' εξαίρεση τη χρήση της ουσίας αυτής για την κατεργασία του ξύλου που θα τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων.
64 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα αποτελέσματα εθνικού μέτρου, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, μπορούν να θεωρηθούν ως εμποδίζοντα την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων που περιέχουν κρεόσωτο, όπως αυτή ρυθμίζεται από την οδηγία 76/769, αρκεί η διαπίστωση ότι, κατά το άρθρο της 1, η οδηγία 76/769 έχει εφαρμογή «υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων σχετικών διατάξεων της Κοινότητος».
65 Τέτοιες είναι οι διατάξεις της οδηγίας 76/464, της οποίας το άρθρο 10, όπως ελέχθη στη σκέψη 61 της παρούσας αποφάσεως, επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στον τομέα των απορρίψεων, μέτρα δυνάμενα να φθάσουν μέχρι του σημείου να καταστήσουν αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή τη χορήγηση άδειας απορρίψεως και, κατά συνέπεια, να καταστήσουν αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή και τη συγκεκριμένη χρήση της επικίνδυνης ουσίας που αφορά η απόρριψη.
66 Κατά συνέπεια, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι περιοριστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χρήση κρεοσώτου στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60, δεν απαγορεύουν σε αρχή κράτους μέλους, όταν εξετάζει αιτήσεις άδειας για την τοποθέτηση από επαγγελματίες χρήστες εντός επιφανειακών υδάτων ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με την ουσία αυτή, να θέτει τέτοια κριτήρια εκτιμήσεως ώστε η χρήση κρεοσώτου να είναι αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή.
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997 το Nederlandse Raad van State, αποφαίνεται:
1) Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να μην περιλαμβάνει τη ρύπανση που προέρχεται από σημαντικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών και διάχυτων πηγών, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464.
2) Η έννοια «σημαντικές πηγές (...) συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών και διάχυτων πηγών» που περιέχεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/280 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να μην υπάγεται σ' αυτήν η εκροή κρεοσώτου από ξύλινους πασσάλους που έχουν τοποθετηθεί εντός επιφανειακών υδάτων, όταν η ρύπανση που προκαλείται από την ουσία αυτή μπορεί να καταλογιστεί σε πρόσωπο.
3) Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει την εκ εκ μέρους ενός προσώπου τοποθέτηση σε επιφανειακά ύδατα ξύλινων πασσάλων που έχουν τύχει κατεργασίας με κρεόσωτο.
4) Η οδηγία 76/464 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας απορρίψεως από μη προβλεπόμενες στην οδηγία αυτή πρόσθετες επιταγές, προκειμένου να προστατεύσουν το υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας από τη ρύπανση που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες. Η υποχρέωση αναζητήσεως ή επιλογής εναλλακτικών λύσεων που θα επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον συνιστά τέτοια επιταγή, ακόμη και αν έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή η χορήγηση άδειας.
5) Οι περιοριστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χρήση κρεοσώτου στο σημείο 32 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, δεν απαγορεύουν σε αρχή κράτους μέλους, όταν εξετάζει αιτήσεις άδειας για την τοποθέτηση από επαγγελματίες χρήστες εντός επιφανειακών υδάτων ξύλου που έχει τύχει κατεργασίας με την ουσία αυτή, να θέτει τέτοια κριτήρια εκτιμήσεως ώστε η χρήση κρεοσώτου να είναι αδύνατη ή όλως κατ' εξαίρεση δυνατή.