Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 2/04/1998. - Aprile Srl, υπό εκκαθάριση, κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Giudice conciliatore di Milano - Ιταλία. - Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων - Εθνικές διαδικαστικές προθεσμίες. - Υπόθεση C-228/96.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1998 σελίδα I-07141
1 Τα ερωτήματα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν από τον Giudice conciliatore di Milano (Ιταλία) στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως με εκείνη στην οποία είχε ήδη υποβάλει πέντε άλλα προδικαστικά ερωτήματα, ορισμένα εκ των οποίων αποσύρθηκαν και σε ορισμένα εκ των οποίων έδωσε απάντηση το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση Aprile (1) (για περισσότερη σαφήνεια, στο εξής: υπόθεση Aprile I και απόφαση Aprile I).
2 Όπως είχα την ευκαιρία να υπογραμμίσω στις προτάσεις που ανέπτυξα τότε, τα αρχικώς υποβληθέντα στην υπόθεση Aprile I ερωτήματα αφορούσαν τα εξής:
- πρώτον, την επίπτωση των κανόνων και αρχών του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού νομικού συστήματος επιστροφής ορισμένων αχρεωστήτως εισπραχθέντων από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές δασμών, συγκεκριμένα επί του ιταλικού νόμου 428 της 20ής Δεκεμβρίου 1990 (2) (στο εξής: νόμος 428)·
- δεύτερον, τη δυνατότητα εφαρμογής αυτών των κανόνων και αρχών του κοινοτικού δικαίου στα εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών, εφαρμογή που θα είχε ως συνέπεια οι επιβαρύνσεις και λοιποί δασμοί που εισπράττονται λόγω του εκτελωνισμού των εμπορευμάτων αυτών να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τις επιβαρύνσεις και δασμούς που ισχύουν επί των εμπορευμάτων καταγωγής κρατών μελών.
3 Το πρώτο, δεύτερο και τρίτο ερώτημα, τα οποία αποσύρθηκαν στη συνέχεια, αφορούσαν ειδικώς το πρώτο πρόβλημα. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε αρχικώς από το Δικαστήριο να εφαρμόσει ή, ακριβέστερα, «να συμπληρώσει και διασαφηνίσει» τη νομολογία του σχετικά με την υποχρέωση επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο διατηρώντας σε ισχύ επιβαρύνσεις ή άλλους δασμούς ασυμβίβαστους με το δίκαιο αυτό.
4 Με το τέταρτο και πέμπτο ερώτημα, τα οποία είναι και τα μόνα που διατήρησε το αιτούν δικαστήριο, ζητήθηκε να διασαφηνιστεί το ζήτημα αν οι γενικοί κανόνες και οι γενικές απαγορεύσεις που ισχύουν επί των ενδοκοινοτικών εισαγωγών (συγκεκριμένα, η απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς) ισχύουν επίσης για τις τελωνειακές εργασίες που αφορούν εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών και, ιδίως, εμπορεύματα καταγωγής των χωρών της Ευρωπαϋκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Μόνον επί των τελευταίων αυτών ερωτημάτων αποφάνθηκε το Δικαστήριο.
5 Ο Giudice conciliatore di Milano, ο οποίος, κατόπιν σχετικού αιτήματος της avvocatura dello Stato, είχε αποσύρει τότε τα τρία πρώτα ερωτήματα που είχε υποβάλει στην υπόθεση Aprile I, ζητεί εκ νέου από το Δικαστήριο να επιλύσει το ζήτημα της εφαρμογής του νόμου 428, ως προς το οποίο διατηρεί αμφιβολίες λόγω της ενδεχόμενης συγκρούσεως του νόμου αυτού με τους κανόνες και τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, κατ' ουσίαν υποβάλλει εκ νέου τα ίδια ερωτήματα με εκείνα που είχε υποβάλει τότε.
6 Τα ερωτήματα της νέας αυτής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι τα ακόλουθα:
«1) Ερωτάται αν οι αρχές της ασφαλείας δικαίου, της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ως προς την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων από τον κίνδυνο προσβολής τους (κατά την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες του εσωτερικού δικαίου δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϋκοί και δεν πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καθιστούν υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων), όπως οι αρχές αυτές έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, εμποδίζουν τη θέσπιση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, όπως αυτής του άρθρου 29, πρώτο εδάφιο, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, η οποία προφανώς έχει διατυπωθεί ως ερμηνευτική διάταξη, με συνέπεια την αναδρομική ισχύ της, στην πραγματικότητα όμως αντικαθιστά την προϋσχύσασα συνήθη (δεκαετή) παραγραφή με (πενταετή) αποσβεστική προθεσμία και η οποία ρύθμιση, μειώνοντας περαιτέρω σε τρία έτη την αποσβεστική προθεσμία, θεωρεί ότι οι εν λόγω προθεσμίες έχουν ήδη αρχίσει να τρέχουν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της, παρεκκλίνοντας έτσι, χωρίς προφανή δικαιολογία, και από τη γενική αρχή του άρθρου 252 του διατάγματος περί των εκτελεστικών και μεταβατικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, βάσει του οποίου, αν η άσκηση ενός δικαιώματος εξαρτάται από προθεσμία συντομότερη από εκείνη που τάσσουν οι προγενέστεροι νόμοι, η νέα προθεσμία που έχει ωσαύτως εφαρμογή στην άσκηση προηγουμένως κτηθέντων δικαιωμάτων αρχίζει να τρέχει μόνον από της ενάρξεως ισχύος της νέας διατάξεως.
2) Ερωτάται αν η αρχή κατά την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες του εσωτερικού δικαίου για την προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που διέπουν ανάλογες αξιώσεις του εσωτερικού δικαίου (αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe και Comet, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747 και 765, αρχή επιβεβαιωθείσα με άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις) εμποδίζει τη θέσπιση εθνικής διατάξεως, όπως αυτής του άρθρου 29, πρώτο εδάφιο, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, η οποία φαινομενικά αποβλέπει στην εναρμόνιση των προθεσμιών προς επιστροφή των ποσών τα οποία έχουν καταβληθεί λόγω τελωνειακών εργασιών, στην πραγματικότητα όμως (όπως καθίσταται πρόδηλο από τον τίτλο και από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως) έχει ως αποτέλεσμα να επεκτείνει τις αποσβεστικές προθεσμίες που προβλέπονται ήδη στο άρθρο 91 του νόμου περί τελωνείων (οι οποίες έχουν εφαρμογή μόνο στα σφάλματα υπολογισμού ή σε περίπτωση επιβολής διαφορετικού δασμού από τον οριζόμενο στο δασμολόγιο) στο αντικειμενικώς αχρεώστητο που απορρέει από παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ενώ η ανάλογη αξίωση επιστροφής του αντικειμενικώς αχρεωστήτου του εσωτερικού κοινού δικαίου (άρθρο 2033 του Αστικού Κώδικα) υπόκειται στη δεκαετή παραγραφή.
3) Ερωτάται αν η αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-208/90, Emmott - βάσει της οποίας, μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς μιας οδηγίας ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει το εκπρόθεσμο της εκ μέρους ιδιώτη κινήσεως της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία του εθνικού δικαίου αρχίζει να τρέχει μόνον από το χρονικό αυτό σημείο -, ως εφαρμογή της αρχής της ασφαλείας δικαίου, δεσμεύει εξίσου τον εθνικό δικαστή όπως και οι γραπτές διατάξεις κοινοτικού δικαίου.
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ερωτάται αν η εν λόγω αρχή που καθιερώθηκε με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-208/90, αποτελούσα συγκεκριμένη εφαρμογή μιας από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, έχει άμεσο και γενικό αποτέλεσμα, δηλαδή, αν έχει ευθεία εφαρμογή και αν οι πολίτες μπορούν να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση μη ορθής μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο - όπως στην περίπτωση η οποία, σε σχέση προς την οδηγία 83/643/ΕΟΚ, αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως της 30ής Μαου 1989, 340/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας - και, επομένως, οσάκις διαπιστώνεται η διατήρηση ή η θέσπιση εθνικών διατάξεων οι οποίες υπαγορεύουν ρύθμιση μη συμβιβαζόμενη προς τις κοινοτικές διατάξεις που έχουν ευθεία εφαρμογή, όπως οι διατάξεις της Συνθήκης περί απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι διατάξεις του Κοινού Δασμολογίου, και οι οποίες αποτέλεσαν το αντικείμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1991, C-209/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-125/94, Aprile, όπου οι διατηρηθείσες σε ισχύ εθνικές διατάξεις επέβαλλαν, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, την πληρωμή μη οφειλομένης δαπάνης υπό περιστάσεις (όπως οι σχετικές με τον εκτελωνισμό εμπορευμάτων) στις οποίες ο επιχειρηματίας δεν ήταν σε θέση να αρνηθεί. Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν το κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων κοινοτικού δικαίου που έχουν ευθεία εφαρμογή, μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αποσβεστικές προθεσμίες ή ο χρόνος παραγραφής παρέρχονται εντός του χρόνου κατά τον οποίο οι ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές διατάξεις εξακολουθούν να διατηρούνται σε ισχύ.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7 Θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και την εξέλιξη της διαφοράς αυτής, τα οποία εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Aprile I (σημεία 5 έως 10):
- Η ιταλικού δικαίου εταιρία περιορισμένης ευθύνης Aprile, η οποία ασκούσε δραστηριότητες εκτελωνιστή στο Μιλάνο (Ιταλία) κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 20 Οκτωβρίου 1992. Αφού εξέτασε τα λογιστικά της επιχειρήσεως, ο σύνδικος της πτωχεύσεως αποφάσισε να ζητήσει από την Tesoreria Provinciale dello Stato την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβληθεί από την επιχείρηση κατά τα προηγούμενα έτη ως επιβάρυνση για τελωνειακές εργασίες που είχαν πραγματοποιηθεί εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας των υπαλλήλων ή εκτός τελωνείων.
- Κατόπιν της σχετικής αρνήσεως της διοικήσεως, ο σύνδικος της πτωχεύσεως άσκησε δύο τουλάχιστον αγωγές αφού είχε προηγουμένως λάβει τη σχετική άδεια του αρμόδιου δικαστή: άσκησε αγωγή, πρώτον, ενώπιον του Tribunale di Milano για ποσό ύψους 618 436 900 ιταλικών λιρών (LIT) και, δεύτερον, για μικρότερο ποσό, ενώπιον του Giudice conciliatore της ίδιας πόλης.
- Στην αγωγή της ενώπιον του Giudice conciliatore, η οποία αποτέλεσε και την αιτία της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας, η Aprile ζητεί από την ιταλική διοίκηση το ποσό των 933 200 LIT το οποίο αντιστοιχεί στις επιβαρύνσεις που κατεβλήθησαν για υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί στις 22, 23, 24 και 26 Νοεμβρίου 1990 από το τελωνείο του Segrate - Aeroporto di Linate (Μιλάνο). Οι επιβαρύνσεις αυτές κατεβλήθησαν κατ' εφαρμογήν της ιταλικής νομοθεσίας η οποία, κατά την εποχή εκείνη, επέτρεπε να πλήττονται με ορισμένες επιβαρύνσεις οι τελωνειακές εργασίες εισαγωγής που διενεργούνταν εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας των τελωνειακών υπαλλήλων.
- Καθώς η Amministrazione delle Finanze dello Stato αμφισβήτησε την απαίτηση αυτή, ο Giudice conciliatore di Milano υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 26ης Απριλίου 1994, τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα.
- Στις 5 Μαου 1995 και ενώ η προδικαστική διαδικασία εξελισσόταν κανονικώς, η έγγραφη διαδικασία είχε περατωθεί και η ημερομηνία της προφορικής διαδικασίας είχε οριστεί για τις 11 Μαου, ο avvocato dello Stato εμφανίστηκε ενώπιον του Giudice conciliatore di Milano και δήλωσε, επ' ονόματι της εναγομένης διοικήσεως, ότι, «λαμβανομένου υπόψη του μη φορολογικού χαρακτήρα των καταβολών που αποτελούν το αντικείμενο του αιτήματος επιστροφής που έχει υποβληθεί από την ενάγουσα», ανεγνώριζε ότι δεν ετύγχαναν εν προκειμένω εφαρμογής οι παράγραφοι 2 και 7 του άρθρου 29 του νόμου 428 και ότι, κατά συνέπεια, παραιτείτο από την ένσταση που είχε προτείνει κατά της σχετικής αγωγής. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο ζήτησε από τον οικείο δικαστή να τροποποιήσει την διάταξη περί παραπομπής και να περιορίσει τα προδικαστικά του ερωτήματα στα δύο τελευταία. Η ενάγουσα συμφώνησε με την πρόταση αυτή.
- Με διάταξη και πάλι της 5ης Μαου 1995, ο Giudice conciliatore di Milano γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι δεν παρίστατο πλέον ανάγκη να αποφανθεί αυτό επί των τριών πρώτων ερωτημάτων που είχε υποβάλει με την αρχική του διάταξη.
8 Μετά την έκδοση της αποφάσεως Aprile I, η κύρια δίκη συνεχίστηκε και ο Giudice conciliatore υποχρεώθηκε να απαντήσει στην επικουρική ένσταση παραγραφής της αξιώσεως επιστροφής (στην πραγματικότητα επρόκειτο περί αποσβέσεως του δικαιώματος αναζητήσεως) την οποία προέβαλε η καθής διοικητική αρχή, βάσει του άρθρου 29 του νόμου 428.
Το εθνικό και το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
9 Το άρθρο 29 του νόμου 428 (3), υπό τον τίτλο «Eπιστροφή φορολογικών επιβαρύνσεων που έχουν αναγνωριστεί ως ασυμβίβαστες με τους κοινοτικούς κανόνες», περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
- η παράγραφος 1 επεκτείνει την πενταετή αποσβεστική προθεσμία που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 91 της κωδικοπoιήσεως των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων σε όλες τις αγωγές επιστροφής ποσών που έχουν καταβληθεί για τη διενέργεια τελωνειακών πράξεων· ωστόσο, αυτή η αποσβεστική προθεσμία έχει περιοριστεί, όπως και η προβλεπομένη από το άρθρο 84 του ίδιου νόμου παραγραφή, σε τρία έτη από την ενενηκοστή ημέρα από τη θέση σε ισχύ του νόμου (4)·
- η παράγραφος 2 ορίζει ότι «οι εισαγωγικοί δασμοί, οι φόροι κατασκευής, οι φόροι καταναλώσεως, οι πρόσθετες επιβαρύνσεις επί της ζαχάρεως και τα τέλη του Δημοσίου που έχουν εισπραχθεί κατ' εφαρμογήν ασυμβιβάστων με τους κοινοτικούς κανόνες εθνικών διατάξεων επιστρέφονται, εκτός αν η σχετική επιβάρυνση έχει μετακυλιστεί σε άλλους υποκειμένους στο φόρο»·
- στην παράγραφο 7 προστίθεται ότι η παράγραφος 2 εφαρμόζεται έστω και αν η επιστροφή αφορά ποσά που είχαν καταβληθεί πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου (δηλαδή την 27η Ιανουαρίου 1991).
10 Όσον αφορά τη χρέωση των υπηρεσιών που παρέχονται από τα ιταλικά τελωνεία «εκτός ωραρίου» και τον υπολογισμό του «κόστους υπηρεσίας», το Δικαστήριο έχει κρίνει τις απαιτήσεις αυτές μερικώς ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, αντίστοιχα με την απόφασή του της 30ής Μαου 1989 στην υπόθεση 340/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (5), και με την απόφασή του της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-209/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (6).
11 Στην πρώτη από τις δύο αυτές αποφάσεις, το Δικαστήριο ανέλυσε το άρθρο 11 του διατάγματος 43 του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας της 23ης Ιανουαρίου 1973, περί κωδικοποιήσεως των τελωνειακών διατάξεων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 2, του διατάγματος 254 της 8ης Μαου 1985. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, καταβάλλεται ποσό αντίστοιχο προς το κόστος της σχετικής υπηρεσίας για τις τελωνειακές εργασίες που πραγματοποιούνται κατά τον χρόνο λειτουργίας των τελωνείων που υπερβαίνει το κανονικό ωράριο εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο είναι, στην Ιταλική Δημοκρατία, έξι ώρες ημερησίως, από Δευτέρα μέχρι Σάββατο. Το Δικαστήριο ανέλυσε επίσης το άρθρο 15 αυτού του διατάγματος 254 το οποίο ορίζει, γενικότερα, ότι οι διοικητικοί έλεγχοι και διατυπώσεις στους οποίους αναφέρεται το εν λόγω διάταγμα και οι οποίοι διενεργούνται κατά τις ώρες λειτουργίας των τελωνείων που υπερβαίνουν το κανονικό ωράριο εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, διενεργούνται αντί αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος της παρεχομένης υπηρεσίας.
12 Με την απόφασή του εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«η Ιταλική Δημοκρατία, επιβαρύνοντας τους επιχειρηματίες, στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, με το κόστος των διοικητικών ελέγχων και διατυπώσεων που διενεργούνται κατά τη διάρκεια μέρους του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των συνοριακών τελωνειακών σταθμών, όπως το ωράριο αυτό έχει καθοριστεί από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αα, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 83/643 του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 87/53, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ».
13 Στη δεύτερη από τις δύο προπαρατεθείσες αποφάσεις (δηλαδή στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, Επιτροπή κατά Ιταλίας), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι επίσης ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο να απαιτείται από κάθε επιχείρηση ατομικώς, όταν οι υπηρεσίες παρέχονται ταυτοχρόνως σε περισσότερες της μιας επιχειρήσεις, κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, πληρωμή αμοιβής δυσανάλογης σε σχέση με το κόστος των παρασχεθεισών υπηρεσιών. Επρόκειτο, όσον αφορά την υπόθεση εκείνη, για την αμοιβή τόσο υπηρεσιών που είχαν παρασχεθεί εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας όσο και υπηρεσιών που είχαν παρασχεθεί εκτός τελωνείων. Το καθεστώς των αμοιβών αυτών είχε καθοριστεί με τις ιταλικές υπουργικές αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 1971 και της 30ής Ιανουαρίου 1979.
14 Τέλος, με την απόφαση Aprile I το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος στο πλαίσιο του εμπορίου με τρίτες χώρες: το περιεχόμενο της απαγορεύσεως αυτής είναι το ίδιο με το περιεχόμενο της απαγορεύσεως που τίθεται στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Η εν λόγω απαγόρευση συνεπάγεται την υποχρέωση των ιταλικών αρχών να επιστρέψουν τους δασμούς των οποίων την καταβολή κακώς αξίωσαν για εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών, βάσει κανόνων που κηρύχθηκαν με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις ασυμβίβαστοι προς το κοινοτικό δίκαιο.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
15 Θα εξετάσω πρώτα το δεύτερο από τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο αφορά το καθαυτό περιεχόμενο του εσωτερικού κανόνα - δηλαδή ανεξαρτήτως της διαχρονικής ισχύος του - και την ενδεχόμενη αντίθεσή του προς το κοινοτικό δίκαιο. Φρονώ ότι η εξέταση αυτή πρέπει, κατά την ορθή λογική σειρά, να προηγηθεί της εξετάσεως του προβλήματος της αναδρομικότητας του κανόνα αυτού, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
16 Η προπαρατεθείσα παράγραφος 1 του άρθρου 29 του νόμου 428 εκφράζει τη σαφή βούληση του νομοθέτη να εφαρμόσει την ίδια, προβλεπόμενη από την τελωνειακή νομοθεσία, πενταετή αποσβεστική προθεσμία σε κάθε είδους αιτήσεις που μπορούν να υποβληθούν και αγωγές που μπορούν να ασκηθούν για την επιστροφή ποσών καταβληθέντων λόγω της διενεργείας τελωνειακών εργασιών (7). Καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν έχει σημασία αν η έκφραση που χρησιμοποιείται στον νόμο [«Η πενταετής αποσβεστική προθεσμία (...) έχει την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής σε»] είναι απλώς ερμηνευτική ή έχει διαπλαστικό αποτέλεσμα.
17 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο κανόνας ο οποίος καθιερώνει τέτοια αποσβεστική προθεσμία για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, εφόσον η επιστροφή αυτή πραγματοποιείται λόγω της παραβάσεως κοινοτικού κανόνα, ενώ οι ανάλογες αγωγές αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων υπόκεινται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 2033 του ιταλικού Αστικού Κώδικα) στη δεκαετή παραγραφή.
18 Αν το ερώτημα διατυπωθεί κατά τον τρόπο αυτό, εμπεριέχει το ίδιο την απάντησή του: πρόκειται περί δυσμενούς διακρίσεως αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται διαφορετικά και, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας της κύριας δίκης, ο προπαρατεθείς κανόνας τυγχάνει εφαρμογής αδιακρίτως, σε κάθε είδους αγωγή αναζητήσεως ποσών καταβληθέντων στο πλαίσιο του τελωνειακού τομέα, είτε στηρίζονται στο εσωτερικό είτε στο κοινοτικό δίκαιο (τούτο δε, επιμένω, ανεξαρτήτως των ζητημάτων της αναδρομικότητας).
19 Πράγματι, αυτή είναι η ερμηνεία που απορρέει αβίαστα από το γράμμα του κανόνα και την οποία υιοθέτησε η ιταλική νομολογία: έτσι, με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1992 (8), το Corte di cassazione έκρινε τα εξής: «Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου 428 του 1990 (...) υποβάλλει σε ενιαίο καθεστώς την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών όσον αφορά μεγάλο μέρος των φορολογήσεων (τους εμμέσους φόρους επί των αγαθών), εξομοιώνοντας προς τούτο τα τέλη που εισπράττονται κατ' εφαρμογήν εθνικών διατάξεων ασυμβιβάστων προς τους κοινοτικούς κανόνες με τους εισαγωγικούς δασμούς, τους φόρους κατασκευής, καταναλώσεως κ.λπ., προκειμένου να αποφευχθεί έτσι, όσον αφορά τις επιστροφές στο πλαίσιο του κοινοτικού τομέα, η δημιουργία ενός jus singulare που θα καθιστούσε δυσχερέστερη την πραγματοποίησή τους».
20 Με αφετηρία το σκεπτικό αυτό, το ερώτημα διατυπώνεται κατά τρόπο ανάλογο με τα ερωτήματα που υπέβαλαν άλλα δικαστήρια, όσον αφορά την τριετή αποσβεστική προθεσμία που ισχύει για τις αιτήσεις επιστροφής του ετησίου τέλους υπέρ του Δημοσίου για την εγγραφή των εταιριών στο μητρώο επιχειρήσεων, στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί των οποίων ανέπτυξα προσφάτως τις προτάσεις μου (υπόθεση C-231/96, Edis, υπόθεση C-260/96, Spac, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-279/96, C-280/96 και C-281/96, Ansaldo κ.λπ.). Ζητείται να διευκρινιστεί οριστικώς αν επιτρέπεται, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, να υπόκεινται οι ασκούμενες κατά του Δημοσίου αγωγές αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων σε αποσβεστικές προθεσμίες ή παραγραφές διαφορετικές από τις οριζόμενες για ανάλογες αγωγές μεταξύ ιδιωτών.
21 Όπως υπογράμμισα ήδη σ' εκείνες τις προτάσεις, θεωρώ ότι κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να τάσσει, για την παραγραφή των αξιώσεων ή την απόσβεση του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκων προσφυγών, προθεσμίες διαφορετικές αναλόγως του συγκεκριμένου κλάδου δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι προθεσμίες αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα δικαιώματα που απορρέουν από εθνικούς κανόνες και σ' εκείνα που απορρέουν από κοινοτικούς κανόνες.
22 Πράγματι, ο εθνικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιβάλλει παραγραφές ή αποκλειστικές προθεσμίες στον φορολογικό τομέα, οι δε παραγραφές και προθεσμίες αυτές δεν πρέπει αναγκαστικά να συμπίπτουν μ' εκείνες που καθορίζονται για άλλου είδους σχέσεις του αστικού δικαίου. Κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν τον υποχρεώνουν να εξομοιώνει συναφώς τις φορολογικές σχέσεις προς τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.
23 Το ιταλικό δίκαιο, εξάλλου, προβλέπει πολύ διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του οικείου κλάδου δικαίου. Συγκεκριμένα, η γενική παραγραφή (δεκαετής) καθορίζεται από το άρθρο 2946 του Αστικού Κώδικα, υπό την επιφύλαξη των «περιπτώσεων όπου ο νόμος προβλέπει άλλως»· και πράγματι, πολυάριθμες είναι οι νομικές διατάξεις που προβλέπουν βραχύτερες προθεσμίες για την παραγραφή ορισμένων αξιώσεων ή την άσκηση ορισμένων αγωγών (9).
24 Όπως και όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν εν προκειμένω παρατηρήσεις, δεν βλέπω κανέναν λόγο για να μην επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να επιβάλλει για τις αγωγές αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων προθεσμίες ασκήσεως διαφορετικές από εκείνες που ισχύουν για τις αντίστοιχες αγωγές μεταξύ ιδιωτών.
25 Εξάλλου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομιμότητα της διακρίσεως αυτής με τις σκέψεις 22 έως 25 της αποφάσεως της 27ης Μαρτίου 1980, Denkavit italiana (10). Αφού αναγνώρισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί αναγκαστικά τη θέσπιση ενιαίου και κοινού κανόνα σε όλα τα κράτη μέλη για τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αμφισβήτηση ή η αναζήτηση φορολογικών επιβαρύνσεων που αντίκεινται στο δίκαιο αυτό, καθώς και ότι η ρύθμιση του ζητήματος αυτού ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος σε άλλο, ακόμα δε και στο εσωτερικό κάθε κράτους, αναλόγως των διαφόρων ειδών των επιμάχων φορολογήσεων, το Δικαστήριο δέχθηκε τη νομιμότητα των δύο πιο σημαντικών ειδών των συναφών εθνικών καθεστώτων:
- Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εθνική νομοθεσία εξαρτά τις αμφισβητήσεις ή τις αναζητήσεις των παρανόμως εισπραχθεισών επιβαρύνσεων από συγκεκριμένες τυπικές προϋποθέσεις και προϋποθέσεις προθεσμίας, τόσο όσον αφορά τις διοικητικές προσφυγές που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές.
- Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως πρέπει να ασκούνται ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, ιδίως υπό τη μορφή αγωγών αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων. Οι αγωγές αυτές υπόκεινται σε μακρές κατά το μάλλον ή ήττον προθεσμίες, οι οποίες μπορεί ενίοτε να αντιστοιχούν στην παραγραφή του κοινού δικαίου.
26 Ευθύς αμέσως, το Δικαστήριο υποστήριξε, υπενθυμίζοντας τις αποφάσεις Rewe και Comet (11), ότι, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούν τα διάφορα εθνικά καθεστώτα όσον αφορά τις αξιώσεις επιστροφής των ποσών που εισπράττονται κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου είναι οι ήδη προμνησθείσες προϋποθέσεις να μην υπάρχει διάκριση και να μην καθίσταται πρακτικώς αλυσιτελής η άσκηση των αντιστοίχων ενδίκων προσφυγών. Αμφότερες οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της 10ης Ιουλίου 1997, Palmisani (12), αποτελούν, αντιστοίχως, έκφραση της «αρχής της ισοδυναμίας» (σε σχέση προς τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται για τις ανάλογες αξιώσεις του εσωτερικού δικαίου) και της «αρχής της αποτελεσματικότητας» του κοινοτικού δικαίου.
27 Σε άλλη, ανάλογη της υπό κρίση, περίπτωση, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει καλύτερα τη θεωρία αυτή, αποφαινόμενο επί προδικαστικού ερωτήματος το οποίο αφορούσε «κατ' ουσίαν το ζήτημα κατά πόσον οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου αντιτίθενται σε εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ανυπέρθετη προθεσμία τριών ετών για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών, χωρίς να προβλέπουν εξαίρεση δικαιολογούμενη από λόγους ανωτέρας βίας».
28 Η απάντηση που δόθηκε με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1989, Bessin και Salson (13), είναι απολύτως εφαρμόσιμη εν προκειμένω, καθόσον η αναλογία των εννόμων καταστάσεων είναι προφανής. Ο επίδικος τότε εθνικός κανόνας ήταν ο γαλλικός Τελωνειακός Kώδικας, ο οποίος επέβαλλε τριετή προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών: ο ειδικός αυτός κανόνας αφίστατο της παραγραφής του κοινού δικαίου, η οποία ίσχυε, σύμφωνα με τον γαλλικό Αστικό Κώδικα, για τις αγωγές αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
29 Με την απόφασή του επί εκείνου του προδικαστικού ερωτήματος, το Δικαστήριο υπενθύμισε, καταρχάς, την προϋπόθεση της άνευ διακρίσεων εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας σε σχέση με τις διαδικασίες προς επίλυση καθαρά εθνικών διαφορών του αυτού είδους, καθώς και το ότι η νομοθεσία αυτή δεν πρέπει να καθιστά πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική νομοθεσία, και στη συνέχεια αποφάνθηκε ότι η επίδικη τριετής παραγραφή ανταποκρίνεται «σε επιλογή του νομοθέτη η οποία δεν έχει ως αποτέλεσμα να θίξει την προαναφερθείσα υποχρέωση».
30 Τελικά, με δύο αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Texaco και Οlieselskabet Danmark (14), και Haahr Petroleum (15), το Δικαστήριο επανέλαβε τη θεωρία αυτή κρίνοντας ότι «η πρόβλεψη ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών, η οποία αποτελεί εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου, πληροί τις δύο προπαρατεθείσες προϋποθέσεις και δεν μπορεί ιδίως να θεωρείται ότι καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν, εξ ορισμού, η πάροδος των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος». Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή που ισχύει κατά το δανικό δίκαιο για τις αγωγές επιστροφής εθνικών φόρων αντικειμένων στο κοινοτικό δίκαιο συμβιβάζεται με το δίκαιο αυτό, έστω και αν έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει, εν όλω ή εν μέρει, τη ζητουμένη επιστροφή.
31 Συνεπώς, θα υφίστατο δυσμενής διάκριση αν ο ιταλικός κανόνας περί αποσβέσεως του δικαιώματος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιβαρύνσεων προέβλεπε διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του αν η υποχρέωση επιστροφής απορρέει από το εθνικό ή από το κοινοτικό δίκαιο. Τούτο θα ίσχυε αν η εκ του νόμου προθεσμία για την αναζήτηση της επιβαρύνσεως λόγω του ασυμβιβάστου της επιβαρύνσεως αυτής προς το κοινοτικό δίκαιο, ήταν βραχύτερη από την εκ του νόμου προθεσμία για την αναζήτηση της επιβαρύνσεως αυτής λόγω άλλης αιτίας στηριζόμενης στο εθνικό δίκαιο. Όμως, εφόσον τούτο δεν συμβαίνει και η προθεσμία που καθορίζει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου 428 εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις αξιώσεις επιστροφής της επιβαρύνσεως, ανεξαρτήτως της βάσεώς τους, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η διάταξη αυτή συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
32 Όσον αφορά τις άλλες πτυχές του ζητήματος αυτού, στις οποίες δεν αναφέρεται μεν ευθέως το αιτούν δικαστήριο, αναφέρεται όμως η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της (16), παραπέμπω στις σκέψεις που ανέπτυξα επί της υποθέσεως Edis (σημεία 51 έως 65).
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
33 Αφού επιβεβαιώθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι ο κανόνας, αφ' εαυτού, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει τώρα να εξετασθούν τα ζητήματα που αφορούν το διαχρονικό του αποτέλεσμα και, συγκεκριμένα, την αναδρομική εφαρμογή του.
34 Όπως υπογραμμίζουν η Επιτροπή και, εν μέρει, η Γαλλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις τους, κρατεί κάποια σύγχυση συναφώς. Η Επιτροπή ισχυρίζεται μάλιστα ότι, «όσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα της επίμαχης εν προκειμένω διατάξεως (...) η κατάσταση χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή σύγχυση: ο νόμος προβλέπει μια ρύθμιση (περί αναδρομικής ερμηνείας [προηγούμενης] διατάξεως), αλλά τα εθνικά δικαστήρια, ακόμη και τα ανώτατα, εφαρμόζουν μια άλλη (τον κανόνα της μη αναδρομικότητας, τουλάχιστον για τις αιτήσεις επιστροφής που υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 428».
35 Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι ο νόμος παράγει αναδρομικό αποτέλεσμα και ότι η μείωση των προθεσμιών που προβλέπει (από δέκα σε πέντε έτη και από πέντε σε τρία έτη) έχει εφαρμογή ακόμη και στις προθεσμίες που είχαν αρχίσει να τρέχουν κατά την έναρξη ισχύος του.
36 Με την προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1992, το Corte di cassazione επιβεβαιώνει την αναδρομικότητα του κανόνα και αποφασίζει, για τον λόγο αυτό, να μην τον εφαρμόσει. Η συλλογιστική την οποία αναπτύσσει στην απόφαση εκείνη μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:
α) Σύμφωνα με τους κανόνες που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 428, η πενταετής παραγραφή που ισχύει για την επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών, η οποία διέπεται από το άρθρο 91 της κωδικοποιήσεως των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων, ίσχυε μόνο για τις περιπτώσεις σφαλμάτων κατά τον υπολογισμό ή κατά την εφαρμογή του δασμολογικού συντελεστή· στις λοιπές περιπτώσεις ίσχυε η δεκαετής παραγραφή του κοινού δικαίου (17).
β) Από τη δημοσίευση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του νόμου 428, η πενταετής αποσβεστική προθεσμία (και όχι πλέον παραγραφή) ισχύει για όλες τις αιτήσεις που μπορούν να υποβληθούν και τις αγωγές που μπορούν να ασκηθούν με αίτημα την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού καταβληθέντος για τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών (18).
γ) Το άρθρο αυτό δεν είναι απλώς ερμηνευτικό· θεσπίζει νέα ρύθμιση και πρόθεση του νομοθέτη ήταν να ισχύει αναδρομικώς.
δ) Λόγω αυτής ακριβώς της αναδρομικότητας, ο κανόνας δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο και τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να μην τον εφαρμόζουν (19).
37 Ακόμη και οι ιταλικές διοικητικές αρχές έχουν προφανώς υιοθετήσει την άποψη αυτή: σ' ένα από τα έγγραφα που προσκόμισε η ενάγουσα επιχείρηση (20), οι διοικητικές αρχές δέχονται ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου 428 δεν αποτελεί ερμηνευτικό κανόνα, αλλά κανόνα θεσπίζοντα νέα ρύθμιση, και ότι η τριετής αποσβεστική προθεσμία δεν πρέπει να εφαρμοσθεί στις αιτήσεις επιστροφής που υποβλήθηκαν πριν από τις 27 Απριλίου 1991: πράγματι, αυτές υπόκεινται «στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 2946 του Αστικού Κώδικα (...)».
38 Με αφετηρία το δεδομένο αυτό, ανακύπτει πρώτα ένα αμιγώς δικονομικό πρόβλημα, στο οποίο αναφέρθηκε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, αμφισβητώντας αυτό τούτο το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων: κατ' αυτήν, η εφαρμογή των προβλεπομένων στον νόμο 428 προθεσμιών μπορούσε να επιτρέψει (21) την ικανοποίηση του αιτήματος της Aprile, πράγμα το οποίο καθιστά τα υποβληθέντα ερωτήματα καθαρώς υποθετικά και περιττά για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
39 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι βάσει των αμφισβητήσεων αυτών μπορεί να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα, των οποίων η επιρροή στην επίλυση της διαφοράς μπορεί κατ' αρχήν να εκτιμηθεί μόνον από το αιτούν δικαστήριο (22). Είναι αυτονόητο ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί αμιγώς εσωτερικού ζητήματος, όπως είναι η εφαρμογή στην ένδικη διαφορά των ιταλικών νόμων, oι οποίοι διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων και την απόσβεση των δικαιωμάτων.
40 Μολονότι δεν νομίζω ότι αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή ως προς το μέλλον του άρθρου 29 του νόμου 428, όπως προεξέθεσα, διατηρώ αμφιβολίες όσον αφορά την εφαρμογή του ως προς τους φορείς του δικαιώματος επιστροφής των φόρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως πριν από την έναρξη ισχύος του, καθόσον η εφαρμογή αυτή μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή στους εν λόγω φορείς δυσμενεστέρων όρων ασκήσεως του δικαιώματός τους απ' ό,τι προηγουμένως.
41 To ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο είναι σαφές όσον αφορά τις αγωγές επιστροφής που ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των νέων προθεσμιών: η αρχή της ασφαλείας δικαίου δεν επιτρέπει να θίγονται οι αξιώσεις αυτές από μεταγενέστερο κανόνα, μη υφιστάμενο κατά τον χρόνο προβολής τους, ο οποίος περιάγει τους φορείς των αξιώσεων σε λιγότερο πλεονεκτική νομική κατάσταση. Τούτο δέχθηκαν τα ιταλικά δικαστήρια απορρίπτοντας την αναδρομική εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
42 Το πρόβλημα όμως δεν ανακύπτει μόνο για τις ήδη προβληθείσες πριν από τις 27 Απριλίου 1991 αξιώσεις, αλλά και για τις μεταγενέστερες της ημερομηνίας αυτής, εφόσον αφορούν φόρους καταβληθέντες πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου. Τούτο ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της Aprile: οι δασμοί είχαν καταβληθεί (αχρεωστήτως) το 1990, πριν από τη δημοσίευση του νόμου 428, και επομένως μια ενδεχόμενη αγωγή επιστροφής ήταν τότε παραδεκτή κατά νόμο για τα επόμενα δέκα έτη (δεκαετής παραγραφή του κοινού δικαίου). Ωστόσο, η αγωγή ασκήθηκε μόλις τον Μάρτιο του 1994.
43 Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, Deville (23), έκρινε ότι «o εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει, μετά την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι ορισμένη νομοθετική ρύθμιση αντιβαίνει στη Συνθήκη, διαδικαστικό κανόνα ο οποίος να μειώνει ειδικά τις δυνατότητες αναζητήσεως των φόρων οι οποίοι έχουν κακώς εισπραχθεί δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει κατά πόσο η αμφισβητούμενη διάταξη μειώνει τις δυνατότητες αναζητήσεως των καταβληθέντων, οι οποίες θα υπήρχαν εν απουσία της διατάξεως αυτής» (24).
44 Η υπόθεση Deville είχε ορισμένες ιδιομορφίες οι οποίες τη διαφοροποιούν από την υπό κρίση: ο Γάλλος νομοθέτης είχε θεσπίσει ειδικό κανόνα (το άρθρο 18 του νόμου της 11ης Ιουλίου 1985) για να καταργήσει ρητώς φόρο κηρυχθέντα ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, επί του οποίου φόρου το Δικαστήριο είχε αποφανθεί προδικαστικώς με την απόφαση της 9ης Μαου 1985, Humblot (25). Στο ίδιο άρθρο είχε προβλεφθεί ότι οι φορολογούμενοι που ζητούσαν την επιστροφή του φόρου αυτού μετά τις 9 Μαου 1985 μπορούσαν να επιτύχουν την επιστροφή εφόσον υπέβαλλαν τη διοικητική ένστασή τους εντός ορισμένης προθεσμίας (ως προς την ερμηνεία της οποίας διαφωνούσαν οι διάδικοι), υπολογιζόμενης από την ημερομηνία καταβολής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί, στο πλαίσιο της απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα, επί του ζητήματος αν η εθνική νομοθεσία μείωνε ή όχι τις υφιστάμενες υπέρ του φορολογουμένου δυνατότητες ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος.
45 Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση,
α) μολονότι είναι αληθές ότι o νέος νόμος μειώνει προδήλως, σε σχέση με τον προηγουμένως ισχύοντα κανόνα, τις δυνατότητες να ζητηθεί η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων - πράγμα το οποίο υπογράμμισαν άλλωστε τα εθνικά δικαστήρια -, είναι επίσης αληθές ότι ο νόμος αυτός επιτρέπει, αναλόγως του τρόπου κατά τον οποίο τον ερμηνεύουν τα δικαστήρια αυτά, την άσκηση αγωγής εντός τριών ετών από της ενάρξεως ισχύος του (26), προθεσμία η οποία πρέπει να κριθεί επαρκής για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος επιστροφής·
β) αντιθέτως προς την απόφαση Deville, η εν λόγω εσωτερική νομοθεσία δεν είναι ειδική, πράγμα το οποίο θα την καθιστούσε εφαρμοστέα σε συγκεκριμένο φόρο κριθέντα προηγουμένως ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά επηρεάζει ολόκληρη σειρά εσωτερικών φόρων, εναρμονίζοντας το σχετικό καθεστώς παραγραφής και αποσβέσεως προς αυτό που ήδη ίσχυε στην τελωνειακή νομοθεσία·
γ) ο νόμος 428 εκδόθηκε μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 30ής Μαου 1989, με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες μόνον από τις επιβαρύνσεις που εισπράττονταν δυνάμει των ιταλικών τελωνειακών διατάξεων (27). Αντιθέτως, ο νόμος 428 προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί νομοθετικό μέτρο ληφθέν ως «αντίδραση» προς άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου, μεταγενέστερες της θεσπίσεώς του, όπως η επίσης προπαρατεθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, με την οποία κρίθηκαν ομοίως ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο άλλες επιβαρύνσεις εισπραττόμενες δυνάμει των διατάξεων αυτών, και η απόφαση Aprile της 5ης Οκτωβρίου 1995, η οποία έχει εφαρμογή στα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών.
46 Δεν νομίζω ότι είναι ανάγκη, όσον αφορά το ζήτημα αυτό, να εξετασθεί αν κανόνας ο οποίος μειώνει τις αποσβεστικές προθεσμίες για την άσκηση αγωγών, οι οποίες δεν εκκρεμούν ακόμη αλλά μπορούν να ασκηθούν δυνάμει της προηγούμενης νομοθεσίας, μπορεί να θεωρηθεί αναδρομικός υπό στενή έννοια. Οι απόψεις των συγγραφέων επί του ζητήματος αυτού διίστανται, όπως και οι λύσεις που έχουν υιοθετηθεί από τους νόμους και από τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια (28). Εν πάση περιπτώσει, όμως, πρέπει τώρα να εξετασθεί αν ένας τέτοιος κανόνας, κατά το μέτρο που θίγει καταστάσεις προστατευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, συμβιβάζεται με την άποψη που υιοθετείται στην απόφαση Deville.
47 Mε άλλα λόγια, πρέπει η αρχή στην οποία στηρίζεται η απόφαση Deville να θεωρηθεί τόσο απόλυτη ώστε να αποκλείει κάθε είδος νομοθετικής τροποποιήσεως η οποία περιορίζει την προηγουμένως παρεχόμενη νομική προστασία; Διατηρεί ο φορολογούμενος, ο οποίος έχει καταβάλει φόρο ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, το απόλυτο δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του φόρου αυτού βάσει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου (οι οποίες δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση και των οποίων τα αποτελέσματα δεν αποτελούν απλώς φενάκη) που ίσχυαν κατά τον χρόνο καταβολής ή κατά τον χρόνο κηρύξεως του ασυμβιβάστου;
48 Ο προστατευτικός σκοπός της αποφάσεως Deville έγκειται στη διατήρηση της προτέρας καταστάσεως των φορολογουμένων οι οποίοι βασίζονταν στο ότι θα εξακολουθούσαν να έχουν τις ίδιες δυνατότητες να αντιδράσουν νομικώς κατά του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου. Οι δυνατότητες αυτές δεν πρέπει να μειωθούν ακριβώς κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το δικαστήριο ή ο νομοθέτης διαπίστωσε ρητώς το αχρεώστητο της καταβολής, λόγω του ασυμβιβάστου της φορολογήσεως προς το κοινοτικό δίκαιο.
49 Τούτο δεν πρέπει να συνεπάγεται, κατ' εμέ, την υποχρέωση απολύτου «παγώματος» του προηγουμένου νομικού καθεστώτος, μέχρι του σημείου να απαγορευθεί στον νομοθέτη κάθε τροποποίησή του. Αντιθέτως, νομίζω ότι η τροποποίηση αυτού του νομικού καθεστώτος επιτρέπεται ως γενικό νομοθετικό μέτρο, υπό την προϋπόθεση ότι, εξάλλου, δεν στερεί από τους ενδιαφερομένους την άσκηση του δικαιώματός τους και τους παρέχει επαρκή προθεσμία προς τούτο, με την οποία τηρείται η αρχή της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας.
50 Αυτό ακριβώς ισχύει ως προς τη διαφορά της κύριας δίκης, τόσον από πλευράς εφαρμοστέων κανόνων όσον και από πλευράς πραγματικών περιστατικών.
51 Αφενός, ο εθνικός κανόνας όχι μόνο δεν επηρεάζει αποκλειστικώς μια συγκεκριμένη φορολόγηση, αλλά αποτελεί μέτρο για τη γενίκευση ενός ήδη ισχύοντος νομικού καθεστώτος (του προβλεπομένου από την κωδικοποίηση των τελωνειακών διατάξεων). Είναι αληθές ότι τόσο στον τίτλο όσο και στο καθαυτό κείμενο του άρθρου 29 του νόμου 428 γίνεται ρητώς μνεία περί επιστροφής επιβαρύνσεων ασυμβιβάστων προς το κοινοτικό δίκαιο. Είναι όμως επίσης αληθές ότι πρόκειται περί μέτρου γενικεύσεως, με σκοπό ακριβώς να εξομοιώσει τις βασιζόμενες σε παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου αγωγές αναζητήσεως με τις βασιζόμενες στο εθνικό δίκαιο και να υποβάλει «σε ενιαίο καθεστώς την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων όσον αφορά μεγάλο μέρος των φορολογήσεων (...)» (29).
52 Από πλευράς πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι επρόκειτο περί επιβαρύνσεων τις οποίες κατέβαλε η εταιρία Aprile τον Νοέμβριο του 1990, λίγες ημέρες πριν από την έκδοση του νέου νόμου 428, η τριετής προθεσμία που τάχθηκε για να ζητηθεί η επιστροφή αρκούσε κάλλιστα ώστε να είναι σε θέση η ενδιαφερομένη να ασκήσει εμπροθέσμως αγωγή επιστροφής. Συνεπώς, η Aprile ήταν σε θέση να ασκήσει ανεμπόδιστα το δικαίωμά της επιστροφής του φόρου επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου.
53 Συνοψίζοντας, δεν υπάρχει λόγος να γίνει δεκτό ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως είναι ανάλογες προς εκείνες των υποθέσεων Deville και Barra ούτε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου που διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις αυτές πρέπει να ερμηνευθεί τόσο αυστηρά ώστε να εμποδίζει τον νομοθέτη, άπαξ εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου, να τροποποιεί το καθεστώς των αξιώσεων επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Δεν νομίζω ότι η τροποποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον διατηρεί σε ικανοποιητικό επίπεδο τις δυνατότητες να ζητηθεί η επιστροφή των επιβαρύνσεων αυτών (επί παραδείγματι, για χρονικό διάστημα τριών ετών, όπως εν προκειμένω).
Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
54 Το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν το ίδιο θέμα και πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετασθούν από κοινού, όπως έπραξαν, εξάλλου, όλοι οι διάδικοι που μετέσχαν στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Στην πραγματικότητα, όσον αφορά το περιεχόμενο του τρίτου ερωτήματος (το οποίο αφορά το ζήτημα αν τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο, καθόσον αυτές αφορούν «άγραφους κανόνες» του κοινοτικού δικαίου), κανένας από τους διαδίκους δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία· όλοι εκκινούν από το δεδομένο ότι αυτό το υποχρεωτικό αποτέλεσμα υφίσταται, ως επακόλουθο του καθήκοντος συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ ή από τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων, το δε Δικαστήριο αποτελεί, στο πλαίσιο αυτό, το όργανο που έχει επιφορτισθεί με τη διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης (άρθρο 164 της Συνθήκης ΕΚ).
55 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το κράτος μέλος που δεν έχει ακόμη προσαρμόσει το εσωτερικό του δίκαιο προς τις κοινοτικές διατάξεις που παράγουν άμεσο αποτέλεσμα μπορεί να ισχυρισθεί ότι οι αποσβεστικές προθεσμίες ή οι παραγραφές έχουν αρχίσει να τρέχουν κατά το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολούθησαν να ισχύουν οι ασυμβίβαστοι προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικοί κανόνες. Αναφέρεται ρητώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, Emmott (30), ως προς την οποία υπέβαλαν παρατηρήσεις τόσο τα διάφορα κράτη μέλη που μετέσχαν στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όσο και η ενάγουσα της κύριας δίκης επιχείρηση.
56 Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει την εκπρόθεσμη κίνηση από έναν ιδιώτη της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά το χρονικό αυτό σημείο» (31).
57 Είναι αληθές ότι, αργότερα, το Δικαστήριο περιόρισε την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως Emmott, υπογραμμίζοντας ότι η εφαρμογή της είναι δυνατή μόνον εφόσον συντρέχουν οι αυτές ιδιαίτερες περιστάσεις που συνέτρεχαν στην υπόθεση εκείνη. Με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, Steenhorst-Neerings (32), και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Johnson (33), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη δυνατότητα εφαρμογής των εθνικών παραγραφών στις αιτήσεις κοινωνικών παροχών οι οποίες στηρίζονται στην εφαρμογή ορισμένων οδηγιών, ακόμα και στην περίπτωση που οι οδηγίες αυτές δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί δεόντως στο εθνικό δίκαιο.
58 Ενόσω ήταν ακόμα εκκρεμής η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο εξέδωσε τις προμνησθείσες αποφάσεις Haahr Petroleum, αφενός, και Texaco και Olieselskabet Danmark, αφετέρου. Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο απέρριψε και πάλι την εφαρμογή των νομολογιακών αρχών που διατυπώθηκαν με την απόφαση Emmott. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι δανικές αρχές είχαν απορρίψει αίτηση επιστροφής - στηριζόμενη σε παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης -, επικαλούμενες μια διάταξη του εθνικού δικαίου δυνάμει της οποίας η ένδικη αγωγή για την επιστροφή των κακώς καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε πενταετή παραγραφή από της ημερομηνίας καταβολής του φόρου. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, έστω και αν η διάταξη αυτή εμπόδιζε την επιστροφή, εν όλω ή εν μέρει, των επιδίκων φόρων, η εφαρμογή της σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο.
59 Τέλος, δύο μήνες πριν από την προφορική διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, Fantask κ.λπ. (34), η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα διαδικασία, καθόσον επρόκειτο για υπόθεση της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά στοιχεία είναι ανάλογα με αυτά της υπό κρίση υποθέσεως.
60 Όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, στην υπόθεση Fantask κ.λπ. το εθνικό δικαστήριο, επιληφθέν διαφοράς εμφανίζουσας τα χαρακτηριστικά που ανέφερα ανωτέρω, ερώτησε το Δικαστήριο «(...) αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών, που εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας, προθεσμία παραγραφής κατά το εθνικό δίκαιο εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία αυτή». Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών στην κύρια δίκη εταιριών και της Επιτροπής στηρίζονταν ωσαύτως επί της απόψεως που υιοθετήθηκε με την απόφαση Emmott, στην εφαρμογή της οποίας αντιτάχθηκαν οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην εν λόγω προδικαστική διαδικασία.
61 Το Δικαστήριο προέκρινε, για μια ακόμα φορά, την τελευταία αυτή λύση, επαναλαμβάνοντας τη συλλογιστική στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω.
62 Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε, ως γενική αρχή, ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ασκήσεως αγωγών επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων, εφόσον οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες αγωγές της εσωτερικής έννομης τάξεως ούτε καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη.
63 Δεύτερον, το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποσβεστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων προσφυγών, προς το συμφέρον της ασφαλείας δικαίου που προστατεύει συγχρόνως και τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο και την εμπλεκόμενη διοίκηση, τόνισε ότι τέτοιες προθεσμίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη, έστω και αν, εξ ορισμού, η πάροδος των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή του δανικού δικαίου είναι εύλογη και εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σ' εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
64 Τρίτον, το Δικαστήριο απέρριψε για μία ακόμα φορά την εφαρμογή, σ' αυτού του είδους τις διαφορές, της νομολογίας Emmott, η λύση της οποίας δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν την υπόθεση εκείνη, όπου η αποκλειστική προθεσμία είχε ως αποτέλεσμα να στερεί πλήρως από την αιτούσα της κύριας δίκης τη δυνατότητα να προβάλει το απορρέον από κοινοτική οδηγία δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως.
65 Τέλος, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι, «στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος, το οποίο δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία, να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών τα οποία εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας αυτής προθεσμία παραγραφής του εσωτερικού δικαίου η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία τα τέλη αυτά κατέστησαν απαιτητά, εφόσον μια τέτοια προθεσμία δεν είναι λιγότερο ευνοϋκή για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο απ' ό,τι για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο και δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη».
66 Ενόψει της σαφήνειας της διατυπωθείσας θέσεως και της προφανούς αναλογίας των πραγματικών και νομικών καταστάσεων μεταξύ των υποθέσεων Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή εγκατέλειψε, κατά την προφορική διαδικασία, την προηγούμενη θέση της και αναγνώρισε ότι το ζήτημα είχε οριστικώς κριθεί με την έκδοση της αποφάσεως Fantask κ.λπ. Αντιθέτως, η ενάγουσα της κύριας δίκης επιχείρησε, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, να υπογραμμίσει την ύπαρξη στοιχείων διαφοροποιήσεως μεταξύ της δανικής και της ιταλικής έννομης τάξεως, τα οποία, κατ' αυτήν, καθιστούν ανεφάρμοστη τη νομολογία Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση υπόθεση.
67 Κατά τη γνώμη μου, η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Πρώτον, το σημείο εκκινήσεως της απόψεως αυτής είναι εσφαλμένο: αντί να αναζητεί τυχόν διαφορές μεταξύ της υποθέσεως Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, θα έπρεπε να αποδείξει την αντιστοιχία των καταστάσεων μεταξύ της υποθέσεως Emmott και της παρούσας υποθέσεως, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη της αποφάσεως Emmott νομολογία ενέμεινε στο γεγονός ότι η λύση που υιοθετήθηκε με την τελευταία αυτή απόφαση υπαγορευόταν απο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Κατά την προφορική διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράμμισε συναφώς ότι - μεταξύ άλλων περιστάσεων - οι ίδιες οι αρχές, στην υπόθεση εκείνη, είχαν ζητήσει από την Τ. Emmott να μην κινήσει τη σχετική ένδικη διαδικασία. Αντιθέτως, τίποτα δεν εμπόδισε τις ιταλικές εταιρίες να ασκήσουν το δικαίωμά τους προς άσκηση ένδικης προσφυγής κατά των αντιστοίχων εκκαθαρίσεων φόρου.
68 Δεύτερον, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών εθνικών νομοθεσιών στερούνται σημασίας όσον αφορά τις συνέπειες της νομολογίας Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση περίπτωση. Είτε η προθεσμία είναι πενταετής είτε είναι τριετής, είτε προβλέπεται σε γενική διάταξη είτε προβλέπεται σε ειδική διάταξη ισχύουσα για ορισμένη κατηγορία επιβαρύνσεων, είτε υπήρξε είτε όχι μεταστροφή της νομολογίας όσον αφορά την ερμηνεία της προϋπάρχουσας αυτής διατάξεως, σημασία έχει ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η - τριετής ή πενταετής - αποσβεστική προθεσμία που ισχύει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως φόρων οι οποίες στηρίζονται σε λόγους κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρχίσει να τρέχει ήδη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι φόροι αυτοί καταβλήθηκαν και όχι από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το κράτος μετέφερε ορθώς την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο.
Πρόταση
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από τον Giudice conciliatore di Milano ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να επιβάλλουν οι εθνικές έννομες τάξεις τριετή αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση των αγωγών κατά των φορολογικών αρχών με αίτημα την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, ακόμα και όταν η προθεσμία αυτή διαφέρει από την προθεσμία που ισχύει για τις αγωγές αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω προθεσμία ισχύει αδιακρίτως για τις αξιώσεις επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων οι οποίες στηρίζονται σε λόγους απτόμενους του εσωτερικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε λόγους απορρέοντες από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.
2) Δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο εθνικός κανόνας ο οποίος, προκειμένου να εναρμονίσει το νομικό καθεστώς που ισχύει για ορισμένες κατηγορίες φορολογήσεων, μειώνει τις παραγραφές των αξιώσεων ή τις προθεσμίες αποσβέσεως των δικαιωμάτων οι οποίες ίσχυαν μέχρι τότε όσον αφορά την επιστροφή φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση των διατάξεων οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο κανόνας αυτός προβλέπει επαρκή προθεσμία (επί παραδείγματι τριετή) από της ενάρξεως ισχύος του για την υποβολή των αντιστοίχων αιτήσεων.
3) Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή, σε αίτηση επιστροφής φόρου μη συμβιβαζόμενου με οδηγία, εθνικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας η ένδικη αγωγή αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε τριετή αποκλειστική προθεσμία από της ημερομηνίας της καταβολής του φόρου, ακόμα και όταν η ρύθμιση αυτή έχει ως συνέπεια να εμποδίζει, εν όλω ή εν μέρει, την εν λόγω επιστροφή του φόρου.»
(1) - C-125/94, Συλλογή 1995, σ. Ι-2919.
(2) - Νόμος περί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στην Ιταλία λόγω της συμμετοχής της στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες (GURI, συμπλήρωμα 1991, αριθ. 10).
(3) - Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει τα εξής: «Η πενταετής αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 91 της κωδικοποιήσεως των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων, εγκριθείσας με το διάταγμα 43 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Φεβρουαρίου 1973, έχει την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις αιτήσεις και αγωγές επιστροφής ποσών καταβληθέντων για τελωνειακές εργασίες. Από την ενενηκοστή ημέρα από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, η προαναφερθείσα προθεσμία και η παραγραφή του άρθρου 84 της ίδιας κωδικοποιήσεως μειώνονται σε τρία έτη». Το άρθρο 91 της κωδικοποιήσεως, όπως ίσχυε αρχικώς, όριζε τα εξής: «Ο φορολογούμενος δικαιούται να τύχει επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως λόγω σφαλμάτων υπολογισμού κατά την εκκαθάριση ή επιβολής διαφορετικού δασμού από τον οριζόμενο στο δασμολόγιο για το περιγραφόμενο στη βεβαίωση του δασμού εμπόρευμα, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβάλει αίτηση προς τούτο εντός της απαρέγκλιτης πενταετούς προθεσμίας από την ημερομηνία της καταβολής του δασμού και ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από την αρχική απόδειξη καταβολής».
(4) - Ο νόμος 428, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Gazetta Ufficiale της 12ης Ιανουαρίου 1991, άρχισε να ισχύει στις 27 Ιανουαρίου του ιδίου έτους· κατά συνέπεια, η πενταετής προθεσμία μειώθηκε σε τριετή από τις 21 Απριλίου 1991.
(5) - Συλλογή 1989, σ. 1483.
(6) - Συλλογή 1991, σ. Ι-1575.
(7) - Κατά την προφορική διαδικασία, ο δικηγόρος της ενάγουσας εταιρίας επικαλέστηκε τον «αστικό» χαρακτήρα του καταβληθέντος ποσού, δεδομένου ότι πρόκειται περί «αμοιβής» για υπηρεσία παρασχεθείσα στο πλαίσιο διμερούς σχέσεως, στην οποία δεν υφίσταται άσκηση δημόσιας εξουσίας. Ανεξαρτήτως του ότι νομίζω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί η άποψη αυτή οσάκις πρόκειται περί τελωνειακών επιβαρύνσεων, ρυθμιζομένων από τη δημόσια αρχή και απορρεουσών από τη δραστηριότητα δημοσίων υπαλλήλων που ενεργούν στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων τους, η απάντηση στον ισχυρισμό αυτό εναπόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο θα εφαρμόσει προς τούτο τις διατάξεις της δικής του εννόμου τάξεως.
(8) - Η απόφαση φέρει τον αριθμό 12024 (Massimario del Foro italiano 1992) και αντιστοιχεί στον αριθμό RGN 4373/91. Μερικές φορές παρατίθεται με την αναγραφόμενη στο κείμενό της ημερομηνία (10 Απριλίου 1992), άλλες φορές με την ημερομηνία καταθέσεώς της στην «Cancelleria» (6 Νοεμβρίου 1992).
(9) - Στον ίδιο τον ιταλικό Αστικό Κώδικα, τα άρθρα 2947 επ. προβλέπουν, σε μέρη επιγραφόμενα «Περί της βραχείας παραγραφής» και «Περί της τεκμαιρομένης παραγραφής», περιπτώσεις όπου οι προθεσμίες είναι βραχύτερες του κοινού δικαίου. Αυτό ισχύει, π.χ., για την αποκατάσταση ζημιών από αδικοπραξίες (πενταετής παραγραφή), τις σχέσεις μεταξύ εταίρων (πενταετής παραγραφή), τις συμβάσεις μεταφοράς και τις ασφαλιστικές συμβάσεις (ετήσια παραγραφή), τις εργασιακές σχέσεις (ετήσια ή τριετής παραγραφή, αναλόγως της περιπτώσεως), κ.λπ.
(10) - 61/79, Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 605.
(11) - Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747), και 45/76, Comet, (Συλλογή τόμος 1976, σ. 765).
(12) - C-261/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025.
(13) - 386/87, Συλλογή 1989, σ. 3551, σκέψεις 15 έως 18.
(14) - C-114/95 και C-115/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-4263, σκέψεις 45 έως 49.
(15) - C-90/94, Συλλογή 1997, σ. Ι-4085, σκέψεις 46 έως 53.
(16) - Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε απλώς στις παρατηρήσεις της στην υπόθεση Edis.
(17) - «Στο ζήτημα που αφορά την παραγραφή, το παρόν δικαστήριο [το Corte di cassazione] έχει κρίνει επανειλημμένως ότι - σύμφωνα με τον κανόνα που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 29, παράγραφος 1, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990 - η διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 91 της κωδικοποιήσεως των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων (περί της πενταετούς παραγραφής) αναφερόταν αποκλειστικά στις περιπτώσεις επιστροφής υπέρ το δέον καταβληθέντων ποσών λόγω σφαλμάτων κατά τον υπολογισμό ή κατά την εφαρμογή του δασμολογικού συντελεστή· αντιθέτως, οσάκις επρόκειτο - όπως εν προκειμένω - περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων (διότι η διοικητική αρχή εισέπραξε μη οφειλόμενα ποσά), η παραγραφή ήταν πάντοτε η δεκαετής παραγραφή του κοινού δικαίου (αποφάσεις 2217 του 1989 και 2464 του 1987).»
(18) - «Ωστόσο, ο λόγος [αναιρέσεως] πρέπει να εξετασθεί και υπό το πρίσμα της έκτοτε θεσπισθείσας κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 29 του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990· παραπέμποντας στο άρθρο 91 της κωδικοποιήσεως των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων, η διάταξη αυτή κάνει λόγο για πενταετή αποσβεστική προθεσμία (και όχι πλέον για παραγραφή), ως προς την οποία ορίζει ότι ισχύει για κάθε αίτηση που μπορεί να υποβληθεί και κάθε αγωγή που μπορεί να ασκηθεί με αίτημα την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού καταβληθέντος για τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών.»
(19) - «Εντούτοις, το παρόν δικαστήριο [το Corte di cassazione] ερμήνευσε τον κανόνα αυτό (απόφαση 7248 του 1991) ως θεσπίζοντα απολύτως και εντελώς νέα ρύθμιση, με το σκεπτικό ότι ο κανόνας αυτός μετέτρεψε την παραγραφή σε αποσβεστική προθεσμία και ότι επεξέτεινε την εφαρμογή του άρθρου 91 σε περιπτώσεις (όπως τα δυνάμει του κοινοτικού δικαίου αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά) οι οποίες σαφώς δεν καλύπτονταν από το άρθρο αυτό προηγουμένως. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στον εν λόγω κανόνα - όπως έχει ήδη υποστηριχθεί βάσει επιχειρημάτων τα οποία κατ' ουσίαν επιβεβαίωσε το Corte costituzionale (διάταξη 444 του 1991) -, ο κανόνας αυτός δεν πρέπει να ισχύσει όσον αφορά τις αιτήσεις επιστροφής των δυνάμει του κοινοτικού δικαίου αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, οι οποίες εκκρεμούσαν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του, διότι κατέστησε δυσχερέστερη την άσκηση του δικαιώματος επιστροφής (δεδομένου ότι για τις αποσβετικές προθεσμίες δεν ισχύουν οι λόγοι διακοπής) και ότι μπορεί ακόμη και να αποσβέσει το δικαίωμα αυτό (δεδομένου ότι η παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως).»
(20) - Παράρτημα 6. Πρόκειται για την απάντηση που έδωσε στον εκπρόσωπο της επιχειρήσεως το Ministero delle Finanze, τμήμα τελωνείων και εμμέσων φόρων, παραπέμποντας στη γνωμοδότηση της avvocatura generale dello Stato.
(21) - Η διάταξη περί παραπομπής αφήνει περιθώριο για τέτοιες αμφισβητήσεις, δεδομένου ότι εκθέτει τα εξής: «στην προκειμένη περίπτωση, η πτωχεύσασα εταιρία Aprile κοινοποίησε την αγωγή επιστροφής στις 30 Μαρτίου 1994, επομένως μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 428/1990 και όταν η αποσβεστική προθεσμία έπρεπε να θεωρείται ως μειωθείσα σε τρία έτη· (...) η 90ή ημέρα από την έναρξη ισχύος του νόμου 428/1990, ημέρα από την οποία η πενταετής προθεσμία μειώθηκε σε τρία έτη, ήταν η 27η Απριλίου 1991, επομένως, η αγωγή της πτωχεύσασας εταιρίας Aprile θεωρείται ως κοινοποιηθείσα εντός της τριετίας σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η προθεσμία αυτή άρχισε να τρέχει από την εν λόγω ημερομηνία, ενώ, αντιθέτως, θεωρείται ως κοινοποιηθείσα εκτός της τριετίας σε περίπτωση που οι αποσβεστικές προθεσμίες που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη θεωρηθούν ότι "έτρεχαν ήδη" κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού».
(22) - Ωστόσο, οφείλω να αναγωρίσω ότι η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως είναι πειστική: αν η τριετής αποσβεστική προθεσμία άρχισε να ισχύει μόλις στις 27 Απριλίου 1991 και η αγωγή επιστροφής ασκήθηκε στις 30 Μαρτίου, η αγωγή αυτή υπέκειτο στην πενταετή προθεσμία του κοινού δικαίου, η οποία δεν εθίγη από τη μείωση σε τρία έτη που επέβαλε ο νόμος 428 μόλις από την 90ή ημέρα από την έναρξη ισχύος του (δηλαδή από τις 27 Απριλίου 1991). Υπό τις συνθήκες αυτές, η αγωγή επιστροφής της Aprile ασκήθηκε εμπροθέσμως.
(23) - 240/87, Συλλογή 1988, σ. 3513.
(24) - Η ίδια αρχή είχε ήδη διατυπωθεί στην απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 309/85, Barra (Συλλογή 1988, σ. 355), με την οποία κηρύχθηκε ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία περιορίζουσα την επιστροφή των ποσών που οφείλονταν βάσει προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier, Συλλογή 1985, σ. 593) μόνον σε όσους είχαν ασκήσει αγωγή προς τούτο πριν από την έκδοση της δεύτερης αυτής αποφάσεως.
(25) - 112/84, Συλλογή 1985, σ. 1367.
(26) - Την άποψη αυτή εξέφρασε και ο εκρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία.
(27) - Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.
(28) - Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά το άρθρο 252 των διατάξεων εφαρμογής και μεταβατικών διατάξεων του ιταλικού Αστικού Κώδικα (RD αριθ. 318 της 30ής Μαρτίου 1942), όταν η άσκηση ενός δικαιώματος εξαρτάται από την παρέλευση προθεσμίας βραχύτερης από την οριζόμενη σε προγενέστερες νομοθετικές διατάξεις, η νέα προθεσμία ισχύει επίσης για την άσκηση δικαιωμάτων τα οποία είχαν κτηθεί προηγουμένως, αρχίζει όμως να τρέχει από της ενάρξεως ισχύος της νέας διατάξεως. Ανάλογοι κανόνες απαντούν σε πολλούς αστικούς κώδικες ή σε παρεμφερείς διατάξεις.
(29) - Βλ., συναφώς, τη συλλογιστική του Corte di cassazione, όπως παρατίθεται στο σημείο 19 των παρουσών προτάσεων.
(30) - C-208/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4269.
(31) - Σκέψη 23.
(32) - C-338/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-5475.
(33) - C-410/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-5483.
(34) - C-188/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-6783, σκέψεις 42 έως 52.