Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 16ης Ιανουαρίου 1997. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών - Απαγόρευση νυχτερινής εργασίας. - Υπόθεση C-197/96.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελίδα I-01489
1 Στην υπό κρίση προσφυγή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο L 213-1 του κώδικα εργασίας, το οποίο απαγορεύει, με ορισμένες εξαιρέσεις, τη νυχτερινή εργασία γυναικών, ενώ παρόμοια απαγόρευση δεν ισχύει για τους άνδρες εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όπως προβλέπεται από την οδηγία, σημαίνει την απουσία κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, είτε αμέσως είτε εμμέσως, σε αναφορά ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση (άρθρο 2, παράγραφος 1). Ωστόσο, από την αρχή αυτή προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις για λόγους προστασίας της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα (άρθρο 2, παράγραφος 3).
Όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο ασκεί εν προκειμένω επιρροή, τούτο προβλέπει ότι «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο». Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να καταργηθούν οι νομοθετικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα), και να αναθεωρηθούν οι αντίθετες προς την αρχή αυτή διατάξεις όταν η μέριμνα προστασίας που τις δικαιολογούσε αρχικώς δεν υφίσταται πλέον (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ).
Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, ετάχθη στα κράτη, προς λήψη των αναγκαίων μέτρων, προθεσμία τριάντα μηνών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας. Ωστόσο, όσον αφορά, ειδικώς, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, ο σχετικός κανόνας επιβάλλει στις εθνικές αρχές να προβούν σε μια πρώτη εξέταση και ενδεχομένως αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών. Η προθεσμία αυτή εξέπνευσε στις 14 Φεβρουαρίου 1980.
3 Όσον αφορά τη γαλλική νομοθεσία, το προπαρατεθέν άρθρο L 213-1 του κώδικα εργασίας θέτει την αρχή της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών προβλέποντας, ειδικότερα, ότι «δεν μπορούν να απασχολούνται γυναίκες σε καμία νυχτερινή εργασία σε εργοστάσια, βιοτεχνίες, μεταλλεία και λατομεία, εργοτάξια, εργαστήρια καθώς και στους βοηθητικούς τους χώρους, οποιασδήποτε φύσεως, δημόσια ή ιδιωτικά, λαϋκά ή θρησκευτικά, ακόμη και όταν αυτά παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι φιλανθρωπικού χαρακτήρα καθώς και στις δημόσιες υπηρεσίες και τα υπουργεία, στα καταστήματα ελευθερίων επαγγελμάτων, των αστικών εταιριών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των σωματείων οποιασδήποτε φύσεως». Ορισμένες εξαιρέσεις, που προστέθηκαν στη συνέχεια (2), ισχύουν για τις γυναίκες που απασχολούνται σε διευθυντικές θέσεις ή θέσεις τεχνικού χαρακτήρα συνεπαγόμενες ορισμένη ευθύνη καθώς και αυτές που εργάζονται σε υπηρεσίες υγιεινής και παροχής αρωγής, όπου συνήθως δεν απαιτείται χειρωνακτική εργασία. Εξάλλου, η απαγόρευση νυχτερινής εργασίας παύει επίσης να ισχύει όταν το απαιτεί το εθνικό συμφέρον λόγω εξαιρετικά σοβαρών περιστάσεων, και όσον αφορά τις γυναίκες που παρέχουν έμμισθη εργασία κατά βάρδιες. Επομένως, επιβάλλεται η έκδοση υπουργικής αποφάσεως σχετικά με την επέκταση της συμβάσεως ή της κλαδικής συλλογικής συμφωνίας καθώς και η σύναψη συμβάσεως ή συμφωνίας, κατόπιν αδείας του οικείου επιθεωρητή εργασίας, με τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή εγκατάσταση. Η μη τήρηση των κανόνων αυτών τιμωρείται με χρηματικές ποινές.
Η ανωτέρω περιγραφείσα γαλλική νομοθεσία θεσπίστηκε σε εκτέλεση της Συμβάσεως αριθ. 89, της 9ης Ιουνίου 1948, της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ). Η Σύμβαση αυτή - η οποία στο άρθρο της 3 απαγορεύει πράγματι, με ορισμένες εξαιρέσεις, τη νυχτερινή εργασία των γυναικών - κυρώθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον νόμο 53-603 της 7ης Ιουλίου 1953.
4 Στο στάδιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση Stoeckel, όπου του ζητήθηκε να αποφανθεί επί της εν λόγω απαγορεύσεως, έκρινε ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, έστω και αν από την υποχρέωση αυτή δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία ανδρών» (3).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, αφού επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αποτελεί διάταξη έχουσα άμεσο αποτέλεσμα και ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, όπως είναι επόμενο, να την επικαλούνται άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (4), αποφάνθηκε, κατ' ουσίαν, ότι η προβλεπόμενη από τη γαλλική νομοθεσία απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας, έστω και αν συνοδεύεται από τις προμνημονευθείσες εξαιρέσεις, είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία, κατά το μέτρο που η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο για τις γυναίκες. Εξ αυτού έπεται ότι η εν λόγω Σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί ως δυνάμενη να δικαιολογήσει προσβολή της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών όπως η αρχή αυτή προκύπτει από το άρθρο 5 της οδηγίας.
5 Ωστόσο, στη συνέχεια, το Δικαστήριο, στην υπόθεση Levy σχετικά με την ίδια εθνική νομοθεσία, κλήθηκε - και μάλιστα ρητώς - να αποφανθεί, υπό το φως του άρθρου 234 της Συνθήκης (5), επί του προβλήματος της σχέσεως μεταξύ της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση συναφθείσα πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της Συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ. Απαντώντας στο υποβληθέν σ' αυτό ερώτημα, το Δικαστήριο διασαφήνισε, με την ευκαιρία εκείνη, ότι «ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασφαλίζει πλήρως την τήρηση του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ» (6).
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο έχει, κατ' αυτόν τον τρόπο, αναγνωρίσει ότι το άρθρο 234 της Συνθήκης επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να ανέχονται τη μη τήρηση, έως ότου αρθεί το διαπιστωθέν ασυμβίβαστο, των απορρεουσών από το άρθρο 5 της οδηγίας υποχρεώσεων.
6 Εν τω μεταξύ, η Γαλλική Κυβέρνηση, αμέσως ύστερα από την έκδοση της αποφάσεως Stoeckel, κατήγγειλε, στις 26 Φεβρουαρίου 1992, τη Σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ. Η καταγγελία αυτή άρχισε να ισχύει ύστερα από ένα ακριβώς έτος, δηλαδή στις 26 Φεβρουαρίου 1993 (7).
7 Σ' αυτήν ακριβώς την αλληλουχία εντάσσεται η παρούσα διαδικασία. Πράγματι, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας μόνον όταν η τελευταία είχε παύσει πλέον να δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες από τη Σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ υποχρεώσεις. Το έγγραφο οχλήσεως απεστάλη στη Γαλλική Κυβέρνηση στις 2 Μαρτίου 1994 και, στις 8 Νοεμβρίου 1994, ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε προς τη γνώμη αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας των δύο μηνών, η Επιτροπή άσκησε, κατά συνέπεια, στις 6 Ιουνίου 1996, την υπό κρίση προσφυγή.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι, εφόσον η Γαλλική Κυβέρνηση έχει καταγγείλει τη Σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ και εφόσον η καταγγελία αυτή είχε καταστεί ενεργός, η διατήρηση του άρθρου L 213-1 του κώδικα εργασίας συνιστά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την παράβαση αυτή.
8 Η Γαλλική Κυβέρνηση αντικρούει την προσαπτομένη σ' αυτήν παράβαση, ισχυριζόμενη ότι, καθώς η Γαλλική Δημοκρατία δεν δεσμεύεται πλέον από τη Σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ, τα γαλλικά δικαστήρια υποχρεούνται ήδη, ενόψει του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 5 της οδηγίας, να μην εφαρμόζουν την εν λόγω εθνική διάταξη. Τούτο άλλωστε σαφώς προκύπτει από τη δήλωση στην οποία προέβη ο οικείος υπουργός απαντώντας σε ερώτηση βουλευτή, δήλωση που δημοσιεύθηκε στη Journal officiel de la Rιpublique franηaise (8). Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει επιπλέον ότι σχετικό νομοσχέδιο του 1992 απερρίφθη από τους κοινωνικούς εταίρους οι οποίοι, κατόπιν τούτου, κλήθηκαν να διαπραγματευθούν μεταξύ τους τη θέσπιση των εγγυήσεων και ανταλλαγμάτων στους κλάδους όπου η νυχτερινή εργασία υφίσταται σε μεγάλη κλίμακα. Εν πάση περιπτώσει, η ακολουθηθείσα εν προκειμένω πρακτική επιβεβαιώνει ότι το άρθρο L 213-1 του κώδικα εργασίας δεν τυγχάνει πλέον εφαρμογής (9).
Επομένως, δεν υφίστατο πλέον, κατά τη γνώμη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ούτε από νομικής ούτε από πραγματικής απόψεως, δυσμενής διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τους όρους εργασίας, ιδίως σχετικά με τη νυχτερινή εργασία.
9 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συναφώς, αρκεί πράγματι να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, «το ασυμβίβαστο της εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Συνθήκης, ακόμα και με αυτές που εφαρμόζονται απευθείας, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνον με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν. Απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να τροποποιηθεί κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη» (10). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η κρίση αυτή ισχύει, βεβαίως, και όσον αφορά απλή υπουργική απάντηση σε ερώτηση βουλευτή, έστω και αν αυτή η απάντηση έχει δημοσιευθεί· το ίδιο συμβαίνει κατά μείζονα λόγο, αν ληφθεί υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω απάντηση, είναι πάντοτε αναγκαία, προκειμένου να μην εφαρμοστεί η επιβάλλουσα την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας γυναικών διάταξη και, ως εκ τούτου, να τύχουν προστασίας τα απορρέοντα από το άρθρο 5 της οδηγίας δικαιώματα, η προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστή.
Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι, όπως έχει επανειλημμένως διασαφηνίσει το Δικαστήριο, «οι διατάξεις των οδηγιών πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή κατά τρόπο που να παράγει αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να τηρείται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου» (11). Είναι προφανές ότι οι επιταγές αυτές έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η εν λόγω οδηγία σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες· πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι δικαιούχοι πρέπει να έχουν «τη δυνατότητα να λάβουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους και να τα επικαλούνται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» (12).
10 Η ανωτέρω μνημονευθείσα νομολογία σαφώς καταδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που η Γαλλική Κυβέρνηση έχει επικαλεστεί κατά τρόπο, είναι αλήθεια, ελάχιστα πειστικό, ουδεμία ασκούν επίπτωση όσον αφορά τη διαπίστωση της προβαλλομένης από την Επιτροπή παραβάσεως.
11 Επομένως, ενόψει των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο L 213-1 του κώδικα εργασίας, το οποίο απαγορεύει, με ορισμένες εξαιρέσεις, τη νυχτερινή εργασία γυναικών ενώ παρόμοια απαγόρευση δεν ισχύει για τους άνδρες εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας·
- να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
(2) - Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στους νόμους της 2ας Ιανουαρίου 1979 και της 19ης Ιουνίου 1987 καθώς και στο διάταγμα αριθ. 82-41 της 16ης Ιανουαρίου 1982.
(3) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-345/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4047, σκέψη 20).
(4) - Υπό την έννοια αυτή, βλ. την παλαιότερη απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 55).
(5) - Υπενθυμίζω ότι η διάταξη αυτή προβλέπει, στο πρώτο της εδάφιο, ότι «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσας Συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα Συνθήκη». Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου προσθέτει, πράγμα που έχει σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, ότι «κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα».
(6) - Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-158/91, Levy (Συλλογή 1993, σ. Ι-4287, σκέψη 22).
(7) - Σύμφωνα με το άρθρο της 15, η Σύμβαση αυτή μπορεί να καταγγέλλεται κατά τη λήξη κάθε περιόδου δέκα ετών, υπολογιζομένης από την ημερομηνία της θέσεως σε ισχύ και κατά τη διάρκεια των δώδεκα επομένων μηνών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, οι προβλεπόμενες από τη Σύμβαση υποχρεώσεις παύουν ένα έτος ύστερα από την καταγγελία.
(8) - JORF της 13ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 4517 και 4518. Σε αυτή την υπουργική απάντηση, αφού υπενθυμίζεται το περιεχόμενο των αποφάσεων Stoeckel και Levy, διασαφηνίζεται ότι το άρθρο 5 της οδηγίας πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως και τούτο λόγω ακριβώς του αμέσου αποτελέσματος της εν λόγω διατάξεως.
(9) - Ειδικότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην προπαρατεθείσα υπουργική απάντηση από την οποία προκύπτει ότι δύο εθνικά δικαστήρια αντί να εφαρμόσουν το άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργασίας αποφάσισαν να εφαρμόσουν το άρθρο 5 της οδηγίας καθώς και από το γεγονός ότι οι επαγγελματικές οργανώσεις έχουν πλήρη επίγνωση της αδυναμίας εφαρμογής της εν λόγω εθνικής διατάξεως και δεν είναι απλή σύμπτωση το γεγονός ότι οι κατά τομείς συμφωνίες που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων από τις εν λόγω οργανώσεις είναι σύμφωνες προς την κοινοτική νομοθεσία.
(10) - Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C-334/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-1307, σκέψη 30· η υπογράμμιση είναι δική μου). Με το ίδιο πνεύμα, βλ. την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986, 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2945, σκέψη 13).
(11) - Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 και C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48). Βλ., εξάλλου, την απόφαση της 30ής Μαου 1991, C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2607, σκέψη 24), όπου το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι «το σύμφωνο μιας ακολουθουμένης πρακτικής προς τις σχετικές με την προστασία επιταγές μιας οδηγίας δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για τη μη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη με διατάξεις δυνάμενες να δημιουργήσουν μια κατάσταση επαρκώς ακριβή, σαφή και διαφανή, ώστε να έχουν οι ιδιώτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Όπως έκρινε το Δικαστήριο (...) προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των οδηγιών, από νομικής και όχι μόνο από πραγματικής απόψεως, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν πρόνοια για την ύπαρξη επακριβούς νομικού πλαισίου στον οικείο τομέα» (σκέψη 28).
(12) - Απόφαση της 30ής Μαου 1991, C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 15).