61995B0168

Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995. - Eridania Zuccherifici Nazionali SpA και λοιποί κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. - Ζάχαρη - Κοινή οργάνωση αγορών - Καθορισμός τιμών παρεμβάσεως - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αναστολή εκτελέσεως. - Υπόθεση T-168/95 R.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1995 σελίδα II-02817


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Ασφαλιστικά μέτρα * Προϋποθέσεις παραδεκτού * Παραδεκτό της κυρίας προσφυγής * Δεν ασκεί επιρροή * Όρια

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 1)

2. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία * Χρηματική ζημία

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)

Περίληψη


1. Το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής δεν πρέπει, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, αλλά κατά την εξέταση της προσφυγής, εκτός από την περίπτωση όπου αυτή φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη. Το να κριθεί το παραδεκτό κατά το στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, όταν αυτό δεν αποκλείεται εντελώς prima facie, θα ισοδυναμούσε πράγματι με το να προδικαστεί η ουσία της υποθέσεως.

2. Ο επείγων χαρακτήρας των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την ανάγκη να εκδοθεί προσωρινή απόφαση, προκειμένου να αποτραπεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον διάδικο αυτόν εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει το πέρας της κυρίας διαδικασίας χωρίς να υποστεί ζημία έχουσα σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες, αυτό δε προϋποτίθεται ότι, αφενός, τον υποχρεώνει να αποδείξει ότι ο κίνδυνος της ζημίας τον οποίο ισχυρίζεται ότι διατρέχει είναι επαρκώς επικείμενος και, αφετέρου, του απαγορεύει να προβάλει ζημία που δεν είναι παρά αβέβαιη και εξαρτώμενη από τυχαία γεγονότα.

Μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως.

Διάδικοι


Στην υπόθεση T-168/95 R,

Eridania Zuccherifici Nazionali SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα τη Γένοβα (Ιταλία),

ISI * Industria Saccarifera Italiana Agroindustriale SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Πάδουα (Ιταλία),

Sadam Zuccherifici, τμήμα της SΕCΙ * Societa Esercizi Commerciali Industriali SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Μπολώνια (Ιταλία),

Sadam Castiglionese SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Μπολώνια,

Sadam Abruzzo SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Μπολώνια,

Zuccherificio del Molise SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Termoli (Ιταλία),

SFIR * Societa Fondiaria Industriale Romagnola SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Cesena (Ιταλία)

Ponteco Zuccheri SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Pontelagoscuro (Ιταλία),

εκπροσωπούμενες από τον Bernard O' Connor, solicitor, και από τους Ivano Vigliotti και Paolo Crocetta, δικηγόρους Γένοβας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Arsene Kronshagen, 12, boulevard de la Foire,

αιτούσες,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους Jan-Peter Hix και Marco-Umberto Moricca, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, γενικό διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,

καθού,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 1, στοιχείο στ', του κανονισμού (ΕΚ) 1534/95 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1995/96, των παραγώγων τιμών παρέμβασης λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελάχιστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης (ΕΕ L 148, σ. 11),

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Σκεπτικό της απόφασης


Η κοινοτική ρύθμιση και το ιστορικό της διαφοράς

1 Η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αφορά ένα κανονισμό του Συμβουλίου o οποίος έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4, όπως έχει τροποποιηθεί, στο εξής: βασικός κανονισμός). Οι αιτούσες, εταιρίες παραγωγής ζάχαρης, ζητούν την αναστολή της εκτελέσεως μιας διατάξεως του εν λόγω νομοθετήματος, λόγω των αποτελεσμάτων που παράγει, σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό, επί των τιμών των μεταποιουμένων από τις αιτούσες τεύτλων.

2 Το άρθρο 24 του βασικού κανονισμού ορίζει, για καθεμία από τις περιφέρειες παραγωγής (οι οποίες συμπίπτουν, κατ' ουσίαν, με τα αντίστοιχα εδάφη των κρατών μελών), μια βασική ποσότητα Α και μια βασική ποσότητα Β, που αφορούν κάθε φορά μια ετήσια περίοδο εμπορίας. Τα κράτη μέλη κατανέμουν τις βασικές ποσότητές τους Α και Β μεταξύ των επιχειρήσεων, υπό τη μορφή ποσοστώσεων Α και Β αντιστοίχως.

3 Η ζάχαρη που παράγεται βάσει των ποσοστώσεων Α (ζάχαρη Α) και εκείνη που παράγεται βάσει των ποσοστώσεων Β (ζάχαρη Β), όταν διατίθεται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας, τυγχάνει μιας εγγυήσεως τιμής και διαθέσεως χάρη σε ένα σύστημα παρεμβάσεως (βλ. το άρθρο 9 του βασικού κανονισμού). Οι εφαρμοζόμενες από τους οργανισμούς παρεμβάσεως τιμές καθορίζονται κάθε έτος από το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού.

4 'Οσον αφορά τη λευκή ζάχαρη, οι τιμές αυτές δεν είναι ίδιες σε όλο το έδαφος της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, το προαναφερθέν άρθρο 3 προβλέπει, στην παράγραφο 1, τον καθορισμό μιας "τιμής παρεμβάσεως" για τις μη ελλειμματικές ζώνες και μιας "παράγωγης τιμής παρεμβάσεως" για τις ελλειμματικές ζώνες. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, οι διαφορετικές αυτές τιμές εφαρμόζονται ανάλογα με τη ζώνη στην οποία βρίσκεται η ζάχαρη κατά τον χρόνο της αγοράς. Οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως καθορίζονται συστηματικά σε υψηλότερο επίπεδο από εκείνο της τιμής παρεμβάσεως. 'Ετσι, σκοπείται η συμβολή στον εφοδιασμό των ελλειμματικών ζωνών από τους παραγωγούς των άλλων ζωνών, δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ των δύο τιμών παρεμβάσεως θεωρείται ότι καλύπτει, εν όλω ή εν μέρει, τα πρόσθετα έξοδα μεταφοράς.

5 Ο βασικός κανονισμός προβλέπει επίσης ένα καθεστώς τιμών για τα τεύτλα που έχουν μεταποιηθεί, αντιστοίχως, σε ζάχαρη Α ή σε ζάχαρη Β (τεύτλα Α ή τεύτλα Β βλ. το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού). Οι ελάχιστες τιμές που οι παραγωγοί ζάχαρης πρέπει να καταβάλουν στους παραγωγούς τεύτλων, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, ποικίλλουν ανάλογα με τη ζώνη εντός της οποίας αυτά έχουν παραχθεί. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, για τις ζώνες για τις οποίες έχει καθοριστεί παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, οι ελάχιστες τιμές των τεύτλων Α και των τεύτλων Β αυξάνονται κατά ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της εν λόγω ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, ποσό που πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή 1,30. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 206/68 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού των διατάξεων-πλαίσιο για τα συμφωνητικά και τις διεπαγγελματικές συμφωνίες που αφορούν την αγορά τεύτλων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 3), οι προθεσμίες για την καταβολή των ενδεχομένων προκαταβολών και για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των τεύτλων καθορίζονται καταρχήν από τις συμβάσεις παραδόσεως που συνάπτονται μεταξύ των πωλητών τεύτλων και των παραγωγών ζάχαρης. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι οι προθεσμίες αυτές είναι εκείνες που ίσχυαν κατά την περίοδο εμπορίας 1967/68, αλλά ότι μια διεπαγγελματική συμφωνία μπορεί να παρεκκλίνει από τη διάταξη αυτή.

6 Μέχρι την περίοδο εμπορίας 1994/95, σε κάθε ετήσιο καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως, το Συμβούλιο κατέτασσε την Ιταλία μεταξύ των ελλειμματικών ζωνών της Κοινότητας και, επομένως, όριζε παράγωγες τιμές παρεμβάσεως εφαρμοστέες στη ζώνη αυτή. Ενόψει των επιπτώσεων που η πρακτική αυτή είχε από το 1990, επί των ελαχίστων τιμών των τεύτλων που παράγονται στην Ιταλία, οι ιταλικές αρχές και η ιταλική βιομηχανία ζάχαρης ζήτησαν επανειλημμένως να εγκαταλειφθεί η πρακτική αυτή, δεδομένου ότι, κατ' αυτές, η Ιταλία θα καθίστατο οσονούπω πλεονασματική ζώνη.

7 'Οσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1995/96, το Συμβούλιο καθόρισε στις 29 Ιουνίου 1995 για τη λευκή ζάχαρη τόσο τιμές παρεμβάσεως όσο και παράγωγες τιμές παρεμβάσεως. Η τιμή παρεμβάσεως ανέρχεται σε 63,19 ΕCU ανά 100 kg, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1533/95, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1995/96, ορισμένων τιμών στον τομέα της ζάχαρης και του αντιπροσωπευτικού ποιοτικού τύπου τεύτλων (ΕΕ L 148, σ. 9). Για την Ιταλία καθορίστηκε παράγωγη τιμή παρεμβάσεως ανερχομένη, ανά 100 kg, σε 65,53 ΕCU, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο στ', του κανονισμού (ΕΚ) 1534/95, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1995/96, των παραγώγων τιμών παρέμβασης λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελάχιστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης (ΕΕ L 148, σ. 11, στο εξής: κανονισμός 1534/95).

8 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1534/95 αναφέρει "ότι προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού της αγοράς στις ζώνες παραγωγής της Ιταλίας (...)".

Η διαδικασία

9 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Σεπτεμβρίου 1995, οι αιτούσες, που έχουν την έδρα τους στην Ιταλία και είναι δικαιούχοι ενός μεγάλου μέρους των ποσοστώσεων Α και Β που αντιστοιχούν στις βασικές ποσότητες που έχουν χορηγηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησαν την ακύρωση του κανονισμού 1534/95 ή, τουλάχιστον, του άρθρου του 1, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλης πράξεως προγενέστερης, μεταγενέστερης ή, εν πάση περιπτώσει, συναφούς προς τον κανονισμό αυτό, συμπεριλαμβανομένου του βασικού κανονισμού ή, τουλάχιστον, των άρθρων 3, 5 και 6 του τελευταίου αυτού κανονισμού και κάθε περί εκτελέσεώς του διατάξεως.

10 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημερομηνία, οι αιτούσες υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 185, της Συνθήκης ΕΚ, την υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτελέσεως του κανονισμού 1534/95 ή, τουλάχιστον, του άρθρου του 1, στοιχείο στ', καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλης πράξεως προγενέστερης, μεταγενέστερης ή, εν πάση περιπτώσει, συναφούς προς τον κανονισμό αυτό.

11 Το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 25 Σεπτεμβρίου 1995. Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές επεξηγήσεις τους στις 10 Οκτωβρίου 1995.

Σκεπτικό

Επί του αντικειμένου της διαφοράς

12 Κατόπιν ερωτήσεως που τους ετέθη κατά την ακρόαση των διαδίκων, οι αιτούσες διευκρίνισαν ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητούσαν την αναστολή εκτελέσεως μόνον του άρθρου 1, στοιχείο στ', του κανονισμού 1534/95.

Επί του παραδεκτού και του βασίμου της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων

13 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), και με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.

14 Το άρθρο 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου διευκρινίζει ότι μια αίτηση αναστολής εκτελέσεως είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι οι αιτήσεις για προσωρινά μέτρα, μεταξύ αυτών που προβλέπονται στα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης, πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 1995, T-395/94 R, Atlantic Container κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-595, σκέψη 27).

Επιχειρήματα των διαδίκων

* Επί του παραδεκτού

15 Το Συμβούλιο, στηριζόμενο στο προπαρατεθέν άρθρο 104, παράγραφος 1, και στη νομολογία (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 1987, 82/87 R, Autexpo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2131, σκέψη 15, της 27ης Ιανουαρίου 1988, 376/87 R, Distrivet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 209, και της 13ης Ιουλίου 1988, 160/88 R, Fedesa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4121, σκέψη 22, και του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 1995, T-6/95 R, Cantine dei colli Berici κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-647, σκέψη 26), φρονεί ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, δεδομένου ότι η κυρία προσφυγή είναι και η ίδια προδήλως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά ατομικώς τις αιτούσες.

16 Κατά το Συμβούλιο, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια συγκεκριμένη πράξη αφορά ατομικώς κάποιους επιχειρηματίες, η έννομη κατάσταση αυτών πρέπει να θίγεται λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του αποδέκτη (διάταξη του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-183/94, Cantina cooperativa fra produttori vitivinicoli di Torre di Mosto κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1941, σκέψη 49 αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 942, και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 18). Το άρθρο 1, στοιχείο στ', του κανονισμού 1534/95 αφορά όμως το σύνολο των παραγωγών τεύτλων και των παραγωγών ζάχαρης στην Ιταλία. Η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να αφορά τις αιτούσες παρά υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως παραγωγών ζάχαρης, όπως αφορά και κάθε άλλο παραγωγό του προϊόντος αυτού στην Ιταλία. Ειδικότερα, για τη θέσπιση της διατάξεως αυτής δεν ελήφθη υπόψη ειδικά η κατάστασή τους. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη στηρίζεται στη διαπίστωση ότι εντός της εν λόγω ζώνης μπορούσε να προβλεφθεί μια κατάσταση ελλειματικού εφοδιασμού.

17 Η εκτίμηση αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι αιτούσες είναι δικαιούχοι ποσοστώσεων παραγωγής. Επιπλέον, εάν ληφθεί υπόψη η δυνατότητα χορηγήσεως ποσοστώσεων σε νέους παραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού, ο κύκλος των δικαιούχων αυτών μπορεί να διευρυνθεί.

18 Στο δικόγραφο της προσφυγής τους οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η προσφυγή τους είναι παραδεκτή. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει την ενεργητική νομιμοποίηση σε προσφεύγοντες τους οποίους μια πράξη αφορά ατομικώς, λόγω του ότι ανήκουν σε περιορισμένο κύκλο επιχειρηματιών οι οποίοι είναι προσδιορίσιμοι και τους οποίους θίγει ειδικώς η εν λόγω πράξη, ακόμη και αν πρόκειται περί κανονισμού (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, και της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477). Εν προκειμένω, η προσβαλλομένη πράξη αφορά ατομικώς τις αιτούσες, υπό την ιδιότητά τους ως Ιταλών παραγωγών ζάχαρης δικαιούχων ποσοστώσεων παραγωγής για την περίοδο εμπορίας 1995/96. Συγκεκριμένα, οι δικαιούχοι αυτοί και μόνον έχουν τη δυνατότητα να παραδώσουν ζάχαρη στον Οργανισμό Παρεμβάσεως στην τιμή παρεμβάσεως. Το αντικείμενο της διαφοράς συνίσταται όμως ακριβώς στον καθορισμό της τιμής αυτής.

* Επί του fumus boni juris

19 Για να αποδείξουν το prima facie βάσιμο των ισχυρισμών τους, οι αιτούσες παραπέμπουν στους λόγους που προέβαλαν προς στήριξη της προσφυγής τους. Μια πρώτη σειρά λόγων ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του βασικού κανονισμού, από κατάχρηση εξουσίας και, τέλος, από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών και νομικών προϋποθέσεων, από παραβίαση της αρχής της συνοχής μεταξύ των απαιτουμένων προϋποθέσεων και των αποφάσεων, καθώς και από πλημμελή έρευνα. Με τους λόγους αυτούς, οι αιτούσες αιτιώνται το Συμβούλιο ότι κακώς θεώρησε ότι στην Ιταλία ήταν προβλέψιμη μια κατάσταση ελλειμματικού εφοδιασμού (βλ., ανωτέρω, σκέψη 8). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που προέρχονται από τις υπηρεσίες της Κοινότητας και από τις ιταλικές αρχές, το κράτος αυτό παρουσίασε μια πλεονασματική κατάσταση κατά τις περιόδους 1992/93 και 1993/94. Το προσωρινά αριθμητικά στοιχεία για την περίοδο 1994/95 παρέχουν την ένδειξη ότι και κατά την περίοδο αυτή προέκυψε πλεόνασμα παραγωγής στην Ιταλία. Κατά την ακρόαση, οι αιτούσες προσέθεσαν ότι η εκτίμηση αυτή είχε προσφάτως επιβεβαιωθεί από τα οριστικά αριθμητικά στοιχεία. Ενόψει του ιστορικού αυτού, ήταν πιθανό να εμφανιστεί μια ανάλογη κατάσταση κατά την περίοδο εμπορίας 1995/96. Το Συμβούλιο, παραλείποντας να αιτιολογήσει προσηκόντως το αντίθετο συμπέρασμά του, παρέβη επίσης το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.

20 Οι λοιποί λόγοι των αιτουσών αντλούνται, αντιστοίχως, από την παράβαση του άρθρου 40 και των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης ΕΚ. 'Οσον αφορά την παράβαση του άρθρου 40, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι αναγκάζονται να αγοράζουν την πρώτη ύλη σε ελάχιστη τιμή υψηλότερη απ' ό,τι οι ομόλογοί τους που είναι εγκατεστημένοι εντός κρατών μελών που θεωρούνται πλεονασματικές ζώνες, υφίστανται αθέμιτη δυσμενή μεταχείριση τόσο κατά τις πράξεις πωλήσεως που διενεργούν στην Ιταλία (αυτό δε παρά τα πρόσθετα έξοδα μεταφοράς στα οποία υποβάλλονται οι εν λόγω ανταγωνιστές, δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά είναι κατώτερα από τη διαφορά μεταξύ των δύο ελαχίστων τιμών) και κατά τις εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη (οι οποίες, εκ του λόγου αυτού, αποκλείονται στην πράξη) όσο και κατά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες (δεδομένου ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής εξαρτάται από την τιμή παρεμβάσεως και όχι από τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως). Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχον οι αιτούσες κατά την ακρόαση, οι συνέπειες αυτής της δυσμενούς διακρίσεως επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου παράγονται παρά το υψηλότερο επίπεδο της τιμής παρεμβάσεως που έχει οριστεί για την Ιταλία σε σχέση με εκείνο που εφαρμόζεται στις γειτονικές χώρες, δεδομένου ότι οι τιμές αυτές δεν αντιστοιχούν στις τιμές της αγοράς. 'Ολα αυτά τα αποτελέσματα είναι αντίθετα προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή με τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης.

21 Το Συμβούλιο, απαντώντας στην πρώτη σειρά των προβληθέντων από τις αιτούσες λόγων, ισχυρίζεται ότι δικαίως προέγνωσε ότι επρόκειτο να εκδηλωθεί εκ νέου ένα διαρθρωτικό έλλειμμα κατά την περίοδο 1995/96, ενόψει του ελλείμματος αυτού του είδους που γνώρισε η Ιταλία κατά τη δεκαετία προ των δύο περιόδων εμπορίας (1992/93 και 1993/94) τις οποίες προέβαλαν οι αιτούσες, περιόδων οι οποίες, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ισχυρισμοί τους είναι βάσιμοι, χαρακτηρίστηκαν από μικρό πλεόνασμα παραγωγής. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία κατά την αξιολόγηση των ποικίλων στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον ετήσιο καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεως μιας τέτοιας αρμοδιότητας περιορίζεται στο αν κατά την άσκησή της υπήρξε πρόδηλο σφάλμα ή κατάχρηση εξουσίας, ή στο αν η εν λόγω αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει (απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette freres κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 25). Τα προαναφερθέντα δεδομένα του παρελθόντος δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι υφίστανται τέτοιες πλημμέλειες. 'Οσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι οι κανονισμοί που έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως εκδίδονται σε συνάρτηση με πολύπλοκα στοιχεία της οικονομικής πραγματικότητας, η αιτιολογία τους πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον περιγράφει τη συνολική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή τους και τους γενικούς σκοπούς τους οποίους προτίθενται να πραγματοποιήσουν (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 1968, 5/67, Beus, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 705, 706, και του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 1995, Τ-466/93, Τ-469/93, Τ-473/93, Τ-474/93 και Τ-477/93, O' Dwyer κ.λπ. κατά Συμβουλίου, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 67). Ο κανονισμός 1534/95 όμως κάνει αναφορά στον βασικό κανονισμό και, επομένως, σε όλους τους σκοπούς που ορίζονται εκεί όσον αφορά τον εν λόγω τομέα, η δε τρίτη αιτιολογική σκέψη του εκθέτει τους λόγους που δικαιολογούν τον καθορισμό παραγώγων τιμών παρεμβάσεως, διευκρινίζοντας ότι προεβλέπετο ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού.

22 Το Συμβούλιο φρονεί περαιτέρω ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν ενέχει καμία δυσμενή διάκριση ασυμβίβαστη προς το άρθρο 40 της Συνθήκης, διότι η διαφορά καθεστώτος την οποία δημιουργεί στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, ήτοι τη λίγο έως πολύ πλήρη κάλυψη των αναγκών εφοδιασμού σε ζάχαρη εντός των διαφόρων ζωνών της Κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η εφαρμοζόμενη στους Ιταλούς παραγωγούς παράγωγη τιμή παρεμβάσεως είναι υψηλότερη από την τιμή παρεμβάσεως της οποίας τυγχάνουν οι ομόλογοί τους που είναι εγκατεστημένοι σε ζώνες που θεωρούνται μη ελλειμματικές, τα περιθώρια μεταποιήσεως των δύο ομάδων παραγωγών, εκφραζόμενα σε ECU, είναι ίσα, παρά τη διαφορά μεταξύ των ελαχίστων τιμών της πρώτης ύλης. Εξάλλου, λόγω της υποτιμήσεως της ιταλικής λίρας σε σχέση με το ECU, η "θεσμική τιμή" της λευκής ζάχαρης, εκφραζόμενη σε λίρες, αυξήθηκε κατά 22,7 % από 1ης Ιουλίου 1994, χωρίς η αύξηση αυτή να συνοδευθεί από ισοδύναμη άνοδο του κόστους των άλλων συντελεστών παραγωγής, το οποίο οι παραγωγοί καταβάλλουν επίσης σε λίρες. 'Οσον αφορά τη μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν οι Ιταλοί παραγωγοί κατά τις πράξεις εξαγωγής προς τρίτες χώρες, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, σε αντιστάθμιση της δυσμενούς μεταχειρίσεως την οποία διατείνονται ότι υφίστανται σχετικώς, τα βάρη τα οποία τους επιβάλλονται υπό μορφή εισφορών είναι σχετικώς λιγότερο σημαντικά απ' ό,τι αυτά που φέρουν οι ομόλογοί τους, στους οποίους εφαρμόζεται η τιμή παρεμβάσεως. Το Συμβούλιο συνάγει από αυτό ότι η δυσμενής διάκριση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, είναι εντελώς αμελητέα. Τέλος, το Συμβούλιο, απαντώντας στον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης, αμφισβητεί το ότι η εφαρμογή της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για την παραγόμενη στην Ιταλία ζάχαρη συνιστά εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές εξαγωγές του προϊόντος αυτού. Συγκεκριμένα, η ζάχαρη Α και η ζάχαρη Β που παράγονται στη χώρα αυτή τυγχάνουν πάντοτε της εν λόγω παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, είτε πωλούνται στην ιταλική αγορά είτε εξάγονται προς άλλα κράτη μέλη ή προς τρίτες χώρες.

* Επί του επείγοντος

23 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση των προσβαλλομένων διατάξεων, κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Για την επίδικη περίοδο εμπορίας, η αύξηση της τιμής των τεύτλων που προκύπτει από την εφαρμογή της προσβαλλομένης διατάξεως ανέρχεται σε 82 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες (LIT) για το σύνολο των Ιταλών παραγωγών που είναι δικαιούχοι ποσοστώσεων, από τα οποία τα 76 δισεκατομμύρια LIT βαρύνουν τις αιτούσες. Οι εθνικές ενισχύσεις που χορηγούνται στη βιομηχανία ζάχαρης στο πλαίσιο του άρθρου 46 του βασικού κανονισμού, οι οποίες στο παρελθόν κατέστησαν δυνατή την αντιστάθμιση αυτής της αυξήσεως του κόστους της πρώτης ύλης, περιορίστηκαν σ' ένα αμελητέο επίπεδο από της επίδικης περιόδου [βλ. τον κανονισμό (ΕΚ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1010/86 για τον καθορισμό των γενικών κανόνων που εφαρμόζονται στην επιστροφή στην παραγωγή για ορισμένα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης που χρησιμοποιούνται στη χημική βιομηχανία, ΕΕ L 110, σ. 1]. Το ανωτέρω ποσό της αυξήσεως που βαρύνει τις αιτούσες αντιπροσωπεύει περίπου το 8,8 % του περιθωρίου μεταποιήσεως που διαθέτουν. Κατά την ακρόαση, οι αιτούσες υποστήριξαν ότι η διαφορά μεταξύ των δύο ελαχίστων τιμών των τεύτλων ήταν ίση προς το ένα τρίτο του επιχειρηματικού κέρδους τους, αναλογία η οποία ήταν πολύ υψηλότερη απ' ό,τι στην περίπτωση των τευτλοκαλλιεργητών. Προσέθεσαν, αφενός, ότι η αύξηση της "θεσμικής τιμής" της ζάχαρης από 1ης Ιουλίου 1994, εκφραζόμενη ως σταθμισμένος μέσος όρος δεν ήταν παρά 9 % και, αφετέρου, το σχετικό με την κατανάλωση καυσίμων κόστος, που καταβάλλουν σε δολλάρια US και το οποίο αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους τους, παρουσίασε πολύ σημαντικότερη αύξηση (20 %) απ' ό,τι ο γενικός πληθωρισμός στην Ιταλία (6 %), λόγω της εξελίξεως των τιμών συναλλάγματος. Κατά τις αιτούσες, οι διεπαγγελματικές συμφωνίες που συνάπτονται κάθε έτος από είκοσι ετών, και στις οποίες παραπέμπουν οι συμβάσεις αγοράς τεύτλων, προβλέπουν ότι η καταβολή των οφειλομένων στους τευτλοκαλλιεργητές ποσών (ήτοι του υπολοίπου της οφειλής που παραμένει μετά την καταβολή των προκαταβολών) πρέπει να διενεργείται, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου μετά την έναρξη της περιόδου. Ενόψει του ότι αυτό αποτελεί καθιερωμένη πρακτική, η εν λόγω καταληκτική ημερομηνία συνιστά μη μεταβλητό δεδομένο, μολονότι η συμφωνία για την περίοδο 1995/96 δεν έχει ακόμη συναφθεί. Κατά την ακρόαση, οι αιτούσες αμφισβήτησαν την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, που στηρίζεται στο γεγονός ότι ο συντελεστής μετατροπής καθορίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Η εξέλιξη του συντελεστή αυτού, φύσει απρόβλεπτη, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά θετικό υπόλοιπο υπέρ της βιομηχανίας ζάχαρης. Αν το Πρωτοδικείο πρόκειται να δεχθεί την προσφυγή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1995, οι αιτούσες εταιρίες θα πρέπει να ζητήσουν την απόδοση του αχρεωστήτου από περισσότερους από 100 000 παραγωγούς τεύτλων, μεταξύ των οποίων πολλοί δεν παραδίδουν παρά περιορισμένες ποσότητες και ασφαλώς δεν είναι διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουν την απόδοση αυτή ταχέως και αυθορμήτως. Η νομολογία όμως δέχεται ότι ο ενδιαφερόμενος κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία όταν, ελλείψει ανασταλτικού μέτρου, η αναζήτηση σημαντικών ποσών παρουσιάζεται αβέβαιη (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1977, 119/77 R, Nippon Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Racc. 1977, σ. 1867). Ανάλογη εκτίμηση μπορεί να γίνει για τις ζημίες που οφείλονται στα προαναφερθέντα ενέχοντα δυσμενείς διακρίσεις αποτελέσματα της προσβαλλομένης διατάξεως (βλ., ανωτέρω, σκέψη 20).

24 Θεωρώντας ότι οι αιτούσες φέρουν προς τούτο το βάρος αποδείξεως (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 1994, Τ-231/94 R, Τ-232/94 R και Τ-234/94 R, Transacciones Maritimas κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-885, σκέψη 41, και της 1ης Δεκεμβρίου 1994, T-353/94 R, Postbank κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1141, σκέψη 30), το Συμβούλιο αμφισβητεί το ότι αυτές απέδειξαν την ύπαρξη καταστάσεως επείγοντος. Κατ' αυτό, δεδομένου ότι η διεπαγγελματική συμφωνία για την περίοδο 1995/96 εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, οι αιτούσες μπορούν να ενεργήσουν ώστε η συμφωνία αυτή να προβλέψει μια ημερομηνία πληρωμής για τον προσδιορισμό της οποίας θα λαμβάνεται υπόψη η εκκρεμής διαφορά ή η καταβολή του υπολοίπου σε δεσμευμένους λογαριασμούς ή ακόμη η επιβολή υποχρεώσεως στους παραγωγούς τεύτλων να συνιστούν τραπεζικές εγγυήσεις για την απόδοση του ενδεχομένου αχρεωστήτου. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά εν προκειμένω είναι διαφορετικά από εκείνα σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη Nippon Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 1995 δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή του υπολοίπου της τιμής των τεύτλων. Αφενός, ο συντελεστής μετατροπής που εφαρμόζεται στην ελάχιστη τιμή αυτού του προϊόντος δεν θα καταστεί γνωστός, κατά το όργανο αυτό, παρά κατά τη διάρκεια του Ιουλίου 1996 (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1713/93 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1993, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του γεωργικού συντελεστή μετατροπής στον τομέα της ζάχαρης, ΕΕ L 159, σ. 94). Αφετέρου, μόλις τον Οκτώβριο του 1996 θα γίνουν γνωστά τα ποσά των συνεισφορών στην παραγωγή για την περίοδο 1995/96, ποσά τα οποία θα καθορίσουν το τελικό πληρωτέο υπόλοιπο για τα τεύτλα της περιόδου αυτής (βλ. τα άρθρα 28α, παράγραφος 3, και 29, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού). 'Οσον αφορά την εκτίμηση της ζημίας που προβάλλουν οι αιτούσες, το Συμβούλιο εκθέτει ότι την αύξηση της τιμής των τεύτλων την υφίστανται οι καταναλωτές, δεδομένου ότι η τιμή παρεμβάσεως που εφαρμόζεται στην Ιταλία είναι, και αυτή, υψηλότερη από εκείνη των μη ελλειμματικών ζωνών. Εξάλλου, οι τιμές που ισχύουν στην αγορά της ζάχαρης στην Ιταλία είναι μάλιστα υψηλότερες από αυτή την τιμή παρεμβάσεως. Επιπλέον, τα 76 δισεκατομμύρια LΙΤ είναι σχετικά μέτριο μέγεθος ενόψει των υψηλών κύκλων εργασιών των αιτουσών, του προαναφερθέντος περιθωρίου μεταποιήσεως που διαθέτουν, εκφραζομένου σε ECU, καθώς και της αυξήσεως της "θεσμικής τιμής" της λευκής ζάχαρης, εκφραζομένης σε λίρες, που σημειώθηκε από τον Ιούλιο 1994 (σκέψη 22 της παρούσας διατάξεως). Τέλος, η προβαλλομένη ζημία είναι αμιγώς χρηματικής φύσεως και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 1990, C-358/90 R, Compagnia italiana alcool κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-4887, σκέψη 26 διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1994, Τ-185/94 R, Geotronics κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-519, σκέψη 22). Οι αιτούσες δεν απέδειξαν ότι η ζημία αυτή δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί ολοσχερώς αν το Πρωτοδικείο ακυρώσει την προσβαλλομένη πράξη.

* Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων

25 Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι, αν η αιτουμένη αναστολή εκτελέσεως εχορηγείτο, δεν θα προκαλούσε καμία σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε κανένα.

26 Κατά το Συμβούλιο, μια αναστολή του προσβαλλομένου μέτρου θα έβλαπτε σοβαρώς τα κοινοτικά συμφέρονται, καθώς και τα συμφέροντα των παραγωγών τεύτλων. Επί του πρώτου σημείου, το Συμβούλιο φρονεί ότι, στην περίπτωση που το Πρωτοδικείο απέρριπτε την προσφυγή, η προσωρινή κατάργηση της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως που ισχύει στην Ιταλία θα κλόνιζε τη σταθερότητα του συστήματος των τιμών παρεμβάσεως που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό. Εξάλλου, θα υπήρχε κίνδυνος σοβαρής βλάβης των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων από την αιφνίδια πτώση των τιμών των προϊόντων τους. 'Οταν όμως τα μέτρα που ζητούνται από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή μπορούν να έχουν σοβαρή επίπτωση στα δικαιώματα και τα συμφέροντα τρίτων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην εκδικαζόμενη διαφορά και επομένως δεν έχουν μπορέσει να ακουστούν, όπως είναι η περίπτωση των παραγωγών αυτών, τέτοια μέτρα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν παρά μόνον αν προκύπτει ότι, χωρίς αυτά, οι αιτούσες θα εξετίθεντο σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο αυτήν ταύτην την ύπαρξή τους (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 10ης Μαΐου 1994, Τ-88/94 R, Societe commerciale des potasses et de l' azote και Entreprise miniere et chimique κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-263, σκέψη 44). Εν προκειμένω, οι αιτούσες δεν προσκόμισαν στοιχεία που να επιτρέπουν την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι θα διέτρεχαν τέτοιο κίνδυνο εάν απερρίπτετο η αίτησή τους.

Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή

* Επί του φερομένου προδήλως απαραδέκτου της προσφυγής

27 Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής δεν πρέπει, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, αλλά κατά την εξέταση της προσφυγής, εκτός από την περίπτωση όπου αυτή φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη. Το να κριθεί το παραδεκτό κατά το στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, όταν αυτό δεν αποκλείεται εντελώς prima facie, θα ισοδυναμούσε πράγματι με το να προδικαστεί η ουσία της υποθέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 1986, 221/86 R, Groupe des droites europeennes, Συλλογή 1986, σ. 2969, και της 27ης Ιουνίου 1991, C-117/91 R, Bosman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-3353, καθώς και τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 1992, T-10/92 R, T-11/92 R, T-12/92 R, T-14/92 R και T-15/92 R, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1571, σκέψεις 44 και 54, της 15ης Δεκεμβρίου 1992, T-96/92 R, CCE de la Societe generale des grandes sources κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2579, σκέψεις 31 έως 35, και της 24ης Φεβρουαρίου 1995, T-2/95 R, Industrie des poudres spheriques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-485, σκέψη 24).

28 Στην υπό κρίση περίπτωση πρέπει, επομένως, να ελεγχθεί αν, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, η κυρία προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του άρθρου 1, στοιχείο στ', του κανονισμού 1534/95 πρέπει να θεωρηθεί, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη.

29 Κατά το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά πράξεως που έχει τη μορφή κανονισμού παρά μόνον αν αυτή τα αφορά άμεσα και ατομικά. Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως, καθόσον εφαρμόζεται γενικώς στους ενδιαφερομένους επαγγελματίες, δεν αποκλείει ότι η πράξη αυτή μπορεί να αφορά ατομικά ορισμένους από αυτούς. Προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια πράξη ως γενικής ισχύος, εκδοθείσα από κοινοτικό όργανο, αφορά ατομικά ορισμένους επιχειρηματίες, αυτή πρέπει να θίγει την έννομη κατάστασή τους, λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Plaumann κατά Επιτροπής, σ. 223, την απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψη 13, και την προπαρατεθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψεις 19 έως 22). Ειδικότερα, έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένοι επιχειρηματίες μπορούν να εξατομικευθούν από το γεγονός ότι το οικείο όργανο υποχρεώθηκε, δυνάμει των εφαρμοστέων κανόνων, να λάβει υπόψη την κατάστασή τους κατά την έκδοση της επίμαχης πράξεως (βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 19 έως 21, και Sofrimport κατά Επιτροπής, σκέψεις 10 έως 13, καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, T-480/93 και T-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψεις 64 έως 78).

30 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι θα χρειαζόταν μια εμπεριστατωμένη ανάλυση για να κριθεί αν το Συμβούλιο, κατά τον καθορισμό της βαλλομένης παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά, όπως υποστηρίζει προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε, σε εξέταση της αντικειμενικής καταστάσεως της αγοράς της ζάχαρης στην Ιταλία, χωρίς να λάβει υπόψη την ειδική θέση των Ιταλών παραγωγών ζάχαρης. Ειδικότερα, το ζήτημα αν, στο πλαίσιο αυτής της αναλύσεως της διαρθρώσεως της αγοράς, έπρεπε, δυνάμει της εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως, να ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, η κατάσταση των αιτουσών, οι οποίες κατέχουν ομού το 92 % των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης που χορηγούνται στην Ιταλία, δεν μπορεί να κριθεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.

31 Ομοίως, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 1, στοιχείο στ', του προσβαλλομένου κανονισμού, που εκδόθηκε στις 29 Ιουνίου 1995, καθορίζοντας, για την περίοδο εμπορίας 1995/96, που άρχισε την 1η Ιουλίου 1995, την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ελαχίστων τιμών που ισχύουν εντός της χώρας αυτής για προμήθειες τεύτλων προβλεπόμενες σε συμβάσεις καλλιέργειας που συνήφθησαν, λαμβανομένων υπόψη των ρυθμών της ζαχαρικής περιόδου, ήδη από τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, μεταξύ των παραγωγών τεύτλων και των παραγωγών ζάχαρης, όπως προκύπτει από τις ενδείξεις που παρέσχον οι αιτούσες με την αίτησή τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (σημείο 3). Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, το ποσό της αυξήσεως αυτής είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της εν λόγω ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, πολλαπλασιαζομένη επί τον συντελεστή 1,30. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα αν η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση επέβαλε στο Συμβούλιο την υποχρέωση να λάβει υπόψη τις συμβάσεις αυτές, κατά την έκδοση της επίδικης διατάξεως του προμνησθέντος κανονισμού 1534/95, απαιτεί και αυτό μια εμπεριστατωμένη εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής.

32 Για το σύνολο των λόγων αυτών και υπό την επιφύλαξη του συμπεράσματος στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Πρωτοδικείο κατά την εξέταση της προσφυγής, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί, στο στάδιο αυτό, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του άρθρου 1, στοιχείο στ', του κανονισμού 1534/95 είναι προδήλως απαράδεκτη. Επομένως, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο αυτό.

* Επί του επείγοντος

33 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο επείγων χαρακτήρας των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την ανάγκη να εκδοθεί προσωρινή απόφαση, προκειμένου να αποτραπεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον διάδικο αυτό εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει το πέρας της κυρίας διαδικασίας χωρίς να υποστεί ζημία έχουσα σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες (προπαρατεθείσα διάταξη Atlantic Container κατά Επιτροπής, σκέψη 50).

34 Εν προκειμένω, η ζημία την οποία οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν σε περίπτωση εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συντίθενται από δύο στοιχεία. Πρόκειται, αφενός, περί των καταβληθέντων στους παραγωγούς τεύτλων ποσών των οποίων η ανάκτηση, σε περίπτωση ακυρώσεως της διατάξεως αυτής, θα ήταν απίθανη, ενόψει του μεγάλου αριθμού των παραγωγών αυτών και του γεγονότος ότι πολλοί εξ αυτών δεν θα έχουν παραδώσει παρά περιορισμένες ποσότητες, και, αφετέρου, περί των σοβαρών ζημιών που θα τους προκαλούσαν οι δυσμενείς διακρίσεις που ενέχει η βαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση.

35 'Οσον αφορά τη φερομένη αβεβαιότητα σχετικά με την ανάκτηση των ποσών που θα είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι ο κίνδυνος αυτός δεν παρουσιάζεται επαρκώς επικείμενος ώστε να δικαιολογείται η αιτουμένη αναστολή.

36 Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχον οι αιτούσες με την αίτησή τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και τις οποίες επιβεβαίωσαν κατά την ακρόαση, η διεπαγγελματική συμφωνία που αφορά, μεταξύ άλλων, την καταβολή των ποσών αυτών από τη βιομηχανία ζάχαρης εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Μέρος αυτών των διαπραγματεύσεων αφορά, ακριβώς, τα προβλήματα που συνδέονται με το ότι οι αιτούσες αμφισβητούν τον καθορισμό παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για την Ιταλία και, επομένως, την εφαρμογή της αντίστοιχης ελάχιστης τιμής για τα τεύτλα.

37 Υπό τις συνθήκες αυτές, η καταληκτική ημερομηνία και οι λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες της καταβολής του εν λόγω υπολοίπου δεν μπορούν να θεωρηθούν καθορισμένες ή έστω προβλέψιμες με επαρκή βαθμό πιθανότητας.

38 Βεβαίως, οι αιτούσες ανέφεραν, κατά την ακρόαση, ότι το σημείο αυτό αποτελούσε αντικείμενο μιας δυσχερούς συζητήσεως μεταξύ των εκπροσώπων των δύο ομάδων ενδιαφερομένων επιχειρηματιών. Υποστήριξαν επίσης ότι, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και ελλείψει διεπαγγελματικής συμφωνίας, θα κινδυνεύσουν να υποχρεωθούν δικαστικώς στην καταβολή των επίδικων ποσών, δεδομένου ότι είναι πιθανόν τα εθνικά δικαστήρια να θεωρήσουν αυτή την ημερομηνία ως καταληκτική, ενόψει των σχετικών διατάξεων πολλών συμφωνιών που αφορούν τις προηγούμενες περιόδους.

39 Ωστόσο, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν διαθέτει προς το παρόν κανένα στοιχείο που να του επιτρέπει να αποκλείσει, εκ πρώτης όψεως, το σοβαρό ενδεχόμενο οι αρξάμενες διαπραγματεύσεις να καταλήξουν, πριν από την ημερομηνία αυτή, σε συναινετική λύση, η οποία, καθόσον θα αφορά την ημερομηνία ή άλλες διαδικαστικές λεπτομέρειες της πληρωμής, θα απαλλάξει τις αιτούσες από τον φερόμενο κίνδυνο να μην μπορούν να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Οι διαπραγματεύσεις αυτές παρέχουν επίσης τη δυνατότητα, αντιστρόφως, στους παραγωγούς τεύτλων να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής, συμφέροντα τα οποία ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής θα πρέπει εξάλλου να λαμβάνει υπόψη σε κάθε περίπτωση (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1978, 92/78 R, Simmenthal κατά Επιτροπής, Racc. 1978, σ. 309, σκέψεις 8, 9, 18 και 19).

40 Δεύτερον και εν πάση περίπτωσει, οι αιτούσες δεν απέδειξαν ότι η καταβολή των επίδικων ποσών στις 31 Δεκεμβρίου 1995 θα τους προξενούσε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, λόγω των δυσχερειών μελλοντικής ανακτήσεώς τους.

41 Συγκεκριμένα, αφενός, οι αιτούσες δεν εξήγησαν γιατί οι τευτλοκαλλιεργητές ή τουλάχιστον σημαντικός αριθμός αυτών δεν θα ικανοποιούσαν αμελλητί τις αιτήσεις επιστροφής της βιομηχανίας ζάχαρης, παρά τη σαφή έννομη κατάσταση που θα διαμορφωνόταν σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης διατάξεως. Αφετέρου, το ότι οι αιτούσες θα πρέπει να ανακτήσουν τα εν λόγω ποσά από μεγάλο αριθμό επιχειρηματιών δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ως έργο που είναι αδύνατο να εκπληρωθεί, ενόψει, ιδίως, των σταθερών επιχειρηματικών σχέσεων που διατηρούν με τους παραγωγούς τεύτλων. Συναφώς, οι αιτούσες δεν προσκόμισαν ειδικά στοιχεία που να επιτρέπουν την πιθανολόγηση της ζημίας που θα προέκυπτε από τις δυσχέρειες που συνδέονται με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Επομένως, η ζημία αυτή παρουσιάζεται ως αβέβαιη και εξαρτώμενη από τυχαία γεγονότα. Εξάλλου, κατά την ακρόαση, οι αιτούσες δέχθηκαν, τουλάχιστον σιωπηρώς, ότι ενδέχεται ο καθορισμός, κατά το πέρας της περιόδου, της οριστικής ισοτιμίας που ισχύει για την ελάχιστη τιμή των τεύτλων να δημιουργήσει, στις σχέσεις τους με τους τευτλοκαλλιεργητές, υπόλοιπο υπέρ των αιτουσών. Σε μια τέτοια περίπτωση, που είναι συμφυής με τη λειτουργία της οργανώσεως της αγοράς, όπως προβλέπεται από την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, οι αιτούσες θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με την εκπλήρωση ενός ανάλογου έργου.

42 Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ανάκτηση του επίδικου ποσού, εν όλω ή εν μέρει, από τους παραγωγούς τεύτλων, μπορεί να αποδειχθεί αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής και ότι, επομένως, το μη εισπραχθέν ποσό μπορεί να αντιπροσωπεύει, τότε, ζημία των αιτουσών, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή η ενδεχόμενη ζημία θα είναι τόσο σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την αναστολή της προσβαλλομένης διατάξεως του κανονισμού 1534/95. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1991, C-213/91 R, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5109, σκέψη 24, καθώς και την προπαρατεθείσα διάταξη Industrie des poudres spheriques κατά Συμβουλίου, σκέψη 28). Κατ' εφαρμογήν των αρχών αυτών, η αιτηθείσα εν προκειμένω αναστολή θα εδικαιολογείτο μόνον αν προέκυπτε ότι, ελλείψει τέτοιου μέτρου, οι αιτούσες θα εξετίθεντο σε κατάσταση δυναμένη να θέσει σε κίνδυνο αυτήν ταύτην την ύπαρξή τους ή να μεταβάλει ανεπανόρθωτα τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν.

43 Ωστόσο, ούτε και οι παρασχεθείσες από τις αιτούσες ενδείξεις όσον αφορά την επίπτωση που θα έχει η προβαλλομένη ζημία στη δραστηριότητά τους δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι η προσβαλλομένη κανονιστική ρύθμιση μπορεί να τους προκαλέσει τόσο σοβαρή ζημία. Συγκεκριμένα, από τις συγκλίνουσες παρατηρήσεις αμφοτέρων των διαδίκων προκύπτει ότι το μέγιστο ποσό ζημίας που θα υφίσταντο οι αιτούσες, αν το σύνολο των παραγωγών τεύτλων, οι οποίοι πληρώνονται σε ECU, παρέλειπε να αποδώσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό το ακυρωτικό αίτημα της προσφυγής, θα αντιστοιχούσε στο 8,8 % του περιθωρίου μεταποιήσεως των αιτουσών * που είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των δαπανών και των εσόδων που αντλούνται από την παραγωγή ζάχαρης * εκφραζομένου σε ECU. Συναφώς, οι αιτούσες δεν παρέχουν κανένα πειστικό στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να αποδειχθεί ότι μια τέτοια ζημία θα προσέβαλλε τη βιωσιμότητά τους ή θα μετέβαλλε ανεπανόρθωτα τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν.

44 Επομένως, όσον αφορά τις συνέπειες που συνδέονται με τις προβαλλόμενες δυσχέρειες που θα είχαν οι αιτούσες να επιτύχουν την απόδοση ποσών αχρεωστήτως καταβληθέντων στους παραγωγούς τεύτλων, η περί του επείγοντος προϋπόθεση δεν πληρούται.

45 Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τη ζημία η οποία, κατά τις αιτούσες, συνδέεται με τις δυσμενείς διακρίσεις που παρατίθενται με λεπτομέρειες στο δικόγραφο της προσφυγής. Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, εκ φύσεως, η ζημία αυτή έχει τον χαρακτήρα διαφυγόντος κέρδους το οποίο μπορεί να αποζημιωθεί ολοσχερώς μετά την ακύρωση του προσβαλλομένου μέτρου και ότι, επομένως, ελλείψει αντιθέτων ενδείξεων, πρόκειται για αμιγώς χρηματικές και επανορθώσιμες ζημίες.

46 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η περί του επείγοντος προϋπόθεση δεν πληρούται για καμία από τις προβαλλόμενες από τις αιτούσες ζημίες, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

διατάσσει:

1) Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτελέσεως.

2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 7 Νοεμβρίου 1995.