ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 6ης Νοεμβρίου 1997
Υπόθεση Τ-223/95
Luigi Ronchi
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι — Άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ — Σιωπηρή απόφαση απορρίψεως αιτήσεως — Άρθρο 24 του ΚΥΚ — Καθήκον αρωγής»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II-879
Αντικείμενο:
Προσψυγή-αγωγή έχουσα ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής που ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 1995 και, αφετέρου, την επιδίκαση ενός συμβολικού ECU ως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που ο προσφεύγων-ενάγων θεωρεί ότι υπέστη.
Αποτέλεσμα:
Ακύρωση.
Επιτομή της αποφάσεως
Κατά τα τέλη του 1994, ένα βιβλίο του François d'Aubert, με τίτλο «Main basse sur l'Europe — Enqučte sur les dérives de Bruxelles» (Καταλήστευση της Ευρώπης -Έρευνα για τον εκτραχηλισμό των Βρυξελλών), κυκλοφόρησε μεταξύ άλλων στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο. Το βιβλίο αυτό κατηγορεί κάποιον «Υ», υπάλληλο της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο, για ορισμένες ατασθαλίες, ιδίως δε όσον αφορά τη στέγαση ενός υποκαταστήματος μιας Τράπεζας σε κτίριο της Επιτροπής.
Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) ήταν τότε υπάλληλος της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο. Φρονεί ότι, παρά ορισμένα σφάλματα σχετικά με πραγματικά περιστατικά, είναι δυνατόν κάποιος να τον ταυτίσει με τον «Υ».
Με σημείωμα της 30ής Ιανουαρίου 1995, ζήτησε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ), σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προς αποκατάσταση της τιμής και υπολήψεώς του. Επικουρικώς, για την περίπτωση που η Επιτροπή δεν σκόπευε να προβεί η ίδια αμέσως σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε να διωχθεί ο συγγραφέας του εν λόγω βιβλίου, ο προσφεύγων ζήτησε την άδεια να προβεί στις ενέργειες αυτές ιδίω ονόματι. Ζήτησε επίσης την άδεια να χρησιμοποιήσει προς τούτο όλα τα στοιχεία, ακόμη και τα εμπιστευτικά, που διέθετε, καθώς και τη χορήγηση χρηματικής και τεχνικής ενισχύσεως.
Με σημείωμα της 27ης Φεβρουαρίου 1995, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως (ΓΔ IX) του απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε από τις υπηρεσίες της γενικής διευθύνσεως να προβούν σε έρευνα με σκοπό να εξακριβώσουν αν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο προαναφερθέν βιβλίο και ζήτησε από τον προσφεύγοντα να γνωστοποιήσει στον διευθυντή της Διευθύνσεως Β «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις» της ΓΔ IX όσα στοιχεία διαθέτει που ασκούν επιρροή. Επίσης, με το σημείωμα αυτό, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IX υπενθύμισε στον προσφεύγοντα ότι, βάσει του άρθρου 17 του ΚΥΚ, ο προσφεύγων δεν μπορεί, χωρίς να ζητήσει προηγουμένως άδεια από το θεσμικό όργανο, να ανακοινώσει με οποιονδήποτε τρόπο σε πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο να λάβει γνώση κανένα έγγραφο και καμία πληροφορία που δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα.
Με σημείωμα της 2ας Μαρτίου 1995 που απευθύνθηκε στον γενικό διευθυντή της ΓΔ IX, ο προσφεύγων του παρατήρησε ότι η «απόφαση» του κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17 του ΚΥΚ στερεί τον προσφεύγοντα της δυνατότητας να προβεί στις δέουσες ενέργειες για να διωχθούν ο συγγραφέας και ο εκδότης του προσβλητικού κατά την άποψη του βιβλίου και προσέθεσε ότι τίθεται στη διάθεση του διευθυντή της Διευθύνσεως Β καθώς και κάθε άλλου δεόντως εξουσιοδοτημένου προσώπου για να μπορέσουν να προβούν στη διατεταγμένη έρευνα.
Στις 5 Απριλίου 1995, απηύθυνε στον γενικό διευθυντή της ΓΔ IX ένα σημείωμα με το οποίο εξέφρασε την έκπληξη του που δεν ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της έρευνας. Παρατήρησε επίσης ότι εξακολουθούσε να μην έχει ακουστεί στο πλαίσιο της έρευνας.
Με σημείωμα της 3ης Μαίου 1995, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IX του απάντησε ότι η έρευνα συνεχίζεται και ότι, πριν αυτή περατωθεί, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί επί της αιτήσεως του. Διευκρίνισε ότι το σημείωμα του της 27ης Φεβρουαρίου 1995 δεν απαγορεύει στον προσφεύγοντα να προβεί στις ενέργειες που θεωρεί χρήσιμες για την προάσπιση των συμφερόντων του, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 του ΚΥΚ.
Στις 17 Ιουλίου 1995, ο προσφεύγων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 7 Αυγούστου 1995.
Μετά την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως, η Επιτροπή αντελήφθη ότι η έρευνα δεν είχε προχωρήσει. Κατόπιν αυτού, στις 11 Σεπτεμβρίου 1995, η έρευνα ανατέθηκε στον προϊστάμενο της μονάδας 1 «Προσωπικό Λουξεμβούργου» εντός της ΓΔ IX.ΙΑ
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε ρητή απόφαση σε απάντηση της διοικητικής ενστάσεως, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή στις 7 Δεκεμβρίου 1995.
Ο προϊστάμενος της μονάδας «Προσωπικό Λουξεμβούργου» κατέθεσε την έκθεση του επί της έρευνας στις 22 Δεκεμβρίου 1995.
Με σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 1996, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IX πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι μόλις περατώθηκε η διοικητική έρευνα που διεξήχθη από τις υπηρεσίες της γενικής διευθύνσεως. Σύμφωνα με το σημείωμα αυτό, από την έκθεση επί της έρευνας προκύπτει σαφώς ότι δεν μπορεί να γίνει κανένας συσχετισμός μεταξύ ολόκληρης σειράς ισχυρισμών που περιέχονται στο βιβλίο «Main basse sur l'Europe» και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του προσφεύγοντος. Όσον αφορά τη στέγαση του υποκαταστήματος μιας Τράπεζας σε κτίριο της Επιτροπής, από την έρευνα κατέστη δυνατό το συμπέρασμα ότι τηρήθηκαν οι καθιερωμένες διαδικασίες. Λαμβανομένου υπόι()η του φακέλου, τίποτε δεν μπορούσε να προσαφθεί στον προσφεύγοντα.
Ο προσφεύγων ονομάστηκε επίτιμος διευθυντής κατά τη συνταξιοδότηση του, τον Μάρτιο του 1996.
Επί του παραδεκτού
Το σημείωμα του προσφεύγοντος της 30ής Ιανουαρίου 1995 αποτελεί αίτηση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Από αυτό τούτο το κείμενο της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η μη απάντηση εντός τεσσάρων μηνών μετά την υποβολή της αιτήσεως του προσφεύγοντος της 30ής Ιανουαρίου 1995 σημαίνει σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως αυτής (σκέψεις 26 και 27).ΙΑ
Η ανακοίνωση με την οποία γνωστοποιείται ότι εξετάζεται η αίτηση που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και, ειδικότερα, δεν μπορεί να παρατείνει τις προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ (σκέψη 28).
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Απριλίου 1970, 24/69, Nebe κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, ο. 287, σκέψεις 2 και 6- ΔΕΚ, 17 Φεβρουαρίου 1972, 40/71, Richez-Parise κατά Επιτροπής, Recueil 1972 (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), σ. 73, σκέψεις 8 και 9- ΠΕΚ, 1 Οκτωβρίου 1991, Τ-38/91, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-763, σκέψη 31
Εν προκειμένω, η προθεσμία του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ούτε ανεστάλη ούτε διεκόπη από το σημείωμα του γενικού διευθυντή της ΓΔ IX της 27ης Φεβρουαρίου 1995 ή από το σημείωμα του της 3ης Μαΐου 1995 (σκέιμη 29).
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αρωγής υποβληθείσας βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ και αφορώσας σοβαρές κατηγορίες σχετικά με την επαγγελματική υπόληψη υπαλλήλου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, η διοίκηση οφείλει, σε πρώτο στάδιο, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξακριβώσει αν οι κατηγορίες είναι βάσιμες. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση αυτή δεν επιτρέπει στο περί ου πρόκειται όργανο να παρεκκλίνει από τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οι οποίες παρέχουν στον υπάλληλο τη δυνατότητα να επιτύχει από τη διοίκηση να λάβει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας θέση που αποτελεί απόφαση (σκέψεις 30 και 31).
Παραπομπή: ΔΕΚ, 11 Ιουλίου 1974, 53/72, Guillol κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 407, σκέψη 3- ΔΕΚ, 18 Οκτωβρίου 1976, 128/75, Μ. Ν. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 591, σκέψη 10- ΠΕΚ, 3 Απριλίου 1990, Τ-135/89, I'flocscliner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II-153, σκέψη 17
Εν προκειμένω, η Επιτροπή οτην πραγματικότητα δεν προέβη στην εν λόγω έρευνα μεταξύ της υποβολής της αιτήσεως του προσφεύγοντος και της ημερομηνίας κατά την οποία η έρευνα ανατέθηκε στον προϊστάμενο της μονάδας «Προσωπικό Λουξεμβούργου». Ο τελευταίος περάτωσε την έρευνα σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι γι' αυτήν ήταν αδύνατον, ή έστω δυσχερές, να περατώσει την έρευνα της είτε εντός της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ είτε εντός της πρόσθετης τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ είτε ακόμη και πριν από την άσκηση της προσφυγής-αγωγής (σκέψεις 32 και 33).
Επί της ουσίας
Επί του ακυρωτικού αιτήματος
Επί της παραβάσεως του άρθρου 24 του ΚΥΚ
Το άρθρο 24 του ΚΥΚ υποχρεώνει τη διοίκηση, επί σοβαρών κατηγοριών σχετικών με την επαγγελματική υπόληψη υπαλλήλου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να λαμβάνει κάθε μέτρο για να εξακριβώσει αν είναι βάσιμες οι κατηγορίες και, όταν δεν πρόκειται περί αυτού, να τις απορρίπτει και να λαμβάνει κάθε μέτρο για να αποκαταστήσει την τρωθείσα υπόληψη (σκέψη 48).
Παραπομπή: Guillot κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψεις 3 και 4· Μ. Ν. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 10· ΠΕΚ, 26 Οκτωβρίου 1993, Τ-59/92, Caronna κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-1129, σκέψεις 92 έως 99
Εφόσον παρέλειψε, επί σοβαρής καταγγελίας σχετικής με την επαγγελματική υπόληψη υπαλλήλου, να απορρίψει την κατηγορία, να λάβει το παραμικρό μέτρο για την αποκατάσταση της υπολήψεως του υπαλλήλου, αλλά και να λάβει θέση επί της αιτήσεως αρωγής που αυτός υπέβαλε, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 24 του ΚΥΚ (σκέψεις 49 και 50).
Η άποψη της Επιτροπής ότι της ήταν αδύνατον να λάβει θέση νωρίτερα αναιρείται από την ομολογία της ότι άρχισε την έρευνα μόλις στις 11 Σεπτεμβρίου, δηλαδή πάνω από επτά μήνες μετά την υποβολή της αιτήσεως του προσφεύγοντος. Εξάλλου, παραλείποντας έτσι να προβεί στην ερευνά της, η Επιτροπή δεν ενήργησε με την απαιτούμενη επιμέλεια (σκέιμεις 51 και 52).
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
Μετά το πέρας της έρευνας την οποία τελικά άρχισε η διοίκηση, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IX, με το σημείωμα του της 6ης Φεβρουαρίου 1996, επιβεβαίωσε στον προσφεύγοντα ότι, λαμβανομένου υπόψη του φακέλου, τίποτε δεν μπορούσε να του προσαφθεί και ότι το πρόσωπο του με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση από ορισμένα χωρία του εν λόγω βιβλίου. Του γνωστοποίησε επί πλέον ότι το πιο πάνω σημείωμα και η έκθεση επί της έρευνας τίθενται στη διάθεση του. Εξάλλου, η Επιτροπή δήλωσε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι η ονομασία του προσφεύγοντος ως επίτιμου διευθυντή επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα της έρευνας και την πλήρη εμπιστοσύνη που είχε γι' αυτόν (σκέψη 59).
Επί πλέον, η Επιτροπή δεν εμπόδισε τον προσφεύγοντα να ασκήσει κατά του F. d'Aubert ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Εν προκειμένω, στον προσφεύγοντα απέκειτο να λάβει την πρωτοβουλία της ασκήσεως αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη που περιέχεται προς το τέλος του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 24 του ΚΥΚ, κατά των υπαιτίων της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη και, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της αγωγής αυτής, να συζητήσει με τη διοίκηση σχετικά με τον τρόπο τηρήσεως της υποχρεώσεως εχεμύθειας που του επιβάλλει το άρθρο 17 του ΚΥΚ. Έτσι, στον προσφεύγοντα απέκειτο, μεταξύ άλλων, να προσδιορίσει τα έγγραφα που θεωρούσε αναγκαία ενότμει του ενδεχομένου ασκήσεως αγωγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΚΥΚ, να επιτραπεί εκ των προτέρων η προσκόμιση των εγγράφων αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (σκέψη 60).
Παραπομπή: Caronna κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 37
Υπό τις συνθήκες αυτές και όπως και να έχουν τα πράγματα, η ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής-αγωγής, συνιστά πρόσφορο τρόπο ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι υπέστη (σκέψη 61).
Διατακτικό:
Το Πρωτοδικείο ακυρώνει τη σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής που ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 1995.
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά.