61995J0143

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 9ης Ιανουαρίου 1997. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Sociedade de Curtumes a Sul do Tejo Ldª (Socurte), Revestimentos de Cortiça Ldª (Quavi) και Sociedade Transformadora de Carnes Ldª (Stec). - Αίτηση αναιρέσεως - Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής - Παράβαση ουσιώδους τύπου. - Υπόθεση C-143/95 P.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελίδα I-00001


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 Προσφυγή ακυρώσεως - Προθεσμίες - Σημείο ενάρξεως - Κοινοποίηση - ηΕννοια - Ανακοίνωση του ιδίου του κειμένου της πράξεως

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 5)

2 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων - Απαράδεκτο ελλείψει προβληθείσας πλάνης του Πρωτοδικείου περί το δίκαιο - Απόρριψη

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)

Περίληψη


3 Η κοινοποίηση των κοινοτικών πράξεων, στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 173, πέμπτο εδάφιο, και 191 της Συνθήκης, περιλαμβάνει οπωσδήποτε την ανακοίνωση λεπτομερούς εκθέσεως του περιεχομένου και της αιτιολογίας της κοινοποιουμένης πράξεως. Πράγματι, ελλείψει σχετικής εκθέσεως, ο αποδέκτης της κοινοποιήσεως δεν θα μπορούσε να λάβει επακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της επίμαχης πράξεως, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να ασκήσει λυσιτελώς προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνον με τη διαβίβαση του κειμένου της επίδικης αποφάσεως και όχι λακωνικής αποδόσεως του περιεχομένου της. Επομένως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κοινοποιήσεως υπό την ανωτέρω καθορισθείσα έννοια.

4 Η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν του δεν υπόκειται σε έλεγχο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-143/95 P,

Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Francisco de Sousa Fialho και Nicholas Khan, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

αναιρεσείουσα,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 7ης Μαρτίου 1995 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-432/93, Τ-433/93 και Τ-434/93, Socurte κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-503), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,$

όπου οι έτεροι διάδικοι είναι οι:

Sociedade de Curtumes a Sul do Tejo Ld.a (Socurte),

Revestimentos de Cortiηa Ld.a (Quavi),

νυν Estudos e Projectos Ld.a (Esprocil), και

Sociedade Transformadora de Carnes Ld.a (Stec),

νυν Estudos e Projectos Ld.a (J. A. P.),

εταιρίες πορτογαλικού δικαίου, με έδρα το Pau Queimado (Πορτογαλία), εκπροσωπούμενες από τους Carlos Botelho Moniz και Antσnio Magalhγes Cardoso, δικηγόρους Λισσαβώνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Guy Harles, 8-10, rue Mathias Hardt,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray (εισηγητή), Κ. Ν. Κακούρη, G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz

γραμματέας: R. Grass

έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 1996,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 7ης Μαρτίου 1995, T-432/93, Τ-433/93 και Τ-434/93, Socurte κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-503, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου για το πρόγραμμα υπ' αριθ. 860012/Ρ1 που αφορούσε δραστηριότητες επαγγελματικής καταρτίσεως στην Πορτογαλία κατά το 1986 (στο εξής: επίδικη απόφαση).

2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την αποστολή του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ L 289, σ. 38), το Ευρωπαϋκό Κοινωνικό Ταμείο (στο εξής: Ταμείο) μπορεί να συμμετέχει στη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων επαγγελματικής καταρτίσεως και επαγγελματικού προσανατολισμού που πραγματοποιούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πολιτικής που ασκούν στην αγορά εργασίας.

3 Σε περίπτωση εγκρίσεως αιτήσεως χρηματοδοτήσεως, πρέπει να καταβληθεί προκαταβολή ίση προς το 50 % της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ταμείου, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ (ΕΕ L 289, σ. 1), κατά την ημερομηνία που έχει προβλεφθεί για την έναρξη των δραστηριοτήτων επαγγελματικής καταρτίσεως.

4 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 ορίζει ότι, όταν η χρηματοδοτική συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

5 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του έτους 1986, το Departamento para os Assuntos do Fundo Social Europeu (τμήμα υποθέσεων του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου, στο εξής: DAFSE), το οποίο υπάγεται στο πορτογαλικό Υπουργείο Απασχολήσεως και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπέβαλε αίτηση συνδρομής στο Ταμείο για ένα σύνολο προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως που είχαν υποβάλει διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι επιχειρήσεις Sociedade de Curtumes a Sul do Tejo Ld.a (Socurte), Revestimentos de Cortiηa Ld.a (Quavi) και Sociedade Transformadora de Carnes Ld.a (Stec) (στο εξής: αναιρεσίβλητες). Ο φάκελος στον οποίο συγκεντρώθηκαν τα διάφορα αυτά προγράμματα, με αριθμό 860012/Ρ1, εγκρίθηκε με απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Μαου 1986, η οποία όρισε τη χρηματοδοτική συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα στο ύψος των 874 905 836 πορτογαλικών εσκούδων (ESC) επί συνολικού ποσού 1 905 322 299 ESC (σκέψη 4).

6 Στις 16 Ιουνίου 1986, το DAFSE ανακοίνωσε στις αναιρεσίβλητες την απόφαση αυτή γνωστοποιώντας σε καθεμία από αυτές το ποσό της συμμετοχής του Ταμείου και το ποσοστό συμμετοχής των πορτογαλικών δημοσίων αρχών. Εν όψει των ποσών που θα ελάμβαναν για τις δραστηριότητές τους, οι αναιρεσίβλητες έλαβαν προκαταβολές, είτε έναντι των εισφερομένων πορτογαλικών δημοσίων πόρων, είτε έναντι της συνδρομής του Ταμείου (σκέψεις 5 και 6).

7 Μετά το πέρας των δραστηριοτήτων τους και τη διαβίβαση της τελικής εκθέσεως αποτιμήσεως των δραστηριοτήτων αυτών, οι αναιρεσίβλητες υπέβαλαν αίτηση περί καταβολής του υπολοίπου της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ταμείου, από την οποία προέκυπτε ότι το κόστος των δραστηριοτήτων τους ήταν χαμηλότερο από τον εγκριθέντα προϋπολογισμό. Εν αναμονή της αποφάσεως της Επιτροπής επί της αιτήσεως περί καταβολής του υπολοίπου, το Ταμείο προέβη σε συμπληρωματικές πληρωμές υπέρ των αναιρεσιβλήτων (σκέψεις 7 και 8).

8 Στις 18 Μαρτίου 1991, το DAFSE απηύθυνε στις αναιρεσίβλητες έγγραφο με το οποίο τις πληροφορούσε ότι η Επιτροπή είχε εγκρίνει την αίτηση περί καταβολής του υπολοίπου σχετικά με τον φάκελο 860012/Ρ1. Εν όψει της συμμετοχής του Ταμείου που προβλεπόταν στη σχετική απόφαση της Επιτροπής, το DAFSE κάλεσε τις αναιρεσίβλητες, λαμβάνοντας υπόψη τα ποσά που τους είχαν ήδη καταβληθεί, να του επιστρέψουν, αντιστοίχως, τα ποσά των 17 105 465 ESC (Socurte), 22 160 566 ESC (Quavi) και 46 354 557 ESC (Stec) (σκέψη 9).

9 Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1991, οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν από το DAFSE να τους γνωστοποιήσει τους λόγους της αιτήσεως επιστροφής και να τους κοινοποιήσει αντίγραφο της αποφάσεως της Επιτροπής στην οποία παρέπεμπε το έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1991 (σκέψη 10).

10 Με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1991, το οποίο περιήλθε στις αναιρεσίβλητες στις 30 Απριλίου 1991, το DAFSE τις πληροφόρησε ότι τα ποσά που έπρεπε να του επιστρέψουν ήταν τελικώς μικρότερα από τα αναφερόμενα στο έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1991. Το DAFSE εξήγησε ότι η μείωση αυτή των ποσών που έπρεπε να του επιστραφούν οφειλόταν στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες του είχαν ερμηνεύσει την απόφαση της Επιτροπής υπό την έννοια ότι το Ταμείο είχε χορηγήσει 379 373 605 ESC αντί των 437 452 918 ESC που είχαν όντως χορηγηθεί (σκέψη 11).

11 Το DAFSE στηρίχθηκε συναφώς σε έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 1991 το οποίο του είχαν απευθύνει οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και το οποίο διεβίβασε ταυτοχρόνως στις αναιρεσίβλητες. Κατά το έγγραφο αυτό, για να καταλήξει στην απόφαση χορηγήσεως της συνολικής συνδρομής του Ταμείου, της ανερχομένης σε 437 452 918 ESC, η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη διάφορες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών καθώς και τις επισκέψεις ελέγχου που πραγματοποιήθηκαν τόσο στον διαχειριστή του φακέλου όσο και στις μονάδες-δικαιούχους του φακέλου (σκέψη 12).

12 Με έγγραφα που απέστειλαν στο DAFSE, στις 14 Μαου 1991, και στην Επιτροπή, στις 17 Μαου 1991, οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν να τους κοινοποιηθούν ακριβή αντίγραφα της αρχικής αποφάσεως της Επιτροπής περί χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ταμείου για τις δραστηριότητες του φακέλου 860012/Ρ1 καθώς και της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την αίτησή τους περί καταβολής του υπολοίπου της εν λόγω συνδρομής (σκέψη 13).

13 Αφού πληροφόρησε προφορικώς τις αναιρεσίβλητες ότι δεν διέθετε τα αιτηθέντα κείμενα, το DAFSE, με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1991, διαβίβασε στις αναιρεσίβλητες αντίγραφο της αιτήσεως που είχε υποβάλει στο Ταμείο, ζητώντας να τους αποσταλεί αντίγραφο της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τον φάκελο 860012/Ρ1 (σκέψη 14). Όσον αφορά τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1991, πληροφόρησαν τις αναιρεσίβλητες ότι έπρεπε να απευθυνθούν στο DAFSE για να λάβουν τα αιτηθέντα έγγραφα (σκέψη 15). Στις 26 Ιουνίου 1991, οι αναιρεσίβλητες μελέτησαν τον σχετικό με το πρόγραμμα 860012/Ρ1 διοικητικό φάκελο που κατείχε το DAFSE (σκέψη 16).

14 Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1991, το DAFSE απέστειλε στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο της κοινοποιήσεως της εγκριτικής αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τον φάκελο 860012/Ρ1 (σκέψη 17). Το έγγραφο αυτό ήταν μία επιστολή της Επιτροπής, με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1991, προς το DAFSE, στην οποία η Επιτροπή εξέθετε λεπτομερώς τους λόγους που δικαιολογούσαν τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής (σκέψη 18). Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή ισχυριζόταν ότι από την επίσκεψη ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από τις 26 έως τις 29 Ιουλίου 1988 στην επιχείρηση Stec προέκυψε ότι ορισμένες δαπάνες ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένες και ότι ορισμένες καταχωρίσεις δεν είχαν αξιολογηθεί δεόντως. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή προέβη η ίδια σε ανάλυση του ευλόγου κόστους βάσει των κριτηρίων που καθόρισαν οι πορτογαλικές αρχές, η οποία κατέληξε στη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε προβλεφθεί αρχικά. Από την ανάλυση αυτή προέκυψε ότι μπορούσε να χρηματοδοτηθεί ποσό που αντιστοιχούσε στο 56 % του συνόλου των υποβληθεισών δαπανών, πράγμα το οποίο συνεπαγόταν την επιστροφή ποσού 71 454 000 ESC όσον αφορά τη συμμετοχή του Ταμείου (σκέψεις 19 έως 23). Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, κατά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο DAFSE με αντικείμενο την παρουσίαση και τη συζήτηση των τελικών συμπερασμάτων ως προς τον φάκελο, οι αρμόδιοι των εθνικών υπηρεσιών είχαν υποβάλει τις παρατηρήσεις τους (σκέψη 24). Η Επιτροπή κατέληγε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι εφόσον η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 είχε τηρηθεί, αποφασίστηκε η συνδρομή του Ταμείου να ανέλθει σε 437 452 918 ESC, ποσό το οποίο είχε καταβληθεί ήδη ως πρώτη προκαταβολή (σκέψη 25).

15 Με τρία δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Οκτωβρίου 1991, οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ταμείου όσον αφορά το πρόγραμμα 860012/Ρ1.

16 Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 13 Νοεμβρίου 1991, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι, στο μέτρο που οι προσφυγές στρέφονταν κατά της αποφάσεως η οποία κοινοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες με τα από 18 Μαρτίου και 24 Απριλίου 1991 έγγραφα του DAFSE, τα οποία περιήλθαν στις αναιρεσίβλητες στις 21 Μαρτίου και στις 30 Απριλίου 1991, ήταν απαράδεκτες, διότι ασκήθηκαν εκτός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Υποστήριξε επίσης ότι οι προσφυγές ήταν απαράδεκτες, στο μέτρο που στρέφονταν κατά του από 10 Ιουλίου 1991 εγγράφου της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες με το έγγραφο του DAFSE της 30ής Ιουλίου 1991, με το αιτιολογικό ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει απόφαση, η απόφαση αυτή αποτελεί απλή επιβεβαίωση της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στο DAFSE με το από 14 Φεβρουαρίου 1991 έγγραφο της Επιτροπής και γνωστοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 18 Μαρτίου και στις 24 Απριλίου 1991.

17 Στις 9 Νοεμβρίου 1992 το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως.

18 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21), το Δικαστήριο, με διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, παρέπεμψε τις υποθέσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου.

19 Προς στήριξη του ακυρωτικού αυτού αιτήματος, οι αναιρεσίβλητες προέβαλαν κατ' ουσίαν τέσσερις λόγους ακυρώσεως, που αφορούν την παραβίαση των αρχών της νομιμότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την παραβίαση ουσιώδους τύπου και των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83, καθώς και την παραβίαση των κανόνων που διέπουν τη διαχείριση του Tαμείου, και ειδικότερα των άρθρων 1 και 5, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

20 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο εξέτασε, καταρχάς, αν η απόφαση της Επιτροπής, όπως γνωστοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 30 Απριλίου 1991, παρείχε σ' αυτές τη δυνατότητα να ασκήσουν λυσιτελώς προσφυγή (σκέψη 48).

21 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε την πάγια νομολογία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1980, 76/79, Kφnecke κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 349· της 5ης Μαρτίου 1986, 59/84, Tezi Textiel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 887, και της 6ης Ιουλίου 1988, 236/86, Dillinger κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3761, σκέψη 14· και απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Μαου 1994, Τ-465/93, Consorzio gruppo di azione locale «Murgia Messapica» κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-361, σκέψη 29), κατά την οποία, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, εναπόκειται στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός ευλόγου προθεσμίας, πλην όμως, υπό την επιφύλαξη αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνον αφότου ο τρίτος ενδιαφερόμενος έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω πράξεως κατά τρόπo που του επιτρέπει να κάνει χρήση του δικαιώματός του να ασκήσει προσφυγή (σκέψη 49).

22 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, μολονότι το έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 1991 περιείχε στοιχεία επιτρέποντα να εξακριβωθεί η ύπαρξη της επίδικης αποφάσεως καθώς και μια αφηρημένη και γενική αιτιολογία, δεν περιελάμβανε συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοσή της. Πράγματι, από τις 30 Απριλίου 1991, ημερομηνία παραλαβής του εγγράφου του DAFSE της 24ης Απριλίου 1991, οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν να πληροφορηθούν την ακριβή αιτιολογία της αποφάσεως περί αρνήσεως καταβολής του υπολοίπου. Η αιτιολογία αυτή κοινοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες μόλις στις 30 Ιουλίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία το DAFSE τους κοινοποίησε το έγγραφο της Επιτροπής της 10ης Ιουλίου 1991. Το έγγραφο αυτό εξέθετε λεπτομερώς τους ελέγχους που διενήργησαν οι υπηρεσίες του Ταμείου και κατέληγε στην ύπαρξη ενός επιστρεπτέου ποσού της τάξεως των 71 454 000 ESC. Επομένως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι με το έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1991 οι αναιρεσίβλητες έλαβαν επαρκή γνώση της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως και ότι από την ημερομηνία αυτή είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν λυσιτελώς προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως (σκέψη 50).

23 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προσφυγές που είχαν ως αντικείμενο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, όπως προκύπτει από το έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1991, είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως (σκέψη 51).

24 Προκειμένου, δεύτερον, περί της εξετάσεως της ουσίας των προσφυγών, το Πρωτοδικείο εξέτασε καταρχάς τον λόγο που αναφέρεται στην παραβίαση ουσιώδους τύπου, ο οποίος συνίστατο στη μη τήρηση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 (σκέψη 57).

25 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι η δυνατότητα που παρέχει η διάταξη αυτή στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ταμείου, τόσον από απόψεως αρχής όσον και ως προς το ακριβές ποσό της μειώσεως, αποτελεί ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα των σχετικών αποφάσεων (σκέψη 65).

26 Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υποβολή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των παρατηρήσεών του πριν από την απόφαση περί μειώσεως της συνδρομής του Ταμείου έπρεπε να αποδεικνύεται με βεβαιότητα και επαρκή σαφήνεια, πράγμα που αποκλείει ότι αυτή μπορεί να τεκμαίρεται (σκέψη 66).

27 Προκειμένου να εκτιμήσει αν οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εξέτασε στη συνέχεια τα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή. Τα έγγραφα αυτά αφορούσαν τρεις αποστολές ελέγχου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τις περιόδους από 27 Οκτωβρίου έως 3 Νοεμβρίου 1986, από 28 Σεπτεμβρίου έως 2 Οκτωβρίου 1987 και από 26 έως 29 Ιουλίου 1988, καθώς και δύο συσκέψεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 1988 μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και των πορτογαλικών αρχών (σκέψεις 67 έως 70 και 72 έως 75).

28 Επομένως, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο ότι τα έγγραφα αυτά δεν παρείχαν τη δυνατότητα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83. Το Πρωτοδικείο ακύρωσε, κατά συνέπεια, την επίδικη απόφαση (σκέψεις 71 και 76).

Η αίτηση αναιρέσεως

29 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς της με την οποία ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους, που αφορούν, ο μεν ένας, το παραδεκτό των προσφυγών, ο δε άλλος, το βάσιμο.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

30 Προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η νομολογία που παραθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, διότι ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ελλείπει η δημοσίευση ή κοινοποίηση της αποφάσεως. Εν προκειμένω όμως η απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1991 κοινοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 30 Απριλίου 1991, οπότε η προθεσμία της προσφυγής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία αυτή.

31 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η κοινοποίηση των κοινοτικών πράξεων, στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 173, πέμπτο εδάφιο, και 191 της Συνθήκης ΕΚ, περιλαμβάνει οπωσδήποτε την ανακοίνωση λεπτομερούς εκθέσεως του περιεχομένου και της αιτιολογίας της κοινοποιουμένης πράξεως. Πράγματι, ελλείψει σχετικής εκθέσεως, ο ενδιαφερόμενος τρίτος δεν θα μπορούσε να λάβει επακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της επίμαχης πράξεως, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να ασκήσει λυσιτελώς προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής (βλ., όσον αφορά το άρθρο 191, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 58/88, Olbrechts κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 2643, σκέψη 10).

32 Η προϋπόθεση αυτή όμως πληρούται μόνο με τη διαβίβαση του κειμένου της επίδικης αποφάσεως και όχι λακωνικής αποδόσεως του περιεχόμενου της, όπως αυτή που περιλαμβανόταν στο έγγραφο που κοινοποιήθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 30 Απριλίου 1991.

33 Κατά συνέπεια, η προθεσμία της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως δεν άρχισε να τρέχει εν προκειμένω από την ημερομηνία αυτή και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

34 Προς στήριξη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι επισκέψεις ελέγχου, τις επαφές με τον Πορτογάλο Υπουργό και το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως, η οποία αποτελεί λύση συμβιβασμού υπέρ των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι οι εθνικές αρχές είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους πριν από την απόφαση, την έννοια της οποίας γνώριζαν άλλωστε πλήρως κατά τον χρόνο εκδόσεως. Κατά την Επιτροπή, η άποψη του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 να δώσει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του είναι επομένως εσφαλμένη.

35 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατ' ουσίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θέτει το ζήτημα αν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία παρείχαν στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να συναγάγει με επαρκή βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση να παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του πριν από την έκδοση της αποφάσεως.

36 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν του δεν υπόκειται σε έλεγχο, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 Ρ, Hilti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψη 42).

37 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Πρωτοδικείο επλανήθη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του.

38 Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

39 Εν όψει των προηγουμένων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

40 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα)

αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.