Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1997. - Βασίλειο του Βελγίου και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Μπανάνες - Κοινή οργάνωση των αγορών - Φυσική καταστροφή - Ποσόστωση επί των εισαγωγών - Προσαρμογή και κατανομή. - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-9/95, C-23/95 και C-156/95.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελίδα I-00645
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Μπανάνα - Σύστημα εισαγωγών - Δασμολογική ποσόστωση - Αρμοδιότητα να προβαίνει σε προσαρμογές παρασχεθείσα στην Επιτροπή με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 404/93 - Παράβαση του άρθρου 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης - Δεν υφίσταται - Ξρησιμοποίηση προς αύξηση, χωρίς εφαρμογή της κλείδας κατανομής του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού, της ποσότητας που χορηγήθηκε σε επιχειρηματίες, θύματα φυσικής καταστροφής - Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 155· κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου, άρθρα 16 § 3, 19 § 1, και άρθρο 27· κανονισμοί 2791/94 και 510/95 της Επιτροπής)
2 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Έκταση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
3 Κατά τη θέσπιση των κανονισμών 2791/94 και 510/95, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών, για το 1994 και το πρώτο τρίμηνο του 1995, αντιστοίχως, λόγω της θυέλλης Debbie, η Επιτροπή εγκύρως στηρίχθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 404/93, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, το οποίο της παρέχει γενικώς την εξουσία να προσαρμόζει, ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 27, τη δασμολογική ποσόστωση κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, εφόσον παρίσταται ανάγκη και, ιδίως, προκειμένου να ληφθούν υπόψη έκτακτες περιστάσεις που επηρεάζουν τις συνθήκες παραγωγής ή εισαγωγής. Η διάταξη αυτή της παρέχει, ειδικότερα, τη δυνατότητα να παρεκκλίνει, ως προς το προσαρμοζόμενο τμήμα, από την κλείδα κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως, που προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, δεδομένου ότι η εφαρμογή αυτής της κλείδας θα είχε ως συνέπεια την παραχώρηση συμπληρωματικών δικαιωμάτων εισαγωγής σε επιχειρηματίες οι οποίοι δεν υπήρξαν θύματα εξαιρετικών περιστάσεων, ενώ δεν θα αντιμετώπιζε την ειδική κατάσταση των επιχειρηματιών που υπήρξαν θύματα τέτοιων περιστάσεων.
Εξάλλου, οι παρεχόμενες στην Επιτροπή, με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού, εξουσίες δεν υπερβαίνουν τις εξουσίες που μπορούν να της παρασχεθούν σύμφωνα με το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης. Η Επιτροπή μπορεί σχετικώς, προκειμένου για τον αγροτικό τομέα, να λαμβάνει όλα τα μέτρα εφαρμογής που είναι αναγκαία και χρήσιμα για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν είναι αντίθετα προς τη βασική ρύθμιση ή τις εφαρμοστικές ρυθμίσεις του Συμβουλίου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.
4 Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Πάντως, δεν μπορεί να απαιτηθεί να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία μιας πράξεως τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-9/95, C-23/95 και C-156/95,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον J. Devadder, διευθυντή διοικήσεως στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
προσφεύγον στις υποθέσεις C-9/95 και C-156/95,
και
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Rφder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, D-53107 Bόνη,
προσφεύγουσα στην υπόθεση C-23/95,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης,
- στις υποθέσεις C-9/95 και C-156/95, από τον T. van Rijn, νομικό σύμβουλο,
- στην υπόθεση C-23/95, από τον D. Booί, νομικό σύμβουλο, και τον K.-D. Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης,
στις υποθέσεις C-9/95, C-23/95 και C-156/95, από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον S. Braviner, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τον D. Anderson, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
και, στην υπόθεση C-156/95, από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, και τον F. Pascal, ακόλουθο της κεντρικής διοικήσεως στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 9, boulevard du Prince Henri,
παρεμβαίνoυσες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση,
- στις υποθέσεις C-9/95 και C-23/95, του κανονισμού (ΕΚ) 2791/94 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1994, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών 1994, λόγω της θύελλας Debbie (EE L 296, σ. 33), και,
- στην υπόθεση C-156/95, του κανονισμού (ΕΚ) 510/95 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1995, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών του πρώτου τριμήνου 1995, λόγω της θύελλας Debbie (EE L 51, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή) και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1996, κατά την οποία τη Βελγική Κυβέρνηση εκπροσώπησε η Α. De Ridder, αναπληρώτρια σύμβουλος στη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, τη Γερμανική Κυβέρνηση ο B. Kloke, Oberregierungsrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, την Επιτροπή ο Τ. van Rijn και ο D. Booί, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ο D. Anderson και τη Γαλλική Κυβέρνηση ο F. Pascal,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 1995 στην υπόθεση C-9/95 και στις 17 Μαου 1995 στην υπόθεση C-156/95, το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 2791/94 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1994, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών 1994, λόγω της θύελλας Debbie (EE L 296, σ. 33), και του κανονισμού (ΕΚ) 510/95 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1995, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών του πρώτου τριμήνου 1995, λόγω της θύελλας Debbie (EE L 51, σ. 8) (στο εξής: προσβαλλόμενοι κανονισμοί). Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-23/95, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2791/94.
2 Με τρεις διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 6ης Ιουλίου 1995 (C-9/95 και C-23/95) και της 9ης Ιανουαρίου 1996 (C-156/95), επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει στις τρεις υποθέσεις προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
3 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 1995, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει στην υπόθεση C-156/95 προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
4 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 14ης Ιουνίου 1996, οι τρεις υποθέσεις ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1, στο εξής: κανονισμός του Συμβουλίου), αντικατέστησε, με τον τίτλο ΙV, τα διάφορα προγενέστερα εθνικά συστήματα με ένα κοινό σύστημα εμπορίας με τις τρίτες χώρες.
6 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (EE L 349, σ. 105), προβλέπει το άνοιγμα δασμολογικής ποσοστώσεως 2,1 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για το έτος 1994 και 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για τα επόμενα έτη, για εισαγωγές «μπανανών τρίτων χωρών» και «μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ».
7 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου κατανέμει την ανοιγείσα δασμολογική ποσόστωση κατά 66,5 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που είχαν ασχοληθεί με την εμπορία μπανανών τρίτων χωρών ή μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, κατά 30 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που είχαν ασχοληθεί με την εμπορία κοινοτικών μπανανών ή παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και κατά 3,5 % στην κατηγορία των εγκατεστημένων εντός της Κοινότητας επιχειρηματιών που άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανανών, πλην των κοινοτικών και των παραδοσιακών ΑΚΕ, από το 1992.
Το άρθρο 19, παράγραφος 4, ορίζει:
«Σε περίπτωση αύξησης της δασμολογικής ποσόστωσης, η συμπληρωματική διαθέσιμη ποσότητα αποδίδεται στους επιχειρηματίες που ανήκουν στις κατηγορίες της παραγράφου 1(...).»
8 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει ότι κάθε χρόνο καταρτίζεται ισοζύγιο προβλέψεων για την παραγωγή και την κατανάλωση στην Κοινότητα, καθώς και για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές.
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού:
«Εάν παραστεί ανάγκη, και προκειμένου κυρίως για την συνεκτίμηση εξαιρετικών περιστάσεων που επηρεάζουν τις συνθήκες παραγωγής ή εισαγωγής, αυτός ο υπολογισμός μπορεί να αναθεωρείται κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας. Σε αυτή την περίπτωση, η δασμολογική ποσόστωση που προβλέπεται στο άρθρο 18 αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27.»
9 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει αύξηση της ετήσιας δασμολογικής ποσοστώσεως σε περίπτωση αυξήσεως της ζητήσεως εντός της Κοινότητας, όπως αυτή καθορίζεται βάσει του ισοζυγίου προβλέψεων, και παραπέμπει, ως προς τη διαδικασία, στο άρθρο 27.
10 Το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καταρτίζει και να αναθεωρεί το ισοζύγιο προβλέψεων που αφορά το άρθρο 16 και να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του τίτλου IV, οι οποίες μπορούν, μεταξύ άλλων, να αφορούν τα συμπληρωματικά μέτρα για την έκδοση των πιστοποιητικών, τη διάρκεια ισχύος τους και τους όρους μεταβιβάσεώς τους.
11 Το άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι:
«Εάν, από τον Ιούλιο 1993, χρειαστεί να ληφθούν ειδικά μέτρα για να γίνει ευκολότερα η μετάβαση από τα καθεστώτα που ίσχυαν πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός στο καθεστώς που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, ιδιαιτέρως δε για να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα.»
12 Το άρθρο 27 του κανονισμού του Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπουν μεταξύ άλλων τα άρθρα 16, 18 και 30, παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λαμβάνει εκτελεστικά μέτρα σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Η διάταξη αυτή προβλέπει, ειδικότερα, ότι η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της επί των προτεινομένων μέτρων εντός προθεσμίας που καθορίζει ο πρόεδρος αναλόγως του επείγοντος και ότι η Επιτροπή λαμβάνει τα μέτρα τα οποία εφαρμόζονται αμέσως.
13 Το άρθρο 12 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ περί του καθεστώτος των ενισχύσεων, προβλέπει ένα μηχανισμό ενισχύσεως των παραγωγών μπανανών της Κοινότητας προς αντιστάθμιση τυχόν απώλειας εσόδων.
14 Προς εφαρμογή του κανονισμού του Συμβουλίου, η Επιτροπή εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6), ο οποίος επαναλαμβάνει τη διάκριση μεταξύ των τριών κατηγοριών επιχειρηματιών που αναφέρονται στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως και τους οποίους χαρακτηρίζει ως κατηγορίες Α, Β και Γ.
15 Η έκδοση των κανονισμών 2791/94 και 510/95 δικαιολογείται, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, ως εξής:
«(...) η τροπική θύελλα Debbie που έπληξε στις 10 Σεπτεμβρίου 1994 τις χώρες αυτές προκάλεσε σημαντικές ζημίες στις μπανανοφυτείες των κοινοτικών περιοχών της Μαρτινίκας και της Γουαδελούπης καθώς και των κρατών ΑΚΕ της Αγίας Λουκίας και του Δομίνικου· οι επιπτώσεις από τις έκτακτες αυτές περιστάσεις επί της παραγωγής των περιοχών που έχουν πληγεί θα γίνουν αισθητές έως τον Ιούλιο του 1995 και θα επηρεάσουν αισθητά τις εισαγωγές και τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1994 [κανονισμός 2791/94· πρώτο τρίμηνο του 1995 όσον αφορά τον κανονισμό 510/95]· αυτό είναι πιθανό να εκδηλωθεί με σημαντική αύξηση των τιμών της αγοράς σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητας.»
16 Οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί στηρίζονται στον κανονισμό του Συμβουλίου και ιδίως στα άρθρα 16, παράγραφος 3, 20 και 30, καθώς και στον κανονισμό 1442/93.
17 Όσον αφορά το άρθρο 16, παράγραφος 3, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών 2791/94 και 510/95 η Επιτροπή εκθέτει τα εξής:
«Από την προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως πρέπει να είναι δυνατόν, αφενός, να εφοδιασθεί κατά τρόπον ικανοποιητικό η κοινοτική αγορά έως τα τέλη του 1994 [κανονισμός 2791/94· πρώτο τρίμηνο του 1995 όσον αφορά τον κανονισμό 510/95], και, αφετέρου, να κατανεμηθεί η ποσόστωση αυτή [να αποζημιωθούν] οι επιχειρηματίες που υπέστησαν απευθείας τις σημαντικότερες ζημίες και, επιπλέον, ενέχουν τον κίνδυνο, λόγω απουσίας των καταλλήλων μέτρων, να χάσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την παραδοσιακή διάθεση στην κοινοτική αγορά.»
18 Οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί προβλέπουν πρόσθετη ποσότητα, η οποία ανέρχεται, αντιστοίχως, σε 53 400 και 45 500 τόνους και η οποία κατανέμεται στους επιχειρηματίες που εφοδιάζουν την Κοινότητα με μπανάνες προελεύσεως Μαρτινίκας, Γουαδελούπης, Αγίας Λουκίας και Δομινίκου.
19 Η απόφαση 94/654/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 1994, περί θεσπίσεως του προβλεπόμενου ισοζυγίου της παραγωγής, της κατανάλωσης καθώς και των εισαγωγών και εξαγωγών μπανάνας για την Κοινότητα για το έτος 1994 (ΕΕ L 254, σ. 90), η οποία είναι προγενέστερη του κανονισμού 2791/94, αναφέρει, στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, ότι το ισοζύγιο θα πρέπει να επανεξεταστεί «προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις επί της παραγωγής της Μαρτινίκας και της Γουαδελούπης, και ορισμένων κρατών ΑΚΕ, της τροπικής θύελλας Debbie».
20 H απόφαση 94/752/EK της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1994, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 94/654/ΕΚ (ΕΕ L 298, σ. 48), μεταγενέστερη του κανονισμού 2791/94, κατάρτισε ισοζύγιο προβλέψεων αναθεωρημένο με βάση την εξέταση της καταστάσεως και την αξιόπιστη εκτίμηση των επιπτώσεως της θύελλας Debbie επί της παραγωγής και της διαθεσιμότητας μπανανών σε ορισμένες παραγωγικές περιοχές της Κοινότητας, καθώς και σε ορισμένα κράτη ΑΚΕ, θύματα της εν λόγω θύελλας.
Επί του πρώτου λόγου
21 Το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι ούτε το άρθρο 16, παράγραφος 3, ούτε το άρθρο 20, ούτε το άρθρο 30 του κανονισμού του Συμβουλίου επιτρέπουν, σε περίπτωση αυξήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως, απόκλιση από την κλείδα κατανομής που ορίζει με το άρθρο 19, παράγραφος 1. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση των προσβαλλομένων κανονισμών.
22 Όσον αφορά το άρθρο 30 του κανονισμού του Συμβουλίου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως προκύπτει από την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η αντιμετώπιση της διαταράξεως που θα μπορούσε να προκαλέσει στην εσωτερική αγορά η αντικατάσταση των διαφόρων εθνικών συστημάτων από την κοινή οργάνωση αγοράς. Προς τούτο, η διάταξη αυτή επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία κρινόμενα ως μεταβατικά μέτρα (διάταξη της 29ης Ιουνίου 1993, C-280/93 R, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-3667, σκέψεις 46 και 47, και απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, Τ. Port, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 34).
23 Η εφαρμογή του άρθρου 30 τελεί υπό τον όρον ότι τα συγκεκριμένα μέτρα που οφείλει να λάβει η Επιτροπή θα έχουν ως στόχο να διευκολύνουν τη μετάβαση από τα εθνικά συστήματα προς την κοινή οργάνωση αγοράς και ότι θα είναι αναγκαία για τον σκοπό αυτόν (προπαρατεθείσα απόφαση Τ. Port, σκέψη 35).
24 Αυτά τα μεταβατικά μέτρα πρέπει να καθιστούν δυνατή την επίλυση των δυσχερειών που ανακύπτουν μετά την εγκαθίδρυση της κοινής οργάνωσης αγοράς, πλην όμως πηγάζουν από την κατάσταση των εθνικών αγορών, όπως είχε διαμορφωθεί πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων κανονισμών (προπαρατεθείσα απόφαση Τ. Port, σκέψη 36).
25 Ωστόσο, τα οφειλόμενα στις κλιματικές συνθήκες προβλήματα, που προκάλεσαν την έκδοση των προσβαλλομένων κανονισμών, δεν εμπίπτουν στην κατηγορία δυσχερειών που αποσκοπεί να αντιμετωπίσει η διάταξη του άρθρου 30, οπότε η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την έκδοση των προσβαλλομένων κανονισμών.
26 Όσον αφορά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου, πρέπει να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή παρέχει γενικώς στην Επιτροπή την εξουσία να προσαρμόζει, ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 27, τη δασμολογική ποσόστωση σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων που επηρεάζουν τους όρους παραγωγής ή εισαγωγής.
27 Διαπιστώνεται σχετικώς ότι σε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία, υφίστανται μηχανισμοί που επιτρέπουν τη λήψη των αναγκαίων μέτρων σε περίπτωση φυσικών καταστροφών. Εφόσον δεν προέβλεψε, στον κανονισμό 404/93, τους κατάλληλους κανόνες για την αντιμετώπιση εξαιρετικών περιστάσεων που επηρεάζουν τους όρους παραγωγής ή εισαγωγής, το Συμβούλιο έκρινε προτιμότερο να παράσχει στην Επιτροπή ή να διατηρήσει για τον εαυτό του την εξουσία προσαρμογής της δασμολογικής ποσοστώσεως, ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε περιπτώσεως, τηρουμένης πάντοτε της διαδικασίας του άρθρου 27.
28 Εξάλλου, το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η αντισταθμιστική ενίσχυση, που προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου, αποτελεί κατάλληλο μέσο αντιμετωπίσεως των ζημιών που προκαλούν οι φυσικές καταστροφές δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
29 Πράγματι, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, η αντισταθμιστική ενίσχυση χορηγείται για τις διατιθέμενες στην κοινοτική αγορά μπανάνες και υπολογίζεται με βάση την απόδοση της μέσης παραγωγής μιας περιοχής παραγωγής. Σε περίπτωση καταστροφής των μπανανοφυτειών λόγω θύελλας, δεν υφίσταται εμπορία μπανανών καταγομένων από την περιοχή που έπληξε η θύελλα αυτή, η δε διαφορά μεταξύ της αποδόσεως της μέσης παραγωγής μιας περιοχής σε σχέση με τη μέση κοινοτική απόδση δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκάλεσε μια τέτοια φυσική καταστροφή. Εξάλλου, μόνον οι κοινοτικοί παραγωγοί μπορούν να τύχουν των ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 12.
30 Προκειμένου να κριθεί αν, σε περίπτωση μιας τέτοιας τροποποιήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου, πρέπει να διατηρηθεί η κλείδα κατανομής που προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γράμμα και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια τέτοια διάταξη, όπως και το γράμμα και το πλαίσιο της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου.
31 Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι το άρθρο 19, παράγραφος 4, του κανονισμού του Συμβουλίου πρέπει να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, το οποίο αφορά την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως για την προσεχή περίοδο εμπορίας κατόπιν αυξήσεως της ζητήσεως της Κοινότητας, καθοριζόμενης βάσει του ισοζυγίου προβλέψεως της καταναλώσεως της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας.
32 Αντιθέτως, το άρθρο 16, παράγραφος 3, το οποίο, στη διάρθρωση του τίτλου IV του κανονισμού του Συμβουλίου, προηγείται των άρθρων 18 και 19, δεν αφορά την ετήσια και κανονική αύξηση της ποσοστώσεως, αλλά την προσαρμογή αυτής της ποσοστώσεως, κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, προς αντιμετώπιση περιπτώσεων ανάγκης, ιδίως των επιπτώσεων εξαιρετικών περιστάσεων που επηρεάζουν τους όρους παραγωγής ή εισαγωγής, όπως οι φυσικές καταστροφές λόγω των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί. Εξάλλου, η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου ρητώς προβλέπει ότι το ισοζύγιο προβλέψεων μπορεί να αναθεωρείται κατά τη διάρκεια του έτους, λαμβανομένων υπόψη ειδικών περιστάσεων, ιδίως κλιματικών.
33 Η εφαρμογή όμως της κλείδας κατανομής που προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου, σε περίπτωση προσαρμογής της δασμολογικής ποσοστώσεως δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, θα αγνοούσε αυτόν τον σκοπό, καθόσον θα είχε ως συνέπεια τη χορήγηση συμπληρωματικών δικαιωμάτων εισαγωγής σε επιχειρηματίες οι οποίοι δεν υπήρξαν θύματα εξαιρετικών περιστάσεων, και δεν θα ανταποκρινόταν στην ιδιάζουσα κατάσταση των επιχειρηματιών εκείνων που υπήρξαν θύματα αυτών των γεγονότων.
34 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου παρέχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση προσαρμογής της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας για λόγους ανάγκης, παρεκκλίσεως για το προσαρμοζόμενο τμήμα από την κλείδα κατανομής του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου.
35 Οι παρεχόμενες στην Επιτροπή με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου εξουσίες δεν υπερβαίνουν αυτές που μπορούν να της χορηγηθούν κατά το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ.
36 Κατά πάγια νομολογία, από την οικονομία της Συνθήκης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 155, όπως και από τις απαιτήσεις της πρακτικής, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί κατά τρόπο μόνιμο και προσεκτικό την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με τον επείγοντα χαρακτήρα που επιβάλλουν οι περιστάσεις, το Συμβούλιο μπορεί να της παρέχει, στον τομέα αυτό, ευρείες εξουσίες. Κατά συνέπεια, τα όρια αυτών των εξουσιών συνεκτιμώνται με βάση τους ουσιώδεις γενικούς σκοπούς της οργανώσεως της αγοράς (απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, 22/88, Vreugdenhil κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 2049, σκέψη 16, και παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 30).
37 Tο Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι στον γεωργικό τομέα η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί τα λαμβανόμενα μέτρα να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (απόφαση της 15ης Μαου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken, Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13, και προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
38 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου, η προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως πραγματοποιείται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 27 διαδικασία.
39 Όπως προκύπτει από την τελευταία αιτιολογική σκέψη των προσβαλλομένων κανονισμών, η επιτροπή διαχειρίσεως μπανάνας δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που είχε τάξει ο πρόεδρός της.
40 Συνεπώς, απόκειται στην Επιτροπή να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει το επείγον της καταστάσεως.
41 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι ορθώς η Επιτροπή, κατά την έκδοση των προσβαλλομένων κανονισμών, στηρίχθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου.
42 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
43 Στο πλαίσιο αυτού του λόγου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει, κατ' αρχάς, ότι ο κανονισμός 2791/94 δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς τις επελθούσες ζημίες. Ο ισολογισμός προβλέψεων που καταρτίστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1994 δεν είχε λάβει υπόψη τις συνέπειες της θύελλας Debbie. Ο αναθεωρημένος ισολογισμός της 18ης Νοεμβρίου 1994, μεταγενέστερος του κανονισμού 2791/94, αφορούσε τις απώλειες παραδόσεων του συνόλου της Κοινότητας και όλων των χωρών ΑΚΕ. Ακόμη και αν γινόταν δεκτή απώλεια συγκομιδής της τάξεως των 53 400 τόνων, όπως αναφέρεται στον κανονισμό 2791/94, ο εν λόγω κανονισμός δεν έχει καμία αιτιολογία ως προς την υπεραντιστάθμιση αυτών των απωλειών στην οποία προβαίνει με τη χορήγηση δικαιωμάτων εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών.
44 Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Επιπλέον, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-5073, σκέψη 16, και της 14ης Ιουλίου 1994, C-353/92, Ελλάς κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19).
45 Όπως τονίστηκε στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή αιτιολόγησε την έκδοση των προσβαλλομένων κανονισμών με τις τροπικές θύελλες, που έπληξαν ορισμένα εδάφη της Κοινότητας και ορισμένες χώρες ΑΚΕ, με τις ζημίες που επέφεραν οι φυσικές αυτές καταστροφές στην παραγωγή των πληγεισών περιοχών και με τον επηρεασμό του εφοδιασμού της κοινοτικής αγοράς· επικαλέστηκε, εξάλλου, τον κίνδυνο αυξήσεως των τιμών σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητας.
46 Η Επιτροπή τόνισε, επίσης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως, ότι η προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου, αποσκοπεί στη διασφάλιση του επαρκούς εφοδιασμού της Κοινότητας και στην αποζημίωση των επιχειρηματιών που υπήρξαν θύματα φυσικών καταστροφών.
47 Με την απόφαση 94/654 η Επιτροπή προέβη στην κατάρτιση του ισολογισμού προβλέψεων για την παραγωγή, την κατανάλωση, καθώς και τις εισαγωγές και εξαγωγές μπανανών στην Κοινότητα για το έτος 1994, υπογραμμίζοντας ότι ο ισολογισμός αυτός θα επανεξεταστεί, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι φυσικές καταστροφές που έπληξαν ορισμένες περιοχές της Κοινότητας και ορισμένα κράτη ΑΚΕ.
48 Με την απόφαση 94/752 η Επιτροπή προέβη στη δημοσίευση του προσαρμοσμένου ισολογισμού προβλέψεων, βάσει του οποίου έγινε η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως με τον κανονισμό 2791/94.
49 Τέλος, ο κανονισμός 2791/94 εκθέτει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, τα αριθμητικά στοιχεία των απωλειών παραδόσεων οι οποίες πρέπει να αντισταθμιστούν.
50 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικρίνει, επίσης, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την ανάγκη χορηγήσεως στους πληγέντες επιχειρηματίες δικαιωμάτων εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών και την υπεραντιστάθμιση των ζημιών που έγινε με τη χορήγηση των εν λόγω πιστοποιητικών εισαγωγής. Οι επικρίσεις αυτές στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι οι θιγέντες επιχειρηματίες μπορούσαν να προμηθευθούν κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ και ότι η χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών αντιπροσωπεύει γι' αυτούς οικονομικό όφελος μεγαλύτερο από εκείνο που συνεπάγεται η εμπορία ισοδύναμης ποσότητας κοινοτικών μπανανών ή μπανανών ΑΚΕ.
51 Πρέπει σχετικώς να τονιστεί, κατ' αρχάς, ότι οι απώλειες στην παραγωγή κοινοτικών μπανανών ή η μείωση των δυνατοτήτων εξαγωγής παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ θα έπρεπε να ωθήσει την Επιτροπή να αυξήσει τη χορήγηση δικαιωμάτων εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών, προκειμένου να εξασφαλίσει την επαρκή προσφορά μπανανών στην Κοινότητα.
52 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 35 των προτάσεών του, θα ήταν δύσκολο για τους επιχειρηματίες που υπήρξαν θύματα των εν λόγω φυσικών καταστροφών να προμηθευθούν κοινοτικές μπανάνες ή παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, καθόσον η παραγωγή αυτών των μπανανών περιορίστηκε εξαιτίας αυτών των φυσικών καταστροφών.
53 Ως προς τη δυνατότητα πωλήσεως αδειών εισαγωγής, η Επιτροπή ισχυρίστηκε κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της αυτός, ότι οι επιχειρηματίες που υπήρξαν θύματα φυσικών καταστροφών χρησιμοποίησαν πράγματι τις άδειες αυτές προκειμένου να αγοράσουν μπανάνες τρίτων χωρών. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η προβαλλόμενη υπεραντιστάθμιση ζημιών που θα απαιτούσε, κατά την προσφεύγουσα, ειδική αιτιολόγηση.
54 Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων και ιδίως του επείγοντος, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τον κανονισμό 2791/94 και ότι ο στηριζόμενος στο άρθρο 190 της Συνθήκης λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην υπόθεση C-23/95 πρέπει να απορριφθεί.
55 Από τα προεκτεθένατα προκύπτει ότι οι προσφυγές που άσκησαν το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις τρεις υποθέσεις πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2) Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
3) Οι παρεμβαίνοντες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.