61995C0139

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Elmer της 17ης Οκτωβρίου 1996. - Livia Balestra κατά Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS). - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Pretura circondariale di Genova - Ιταλία. - Οδηγίες 76/207/ΕΟΚ και 79/7/ΕΟΚ - Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών - Υπολογισμός πιστώσεως συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών εισφορών. - Υπόθεση C-139/95.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελίδα I-00549


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


1 Στην παρούσα υπόθεση, η Pretura circondariale di Genova (Ιταλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα αφορώντα την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/EOK του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (1), και της οδηγίας 79/7/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (2).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν σε σχέση προς εθνική ρύθμιση, που προβλέπει ότι οι γυναίκες εργαζόμενες σε επιχείρηση που κηρύχθηκε προβληματική μπορούν να λάβουν πρόωρη συνταξιοδότηση αφότου συμπληρώσουν το 50ό έτος της ηλικίας τους και να τύχουν πιστώσεως συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών εισφορών για το χρονικό διάστημα που τους απομένει μέχρι να συμπληρώσουν το 55ο, ενώ τα αντίστοιχα όρια ηλικίας για τους άνδρες είναι το 55ο και το 60ό έτος της ηλικίας τους.

Η οικεία εθνική ρύθμιση

3 Δυνάμει του άρθρου 9 του νόμου 218/1952, οι άνδρες εργαζόμενοι δικαιούνται συντάξεως όταν συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, ενώ οι γυναίκες εργαζόμενες όταν συμπληρώσουν το 55ο. Για τους εργαζομένους αμφοτέρων των φύλων, η κτήση αυτού του δικαιώματος προϋποθέτει ότι συγκεντρώνουν τουλάχιστον 180 μηνιαίες ή 780 εβδομαδιαίες εισφορές.

4 Το Corte Costituzionale, με την υπ' αριθ. 371 απόφαση της 6ης Ιουλίου 1989 (3), δέχτηκε ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους. Η γυναίκα που επιλέγει να μη παύσει την εργασιακή της δραστηριότητα κατά το 55ο έτος της ηλικίας της δικαιούται να εξακολουθήσει να καταβάλλει εισφορές και, συνεπώς, να αυξήσει τη σύνταξη που θα λάβει όταν αποχωρήσει από την αγορά εργασίας.

5 Το άρθρο 16 του νόμου 155 της 23ης Απριλίου 1981 (4) (στο εξής: νόμος) ρυθμίζει την πρόωρη συνταξιοδότηση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που κηρύσσονται προβληματικές από το CIPI (Comitato interministeriale per il coordinamento della politica industriale). Δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως έχουν, στις επιχειρήσεις αυτές, οι γυναίκες εργαζόμενες που έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους και οι άνδρες εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει το 55ο, εφόσον βέβαια έχουν καταβάλει 180 μηνιαίες εισφορές τουλάχιστον. Το ύψος της συντάξεως υπολογίζεται βάσει της διάρκειας καταβολής εισφορών, η οποία προσαυξάνεται κατά το χρονικό διάστημα που διανύεται από τη λύση της εργασιακής σχέσεως μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και του 60ού για τους άνδρες. Έτσι, οι εργαζόμενοι, είτε άνδρες είτε γυναίκες, απολαμβάνουν τη σύνταξή τους κατά μία πενταετία - κατ' ανώτατο όριο - νωρίτερα από την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεώς τους, πιστώνονται δε με συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές εισφορές για όσο χρόνο υπολείπεται μέχρι να συμπληρώσουν την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Οι σχετικές εισφορές εβάρυναν αρχικά το Δημόσιο. Τώρα όμως το 50 % των βαρών πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο από τις επιχειρήσεις.

Πραγματικά περιστατικά

6 Η Livia Balestra εργαζόταν σε επιχείρηση που κηρύχθηκε από το CIPI προβληματική· ζήτησε, ως εκ τούτου, από το Istituto nazionale della previdenza sociale (στο εξής: INPS) πρόωρη συνταξιοδότηση κατά το άρθρο 16 του νόμου. Κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, είχε ηλικία 54 ετών και επτά μηνών· της πιστώθηκαν έτσι από το INPS εισφορές πέντε μηνών, όσων δηλαδή της υπολείπονταν, κατά τον χρόνο λύσεως της εργασιακής της σχέσεως, μέχρι να συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας της, κατά το οποίο θα εδικαιούτο συντάξεως γήρατος.

7 Στις 13 Απριλίου 1993, η Livia Balestra προσέφυγε στην Pretura circondariale di Genova, ζητώντας να της πιστωθούν συνταξιοδοτικές εισφορές για ολόκληρη την πενταετία, όπως προκύπτει από το άρθρο 16 του νόμου, επιχειρηματολογώντας ότι υφίστατο δυσμενή μεταχείριση λόγω του φύλου της, κατά παράβαση των άρθρων 3, 37 και 38 του Ιταλικού Συντάγματος.

8 Με την απόφαση υπ' αριθ. 404 της 18ης Νοεμβρίου 1993, στην υπόθεση Miniati κατά INPS (5), το Corte costituzionale έκρινε τη ρύθμιση του άρθρου 16 του νόμου συνάδουσα προς το Ιταλικό Σύνταγμα, θεωρώντας ότι εξασφάλιζε πλήρη ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, ανάλογα με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως των μεν και των δε.

9 Η Livia Balestra υποστήριξε τότε ότι το άρθρο 16 του νόμου αντιφάσκει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία διατυπώνουν οι οδηγίες 76/207 και 79/7.

Η οικεία κοινοτική ρύθμιση

10 Το άρθρο 119, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία. Κατά το δεύτερο εδάφιο, ως αμοιβή νοούνται οι βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.

11 Η οδηγία 76/207 περιέχει τις εξής, μεταξύ άλλων, διατάξεις:

«Άρθρο 1

1. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των Κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση [στην] απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και [στην] επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας και, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, την κοινωνική ασφάλιση. Η αρχή αυτή καλείται στο εξής "αρχή της ίσης μεταχειρίσεως".

2. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το Συμβούλιο θα θεσπίσει, προτάσει της Επιτροπής, διατάξεις, που θα καθορίζουν ιδίως το περιεχόμενο, την έκταση και τους τρόπους εφαρμογής της ανωτέρω αρχής.

Άρθρο 2

1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.

(...)

Άρθρο 5

1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

(...)».

12 Η οδηγία 79/7 περιέχει τις εξής, μεταξύ άλλων, διατάξεις:

«Άρθρο 1

Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων στοιχείων κοινωνικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία καλείται στο εξής "αρχή της ίσης μεταχειρίσεως".

Άρθρο 2

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων.

Άρθρο 3

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α) στα [προβλεπόμενα με νόμο] συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κινδύνων:

(...)

- γήρατος,

(...)

- ανεργίας·

(...)

Άρθρο 4

1. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:

- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,

- την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,

- τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.

(...)

Άρθρο 7

1. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:

α) τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για την χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές·

(...)».

Τα προδικαστικά ερωτήματα

13 Η Pretura circondariale di Genova υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 19ης Απριλίου 1995, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Συνιστά παράβαση των προαναφερομένων κοινοτικών οδηγιών (άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ και άρθρα 1, 2, και 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ) ο καθορισμός ορίων ηλικίας της εργασιακής δραστηριότητας διαφορετικών για τον άνδρα εργαζόμενο και για τη γυναίκα εργαζόμενη, για την πρόωρη συνταξιοδότηση βάσει του άρθρου 16 του νόμου 155/81, τη λύση της εργασιακής σχέσεως και τον υπολογισμό των παροχών πρόωρης συντάξεως;

2) Συνιστά παράβαση των παραπάνω κανόνων των προαναφερομένων κοινοτικών οδηγιών η διαφορετική μεταχείριση (σε επίπεδο ατομικής εργασιακής σχέσεως, αλλά και κοινωνικής ασφαλίσεως) λόγω καθορισμού διαφορετικού ορίου ηλικίας εργασιακής δραστηριότητας, σε μια έννομη τάξη - όπως η ιταλική - όπου το όριο ηλικίας εργασιακής δραστηριότητας (το μόνο όριο ηλικίας που ισχύει για την πρόωρη συνταξιοδότηση) καθορίζεται στο 60ό έτος τόσο για τον άνδρα όσο και για τη γυναίκα;»

14 Τα τιθέμενα ερωτήματα δεν είναι διατυπωμένα με απόλυτη σαφήνεια. Το πρώτο φαίνεται να αφορά, εν γένει, το περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως προς την απόλυση, την πρόωρη συνταξιοδότηση και τους κανόνες περί υπολογισμού των παροχών. Το δεύτερο επαναλαμβάνει, κατά μέγα μέρος, το πρώτο, όσον αφορά ειδικότερα την πρόωρη συνταξιοδότηση και τον υπολογισμό των παροχών, διευκρινίζοντας όμως ότι τίθεται στο πλαίσιο συγκεκριμένης έννομης τάξεως - όπως η ιταλική -, κατά την οποία τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εν ενεργεία έως ότου συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους.

15 Σ' αυτό το πλαίσιο, τονίζω πάντως ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Livia Balestra δεν προσέβαλε ως καταχρηστική τη συνταξιοδότησή της, με την αιτιολογία ότι δεν την είχε ζητήσει. Αντιθέτως, ζήτησε να της πιστωθούν συμπληρωματικές εισφορές, ώστε να μπορέσει να λάβει υψηλότερη σύνταξη. Τα εγειρόμενα ζητήματα υπερβαίνουν, επομένως, τα όρια της κύριας υποθέσεως.

16 Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει, με τη διάταξη παραπομπής, ότι το όριο ηλικίας, το οποίο το άρθρο 16 του νόμου ορίζει στα 50 για τις γυναίκες και στα 55 για τους άνδρες, έχει ως πρακτική συνέπεια οι μεν γυναίκες να λαμβάνουν πρόωρη συνταξιοδότηση κατά τη συμπλήρωση του 50ού, οι δε άνδρες κατά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. Ωστόσο, δυσχερώς δύναται να γίνει αντιληπτόν τί επιρροή μπορεί να ασκήσει στην κύρια δίκη μια απόφανση του Δικαστηρίου περί του αν μια τέτοια ρύθμιση συμβιβάζεται ή όχι με το κοινοτικό δίκαιο. Όπως ήδη επεσήμανα, η Livia Balestra δεν προσέβαλε ως καταχρηστική τη συνταξιοδότησή της, με την αιτιολογία ότι δεν την είχε ζητήσει. Θεωρώ, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο δεν οφείλει να απαντήσει σ' αυτό το ερώτημα, το οποίο, έναντι της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι απλώς υποθετικό.

Αν το Δικαστήριο, υπό το πρίσμα της νομολογίας του - κατά την οποία η εκτίμηση της επιρροής που ασκούν τα αναφυόμενα ζητήματα εναπόκειται κατ' αρχήν στο αιτούν δικαστήριο -, ήθελε, παρά ταύτα, επιλύσει το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζω ότι, με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, στην υπόθεση 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 38), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια γενική πολιτική απολύσεων, συνεπαγόμενη την απόλυση γυναικών με τη μόνη (6) αιτιολογία ότι έχουν συμπληρώσει ή υπερβεί την ηλικία κατά την οποία έχουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το Δημόσιο και η οποία, κατά την εθνική νομοθεσία, διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών, συνιστά διάκριση βασιζόμενη στο φύλο και απαγορευόμενη από την οδηγία αυτή (7). Τελεί, επομένως, σε αντίθεση προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 ο νόμος που θέτει διαφορετικό όριο ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από την εργασία για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Αυτό ισχύει έστω και αν η αποχώρηση συνοδεύεται με πρόωρη συνταξιοδότηση (8). Εάν, επομένως, η ρύθμιση του άρθρου 16, παράγραφος 1, του νόμου συνεπάγεται ότι οι γυναίκες που απασχολούνται σε μια επιχείρηση που κηρύσσεται προβληματική λαμβάνουν κατά κανόνα πρόωρη σύνταξη παρά τη βούλησή τους όταν έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους, ενώ οι άνδρες αποχωρούν μόνον εφόσον έχουν συμπληρώσει το 55ο, στοιχειοθετείται δυσμενής διάκριση αντιβαίνουσα προς την οδηγία 76/207. Τούτο δε ισχύει έστω και αν η διάκριση αυτή είναι παρακολούθημα των ορίων ηλικίας που ορίζονται για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος (9).

17 Παρομοίως, δυσχερώς μπορεί, κατά την άποψή μου, να εκτιμηθεί τί επιρροή ασκεί στην κύρια διαφορά η επίλυση του ζητήματος αν το όριο ηλικίας των 50 ετών για τις γυναίκες και των 55 για τους άνδρες, για να δικαιούνται πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αυτό το όριο ηλικίας ενέχει ενδεχομένως δυσμενή μεταχείριση των ανδρών και όχι των γυναικών εργαζομένων, ενώ η προσφυγή της κύριας δίκης ασκήθηκε από γυναίκα εργαζόμενη, η οποία παραπονείται ότι η ιταλική ρύθμιση ενέχει δυσμενή μεταχείριση των γυναικών. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν οφείλει να επιλύσει ούτε αυτό το σκέλος των εγειρομένων ερωτημάτων.

18 Παραμένει προς εξέταση το ζήτημα που ασκεί επιρροή στην κύρια υπόθεση. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο αν η οδηγία 76/207 και η οδηγία 79/7 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντίκεινται σε μια εθνική ρύθμιση περί πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, δυνάμει της οποίας οι μισθωτοί, άνδρες και γυναίκες, μιας επιχειρήσεως που έχει κηρυχθεί προβληματική δικαιούνται να πιστώνονται με συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές εισφορές επί μία πενταετία κατ' ανώτατο όριο, από της αποχωρήσεώς τους από την εργασία τους και έως ότου συμπληρώσουν την ηλικία κατά την οποία δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος, δηλαδή οι μεν γυναίκες το 55ο, οι δε άνδρες το 60ό έτος της ηλικίας τους.

Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

19 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι το όριο ηλικίας των 55 ετών για τις γυναίκες, που ισχύει για τη δυνατότητά τους να πιστώνονται με συνταξιοδοτικές εισφορές, συνεπάγεται ότι οι γυναίκες που έχουν υπερβεί αυτή την ηλικία, καίτοι δικαιούνται - όπως και οι άνδρες - να εξακολουθήσουν να εργάζονται μέχρι το 60ό έτος, δεν πιστώνονται περαιτέρω με εισφορές. Περαιτέρω, κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστή, η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Αφενός μεν η πρόωρη συνταξιοδότηση, συναπαγόμενη την πρόωρη λύση της εργασιακής σχέσεως, επηρεάζει τις συνθήκες εργασίας, τις οποίες αφορά η οδηγία 76/207, η οποία δεν περιέχει ανάλογη εξαιρετική διάταξη. Αφετέρου δε, η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά μόνο τη διάκριση ως προς την ηλικία πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, αλλά και τα κριτήρια καθορισμού της πιστώσεως εισφορών, η οποία αναγνωρίζεται στους εργαζομένους σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.

20 Το INPS υποστήριξε ότι μια ρύθμιση, δυνάμει της οποίας οι γυναίκες μεταξύ 50 και 55 ετών μπορούν να πιστωθούν με 5 έτη συνταξιοδοτικών εισφορών, ανεξάρτητα από την ακριβή ηλικία που έχουν τη στιγμή της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, θα συνεπαγόταν δυσμενή μεταχείριση των ανδρών, καθ' όσον οι άνδρες εργαζόμενοι θα μπορούσαν να πιστωθούν με 5 έτη μόνον εάν η πρόωρη αποχώρησή τους συμπέσει με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 16 του νόμου, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες πιστώνονται με συνταξιοδοτικές εισφορές για όσο χρόνο τους απομένει μέχρι να συμπληρώσουν την ηλικία που ορίζεται για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος. Η φερόμενη άνιση μεταχείριση είναι, επομένως, συνέπεια του προνομίου το οποίο κατέχουν οι γυναίκες να δικαιούνται συντάξεως γήρατος κατά τη συμπλήρωση των 55 ετών της ηλικίας τους. Το INPS παρατήρησε, περαιτέρω, ότι τυχόν άνιση μεταχείριση καλύπτεται από την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7. Σε τελική ανάλυση, όταν μια γυναίκα αποχωρεί από την αγορά εργασίας, αφού συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας της, δεν πρόκειται για πρόωρη, αλλά για κανονική συνταξιοδότηση.

21 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η επίδικη περίπτωση εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι στον των αμοιβών υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης· η οδηγία 79/7 είναι εφαρμοστέα, καθ' όσον η πρόωρη συνταξιοδότηση είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής. Η εν λόγω οδηγία αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση. Η ρύθμιση του άρθρου 16 του νόμου ενέχει, κατά την Επιτροπή, δυσμενή μεταχείριση των γυναικών εργαζομένων. Αφού συμπληρώσουν το 55ο έτος της ηλικίας, τους, οι γυναίκες - κατ' αντίθεση προς τους άνδρες - παύουν να δικαιούνται πιστώσεως συνταξιοδοτικών εισφορών. Αντιθέτως, οι άνδρες εργαζόμενοι που - κατά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους - επιλέγουν να λάβουν πρόωρη συνταξιοδότηση λαμβάνουν σύνταξη μεγαλύτερη απ' ό,τι οι γυναίκες που έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και επιλέξει να λάβουν σύνταξη γήρατος. Επομένως, οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι το 60ό έτος της ηλικίας τους, για να λάβουν την ίδια σύνταξη με τους άνδρες εργαζόμενους. Η δυσμενής αυτή μεταχείριση δεν εμπίπτει, κατά την άποψη της Επιτροπής, στην εξαιρετική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7, διότι δεν συνδέεται εξ αντικειμένου και κατ' ανάγκην με τη διαφορά συντάξιμης ηλικίας. Κατά την Επιτροπή, οι γυναίκες εργαζόμενες πρέπει να δικαιούνται - όπως και οι άνδρες εργαζόμενοι - πιστώσεως κατ' ανώτατο όριο 5 ετών συνταξιοδοτικών εισφορών για το χρονικό διάστημα που διανύουν μεταξύ του 55ου και του 60ού έτους της ηλικίας τους.

Ανάπτυξη

Οι εφαρμοστέες πράξεις κοινοτικού δικαίου

22 Πρέπει να εξετασθεί, κατ' αρχάς, σε ποιους κανόνες του κοινοτικού δικαίου πρέπει να θεμελιωθεί η επίλυση των εγειρομένων ζητημάτων, όπως αναδιατυπώθηκαν ανωτέρω.

23 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, η οδηγία 76/207 αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως. Η αμοιβή όμως, που αποτελεί βασικό όρο εργασίας, δεν εμπίπτει σ' αυτή την οδηγία, καθ' όσον - εκτός του ότι εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης - ρυθμίζεται ειδικώς από την οδηγία 75/117/ΕΟΚ, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (10), η οποία εξειδικεύει την παραπάνω διάταξη της Συνθήκης. Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει την έννοια της «αμοιβής» ως συμπεριλαμβάνουσα παροχές οι οποίες καταβάλλονται στον εργαζόμενο λόγω της εργασιακής του σχέσεως μετά τη λύση αυτής, υπό τη μορφή, π.χ., αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ή συνταξιοδοτικής παροχής (11). Το αν η παροχή προβλέπεται ή όχι με νόμο δεν έχει καθοριστική σημασία (12).

24 Η οδηγία 76/207 δεν αφορά ούτε τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές. Η κοινωνική ασφάλιση, ως προς την οποία το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας παραπέμπει σε ξεχωριστή ρύθμιση, διέπεται από την οδηγία 79/7. Επί πλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 119 της Συνθήκης οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο και έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων, διότι οι παροχές αυτές τελούν σε συνάρτηση όχι τόσο προς την εργασιακή σχέση, όσο προς λόγους κοινωνικής πολιτικής (13). Είναι αναγκαίο, επομένως, να γίνει επιλογή μεταξύ των δύο αυτών πηγών.

25 Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 76/207, το Δικαστήριο, με την απόφαση στην υπόθεση Burton (14), η οποία αφορούσε σύστημα εθελουσίας εξόδου, εξέτασε το ζήτημα αν το υποβαλλόμενο ερώτημα αφορούσε την αποζημίωση εθελουσίας εξόδου αυτή καθαυτή ή αν δυσμενή διάκριση ενείχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα, δηλαδή τα όρια ηλικίας.

26 Παρομοίως, όσον αφορά την οροθέτηση μεταξύ της οδηγίας 76/207 και της οδηγίας 79/7, το Δικαστήριο εξέτασε, στη σκέψη 32 της προαναφερθείσας αποφάσεως Marshall (15), αν το ερμηνευτικό ζήτημα που του είχε υποβληθεί αφορούσε την υπαγωγή σε εκ του νόμου προβλεπόμενο ή επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, δηλαδή τις προϋποθέσεις χορηγήσεως συντάξεως γήρατος ή συντάξεως λόγω αποχωρήσεως (οδηγία 79/7), ή τον καθορισμό του ορίου ηλικίας όσον αφορά τη λύση της εργασιακής σχέσεως (οδηγία 76/207).

27 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης εφαρμόζεται σε όλες τις παροχές (σε χρήμα ή σε είδος), συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών παροχών και των αποζημιώσεων λόγω απολύσεως, που απορρέουν από την εργασιακή σχέση μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενώ η οδηγία 79/7 αφορά τις παροχές (σε χρήμα ή σε είδος) που αποτελούν τμήμα γενικής ισχύος συστημάτων θεσπιζομένων διά νόμου και υπαγορευομένων κυρίως από θεωρήσεις κοινωνικής πολιτικής. Η οδηγία 76/207 αποτελεί, επομένως, γενική ρύθμιση, που αφορά, μεταξύ άλλων, τους όρους απασχολήσεως και απολύσεως, εκτός των παροχών σε χρήμα ή σε είδος, είτε αυτές προβλέπονται εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως.

28 Γι' αυτούς τους λόγους, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η οδηγία 76/207 δεν έχει εφαρμογή σ' αυτή την πλευρά των υποβαλλομένων ερωτημάτων. Πρέπει, συνεπώς, να προσδιοριστεί αν, με γνώμονα την προμνησθείσα νομολογία, μια παροχή όπως η του άρθρου 16 του νόμου εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής ή της κοινωνικής ασφαλίσεως.

29 Βάσει των προσκομισθέντων στοιχείων, σκοπός της παροχής είναι η διευκόλυνση της αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων που κηρύσσονται προβληματικές. Ένα τέτοιο καθεστώς πρέπει να απαλλάσσει την προβληματική επιχείρηση από το βάρος του πλεονάζοντος προσωπικού της. Η παροχή προϋποθέτει, επομένως, ότι ο δικαιούχος της εγκαταλείπει τη θέση την οποία κατείχε σε δεδομένη επιχείρηση, η οποία κηρύχθηκε προβληματική. Υπάρχει, άρα, κάποια συνάρτηση με τη συγκεκριμένη σχέση εργασίας. Θεωρώ, παρά ταύτα, ότι ένα σύστημα όπως το του άρθρου 16, παράγραφος 1, του νόμου πρέπει να υπαχθεί στην κοινωνική ασφάλιση, διότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (16). Η παροχή συνίσταται στην πρόωρη καταβολή της - γενικώς και εκ του νόμου προβλεπομένης - συντάξεως γήρατος, γι' αυτό και δυσχερώς δύναται να διακριθεί από το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Περαιτέρω, οι εργοδοτικές κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται στο Δημόσιο Ταμείο υπό μορφή φορολογικής επιβαρύνσεως.

30 Θεωρώ, επομένως, ότι η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 79/7.

Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7

31 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία 79/7 εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία έναντι ορισμένων κινδύνων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται το γήρας και η ανεργία.

32 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, αφορά παροχές που συνιστούν είτε το σύνολο είτε μέρος προβλεπομένου από τον νόμο συστήματος προστασίας έναντι των κινδύνων τα οποία απαριθμεί (17). Μια παροχή εξασφαλίζει προστασία έναντι δεδομένου κινδύνου, εάν έχει άμεση και πραγματική σχέση με την προστασία έναντι του κινδύνου αυτού (18). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε πρόσφατα για το ακριβές περιεχόμενο αυτού του κριτηρίου, με την απόφαση στην υπόθεση Atkins, η οποία αφορούσε την παροχή μειωμένων κομίστρων από οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως υπέρ των ηλικιωμένων ή αναπήρων επιβατών στις δημόσιες συγκοινωνίες. Στις σκέψεις 16 έως 19, το Δικαστήριο αιτιολογεί ως εξής γιατί, κατά την κρίση του, μια τέτοια παροχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7:

«(...) μια παροχή (...) η οποία συνίσταται στη δυνατότητα παροχής μειωμένων κομίστρων στις δημόσιες συγκοινωνίες σε διάφορες κατηγορίες προσώπων, μεταξύ των οποίων είναι οι συμπληρώσαντες τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, ορισμένοι νέοι ή ανάπηροι, καθώς και κάθε άλλη κατηγορία προσώπων οριζόμενη με υπουργική απόφαση, δεν εξασφαλίζει άμεση και πραγματική προστασία έναντι κάποιου από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.

Ουσιαστικός σκοπός μιας τέτοιας παροχής είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στις δημόσιες συγκοινωνίες για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, για τις οποίες γίνεται δεκτό ότι, για διάφορους λόγους, έχουν αυξημένη ανάγκη χρήσεως των κοινών μεταφορικών μέσων, ενώ, για τους ίδιους λόγους, διαθέτουν λιγότερα οικονομικά και υλικά μέσα.

Το γήρας και η αναπηρία, που συγκαταλέγονται μεταξύ των κινδύνων που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7, είναι, έτσι, δύο απλώς από τα κριτήρια που δύνανται να ληφθούν υπόψη για τον ορισμό των κατηγοριών προσώπων που δύνανται να υπαχθούν σ' ένα τέτοιο σύστημα μειωμένων κομίστρων στις δημόσιες συγκοινωνίες.

Το ότι όμως ο δικαιούχος της παροχής βρίσκεται πράγματι σε μία από τις καταστάσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν αρκεί για να περιληφθεί αυτή καθαυτή η παροχή στο πεδίο εφαρμογής της (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-63/91 και C-64/91, Jackson και Cresswell, Συλλογή 1992, σ. I-4737, σκέψεις 18 και 19).»

33 Το Δικαστήριο αποδίδει, επομένως, σημασία στον κύριο σκοπό της παροχής, που, στην περίπτωση εκείνη, ήταν η μείωση των κομίστρων στα δημόσια μεταφορικά μέσα. Δεν αρκεί τα κριτήρια χορηγήσεως της παροχής να συνίστανται σε έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, ούτε η παροχή να παρέχεται σε ομάδες του πληθυσμού που, επειδή πλήττονται από αυτούς τους κινδύνους, έχουν ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες. Εκ πρώτης όψεως, η απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να εκτιμηθεί η υποκειμενική βούληση του εθνικού νομοθέτη· μια τέτοια όμως ερμηνεία είναι απρόσφορη. Από τις σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως πρέπει να συναχθεί ότι η θεμελιώδης επιταγή της άμεσης και πραγματικής προστασίας αποτελεί το καθοριστικό αντικειμενικό κριτήριο.

34 Δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση στην υπόθεση Atkins αποσαφήνισε ιδιαίτερα την οροθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 79/7· αντιθέτως, άφησε στους εθνικούς νομοθέτες μια κάποια ελευθερία να θεσπίζουν συστήματα προς όφελος ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που εμπίπτουν στην οδηγία, χωρίς να τηρούν τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αν η παροχή δεν αποτελεί μέρος του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο, στην απόφαση, ερμηνεύεται υπό στενή έννοια. Η απόφαση σημαίνει, επομένως, ότι η οδηγία 79/7 αφορά μόνο παροχές που εξ αντικειμένου ανήκουν στον πυρήνα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, για να εμπίπτει μια παροχή στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να συνδέεται άρρηκτα με την προστασία έναντι ενός από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας. Ως παράδειγμα τέτοιας παροχής μπορεί να αναφερθεί η απαλλαγή από την πληρωμή των φαρμακευτικών τελών, την οποία αφορούσε η υπόθεση Richardson (19). Μια τέτοια παροχή συνδέεται άρρηκτα με τον κίνδυνο ασθενείας, καθ' όσον σπανίως έχει κάποιος τη διάθεση ή τη δυνατότητα να αγοράζει φάρμακα για τα οποία απαιτείται ιατρική συνταγή, χωρίς να είναι άρρωστος. Πιο προβληματική είναι η περίπτωση κατά την οποία η παροχή συνίσταται σε χρηματικό ποσό ή άλλο οφέλημα, όπως προκύπτει δε πλέον από την απόφαση Atkins, δεν μπορεί να αποδίδεται αποφασιστική σημασία στο γεγονός ότι ένας από τους κινδύνους της οδηγίας 79/7 ορίζεται ως κριτήριο χορηγήσεως της παροχής ευθέως από τον νόμο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, πρέπει να ερευνάται, βάσει των αντικειμενικών γνωρισμάτων της παροχής, αν αυτή τελεί σε άμεση και πραγματική συνάρτηση προς την προστασία έναντι ενός των κινδύνων που καλύπτονται από την οδηγία. Η εφαρμογή αυτού του κριτηρίου στην πράξη αποδεικνύεται ιδιαίτερα δυσχερής.

35 Η προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, περί εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος, σημαίνει, κατά τη νομολογία, ότι την παροχή πρέπει να προβλέπει διάταξη νόμου (20). Αντιθέτως, δεν αποδίδεται σημασία στον τρόπο χρηματοδοτήσεως της παροχής. Η οδηγία 79/7 καταλαμβάνει, επομένως, τόσο τις ανταποδοτικές παροχές όσο και εκείνες που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από το Δημόσιο Ταμείο (21).

36 Το σύστημα του άρθρου 16 του νόμου θεσπίστηκε, όπως παρατήρησα προηγουμένως, για να διευκολύνει την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων. Για να γίνει πιο συμφέρουσα η πρόωρη συνταξιοδότηση για τους εργαζομένους ορισμένης ηλικίας, τους πιστώνονται συνταξιοδοτικές εισφορές κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την αποχώρησή τους μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας κατά την οποία δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος.

37 Το γεγονός ότι το σύστημα αυτό αποσκοπεί στη διευκόλυνση της αναδιαρθρώσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν αρκεί αφ' εαυτού για να θεωρηθεί ότι εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 79/7, έστω και αν το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση Atkins συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας λύσεως. Πράγματι, οι υποκειμενικές θεωρήσεις που ενδεχομένως ώθησαν τον νομοθέτη δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι ο σκοπός αυτός επιδιώκεται μέσω κοινωνικοασφαλιστικής εισφοράς, που αποβλέπει στο να εξασφαλίσει σε ορισμένη ομάδα προσώπων - ήτοι τις γυναίκες από 50 έως 54 ετών και τους άνδρες από 55 έως 59 ετών - ένα εισόδημα που τους επιτρέπει να αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας μέχρι πέντε έτη πριν φτάσουν την ηλικία κατά την οποία μπορούν να λάβουν σύνταξη γήρατος. Ένα τέτοιο σύστημα πιστώσεως συνταξιοδοτικών εισφορών σημαίνει, ουσιαστικά, ότι η επέλευση του χρόνου κατά τον οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει σύνταξη γήρατος επισπεύδεται κατά πέντε έτη και ότι ο εργαζόμενος θεωρείται, από άποψη παροχών, σαν να είχε εξακολουθήσει να εργάζεται μέχρι τη στιγμή κατά την οποία θα εδικαιούτο κανονικά συντάξεως γήρατος. Στην ουσία, μετατίθεται η συντάξιμη ηλικία κατά πέντε έτη νωρίτερα. Η παροχή εμφανίζει, επομένως, σημαντικές ομοιότητες με την κοινή σύνταξη γήρατος, η οποία επίσης αποβλέπει στο να εξασφαλίσει στα άτομα ορισμένης ηλικίας τη δυνατότητα να αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας, συνεχίζοντας όμως να πραγματοποιούν ορισμένο εισόδημα.

38 Η παροχή προϋποθέτει ότι ο δικαιούχος της έχει συμπληρώσει ορισμένη ελάχιστη ηλικία. Δεν αρκεί να εργάζεται σε προβληματική επιχείρηση, αλλά προσαπαιτείται να εμπίπτει σε συγκεκριμένη ομάδα ηλικίας. Η παροχή αρχίζει να καταβάλλεται όταν επέλθει συγκεκριμένο γεγονός, και συγκεκριμένα η αποχώρηση του εργαζομένου από την αγορά εργασίας, διότι έχει φτάσει ορισμένο - οριζόμενο από τον νόμο - όριο ηλικίας. Η ηλικία συνιστά, επομένως, κατά την άποψή μου, τη θεμελιώδη προϋπόθεση καταβολής της παροχής (22).

39 Επομένως, κατά την άποψή μου, μια παροχή όπως η του άρθρου 16 του νόμου τελεί σε άμεση και πραγματική σχέση με τον κίνδυνο του γήρατος και πρέπει, άρα, να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.

Ενέχει το άρθρο 16 του νόμου δυσμενή διάκριση κατά των γυναικών εργαζομένων;

40 Όπως προανέφερα, η ηλικία συνταξιοδοτήσεως στην Ιταλία είναι το 60ό έτος της ηλικίας τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Αντιθέτως όμως προς τους άνδρες, οι γυναίκες δικαιούνται συντάξεως γήρατος από το 55ο έτος της ηλικίας τους. Κατά το άρθρο 16 του νόμου, οι γυναίκες που εργάζονται σε προβληματική επιχείρηση δικαιούνται πρόωρης συνταξιοδοτήσεως αφότου συμπληρώσουν το 50ό, ενώ οι άνδρες έχουν το δικαίωμα αυτό μόνον όταν συμπληρώσουν το 55ο έτος της ηλικίας τους. Τόσο οι άνδρες εργαζόμενοι όσο και οι γυναίκες εργαζόμενες δικαιούνται πιστώσεως πέντε ετών συνταξιοδοτικών εισφορών κατ' ανώτατο όριο, για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την αποχώρησή τους από την ενεργή απασχόληση μέχρις ότου συμπληρώσουν την ηλικία κατά την οποία μπορεί να τους καταβληθεί σύνταξη γήρατος.

41 Είναι αδιαμφισβήτητο - καίτοι άνευ επιρροής για την κύρια διαφορά - ότι ένα τέτοιο σύστημα ενέχει δυσμενή διάκριση εις βάρος των ανδρών εργαζομένων, καθ' όσον αυτοί αποκτούν το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως σε ηλικία κατά πέντε έτη μεγαλύτερη της των γυναικών. Το σύστημα αυτό όμως μπορεί να γεννήσει δυσμενείς διακρίσεις και εις βάρος των γυναικών. Μια γυναίκα εργαζόμενη που συνταξιοδοτείται στο 55ο έτος της ηλικίας της θα λάβει, υπό όμοιες συνθήκες, σύνταξη μικρότερη απ' ό,τι ένας άνδρας εργαζόμενος 55 ετών, ο οποίος επιλέγει την πρόωρη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, ο μεν άνδρας εργαζόμενος θα πιστωθεί με συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές εισφορές πέντε ετών και θα λάβει, επομένως, υψηλότερη σύνταξη, παρ' όλον ότι δεν θα έχει καταβάλει μεγαλύτερες εισφορές απ' ό,τι η γυναίκα εργαζόμενη. Με άλλα λόγια, μια γυναίκα, λόγω του ότι δεν έχει το δικαίωμα - όπως ο άνδρας - να λάβει πρόωρη συνταξιοδότηση, αναγκάζεται να εξακολουθήσει να εργάζεται και να καταβάλλει συνταξιοδοτικές εισφορές έως ότου συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας της, για να λάβει ίση σύνταξη γήρατος. Το σύστημα, επομένως, ενέχει, κατά την άποψή μου, δυσμενή μεταχείριση των γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.

Εμπίπτει η δυσμενής μεταχείριση στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7;

42 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, η οδηγία 79/7 δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τον καθορισμό του ορίου ηλικίας χορηγήσεως συντάξεως γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, εφόσον συνιστά παρέκκλιση από θεμελιώδη αρχή, πρέπει να ερμηνευθεί στενά (23).

43 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παρέκκλιση αυτή αφορά μόνο τις διακρίσεις που είναι εξ αντικειμένου αναγκαίες για να εξασφαλίσουν τη μη διακινδύνευση της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του συνταξιοδοτικού συστήματος ή, προκειμένου περί άλλων παροχών, για να εξασφαλίσουν, αφενός μεν, τη μη διακινδύνευση της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του όλου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, αφετέρου δε, τη συνοχή μεταξύ του συστήματος συντάξεων γήρατος και του συστήματος των άλλων παροχών (24). Όπως περαιτέρω προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να θεωρηθεί απειλούμενη η χρηματοοικονομική ισορροπία, δεν αρκεί η άρση της δυσμενούς διακρίσεως να αυξάνει τη συνολική επιβάρυνση του κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη μπορούν, πράγματι, κατά τη χάραξη της κοινωνικής τους πολιτικής, να ορίζουν ελεύθερα τη φύση και την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας, αρκεί να τηρούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών (25).

44 Μια παροχή, όπως η του άρθρου 16 του νόμου, καθίσταται καταβλητέα τη στιγμή κατά την οποία ο δικαιούχος αποχωρεί από την αγορά εργασίας, υπολογίζεται δε βάσει της συνταξιοδοτικής παροχής που κτήθηκε στο πλαίσιο του γενικού συστήματος της συντάξεως γήρατος. Επισπεύδοντας την καταβολή της συντάξεως γήρατος και πιστώνοντας συνταξιοδοτικές εισφορές για όσο χρόνο υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση του κανονικού ορίου ηλικίας για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος, ο νόμος αντιμετωπίζει τον εργαζόμενο, από συνταξιοδοτική άποψη, σαν να είχε συμπληρώσει το όριο ηλικίας.

45 Εύλογο είναι, επομένως, ένα σύστημα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, όπως το του άρθρου 16 του νόμου, να θεωρηθεί σαν σύνταξη γήρατος και συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για ιδιόρρυθμη παροχή, της οποίας η καταβολή επισπεύδεται σε σύγκριση με τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται καταβλητέα η κοινή σύνταξη γήρατος. Πρέπει, κατά συνέπεια, να ερευνηθεί αν η διάκριση είναι εξ αντικειμένου αναγκαία για την εξασφάλιση της συνοχής μεταξύ της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και της κοινής συντάξεως γήρατος.

46 Όπως επεσήμανα ήδη, οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούν το 50 % του κόστους της πιστώσεως των εισφορών. Επομένως, μια επιμήκυνση του χρόνου κατά τον οποίο πιστώνονται οι εισφορές υπέρ των γυναικών θα αύξανε τη συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη και, άρα, τη συνολική οικονομική επιβάρυνση του κράτους, όπως άλλωστε και την οικονομική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Αυτό όμως, δεν αρκεί, κατά την άποψή μου, για να υποστηριχθεί ότι η άρση της δυσμενούς μεταχειρίσεως - που θα συνίστατο στο να πιστωθούν και οι γυναίκες ηλικίας μεταξύ 55 και 59 ετών με συνταξιοδοτικές εισφορές πέντε ετών - θα έπληττε τη χρηματοοικονομική ισορροπία του συνταξιοδοτικού συστήματος.

47 Όσον αφορά το ζήτημα της συνοχής μεταξύ του κοινού συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να γίνει μνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Graham κ.λπ. (26), που αφορούσε σύνταξη αναπηρίας χορηγούμενη σε πρόσωπα μη έχοντα συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, η οποία οριζόταν στο ίδιο ύψος με την κρατική σύνταξη που παρεχόταν λόγω συμπληρώσεως συντάξιμης ηλικίας. Όταν συμπληρωνόταν η συντάξιμη ηλικία - που ήταν το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65 για τους άνδρες - η παροχή μειωνόταν στον πραγματικό συντελεστή της συντάξεως γήρατος, που στηριζόταν στις πράγματι καταβληθείσες παροχές.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε, στη σκέψη 14, ότι οι παροχές αναπηρίας σκοπούσαν να αντικαταστήσουν το εισόδημα που εξασφαλίζει η επαγγελματική δραστηριότητα, πράγμα που δεν εμπόδιζε ένα κράτος μέλος να προβλέψει τη διακοπή της καταβολής τους και την αντικατάστασή τους από τη σύνταξη γήρατος, από τη στιγμή που οι δικαιούχοι θα σταματούσαν, ούτως ή άλλως, να εργάζονται, λόγω συμπληρώσεως της συντάξιμης ηλικίας.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ακόμη, στις σκέψεις 15 έως 18, ότι τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα περιόριζε τη δυνατότητα του κράτους μέλους να καθορίζει διαφορετικές ηλικίες συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Περαιτέρω, αφενός μεν, το κράτος μέλος δεν θα είχε τη δυνατότητα να χορηγεί στους άνδρες που καθίστανται ανίκανοι προς εργασία πριν συμπληρώσουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως παροχές αναπηρίας υψηλότερες από τις συντάξεις γήρατος, οι οποίες θα τους οφείλονταν πραγματικά αν είχαν εξακολουθήσει να εργάζονται μέχρι την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, παρά μόνον εάν χορηγούσε στις γυναίκες που έχουν υπερβεί τη συντάξιμη ηλικία συντάξεις γήρατος υψηλότερες από εκείνες που τους οφείλονται πραγματικά· αφετέρου δε, οι γυναίκες μεταξύ 60 και 65 ετών - άρα μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως -, εάν η ανικανότητά τους προς εργασία επήρχετο πριν συμπληρώσουν τη συντάξιμη ηλικία, θα ελάμβαναν σύνταξη αναπηρίας ανώτερη από εκείνη που θα εδικαιούντο στην αντίθετη περίπτωση. Το Δικαστήριο - κρίνοντας, γι' αυτούς τους λόγους, εφαρμοστέο το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα - έκρινε καθοριστικό το στοιχείο ότι οι παροχές, ως εκ του αντικειμενικού τους σκοπού, υποκαθιστούσαν η μία την άλλη, και ότι η άρση της διακρίσεως θα γεννούσε νέα μορφή διακρίσεως.

48 Μια παροχή όπως η του άρθρου 16 του νόμου συναρτάται αντικειμενικώς προς το όριο ηλικίας χορηγήσεως συντάξεως γήρατος. Τόσο οι άνδρες όσο και γυναίκες μπορούν να αποχωρήσουν από την ενεργή απασχόληση, λαμβάνοντας πρόωρη συνταξιοδότηση μέχρι πέντε έτη πριν από τον χρόνο κατά τον οποίο δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος, τους πιστώνονται δε συνταξιοδοτικές εισφορές για τον χρόνο που μεσολαβεί από τη λύση της εργασιακής σχέσεως και μέχρι τη συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας.

49 Ο όρος «πρόωρη συνταξιοδότηση» υπονοεί ότι πρόκειται για μια παροχή, η οποία καθίσταται καταβλητέα πριν ο εργαζόμενος συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και αρχίσει να λαμβάνει σύνταξη γήρατος. Σκοπός, επομένως, αυτής της παροχής είναι να εξασφαλίσει ένα εισόδημα στο πρόσωπο που αποχωρεί από την αγορά εργασίας πριν καταστεί ενεργό το δικαίωμά του προς λήψη συντάξεως γήρατος. Υπάρχει σαφής συνάρτηση μεταξύ του ορίου ηλικίας χορηγήσεως της συντάξεως γήρατος και του ορίου ηλικίας χορηγήσεως της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως του άρθρου 16 του νόμου. Πρέπει, ωστόσο, να κριθεί αν αυτό συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι οι γυναίκες, που έχουν το δικαίωμα να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι το 60ό έτος της ηλικίας τους, μπορούν να στερηθούν την πίστωση των συνταξιοδοτικών εισφορών για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου που ακολουθεί τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, οπότε δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος.

50 Η συνάρτηση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και συντάξεως γήρατος σημαίνει ότι μια γυναίκα άνω των 55 ετών δεν μπορεί να αποχωρήσει με πρόωρη συνταξιοδότηση, αλλά μπορεί μόνο να λάβει σύνταξη γήρατος. Γι' αυτό, δεν φαίνεται εύλογο μια γυναίκα εργαζόμενη που αποχωρεί με πρόωρη συνταξιοδότηση σε ηλικία 54 ετών να δικαιούται να της πιστωθούν συνταξιοδοτικές εισφορές πέντε ετών και, άρα, να λάβει σύνταξη υψηλότερη απ' ό,τι μια γυναίκα εργαζόμενη που παύει να εργάζεται σε ηλικία 55 ετών. Ως προς το σημείο αυτό, η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει αναλογία με την προμνησθείσα απόφαση Graham κ.λπ.

51 Περαιτέρω, η λύση την οποία προβάλλει η Livia Balestra θα ενείχε αφ' εαυτής δυσμενή διάκριση, ιδίως έναντι των ανδρών εργαζομένων. Ο άνδρας εργαζόμενος, που αποχωρεί από την εργασιακή απασχόληση σε ηλικία 58 ετών με πρόωρη συνταξιοδότηση, δικαιούται, κατά τον ιταλικό νόμο, να πιστωθεί με συνταξιοδοτικές εισφορές δύο ετών, ενώ η γυναίκα εργαζόμενη που επίσης αποχωρεί δύο έτη πριν αποκτήσει το δικαίωμα να λάβει σύνταξη γήρατος - δηλαδή σε ηλικία 53 ετών - θα εδικαιούτο, αν γινόταν δεκτή η λύση που προτείνει η Balestra, πιστώσεως εισφορών πέντε ετών.

52 Θεωρώ, επομένως, ότι η δυσμενής διάκριση εις βάρος των γυναικών, ως προς την πίστωση εισφορών, η οποία απορρέει από ένα σύστημα όπως το προβλεπόμενο με το άρθρο 16 του νόμου, αποτελεί την αναγκαία συνέπεια του γεγονότος ότι οι γυναίκες αποκτούν δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος κατά τη συμπλήρωση του 55ου, ενώ οι άνδρες μόνον κατά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους, και ότι η διάκριση αυτή εμπίπτει στη εξαιρετική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7. Το σύστημα εγγυάται σε έναν εργαζόμενο, είτε άνδρα είτε γυναίκα, που αποχωρεί με πρόωρη συνταξιοδότηση, την πίστωση πλασματικών συνταξιοδοτικών εισφορών, ως εάν έπαυε την εργασιακή του δραστηριότητα όταν θα είχε δικαίωμα να λάβει σύνταξη γήρατος.

Συμπέρασμα

53 Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα της Pretura circondariale di Genova:

«Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/EOK του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, και τα άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σ' αυτά ένα εθνικό σύστημα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, δυνάμει του οποίου οι άνδρες και οι γυναίκες που εργάζονται σε μία επιχείρηση που κηρύσσεται προβληματική δικαιούνται πιστώσεως συνταξιοδοτικών εισφορών πέντε ετών αφότου παύουν την εργασιακή τους δραστηριότητα και μέχρις ότου συμπληρώσουν την ηλικία κατά την οποία δικαιούνται συντάξεως γήρατος, που για τους μεν άνδρες είναι το 60ό, για τις δε γυναίκες το 55ο έτος της ηλικίας τους.»

(1) - EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.

(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.

(3) - Giust. Civ. 1989, σ. 1983.

(4) - GURI αριθ. 114 της 27ης Απριλίου 1981.

(5) - Giust. Civ. 1994, I, σ. 8.

(6) - Η υπογράμμιση δική μου.

(7) - Βλ. επίσης την απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, υπόθεση C-328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. 1247, σκέψη 17), και τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 262/84, Beets-Proper (Συλλογή 1986, σ. 773, σκέψη 40), και υπόθεση 151/84, Roberts (Συλλογή 1986, σ. 703, σκέψη 37).

(8) - Βλ. σχετικώς απόφαση Roberts (υποσημείωση 7 ανωτέρω), σκέψη 32.

(9) - Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Marshall, σκέψεις 36 και 37.

(10) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42.

(11) - Βλ. αποφάσεις της 17ης Μαου 1990, υπόθεση C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψεις 13 και 28), της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, υπόθεση C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. I-4471, σκέψη 24), εμμέσως δε της 16ης Φεβρουαρίου 1982, υπόθεση 19/81, Burton (Συλλογή 1982, σ. 555, σκέψη 8, σε συνδυασμό προς τη σκέψη 12).

(12) - Βλ., π.χ., απόφαση Barber (υποσημείωση 11 ανωτέρω), σκέψη 16.

(13) - Αυτό αποφάνθηκε το Δικαστήριο ήδη με την απόφαση της 25ης Μαου 1971, υπόθεση 80/70, Defrenne (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815), σκέψη 8.

(14) - Βλ. υποσημείωση 11 ανωτέρω, σκέψη 8.

(15) - Βλ. επίσης τις αποφάσεις (υποσημείωση 7 ανωτέρω) Beets-Proper, σκέψη 34, και Roberts, σκέψη 30.

(16) - Βλ., εμμέσως, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993, υπόθεση C-173/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. I-673, σκέψη 20).

(17) - Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 150/85, Drake (Συλλογή 1986, σ. 1995, σκέψη 21).

(18) - Βλ. αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1992, υπόθεση C-243/90, Smithson (Συλλογή 1992, σ. I-467, σκέψη 14)· της 16ης Ιουλίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-63/91 και C-64/91, Jackson και Cresswell (Συλλογή 1992, σ. I-4737, σκέψη 15)· της 19ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-137/94, Richardson (Συλλογή 1995, σ. I-3407, σκέψη 9), και της 11ης Ιουλίου 1996, υπόθεση C-228/94, Atkins (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 11).

(19) - Βλ. απόφαση Richardson (υποσημείωση 18 ανωτέρω).

(20) - Βλ. αποφάσεις Richardson, σκέψη 11, και Atkins, σκέψη 13 (υποσημείωση 18 ανωτέρω).

(21) - Βλ. την απόφαση Richardson (υποσημείωση 18 ανωτέρω), που αφορούσε σύστημα απαλλαγής από τα φαρμακευτικά τέλη, χρηματοδοτούμενο από το Δημόσιο και την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-9/91, Equal Opportunities Commission (Συλλογή 1992, σ. I-4297), που αφορούσε ανταποδοτικό σύστημα συντάξεως γήρατος.

(22) - Βλ. συναφώς σκέψη 24 της αποφάσεως Drake (υποσημείωση 17 ανωτέρω), που αφορούσε παροχή αναπηρίας που καταβαλλόταν στο πρόσωπο που φρόντιζε έναν ανάπηρο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια παροχή ενέπιπτε στην οδηγία 79/7.

(23) - Βλ. απόφαση Thomas (υποσημείωση 7 ανωτέρω), σκέψη 8.

(24) - Βλ. αποφάσεις Equal Opportunities Commission (υποσημείωση 21 ανωτέρω), σκέψη 18, Thomas (υποσημείωση 7 ανωτέρω), σκέψη 12, της 11ης Αυγούστου 1995, υπόθεση C-92/94, Graham κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-2521, σκέψη 12), και Richardson (υποσημείωση 18 ανωτέρω), σκέψη 19.

(25) - Βλ. αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1994, υπόθεση C-343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-571, σκέψεις 28, 29 και 37), και Richardson (υποσημείωση 18 ανωτέρω), σκέψη 24.

(26) - Βλ. απόφαση Graham (υποσημείωση 24 ανωτέρω).