ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΕΜΠΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 15ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1995. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ. - ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ - ΟΔΗΓΙΑ 92/44/ΕΟΚ - ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ - ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΤΥΟΥ ΣΤΙΣ ΜΙΣΘΩΜΕΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-220/94.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1995 σελίδα I-01589
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Ανάγκη σαφούς και επακριβούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Συναφώς, οι "γενικοί όροι που ισχύουν για τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών", που έχουν θεσπιστεί και δημοσιευθεί από μια δημόσια επιχείρηση ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών κράτους μέλους δεν είναι δυνατό, έστω και αν υποτεθεί ότι έχουν περιεχόμενο σύμφωνο προς την οδηγία 92/44 σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές, να θεωρηθούν ότι διασφαλίζουν την ενδεδειγμένη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας αυτής, και τούτο εφόσον προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που ήταν αναγκαίες προκειμένου, αφενός, να υποχρεωθεί η επιχείρηση αυτή να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της οδηγίας και, αφετέρου, να είναι σε θέση οι ιδιώτες να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα που η οδηγία αυτή τους αναγνωρίζει και να τα προβάλλουν, ενδεχομένως, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Στην υπόθεση C-220/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Anders C. Jessen, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και J.-F. Pasquier, εθνικό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην ίδια υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον N. Schmit, conseiller de legation (A' τάξεως) του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του ίδιου υπουργείου, 5, rue Notre-Dame,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, κυρίως, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (ΕΕ L 165, σ. 27), και, επικουρικώς, μη ενημερώνοντας αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τη λήψη τέτοιων μέτρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, P. Jann, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward (εισηγητή) και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1995, στην οποία το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εκπροσωπήθηκε από τον G. Harles, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Λουξεμβούργο, κυρίως, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (ΕΕ L 165, σ. 27, στο εξής: οδηγία), και, επικουρικώς, μη ενημερώνοντας αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τη λήψη τέτοιων μέτρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής.
2 Η οδηγία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν στους χρήστες την πρόσβαση στις πληροφορίες με τις προσφορές μισθωμένων γραμμών (άρθρο 3), κανόνες σχετικούς με τις προϋποθέσεις παροχής που πρέπει να δημοσιεύονται (άρθρο 4), με τα δικαιώματα των χρηστών σε περίπτωση διακοπής των παροχών αυτών (άρθρο 5), καθώς και με την τήρηση των ουσιωδών απαιτήσεων που έχουν σχέση με τις προϋποθέσεις προσβάσεως και τα κριτήρια χρήσεως (άρθρο 6). Εξάλλου, η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη να μεριμνούν ώστε οι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών θα παρέχουν ένα ελάχιστο σύνολο μισθωμένων γραμμών σύμφωνα με τα εναρμονισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά (άρθρο 7) και να ασκούν έλεγχο επί των οργανισμών αυτών (άρθρο 8) και θεσπίζει αρχές σχετικά με τη χρέωση και τον υπολογισμό του κόστους, τα τιμολόγια και τα τέλη (άρθρα 9 και 10) και, τέλος, καθιερώνει διαδικασία συμβιβασμού (άρθρο 12).
3 Στο άρθρο της 15, παράγραφος 1, η οδηγία προβλέπει ότι "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 5 Ιουνίου 1993" και "ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά".
4 Μη έχοντας ενημερωθεί από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου σχετικά με τη λήψη μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή της ζήτησε, με έγγραφο οχλήσεως της 9ης Αυγούστου 1993, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και τη Συνθήκη ΕΟΚ.
5 Δεδομένου ότι δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στην εν λόγω Κυβέρνηση, στις 7 Φεβρουαρίου 1994, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία την κάλεσε να λάβει τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Ούτε στη γνώμη αυτή δόθηκε απάντηση.
6 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου υποστήριξε ότι θεωρεί ότι έχει λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη θέσπιση διαδικασιών συμφώνων προς την οδηγία. Συναφώς, επικαλείται τον νόμο της 10ης Αυγούστου 1992 περί ιδρύσεως ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών, νόμο με τον οποίο η παλαιά υπηρεσία ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών κατέστη δημόσια επιχείρηση απολαύουσα οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και έχουσα νομική προσωπικότητα.
7 Όσον αφορά την πρόσβαση στις σχετικές υπηρεσίες και τις προϋποθέσεις παροχής αυτών, το θέμα αυτό διέπεται από τις "Conditions generales applicables aux services de telecommunication" (γενικούς όρους σχετικά με την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών), που έχουν δημοσιευθεί, μαζί με τον κατάλογο των παρεχομένων υπηρεσιών και των τιμών, από την επιχείρηση ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών.
8 Ωστόσο, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αναγνωρίζει ότι η νομοθεσία περί υπηρεσιών και υποδομής των τηλεπικοινωνιών βρίσκεται απλώς στο στάδιο του σχεδίου.
9 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι "Conditions generales", δοθέντος ότι δεν έχουν δημοσιευθεί επισήμως, δεν αποτελούν ικανοποιητική μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Επιπλέον, η διατύπωσή τους χαρακτηρίζεται από έλλειψη ακρίβειας και σαφήνειας που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και τη θέσπιση ενός διαφανούς και σύμφωνου προς την οδηγία συστήματος.
10 Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ., ιδίως, την απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 24).
11 Έστω και αν υποτεθεί ότι οι "conditions generales" που έχουν θεσπιστεί και δημοσιευθεί από την επιχείρηση ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών έχουν περιεχόμενο σύμφωνο προς την οδηγία, πράγμα ως προς το οποίο η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες, γεγονός είναι ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που ήταν αναγκαίες προκειμένου, αφενός, να υποχρεωθεί η επιχείρηση αυτή να συμμορφωθεί στις επιταγές της οδηγίας και, αφετέρου, να είναι σε θέση οι ιδιώτες να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα που η οδηγία αυτή τους αναγνωρίζει και να τα προβάλλουν, ενδεχομένως, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Μεγάλο Δουκάτου του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτου του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.