Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 1997. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. - Υπόθεση C-160/94.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελίδα I-05851
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Το βάρος αποδείξεως φέρει η Επιτροπή
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως.
Στην υπόθεση C-160/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard B. Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και την Blanca Rodrνguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον David Anderson, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από τον Alberto Josι Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή της υπηρεσίας θεσμικών και κοινοτικών διαφορών, και την Gloria Calvo Dνaz, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
καθού,
υποστηριζόμενου από
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπουμένη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Jean-Marc Belorgey, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II, και
την Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον John D. Cooke, SC, και την Jennifer Payne, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, διατηρώντας υπέρ αυτού αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30, 34 και 37 της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 48 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, H. Ragnemalm και M. Wathelet, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, D. A. O. Edward (εισηγητή), J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματείς: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαου 1996, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τους Richard B. Wainwright και Fernando Castillo de la Torre, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας από τον Nicholas Green, barrister, το Βασίλειο της Ισπανίας από την Gloria Calvo Dνaz, η Γαλλική Δημοκρατία από τους Marc Perrin de Brichambaut, διευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Jean-Marc Belorgey, και η Ιρλανδία από τον Paul Gallagher, SC, και την Jennifer Payne,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 1996,,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, διατηρώντας υπέρ αυτού αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30, 34 και 37 της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 48 της Πράξεως περί των όρων Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως).
2 Στην Ισπανία το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 49/84, της 26ης Δεκεμβρίου 1984, περί της ενιαίας εκμεταλλεύσεως του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού (BOE αριθ. 312 της 29ης Δεκεμβρίου 1984, στο εξής: νόμος του 1984), ορίζει:
«Η ενιαία εκμετάλλευση του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού μέσω των δικτύων υψηλής τάσεως αποτελεί κρατική δημόσια υπηρεσία, η οποία σκοπεί στην καλύτερη δυνατή λειτουργία του συστήματος, στο πλαίσιο των λειτουργιών και δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο άρθρο 2 του νόμου. Η δημόσια αυτή υπηρεσία ασκείται από μία κρατική εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου κι τους κανόνες εφαρμογής του.»
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου του 1984 καθορίζει τις λειτουργίες και δραστηριότητες που περιλαμβάνει αυτή η δημόσια υπηρεσία και συγκεκριμένα:
«(...)
e) την εκμετάλλευθση και συντήρηση (...) όλων των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως (...)·
(...)
i) την πραγματοποίηση των πράξεων διεθνών συναλλαγών που κρίνονται σκόπιμες προκειμένου να εξασφαλισθεί ο εφοδιασμός σε ηλεκτρικό ρεύμα, να μειωθεί το κόστος της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο ή να προσδιορισθεί, για λόγους εθνικού συμφέροντος, το ακριβές μέτρο συμμετοχής κάθε μιας επιχειρήσεως στις ανωτέρω ανταλλαγές και να ελεγχθεί η πραγματοποίησή τους·
(...)»
4 Με το βασιλικό διάταγμα αριθ. 91/85, της 23ης Ιανουαρίου 1985 (BOE αριθ. 24 της 28ης Ιανουαρίου 1985, στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1985), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του νόμου του 1984, οι εν λόγω λειτουργίες και δραστηριότητες ανατέθηκαν σε μια κρατική εταιρία με την επωνυμία Red Elιctrica de Espaρa SA (στο εξής: Redesa).
5 Η Επιτροπή θεώρησε ότι από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων της ισπανικής νομοθεσίας προκύπτει ότι η νομοθεσία αυτή επιφυλάσσει αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος υπέρ του Δημοσίου, το οποίο τα ασκεί μέσω της Redesa, και ότι τα δικαιώματα αυτά αντιβαίνουν στα άρθρα 30, 34 και 37 της Συνθήκης καθώς και στο άρθρο 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως και, για τον λόγο αυτό, κίνησε κατά του Βασιλείου της Ισπανίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
6 Το άρθρο 48 της Πράξεως προσχωρήσεως ορίζει:
«1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το Βασίλειο της Ισπανίας διαρρυθμίζει προοδευτικά, από την 1η Ιανουαρίου 1986, τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά τρόπο ώστε, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991, να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διάθεσης.
(...)
2. Το Βασίλειο της Ισπανίας καταργεί, από την 1η Ιανουαρίου 1986, το σύνολο των αποκλειστικών δικαιωμάτων εξαγωγής.
(...)»
7 Η παράγραφος 3 του άρθρου 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν έχει εφαρμογή στο ηλεκτρικό ρεύμα.
8 Με δύο διατάξεις της 14ης Δεκεμβρίου 1994, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στη Γαλλική Δημοκρατία και στην Ιρλανδία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου της Ισπανίας· με διάταξη της ίδιας ημέρας επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
9 Στο πλαίσιο της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο νόμος του 1984, σε συνδυασμό με το βασιλικό διάταγμα του 1985, καθιερώνει ένα σύστημα, κατά το οποίο μόνο το Δημόσιο δικαιούται, μέσω της Redesa που του ανήκει, να εισάγει και να εξάγει ηλεκτρικό ρεύμα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα προσκρούουν στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης αντιστοίχως, καθώς και στο άρθρο 37 όπως αυτό εφαρμόζεται στο Βασίλειο της Ισπανίας βάσει του άρθρου 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως και δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 ούτε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
10 Καταρχάς η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι ο νόμος του 1984 και το βασιλικό διάταγμα του 1985 παρέχουν στη Redesa αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
11 Συναφώς διευκρινίζει, πρώτον, ότι ο εφοδιασμός με ηλεκτρικό ρεύμα αναγνωρίστηκε δημόσια υπηρεσία με βασιλικό διάταγμα του 1924 χωρίς ωστόσο οι διάφορες επιμέρους δραστηριότητες του εφοδιασμού και δη η παραγωγή, η μεταφορά και η διανομή να υπαχθούν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δημοσίου.
12 Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί εν συνεχεία ότι ο νόμος του 1984 εκδόθηκε ακριβώς προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιούργησε η ύπαρξη μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού και την εμφάνιση σημαντικών και δαπανηρών πλεονασμάτων. Όπως προκύπτει, πάντως, από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, από τον τίτλο του και από τις διατάξεις του και ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφος 1, ο νόμος αυτός δεν σκοπεί να θεσπίσει ενιαία εκμετάλλευση του συνόλου των δραστηριοτήτων εφοδιασμού αλλά να ενοποιήσει παγίως την εκμετάλλευση των διαφόρων επιχειρήσεων ηλεκτρικού ρεύματος βάσει κριτηρίων οικονομικής αποτελεσματικότητας χωρίς να θίξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιχειρήσεων και την ελευθερία διαχειρίσεως των εγκαταστάσεών τους. Στη Redesa έχει ανατεθεί δηλαδή μόνο η ενιαία εκμετάλλευση του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού μέσω του δικτύου μεταφοράς.
13 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει τέλος ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο i, του νόμου του 1984 δεν θεσπίζει αποκλειστικό δικαίωμα για πράξεις διεθνούς εμπορίου αλλ' απλώς παρέχει στη Redesa την ευχέρεια να πραγματοποιεί τέτοιες πράξεις μόνον οσάκις πληρούνται οι προϋποθέσεις δημοσίου συμφέροντος που προβλέπει ρητά η διάταξη αυτή.
14 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο e και i, του νόμου του 1984 προκύπτει σαφώς ότι η Redesa έχει αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής, καίτοι αυτά δεν αναφέρονται ρητά. Η Επιτροπή υπογραμμίζει εξάλλου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ανέφερε ούτε μια περίπτωση πραγματοποιήσεως πράξεων διεθνούς εμπορίου, κατά την έννοια του σημείου i, από άλλες επιχειρήσεις πλην της Redesa.
15 Η αντίρρηση της Επιτροπής δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτή.
16 Πράγματι, πρέπει να διαπιστωθεί ότι με την προσφυγή της η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι με τις διατάξεις του νόμου του 1984 και του βασιλικού διατάγματος του 1985 θέσπισε μονοπώλιο εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος υπέρ του Δημοσίου το οποίο και το ασκεί μέσω της Redesa.
17 Όμως η Επιτροπή η οποία και οφείλει, στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, να αποδείξει ότι συντρέχει η προσαπτομένη παράβαση, δεν απέδειξε ότι υπάρχουν στην Ισπανία νομοθετικές διατάξεις που παρέχουν τέτοια αποκλειστικά δικαιώματα στη Redesa.
18 Πράγματι, αφενός όπως προκύπτει από το γράμμα των διατάξεων που επικαλείται η Επιτροπή, στη Redesa έχει ανατεθεί μόνον η ενιαία εκμετάλλευση του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού μέσω των δικτύων υψηλής τάσεως. Λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο νόμος του 1984 καθώς και της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως, όπως τα περιέγραψε η Ισπανική Κυβέρνηση χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, η ενιαία εκμετάλλευση καλύπτει τον συντονισμό των δραστηριοτήτων με τις οποίες οι διάφορες επιχειρήσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος μετέχουν στον εφοδιασμό της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια και όχι τη συγκέντρωσή τους στα χέρια ενός και μόνον επιχειρηματία.
19 Ως προς αυτό το σημείο, κανένα περί του εναντίου επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο e, του νόμου του 1984 αναθέτει στη Redesa την εκμετάλλευση όλων των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως, εφόσον η εκμετάλλευση αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα άλλων επιχειρήσεων πλην της Redesa να έχουν πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς, περιλαμβανομένων και των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως που διαχειρίζεται η Redesa, ενόψει της εισαγωγής και της εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
20 Πρέπει να σημειωθεί αφετέρου ότι, εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο i, του νόμου του 1984 προβλέπει ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η Redesa αναθέτει σε κάθε επιχείρηση το οικείο μερίδιο από το διεθνές εμπόριο, η διάταξη αυτή σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να μετέχουν στο εμπόριο αυτό και ουδόλως αποκλείει ότι μπορούν να το πράξουν ελεύθερα, οσάκις δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις.
21 Τέλος, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν βάλλει με την προσφυγή της παρά μόνο κατά του εκ του νόμου μονοπωλίου εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, όπως αυτό προκύπτει από τη βαλλομένη νομοθεσία, το επιχείρημά της ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ανέφερε καμιά περίπτωση πραγματοποιήσεως εισαγωγών και εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από επιχείρηση άλλη πλην της Redesa, είναι αλυσιτελές.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί και δεν απαιτείται να εξετασθούν οι λοιποί ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων.
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε,πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού,τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιρλανδία που παρενέβησαν φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.