Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 28ης Μαρτίου 1996. - Ποινική δίκη κατά Rafael Ruiz Bernáldez. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Audiencia Provincial de Sevilla - Ισπανία. - Υποχρεωτική ασφάλιση των αυτοκινήτων - Αποκλεισμός των ζημιών που προκαλούνται από οδηγούς τελούντες σε κατάσταση μέθης. - Υπόθεση C-129/94.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996 σελίδα I-01829
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * Όρια * Ερώτημα προδήλως αλυσιτελές
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
2. Εναρμόνιση των νομοθεσιών * Ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων *Οδηγία 72/166 * Έκταση της εγγυήσεως υπέρ των τρίτων που παρέχεται από την υποχρεωτική ασφάλιση * Αποκλεισμός των υλικών ζημιών που προκαλούνται από οδηγό τελούντα σε κατάσταση μέθης * Δεν επιτρέπεται * Παροχή στον ασφαλιστή δικαιώματος αναγωγής κατά του ασφαλισμένου * Επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 72/166, άρθρο 3 PAR 1, και 84/5, άρθρο 2 PAR 1)
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης, μόνον στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά και τα οποία πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν επί της υποθέσεως, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η αιτούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της κυρίας δίκης.
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, πρέπει να να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/5, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις και, ιδίως, στην περίπτωση που ο οδηγός του οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν σε τρίτους από το ασφαλισμένο όχημα.
Πράγματι, ενόψει του προστατευτικού σκοπού, τον οποίο παγίως διακηρύσσουν όλες οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα αυτό, το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με τις μεταγενέστερες οδηγίες, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου πρέπει να παρέχει στους τρίτους, θύματα τροχαίων ατυχημάτων, δικαίωμα αποζημιώσεως για όλες τις σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που έχουν υποστεί, χωρίς ο ασφαλιστής να μπορεί να επικαλεστεί νομοθετικές διατάξεις ή συμβατικές ρήτρες για να αρνηθεί να καταβάλει αυτή την αποζημίωση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα στερούσε τη διάταξη αυτή από την πρακτική της αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι θα είχε ως συνέπεια να επιτρέψει στα κράτη μέλη να περιορίσουν την αποζημίωση των τρίτων, θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, σε ορισμένες μόνο κατηγορίες ζημιών, πράγμα που θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση των θυμάτων ανάλογα με τον τόπο επελεύσεως του ατυχήματος, αυτό δε ακριβώς το αποτέλεσμα σκοπούν να αποτρέψουν οι οδηγίες.
Πάντως, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί να προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο ασφαλιστής θα έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου.
Στην υπόθεση C-129/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Audiencia Provincial de Sevilla (Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά του
Rafael Ruiz Bernaldez,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136), της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17), και της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990 (ΕΕ L 129, σ. 33), οι οποίες αφορούν, και οι δύο, την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η ισπανική εισαγγελική αρχή, εκπροσωπούμενη από τον Alfredo Flores Perez, Fiscal Jefe της Audiencia Provincial de Sevilla,
* η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή νομικού και θεσμικού συντονισμού επί κοινοτικών υποθέσεων, και τη Gloria Calvo Diaz, abogado del Estado, της νομικής υπηρεσίας του Κράτους,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Παναγιώτη Καμαρινέα, νομικό σύμβουλο του Κράτους, και τη Χριστίνα Σιταρά, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. Lucinda Hudson, του Treasury Solicitor' s Department, και τον Rhodri Thompson, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τη Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τη Gloria Calvo Diaz, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Παναγιώτη Καμαρινέα και τη Χριστίνα Σιταρά, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον Rhodri Thompson, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Δημήτριο Γκουλούση και τη Blanca Vila Costa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξη της 4ης Απριλίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μαΐου 1994, η Audiencia Provincial de Sevilla υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136, στο εξής: πρώτη οδηγία), της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17, στο εξής: δεύτερη οδηγία), και της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990 (ΕΕ L 129, σ. 33, στο εξής: τρίτη οδηγία), οι οποίες αφορούν, και οι δύο, την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά του Ruiz Bernaldez, ο οποίος προκάλεσε τροχαίο ατύχημα ενώ οδηγούσε σε κατάσταση μέθης.
3 Με απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1993, το Juzgado de lo Penal de Sevilla υποχρέωσε τον Ruiz Bernaldez σε καταβολή αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες που είχε προκαλέσει. Το εν λόγω δικαστήριο απήλλαξε, αντιθέτως, από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεως την ασφαλιστική εταιρία με την οποία ο Ruiz Bernaldez είχε συνάψει ασφαλιστική σύμβαση καλύπτουσα τις προκαλούμενες από το όχημά του ζημίες. Το εν λόγω δικαστήριο στηρίχτηκε συναφώς στο άρθρο 12, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως, που εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα 2641/86, της 30ής Δεκεμβρίου 1986, το οποίο ορίζει τα εξής:
"'Οσον αφορά τις υλικές ζημίες, ο ασφαλιστής οφείλει (...) να αποκαταστήσει τη ζημία που προκαλείται όταν ο οδηγός του οχήματος που προσδιορίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση φέρει την αστική ευθύνη (...).
Από την κάλυψη αυτή εξαιρούνται οι υλικές ζημίες που προκαλούνται:
(...)
b) όταν ο οδηγός τελεί σε κατάσταση μέθης
(...)".
4 Η Audiencia Provincial de Sevilla, ενώπιον της οποίας η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση κατά του τελευταίου αυτού μέρους της αποφάσεως, διερωτήθηκε αν, βάσει των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, το άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο b, της κανονιστικής αποφάσεως περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να αποζημιώσει το θύμα τροχαίου ατυχήματος προκληθέντος από οδηγό τελούντα σε κατάσταση μέθης.
5 Δεδομένου ότι είχε αμφιβολίες σχετικά με την απάντηση που έπρεπε να δοθεί στο ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Επιτρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας (72/166/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, να ορίζει ελεύθερα η ισχύουσα σε κάθε κράτος μέλος εσωτερική κανονιστική ρύθμιση του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, τις περιπτώσεις στις οποίες θεωρείται σκόπιμο να αποκλείεται η ασφαλιστική κάλυψη ή, αντιθέτως, οι ενδεχόμενες περιπτώσεις αποκλεισμού της ασφαλιστικής καλύψεως πρέπει να περιορίζονται στις προβλεπόμενες ρητά με τη δεύτερη οδηγία (84/5/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983;
2) Συνάδει προς τις προαναφερθείσες κανονιστικές πράξεις ο αποκλεισμός από την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν από όχημα του οποίου ο οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος λόγω καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών;
3) Μπορούν οι περιπτώσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας (84/5/ΕΟΚ) του Συμβουλίου να θεωρηθούν ως περιοριστική απαρίθμηση των πιθανών διατάξεων νόμου ή συμβατικών ρητρών που αποκλείουν την ασφαλιστική κάλυψη αλλά δεν μπορούν να αντιταχθούν στον ζημιωθέντα, οπότε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου ή συμβατική ρήτρα αποκλείουσα την ασφάλιση μπορεί να αντιταχθεί στον ζημιωθέντα;
4) Μπορεί να θεωρηθεί ως συνάδουσα προς το σύστημα που θεσπίζεται με τις οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 84/5/ΕΟΚ και 90/232/ΕΟΚ η δυνατότητα να αντιταχθεί στον τρίτο, θύμα του ατυχήματος, διάταξη νόμου ή συμβατική ρήτρα αποκλείουσα την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση μέθης του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, αν υποτεθεί ότι η εν λόγω διάταξη ή ρήτρα είναι έγκυρη στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου;
5) Αν υποτεθεί ότι οι διατάξεις των προαναφερομένων οδηγιών, ειδικότερα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου επιτρέπουν να αποκλείεται από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων η οδήγηση υπό κατάσταση μέθης, ο δε αποκλεισμός δύναται να αντιταχθεί στο θύμα, μπορεί να θεωρηθεί ότι μια τέτοια περίπτωση συνιστά έλλειψη ασφαλίσεως, εμπίπτουσα στις προβλεπόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της δεύτερης οδηγίας (84/5/ΕΟΚ) του Συμβουλίου και δικαιολογούσα την παρέμβαση και την κάλυψη από τον οργανισμό που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο;"
Επί του παραδεκτού
6 Η ισπανική εισαγγελική αρχή υποστηρίζει ότι παρέλκει η απάντηση των προδικαστικών ερωτημάτων, δεδομένου ότι δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κυρίας δίκης.
7 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μόνο στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά και τα οποία πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν επί της υποθέσεως, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το δικαστήριο αυτό ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της κυρίας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-143/94, Furlanis costruzioni generali, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 12). Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
8 Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί των τεσσάρων πρώτων ερωτημάτων
9 Με τα τέσσερα πρώτα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν ενιαία, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας έχει την έννοια ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις και, ειδικότερα, στην περίπτωση που ο οδηγός του οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν σε τρίτους από το ασφαλισμένο όχημα ή αν, στις περιπτώσεις αυτές, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί να προβλέπει μόνον ότι ο ασφαλιστής θα έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου.
10 Η Ισπανική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, φρονούν ότι οι οδηγίες αφήνουν στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τους όρους της υποχρεωτικής ασφαλίσεως, επιβάλλοντάς τους όμως, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι το θύμα θα αποζημιώνεται, αν όχι σε όλες τις περιπτώσεις, τουλάχιστον στους σπουδαιότερους τομείς της αστικής ευθύνης, ιδίως όταν η ζημία προκαλείται από όχημα του οποίου ο οδηγός τελεί σε κατάσταση μέθης.
11 Οι εν λόγω κυβερνήσεις υποστηρίζουν επίσης ότι οι οδηγίες επιτρέπουν τις ρήτρες αποκλεισμού που αφορούν τη φυσική κατάσταση του οδηγού του οχήματος, με την επιφύλαξη ότι θα έχουν εφαρμογή αποκλειστικά στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου.
12 Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, οι οδηγίες επιτρέπουν τέτοιες ρήτρες αποκλεισμού, ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του θύματος, υπό την προϋπόθεση ότι το όχημα εξομοιώνεται στις περιπτώσεις αυτές με μη ασφαλισμένο όχημα και ότι ο οργανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της δεύτερης οδηγίας διασφαλίζει την αποζημίωση του θύματος.
13 Από τα προοίμια των επίμαχων οδηγιών προκύπτει ότι οι οδηγίες αυτές σκοπούν να διασφαλίσουν, αφενός, την ελεύθερη κυκλοφορία τόσο των οχημάτων που σταθμεύουν συνήθως εντός του εδάφους της Κοινότητας όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σ' αυτά και, αφετέρου, σε περίπτωση προκλήσεως ατυχήματος με τέτοια οχήματα, την παρόμοια μεταχείριση του θύματος, ανεξαρτήτως του τόπου επελεύσεως του ατυχήματος στο εσωτερικό της Κοινότητας (βλ., ειδικότερα, την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της δεύτερης οδηγίας και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της τρίτης οδηγίας).
14 Προς τούτο, η πρώτη οδηγία, εμπνεόμενη από τη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των εθνικών γραφείων ασφαλίσεως, θέσπισε ένα σύστημα βασιζόμενο στο τεκμήριο ότι τα οχήματα που σταθμεύουν συνήθως εντός του εδάφους του Κοινότητας είναι ασφαλισμένα (όγδοη αιτιολογική σκέψη). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει, συγκεκριμένα, ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία των οχημάτων αυτών, να καλύπτεται από ασφάλιση.
15 Ωστόσο, το άρθρο αυτό, ως είχε αρχικά, άφηνε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίζουν τις καλυπτόμενες ζημιές καθώς και τους όρους της υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
16 Προκειμένου να περιορίσει τις αποκλίσεις που εξακολουθούσαν να υφίστανται, όσον αφορά την έκταση της υποχρεώσεως ασφαλίσεως, μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών (τρίτη αιτιολογική σκέψη της δεύτερης οδηγίας), το άρθρο 1 της δεύτερης οδηγίας επέβαλε την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης, για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες τουλάχιστον μέχρι ορισμένων ποσών τα οποία και προσδιόρισε. Με το άρθρο 1 της τρίτης οδηγίας, η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε στην κάλυψη των σωματικών βλαβών και των επιβατών, πέραν του οδηγού.
17 Επιπλέον, το άρθρο 1, παράγραφος 4, της δεύτερης οδηγίας ενίσχυσε την προστασία των θυμάτων, καθόσον επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ιδρύσουν ή να εγκρίνουν οργανισμούς επιφορτισμένους με την καταβολή αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή μη ασφαλισμένα.
18 Ενόψει του προστατευτικού σκοπού, τον οποίο παγίως διακηρύσσουν οι οδηγίες, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας, όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με τη δεύτερη και την τρίτη οδηγία, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου πρέπει να παρέχει στους τρίτους, θύματα τροχαίων ατυχημάτων, δικαίωμα αποζημιώσεως για όλες τις σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που έχουν υποστεί, τουλάχιστον μέχρι των ποσών που προσδιορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας.
19 Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια να επιτρέψει στα κράτη μέλη να περιορίσουν την αποζημίωση των τρίτων, θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, σε ορισμένες μόνο κατηγορίες ζημιών πράγμα που θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση των θυμάτων ανάλογα με τον τόπο επελεύσεως του ατυχήματος, αυτό δε ακριβώς το αποτέλεσμα σκοπούν να αποτρέψουν οι οδηγίες. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας θα έχανε την πρακτική του αποτελεσματικότητα.
20 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας αποκλείει τη δυνατότητα του ασφαλιστή να επικαλεστεί νομοθετικές διατάξεις ή συμβατικές ρήτρες για να αρνηθεί να αποζημιώσει τους τρίτους, θύματα ατυχήματος προκληθέντος από το ασφαλισμένο όχημα.
21 Σ' αυτό το πλαίσιο, το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας υπενθυμίζει απλώς την υποχρέωση αυτή, όσον αφορά τις νομοθετικές διατάξεις ή τις ρήτρες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, οι οποίες αποκλείουν από την ασφαλιστική κάλυψη τη χρήση ή την οδήγηση οχημάτων σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (πρόσωπα στα οποία δεν έχει επιτραπεί η οδήγηση του οχήματος, πρόσωπα που δεν διαθέτουν άδεια οδηγήσεως ή πρόσωπα που δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου προβλεπόμενες υποχρεώσεις τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν την κατάσταση και την ασφάλεια του οχήματος). Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από την υποχρέωση αυτή, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, προβλέπει ότι ο ασφαλιστής μπορεί να μην αποζημιώσει ορισμένα θύματα, λόγω της καταστάσεως την οποία τα ίδια δημιούργησαν (τα πρόσωπα που επιβιβάστηκαν σε όχημα, γνωρίζοντας ότι είχε κλαπεί) ή λόγω της αποζημιώσεως την οποία μπορούν να αξιώσουν από αλλού (θύματα τα οποία μπορούν να αποζημιωθούν για τη ζημία τους από οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως).
22 Πάντως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας δεν απαγορεύει να προβλέπουν οι νομοθετικές διατάξεις ή οι συμβατικές ρήτρες τη δυνατότητα του ασφαλιστή να στραφεί σε ορισμένες περιπτώσεις κατά του ασφαλισμένου.
23 Τούτο συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των διατάξεων ή των ρητρών που επιτρέπουν στον ασφαλιστή να στραφεί κατά του ασφαλισμένου, προκειμένου να του επιστραφούν τα ποσά που καταβλήθηκαν στο θύμα τροχαίου ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από οδηγό τελούντα σε κατάσταση μέθης.
24 Επομένως, στα τέσσερα πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις και, ιδίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός του οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν σε τρίτους από το ασφαλισμένο όχημα. Η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί όμως να προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο ασφαλιστής θα έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
25 Το πέμπτο ερώτημα υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έδιδε στις προηγούμενες ερωτήσεις την απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις και, ιδίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός του οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους από το ασφαλισμένο όχημα.
26 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στα τέσσερα πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 4ης Απριλίου 1994 η Audiencia Provincial de Sevilla, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις και, ιδίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός του οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν σε τρίτους από το ασφαλισμένο όχημα. Η σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως μπορεί όμως να προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο ασφαλιστής θα έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου.