ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 20ής Ιουνίου 1996 ( *1 )
|
1. |
Τα ερωτήματα τα οποία εγείρει το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autónoma del País Vasco (Sala de lo Social) αφορούν δύο βασικές πτυχές της κοινοτικής ρυθμίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, την οποία περιέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (στο εξής: κανονισμός) ( 1 ). Τα υποβαλλόμενα στην κρίση του Δικαστηρίου προβλήματα άπτονται αφενός μεν της μεθόδου υπολογισμού του λεγομένου θεωρητικού ποσού των παροχών αναπηρίας, αφετέρου δε του μηχανισμού καθορισμού του πραγματικού ποσού των παροχών που λαμβάνει ο διακινούμενος από καθέναν από τους κατ' ιδίαν φορείς στους οποίους έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του δραστηριότητας. |
|
2. |
Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως έχουν, συνοπτικά, ως εξής. O Eduardo Lafuente Nieto (στο εξής: εκκαλών), Ισπανός μισθωτός εργαζόμενος, κατέβαλε, υπό την ισπανική νομοθεσία, εισφορές για 1898ημέρες προ του 1969. Έκτοτε, μετοίκησε στη Γερμανία, όπου κατέβαλλε εισφορές στον αρμόδιο φορέα της χώρας εκείνης μέχρι το 1990, οπότε έπαθε μόνιμη αναπηρία. |
|
3. |
Για λόγους που δεν μνημονεύει το παρα-πέμπον δικαστήριο, ο αρμόδιος γερμανικός φορέας τού αναγνώρισε σύνταξη αναπηρίας αποκλειστικά και μόνο για την περίοδο απασχολήσεως που είχε διανύσει στη Γερμανία, χωρίς δηλαδή να λάβει υπόψη την εργασιακή δραστηριότητα την οποία είχε ασκήσει o Lafuente στη χώρα καταγωγής του. |
|
4. |
Ο εκκαλών εστράφη, ως εκ τούτου, στον αρμόδιο ισπανικό φορέα, το Instituto Nacional de la Seguridad Social, INSS (στο εξής μνημονεύεται και ως: εφεσίβλητο), ζητώντας να του αναγνωριστεί η σύνταξη αναπηρίας σε συνάρτηση προς την περίοδο απασχολήσεως που είχε διανύσει στην Ισπανία. Κατ' εφαρμογήν της οικείας εθνικής ρυθμίσεως, το εφεσίβλητο αναγνώρισε στον εκκαλούντα το δικαίωμα επί της παροχής αναπηρίας, χορηγώντας του σύνταξη ύψους 9226 ισπανικών πεσετών (PTA) τον μήνα καταβλητέα δεκατέσσερις φορές τον χρόνο. Το ποσό αυτό καθορίστηκε βάσει πλάσματος δικαίου. Επειδή ο εκκαλών δεν εργαζόταν στην Ισπανία κατά την περίοδο που προηγήθηκε της επελεύσεως της αναπηρίας, ο φορέας κατέφυγε στο — αντλούμενο από τον εθνικό νόμο — κριτήριο, κατά το οποίο τον εθεώρησε ως μη υπέχοντα υποχρέωση εισφοράς ( 2 ). Κατά συνέπεια το ποσό της αναπηρικής του συντάξεως υπολογίστηκε βάσει του ελάχιστου μισθού της συλλογικής συμβάσεως ( 3 ). Όσον αφορά δε τον υπολογισμό της επιμεριστικός αναλογούσας στην ισπανική διοίκηση παροχής, η διάρκεια της περιόδου που διήνυσε ο εκκαλών στην Ισπανία συναρτήθηκε προς τη συνολική διάρκεια της εργασιακής δραστηριότητας του Lafuente Nieto. |
|
5. |
Ο εκκαλών εθεώρησε ανακριβή τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποίησε το εφεσίβλητο: δεν ήταν, κατ' αυτόν, ορθή ούτε η βάση επιβολής των εισφορών, που χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί το θεωρητικό ποσό της παροχής, ούτε ήταν ορθό το κριτήριο που επελέγη για τον αναλογικό επιμερισμό. Προσέφυγε, κατά συνέπεια, στο Juzgado de lo Social de Bizkaia. To πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε όμως αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντος να λάβει, με βάσεις υπολογισμού διαφορετικές από εκείνες που είχε υιοθετήσει το εφεσίβλητο, παροχή αναπηρίας ανερχόμενη σε 56485 PTA μηνιαίως. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απερρίφθη. |
|
6. |
Κατά της παραπάνω αποφάσεως, ο εκκαλών άσκησε έφεση ενώπιον του Tribunal de lo Social del País Vasco. Το τελευταίο εγείρει τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
7. |
Στην ουσία, τα πέντε πρώτα ερωτήματα αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της παροχής αναπηρίας. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο ερώτημα αφορά την υπαγωγή της ισχύουσας ισπανικής ρυθμίσεως στη μια ή στην άλλη προβλεπόμενη από τον κοινοτικό κανονισμό κατηγορία. Τα επόμενα τέσσερα έχουν ως αντικείμενο το πρόβλημα αν ο αρμόδιος ισπανικός φορέας οφείλει να καθορίσει το επίμαχο ποσό συνυπολογίζοντας τις εισφορές που έχει καταβάλει ο διακινούμενος στον αρμόδιο φορέα άλλου κράτους μέλους ή αν μπορούν, χάριν αυτού του καθορισμού, να εφαρμοστούν άλλα κριτήρια: δηλαδή είτε το προβλεπόμενο από την εσωτερική νομοθεσία, της αναφοράς στον ελάχιστο μισθό, είτε το έτερο κριτήριο — νομολογιακής, αντιθέτως, προελεύσεως — της χρησιμοποιήσεως του μέσου όρου μεταξύ της ελαχίστης και της μεγίστης βάσεως, τις οποίες καθορίζει η διοικητική αρχή ( 4 ). Επικουρικώς, το παραπέμπον δικαστήριο υποβάλλει το ερώτημα αν, άπαξ αποκλεισθεί το ότι η παροχή αναπηρίας πρέπει να υπολογιστεί βάσει των εισφορών που έχει καταβάλει ο διακινούμενος στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, προκύπτει ρύθμιση αντιβαίνουσα προς τις αρχές που καθιερώνονται στα άρθρα 51 και 48 της Συνθήκης. |
|
8. |
Με τό έκτο ερώτημα, αντιθέτως, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την έννοια της «μέγιστης διάρκειας», για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ', (νυν άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο α') του κανονισμού. Τούτο δε για να συναγάγει αν ο συντελεστής της ασφαλιστικής εισφοράς της αρμοδιότητας του ισπανικού φορέα πρέπει να υπολογιστεί σε συνάρτηση προς ολόκληρη την περίοδο απασχολήσεως την οποία έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος στη χώρα καταγωγής του και στη χώρα εγκαταστάσεως του ή σε συνάρτηση προς τον ελάχιστο χρόνο τον οποίο προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τη γένεση του δικαιώματος αναπηρικής συντάξεως. |
|
9. |
Το Βασίλειο της Ισπανίας, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και ο εκκαλών παρέστησαν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Μαΐου 1996 και ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους. |
Τα πέντε πρώτα προδικαστικά ερωτήματα
|
10. |
Κρίνω σκόπιμο, πριν εξετάσω επί της ουσίας τα πέντε πρώτα ερωτήματα, να εντάξω τις εριζόμενες διατάξεις στην αλληλουχία του κανονισμού. |
|
11. |
Οι νομοθεσίες περί αναπηρικών συντάξεων που εφαρμόζονται στην ισπανική και στη γερμανική έννομη τάξη είναι διαφορετικού τύπου. Η ισπανική ανήκει στον λεγόμενο τύπο Α. Πρόκειται για σύστημα που στηρίζεται στον κίνδυνο. Κατά τη ρύθμιση αυτή, πράγματι, το ύψος της αναπηρικής συντάξεως οεν εξαρτάται από τη οιάρκεια της περιόοον ασφαλίσεως που έχει συμπληρωθεί. Η γερμανική νομοθεσία, αντιθέτως, ανήκει στον λεγόμενο τύπο Β. Πρόκειται για σωρευτικό σύστημα. Το ύψος της αναπηρικής συντάξεως καθορίζεται σε συνάρτηση προς τη διάρκεια των περιόδων καταβολής εισφορών ( 5 ). |
|
12. |
Η χορήγηση των αναπηρικών συντάξεων σε έναν διακινούμενο εργαζόμενο, ο οποίος — όπως ο Lafiiente Nieto — έχει υπαχθεί, κατά την εργασιακή του απασχόληση, σε ασφαλιστικά καθεστώτα αφενός τύπου Α και αφετέρου τύπου Β, ρητώς ρυθμίζεται από τον κανονισμό. Το άρθρο 40, παράγραφος 1, ορίζει, πράγματι, ότι ο εργαζόμενος ο οποίος, διαδοχικά ή κατά περιόδους, έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, εκ των οποίων τουλάχιστον μία δεν αποτελεί σύστημα τύπου Α, δικαιούται των παροχών που περιγράφονται στις διατάξεις του κεφαλαίου 3 του κανονισμού [«Γήρας και θάνατος (συντάξεις)» — άρθρα 44 έως 51], οι οποίες, στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται κατ' αναλογία. |
|
13. |
Μεταξύ των τελευταίων αυτών άρθρων, το άρθρο 45, παράγραφος 1, ορίζει ότι, για να εξακριβώσει την ύπαρξη συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας λαμβάνει υπόψη όλες τις περιόδους απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί στα κατ' ιδίαν κράτη μέλη, όπου έχει εργαστεί ο διακινούμενος, σαν να επρόκειτο για περιόδους συμπληρωθείσες υπό τη δική του νομοθεσία. Ο εργαζόμενος δεν πρέπει να χάνει τα ασφαλιστικά του δικαιώματα για τοπ λόγο ότι άσκησε την ελευθερία κυκλοφορίας της οποίας απολαύει ( 6 ). |
|
14. |
Στην προκειμένη περίπτωση — δέον να διευκρινιστεί —, δεν ερίζεται το δικαίωμα του εκκαλούντος επί αναπηρικής συντάξεως. Τα ερωτήματα αφορούν αποκλειστικά το ποσό που του οφείλεται. Ασκούν επιρροή, προς καθορισμό του, οι κανόνες που περιέχονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, που διέπουν την εκκαθάριση των ασφαλιστικών παροχών των οποίων δικαιούται ο εργαζόμενος, όπως εν προκειμένω, βάσει της αρχής του συνυπολογισμού. |
|
15. |
Οι αρχές που διέπουν αυτή την εκκαθάριση είναι οι της σωρεύσεως των περιόδων κατοικίας και ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί στα διάφορα κράτη μέλη και της αναλογικής κατανομής μεταξύ των αρμοδίων φορέων (του αναλογικού επιμερισμού) των οφειλομένων στον ενδιαφερόμενο παροχών. Ο κανονισμός ορίζει περαιτέρω πώς πρέπει να εφαρμόζονται οι αρχές αυτές. Ο αρμόδιος φορέας κάθε κράτους μέλους οφείλει, κατ' αρχάς, να υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής. Σε ένα σύστημα τύπου Α όπως το ισπανικό, το θεωρητικό ποσό καθορίζεται σύμφωνα με τη δεύτερη περίοδο της διατάξεως: «αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο» (άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α' η υπογράμμιση δική μου). Στην υπό κρίση περίπτωση, το θεωρητικό ποσό κατά την έννοια του κανονισμού πρέπει, επομένως, να προσδιοριστεί με τον τρόπο που ορίζει η ισπανική νομοθεσία. |
|
16. |
Αφού προσδιορίσει ως άνω το θεωρητικό ποσό, ο αρμόδιος φορέας καθορίζει το λεγόμενο πραγματικό ποσό της παροχής. Αυτό καθορίζεται κατ' αναλογία προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό την υπ' αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία σε σχέση προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν, προ της επελεύσεως της κινδύνου, υπό τις νομοθεσίες όλων των εμπλεκομένων κρατών μελών (άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β'). |
|
17. |
Οι κανόνες που περιέχονται στο άρθρο 47 (που επιγράφεται χαρακτηριστικά «Συμπληρωματικές διατάξεις για τον υπολογισμό των παροχών») προσδιορίζουν, αντιθέτως, τις τεχνικής — θα έλεγε κανείς — φύσεως διατάξεις, τις οποίες χρησιμοποιούν οι εθνικοί φορείς για τον προσδιορισμό του θεωρητικού ποσού και της επιμεριστικώς αναλογούσας σ' αυτούς ασφαλιστικής παροχής. Για την παρούσα διαφορά, όπως προκύπτει από τα προδικαστικά ερωτήματα, δύο από τις διατάξεις του άρθρου αυτού αποκτούν σημασία. Αφενός, η του στοιχείου β' (νυν στοιχείο δ') ορίζει: «ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί του ποσού των αποδοχών, των εισφορών ή των προσαυξήσεων, προσδιορίζει τις αποδοχές, τις εισφορές ή τις προσαυξήσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, βάσει του μέσου όρου των αποδοχών, των εισφορών ή των προσαυξήσεων, ο οποίος διαπιστώνεται για τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός». Αφετέρου, ο κανόνας του στοιχείου ε', που προσετέθη — ας επισημανθεί ευθύς αμέσως — με την ευκαιρία της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα ( 7 ), έχει ως εξής: «ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται στον μέσο όρο εισφορών, καθορίζει αυτόν τον μέσο όρο σε συνάρτηση με τις περιόδονς ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). |
|
18. |
Οι δύο παρατιθέμενες ανωτέρω διατάξεις πρέπει να εξετασθούν πιο προσεκτικά, για να δοθεί απάντηση στα υποβαλλόμενα ερμηνευτικά ερωτήματα. Όπως είπα ήδη, το εφεσίβλητο υπολόγισε το θεωρητικό ποσό της παροχής βάσει όσων ορίζει η εθνική νομοθεσία. Κατά την εν λόγω ρύθμιση, η παροχή αναπηρίας υπολογίζεται σε συνάρτηση προς τη βάση επιβολής εισφορών του εργαζομένου κατά τους 84 μήνες που προηγήθηκαν της επελεύσεως της αναπηρίας (τη λεγόμενη «περίοδο αναφοράς»). Η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 4, της εθνικής ρυθμίσεως (νόμος 26 της 31ης Ιουλίου 1985) ορίζει, όμως, ότι, στην περίπτωση που, κατά την περίοδο αναφοράς, ο εργαζόμενος δεν υπέκειτο σε υποχρέωση καταβολής εισφορών, το κενό αυτό συμπληρώνεται με την αναφορά στον ελάχιστο μισθό της συλλογικής συμβάσεως. Επειδή, όμως, ο εκκαλών, κατά την περίοδο αναφοράς, απασχολούνταν στη Γερμανία και, άρα, δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής εισφορών υπό το ισπανικό σύστημα, η βάση επιβολής των εισφορών του, προς προσδιορισμό του ύψους της παροχής, υπολογίστηκε βάσει της προ-μνησθείσας παραμέτρου του ελαχίστου μισθού της συλλογικής συμβάσεως. |
|
19. |
Σ' αυτό όμως ακριβώς το σημείο ανακύπτουν οι αμφιβολίες που πρέπει να επιλυθούν υπό το πρίσμα του κανονισμού. Βάσει όσων ορίζουν οι κοινοτικές διατάξεις, θα όφειλε άραγε ο αρμόδιος ισπανικός φορέας να προσδιορίσει το θεωρητικό ποσό παραπέμποντας όχι στον ελάχιστο μισθό της συλλογικής συμβάσεως, τον οποίο χρησιμοποιεί η εθνική νομοθεσία, αλλά στους μισθούς που ελάμβανε ο Lafuente Nieto στη Γερμανία κατά την υπό κρίση περίοδο; Ή μήπως θα μπορούσαν να υιοθετηθούν άλλα και διαφορετικά κριτήρια, όπως το του μέσου όρου μεταξύ της ελαχίστης και της μεγίστης βάσεως επιβολής εισφορών; |
|
20. |
Κατά το παραπέμπον δικαστήριο, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνάει αναγκαστικά από μια πρώτη και προκαταρκτική κατάταξη, για την οποία πρέπει να εξεταστεί αν το ισπανικό σύστημα, που θεμελιώνεται στην έννοια της βάσεως επιβολής εισφορών, πρέπει να υπαχθεί στη διάταξη του στοιχείου β' ή στην του στοιχείου ε' του άρθρου 47. |
|
21. |
Οι διάδικοι προβάλλουν σχετικώς διιστάμενες απόψεις. Το Βασίλειο της Ισπανίας, αλλά και το παραπέμπον δικαστήριο, είναι της γνώμης ότι η υπό κρίση περίπτωση διέπεται από τον κανόνα του στοιχείου ε'. Ο εκκαλών, αντιθέτως, υπάγει την ισπανική νομοθεσία στον τύπο που προβλέπεται στο στοιχείο β' του εν λόγω άρθρου. |
|
22. |
Διαφορετική, ακόμη, είναι η άποψη της Επιτροπής, που εντάσσει τη ρύθμιση της περιπτώσεως μας στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', βασιζόμενη στα όσα αποφάσισε το Δικαστήριο με την απόφαση Weber ( 8 ). Κατά τα λεγόμενα της Επιτροπής, η απόφαση αυτή απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων που περιέχονται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού ένα σύστημα παροχών αναπηρίας του τύπου εκείνου που ισχύει στην Ισπανία (δηλαδή, όπως είδαμε, τύπου Α). |
|
23. |
Αυτές είναι οι διάφορες απόψεις που έχει να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο. Εγώ θα τις εξετάσω, αρχίζοντας από αυτήν που υποστηρίζει η Επιτροπή. Θα ασχοληθώ έπειτα με τις προτάσεις του εκκαλούντος και του Βασιλείου της Ισπανίας. |
|
24. |
Η άποψη της Επιτροπής είναι σαφής και έχει το προσόν ότι απλουστεύει αισθητά την επίλυση του προβλήματος. Κατ' αυτήν, η εφαρμοστέα διάταξη ανευρίσκεται σε άλλη διάταξη του κανονισμού, διαφορετική από εκείνη που επικαλείται το παραπέμπον δικαστήριο. 'Ετσι, τίθενται διά μιας εκποδών τα πρώτα πέντε ερωτήματα που εγείρονται στη διάταξη παραπομπής. Επί της ουσίας, η προτεινόμενη λύση χρήζει προσεκτικής εξετάσεως. |
|
25. |
Η υπόθεση Weber αφορούσε την ολλανδική ρύθμιση περί παροχών αναπηρίας, η οποία — όπως και η εξεταζομένη εδώ ισπανική — ήταν τύπου Α. Στην περίπτωση εκείνη, όμως — κατ' αντίθεση προς την εδώ εξεταζόμενη —, το θεωρητικό ποσό της παροχής αναπηρίας προσδιοριζόταν με βάση την παράμετρο του ημερομισθιου που θα ελάμβανε ο ενδιαφερόμενος κατά το έτος που επακολουθεί την επέλευση της αναπηρίας. Τούτο, στην περίπτωση ασκήσεως ενός μόνο επαγγέλματος, σήμαινε, στην πράξη, ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο μέσος μισθός του ενδιαφερομένου κατά το αμέσως προηγούμενο της επελεύσεως της αναπηρίας έτος. Ο Weber, ο οποίος είχε εργασθεί προηγουμένως στις Κάτω Χώρες, μετέφερε την έδρα της απασχολήσεως του στη Γερμανία, πριν καταστεί ανίκανος προς εργασία. Κατ' αντίθεση προς το INSS στην παρούσα περίπτωση, ο ολλανδικός φορέας είχε υπολογίσει το θεωρητικό ποσό της παροχής βάσει του τελευταίου μισθού τον οποίο έλαβε ο εργαζόμενος στο άλλο κράτος μέλος, ήτοι στη Γερμανία. Ο Weber αξίωνε από τον εν λόγω φορέα να υπολογίσει, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 1, το θεωρητικό ποσό βάσει του μέσου όρου των μισθών τους οποίους είχε λάβει στις Κάτω Χώρες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, όεν συμπεριλάμβαναν ένα σύστημα παροχών αναπηρίας, κατά το οποίο το ποσό των παροχών είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των σνμπληρωθεισών περιόδων ασφαλίσεως, η δε απώλεια μισθού υπολογίζεται με βάση τον τελευταίο σταθερό μισθό που έλαβε ο ενδιαφερόμενος (για την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε συνήθως πριν επέλθει η ανικανότητα προς εργασία) ή με βάση τον μέσο όρο των μισθών που ελάμβανε επί ορισμένη περίοδο (μη υπερβαίνουσα τη διετία) πριν, πάντα, από την επέλευση της αναπηρίας ( 9 ). |
|
26. |
Ανάλογες σκέψεις ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, με τις προτάσεις του στην υπόθεση Reichling ( 10 ) ( 11 ). Στην υπόθεση εκείνη, η παροχή αναπηρίας έπρεπε, κατά τον εθνικό νόμο, να βασιστεί στον τελευταίο μισθό που καταβλήθηκε στον αιτούντα πριν αυτός καταστεί ανίκανος προς εργασία. Ερι-ζόταν το αν ο αρμόδιος βελγικός ασφαλιστικός φορέας όφειλε να υπολογίσει την παροχή αναπηρίας βάσει του μισθού που είχε λάβει ο εργαζόμενος αμέσως πριν την επελθούσα στο Λουξεμβούργο αναπηρία (όπου, ασκώντας την ελευθερία εγκαταστάσεως, ο ενδιαφερόμενος είχε μεταβεί προς εύρεση εργασίας) ή βάσει του τελευταίου του μισθού στο Βέλγιο, χώρα όπου είχε απασχοληθεί αυτός προηγουμένως. Kol σ' εκείνη την περίπτωση, τα κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα των δύο χωρών ήσαν διαφορετικά. Όπως και στη σημερινή περίπτωση, η εφασμοστέα από τον αρμόδιο (βελγικό) φορέα νομοθεσία ήταν τύπου Α, ενώ η λουξεμβουργιανή νομοθεσία ήταν του ίδιου τύπου με τη γερμανική (τύπου Β). Υπήρχε άλλωστε άλλη μια αναλογία με την παρούσα υπόθεση. Η εφαρμοστέα από τον αρμόδιο φορέα νομοθεσία όριζε ότι, αν, κατά την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία, ο δικαιούχος είχε παύσει να υπόκειται προ 14ημερών και πλέον στο βελγικό ασφαλιστικό σύστημα, θα εφαρμοζόταν, για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής — και εκεί, πλασματικά — ο ελάχιστος μισθός τον οποίον ορίζει για τον υπάλληλο πρώτης κατηγορίας η εθνική επικουρική επιτροπή ισομερούς συνθέσεως για τους υπαλλήλους. Εν όψει των στοιχείων της υποθέσεως, ο γενικός εισαγγελέας συμπέρανε ότι η απόφαση Weber «ισχύει εξ ίσου και όσον αφορά τη βελγική νομοθεσία, η οποία υπολογίζει την παροχή αναπηρίας σε αναφορά με τον τελευταίο μισθό του αιτούντος» ( 12 ). Ως αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού, αποκλειόταν η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 47, παράγραφος 1, στην κρινομένη διαφορά. |
|
27. |
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι τα προ-μνησθέντα νομολογιακά προηγούμενα αφορούν περιπτώσεις που, από διάφορες απόψεις, είναι παρεμφερείς με αυτήν που μας απασχολεί εδώ. Προσθέτω ότι η άποψη της Επιτροπής έχει το προσόν ότι μας βοηθεί να συλλογιστούμε περί το νόημα των διατάξεων του άρθρου 47, παράγραφος 1, και του πεδίου εφαρμογής τους. Πρόκειται για κανόνες που έχουν τεθεί με κύριο σκοπό την απλούστευση των κριτηρίων υπολογισμού των παροχών. Ο σκοπός αυτός προκύπτει σαφώς όταν εξετάζεται ένα σύστημα σωρευτικού τύπου, που λειτουργεί βάσει των ποσών που έχει καταβάλει στη διάρκεια του χρόνου ο ενδιαφερόμενος. Όταν, αντιθέτως, ο αρμόδιος για τη χορήγηση της παροχής φορέας καλείται να εφαρμόσει ένα σύστημα θεμελιούμενο στον κίνδυνο, ο δε εργαζόμενος — όπως συμβαίνει στην περίπτωση μας — δεν είναι πλέον ασφαλισμένος από σύστημα τέτοιου τύπου κατά τον χρόνο επελεύσεως της αναπηρίας, λειτουργεί το πλάσμα του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού: οι περίοδοι εργασιακής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος λογίζονται ως συμπληρωθείσες στο κράτος και υπό την έννομη τάξη στην οποία ανήκει ο αρμόδιος κοινωνικοασφαλιστικός φορέας. |
|
28. |
Αντιλαμβάνομαι τα προβλήματα που μπορούν να ανακύψουν από την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 47, παράγραφος 1, σε μια τέτοια κατάσταση. Η περίοδος στην οποία πρέπει να αναχθεί ο εφαρμοστέος εθνικός νόμος για να καθορίσει τη σύνταξη αναπηρίας ενδέχεται να ανατρέξει σε πολύ παρωχημένο χρόνο- στην περίπτωση αυτή, η χορηγούμενη παροχή θα έπαυε να αντιστοιχεί στην τωρινή βιοποριστική ικανότητα του ενδιαφερομένου. Το Δικαστήριο φρόντισε να κατοχυρώσει την επιταγή — η οποία διέπνεε άλλωστε, στις προμνησθείσες υποθέσεις, τόσο το ολλανδικό, όσο και το βελγικό σύστημα — να συναρτάται η χορηγητέα παροχή προς τον μισθό τον οποίο λαμβάνει ο ενδιαφερόμενος κατά τον χρόνο επελεύσεως της αναπηρίας. Η δε φροντίδα αυτή ήταν αναμφίβολα δικαιολογημένη. |
|
29. |
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σύνολο των διατάξεων που περιέχονται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, ισχύει αποκλειστικά επί συστημάτων όπου το ύψος της παροχής εξαρτάται από τη διάρκεια της περιόδου ασφαλίσεως. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, αλλά και από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weber, το άρθρο 47, παράγραφος 1, μπορεί να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις που διέπονται από το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α' ( 13 ). Σημασία έχει η παροχή αναπηρίας βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως να μην καταλήγει να θίγει τις αρχές που θέτει το άρθρο αυτό χάριν προστασίας του διακινουμένου ( 14 ). Έπεται ότι η εφαρμογή το άρθρου 47, παράγραφος 1, στην περίπτωση μας δεν μπορεί να αποκλεισθεί κατηγορηματικά, όπως θα ήθελε η Επιτροπή. Μια τέτοια άποψη, όσο κι αν είναι — ας πούμε — γοητευτική, δεν ευσταθεί, για τους λόγους που εξηγώ παρακάτω. |
|
30. |
Πρωτ' απ' όλα, η Επιτροπή προτείνει την προεκτιθέμενη λύση παραγνωρίζοντας ένα στοιχείο που έχει, ωστόσο, αποφασιστική σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Η διάταξη του στοιχείου ε' του άρθρου 47, παράγραφος 1, εισήχθη κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως της Ισπανίας στην Κοινότητα — μετά, δηλαδή, την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weber. |
|
31. |
Όπως, όμως, υπέμνησα ήδη, το άρθρο 40 του κανονισμού παραπέμπει ρητά, για τη ρύθμιση των παροχών αναπηρίας, στο σύστημα των κανόνων του κεφαλαίου 3, άρα και στους κανόνες του άρθρου 47, παράγραφος 1. Εν όψει του γράμματος της διατάξεως, δεν μπορεί να αποκρουστεί η εφαρμογή της στην υπόθεσή μας με την επίκληση όσων έχει αποφασίσει το Δικαστήριο σε άλλες περιπτώσεις, όσο και αν αυτές ήσαν από ορισμένες απόψεις παρόμοιες. Εξ άλλου, ούτε το διατακτικό της αποφάσεως Weber, ούτε οι σχετικές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, αλλ' ούτε και τα σχετικά χωρία που αφιερώνει στο ζήτημα αυτό ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στην υπόθεση Reichling, μας επιτρέπουν να καταλήξουμε σε μια τόσο ριζική λύση. Στα νομολογιακά αυτά προηγούμενα, κρίνονται οι διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφος 1, ανεφάρμοστες σε περιπτώσεις που ανέκυψαν υπό το βελγικό και υπό το ολλανδικό σύστημα, όπου το θεωρητικό ποσό της παροχής προσδιορίζεται βάσει του τελευταίου μισθού που έλαβε ο ενοιαφερόμενος. Το κριτήριο που καθιέρωναν εκείνα τα συστήματα είναι δηλαδή διαφορετικό από το κριτήριο της βάσεως επιβολής εισφορών κατά την περίοδο αναφοράς, το οποίο θέτει η ισπανική νομοθεσία. Η διαφορά αυτή είναι — κατ' εμέ — σημαντική, εφόσον η έννοια της (μέσης) βάσεως επιβολής εισφορών ρητώς προβλέπεται στη ρύθμιση του κανονισμού, κατ' αντίθεση προς την έννοια στην οποία θεμελιώνονταν τα τότε εξεταζόμενα συστήματα. |
|
32. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι αρχές που έγιναν δεκτές στην υπόθεση Weber συνεπάγονται το ανεφάρμοστο του κανόνα του στοιχείου ε' στην περίπτωση μας. Και τούτο διότι η γένεση της διατάξεως συνδέθηκε με την ανάγκη προσαρμογής της ρυθμίσεως του κανονισμού αποκλειστικά στο ισπανικό σύστημα παροχών λόγω γήρατος και θανάτου. Απαντώντας σε ερώτηση που της έθεσε κατά τη διαδικασία το Δικαστήριο, η Επιτροπή ισχυρίστηκε, όντως, ότι «ο κανόνας του άρθρου 47 αναφέρεται αποκλειστικά στην ισπανική νομοθεσία για τον υπολογισμό των παροχών λόγω γήρατος και θανάτου» (sic), προσθέτοντας ότι, αν υπήρχε η βούληση να περιληφθούν και άλλες παροχές, θα γινόταν προσθήκη στην ενότητα Δ' του παραρτήματος VI του κανονισμού, που αφορά την Ισπανία. Η θέση όμως — όπως μου φαίνεται — την οποία λαμβάνει σήμερα η Επιτροπή διαφέρει από εκείνη που είχε δεδηλωμένα υιοθετήσει με την πρόταση της για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 (πρόταση που κατέληξε τελικά στον κανονισμό 1248/92 ( 15 )). Ειδικότερα, παρουσιάζοντας τους κανόνες που εισήχθησαν στον αριθμό 4 της ενότητας Δ', η Επιτροπή έλεγε τότε: «ο νέος αριθμός 4 του παραρτήματος VI, ενότητα Δ', διευκρινίζει τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου αυτού [άρθρου 47] για την Ισπανία (...). Ο αριθμός 4 εγγυάται έναν τύπο αναπροσαρμογής της λαμβανομένης συντάξεως (...). Έτσι, για τον υπολογισμό των συντάξεων γήρατος και αναπηρίας, ο τύπος αυτός εγγυάται την αναπροσαρμογή (...)» (η υπογράμμιση δική μου) ( 16 ). |
|
33. |
Σύμφωνα με τις προθέσεις που εξεδήλωσε τότε η Επιτροπή, δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 47 έπρεπε να έχει εφαρμογή και στο ισπανικό σύστημα παροχών αναπηρίας. Προσθέτω, συναφώς, ότι αυτή φαίνεται να υπήρξε η άποψη και του Συμβουλίου. Όπως θα δούμε καλύτερα κατά την εξέταση του έκτου ερωτήματος, ο κανονισμός 1248/92«μετέφερε» τον κανόνα που αρχικά περιεχόταν στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ', στο εσωτερικό του άρθρου 47, παράγραφος 1 (στο στοιχείο α'), με μια προσθήκη όμως που περιορίζει την εφαρμογή αυτού του κανόνα μόνο στα συστήματα σωρευτικού τύπου και την αποκλείει, κατά συνέπεια, από τα συστήματα τύπου Α. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την απόφαση Weber συνάγεται ότι το σύνολο των κανόνων του άρθρου 47 πρέπει κατ' ανάγκην να εφαρμόζεται μόνο στα συστήματα σωρευτικού τύπου. Το 1992, οκτώ χρόνια μετά την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο (αλλά και η Επιτροπή, με την πρόταση της κανονισμού) αισθάνθηκαν την ανάγκη να περιορίσουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 47, παράγραφος 1, στα συστήματα τύπου Β αποκλειστικά όσον αφορά τον κανόνα του νέου στοιχείου α' του άρθρου αυτού: Γιατί όμως — διερωτώμαι — να θέλησαν ή να όφειλαν να αναφερθούν σε έναν μόνο κανόνα του άρθρου 47, παράγραφος 1, και όχι σε όλους τους υπόλοιπους; Ένδειξη, κατά την άποψη μου, ότι δεν είχε αποκλεισθεί συλλήβδην η εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 47, παράγραφος 1, στα συστήματα τύπου Α. |
|
34. |
Η υπόθεση στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή, επομένως, είναι κάθε άλλο παρά αποδεδειγμένη. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 47 ισχύει και στην περίπτωση μας. Το πρόβλημα το οποίο θέτει εδώ το ρυθμιστικό και ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου είναι — κατά την άποψη μου — ενδεχομένως να εξετάσει όχι αν, αλλά πώς το άρθρο 47, παράγραφος 1, μπορεί να προσαρμοσθεί στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα που συναντάμε στην ισπανική έννομη τάξη. |
|
35. |
Σε σχέση προς την τελευταία αυτή πτυχή της υποθέσεως, αποκτούν σημασία οι θέσεις του εκκαλούντος και του Βασιλείου της Ισπανίας, που — καίτοι διαφορετικές — εκκινούν ακριβώς, και η μία και η άλλη, από την υπόθεση ότι αποκλείεται η απόφαση Weber να ισχύει επί της ισπανικής νομοθεσίας περί παροχών αναπηρίας. Αμφότερες οι θέσεις προϋποθέτουν, πράγματι, ότι στην υπό κρίση υπόθεση έχουν εφαρμογή οι κανόνες του άρθρου 47, παράγραφος 1. |
|
36. |
Ποια είναι η άποψη του εκκαλούντος; Η έκφραση «βασίζεται στον μέσο όρο εισφορών», που χρησιμοποιείται στο στοιχείο ε' που προσετέθη στο άρθρο 47, παράγραφος 1, δημιουργεί μια τεχνητή έννοια, ουσιαστικά ξένη προς το εθνικό κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο. Κατά την εθνική ρύθμιση, η βάση επιβολής εισφορών δεν είναι τίποτε άλλο, ουσιαστικά, από τον μισθό ( 17 ). Η ισπανική νομοθεσία θα έπρεπε, επομένως, να υπαχθεί στην έννοια του «ποσού των αποδοχών» που προβλέπεται στο στοιχείο β' του άρθρου 47 του κανονισμού, με τη μορφή που είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ( 18 ). |
|
37. |
Ο εκκαλών υποστηρίζει ότι η έννοια της βάσεως επιβολής εισφορών δεν προσαρμόζεται — ούτε μπορεί, άρα, να λειτουργήσει — σε ένα σύστημα του τύπου που ισχύει στην Ισπανία. Ο ισχυρισμός αυτός όμως ελέγχεται διττώς. Πρώτον, το στοιχείο ε' του άρθρου 47 προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών πρέπει να βασίζεται στον μέσο όρο εισφορών και όχι ότι το θεωρητικό ποσό είναι η μέση βάση επιβολής εισφορών. Οι «λογιστικοί» όμως κανόνες, τους οποίους προβλέπει η ισπανική νομοθεσία, συμμορφώνονται — νομίζω — επακριβώς με την προϋπόθεση που έπρεπε να πληρωθεί. Πράγματι, το να εφαρμόζεται, όπως γίνεται σύμφωνα με τον προμνησθέντα νόμο 26/1985, ένας πάγιος διαιρέτης (98) στο άθροισμα των 84 βάσεων επιβολής των εισφορών που έχει καταβάλει ο εργαζόμενος κατά την περίοδο αναφοράς, για να υπολογιστεί το ύψος της παροχής αναπηρίας, είναι το ίδιο με το να υπολογίζεται η παροχή βάσει ενός ποσού που αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των εισφορών ( 19 ). Στην ουσία, επομένως, προβλέπεται όντως «υπολογισμός βασιζόμενος στον μέσο όρο των εισφορών», όπως το απαιτεί το γράμμα του κανονισμού. |
|
38. |
Πέραν τούτου, βρίσκω πειστικά τα επιχειρήματα τα οποία αντέταξε στον εκκαλούντα το Βασίλειο της Ισπανίας, τα οποία άλλωστε σκιαγραφούνται στην ίδια την παραπεμπτική διάταξη (η οποία αναφέρεται στη σχεδόν ομόφωνη γνώμη της ισπανικής νομολογίας ( 20 )). Ο κανόνας του στοιχείου ε' εισήχθη κατά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, λόγω ακριβώς της ιδιομορφίας του ισπανικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος στους τομείς της αναπηρίας και του γήρατος, που δεν προβλέπει την έννοια των αποδοχών ή των εισφορών, αλλά την έννοια της βάσεως επιβολής εισφορών. Αυτό, λοιπόν, το στοιχείο του ιστορικού της νομοθετικής εξελίξεως μας δείχνει με τρόπο σαφή, κατά την άποψη μου, ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να προσαρμοστεί ο κανονισμός στο νέο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, που, με την είσοδο της Ισπανίας, ενσωματωνόταν στο πλαίσιο της Κοινότητας. Από την άλλη πλευρά, το εκτιθέμενο συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι η διάταξη του παραρτήματος VI, στοιχείο Δ', αριθ. 4, που εισήχθη το 1992 αναφορικά με την Ισπανία, επανέλαβε, στη συνέχεια, την έννοια της πραγματικής βάσεως εισφοράς του ασφαλισμένου ( 21 ). Η έννοια αυτή προσιδιάζει, επομένως, στο ισπανικό σύστημα και το χαρακτηρίζει στα όμματα του κοινοτικού νομοθέτη ( 22 ). |
|
39. |
Ενώπιον τέτοιων σαφών δεδομένων του νομικού πλαισίου, θεωρώ, επομένως, ότι μπορώ να συμπεράνω, σχετικά με το πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, ότι οι διέπουσες την υπό κρίση περίπτωση διατάξεις είναι οι του στοιχείου ε' του κανονισμού. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθούν άνευ αντικειμένου το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα που τίθενται με τη διάταξη παραπομπής. |
|
40. |
Παραμένουν, έτσι, προς εξέταση το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, που αφορούν ακριβώς τον κανόνα του στοιχείου ε' και ζητούν διευκρινίσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής αυτής της διατάξεως. |
|
41. |
Αρχίζω από το δεύτερο ερώτημα. Με το ερώτημα αυτό, ο δικαστής προβάλλει διάφορες πιθανές ερμηνείες των κειμένων διατάξεων. Εδώ εξετάζω την ακόλουθη. Κατά την προμνησθείσα απόφαση Reichling, ο κανόνας του στοιχείου ε' έπρεπε να ερμηνευθεί με γνώμονα τις αρχές που καθιερώνουν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης, κατά τρόπον ώστε να απονέμει στους ιδιώτες δικαίωμα επί ασφαλιστικής παροχής συναρτωμένης προς τις αποδοχές που πραγματοποιούσαν αυτοί στο κράτος της τελευταίας κατοικίας τους κατά την περίοδο αναφοράς. |
|
42. |
Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι, «όταν η εφαρμοστέα σε κράτος μέλος νομοθεσία εξαρτά το ποσό της παροχής αναπηρίας από την αμοιβή που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο επελεύσεως της αναπηρίας του και ο οικείος εργαζόμενος δεν υπαγόταν, κατά τον χρόνο εκείνο, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού διότι απασχολείτο σε άλλο κράτος μέλος, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να υπολογίσει το θεωρητικό ποσό της παροχής με βάση την τελευταία αμοιβή που ελάμβανε ο εργαζόμενος σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος» (η υπογράμμιση δική μου) ( 23 ). |
|
43. |
Το συμπέρασμα αυτό — θέλω να υπενθυμίσω — αντλήθηκε από τις «θεμελιώδεις» αρχές που διέπουν το σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως, που τίθενται στο άρθρο 51 της Συνθήκης. Όπως είχε παρατηρήσει σ' εκείνη τη διαφορά ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, ο κανονισμός 1408/71 σκοπεί στην κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας για τους διακινουμένους εργαζομένους και τις οικογένειές τους τον συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής, καθώς και για τον υπολογισμό του ύψους αυτών ( 24 ). |
|
44. |
Η εφαρμογή τέτοιων αρχών στην εξεταζόμενη εδώ υπόθεση θα σήμαινε ότι πρέπει να υπολογιστεί η παροχή αναπηρίας υπέρ του Ισπανού εργαζομένου αναλόγως των αποδοχών που πραγματοποίησε αυτός, κατά την περίοδο αναφοράς, στη Γερμανία. Ο μέσος όρος των «βάσεων επιβολής εισφορών» του εργαζομένου κατά τους τελευταίους 84 μήνες της εργασιακής του δραστηριότητας, όπως προβλέπει η ισπανική νομοθεσία, θα αντιστοιχούσε, με άλλα λόγια, προς «τον τελευταίο εισπραχθέντα μισθό», τον οποίο προέβλεπε η βελγική νομοθεσία. Και στη μία και στην άλλη έννομη τάξη, οι παράμετροι αυτές χρησιμεύουν για τον προσδιορισμό του θεωρητικού ποσού, βάσει του οποίου πρέπει να καθοριστεί, στη συνέχεια, το πραγματικό ύψος της παροχής αναπηρίας. Οι μηχανισμοί αυτοί υπηρετούν τον σκοπό της προσαρμογής της ασφαλιστικής παροχής προς την πραγματική βιοποριστική ικανότητα που είχε ο εργαζόμενος πριν από την επέλευση της αναπηρίας. |
|
45. |
Έτσι, μόνον εφόσον εκκινήσουμε από μια τέτοια λειτουργική εξομοίωση του ισπανικού και του βελγικού συστήματος, μπορεί να επιλυθεί η περίπτωση μας βάσει του εδαφικού πλάσματος, το οποίο δέχτηκε το Δικαστήριο με την προηγούμενη απόφαση του. Το οφειλόμενο από τον αρμόδιο ισπανικό φορέα θεωρητικό ποσό θα πρέπει να υπολογιστεί σε συνάρτηση προς όσα εισπράττει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος: εν προκειμένω στη Γερμανία. Τη λογική αυτή ακολουθία προβάλλει και το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο, όταν μας λέει: «πρέπει, κατά πλάσμα, το έδαφος του άλλου κράτους μέλους (...) να λογισθεί ότι αποτελεί μέρος του ισπανικού εδάφους και, κατά συνέπεια, να κριθεί αν, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, θα υπήρχε υποχρέωση καταβολής εισφορών και, αν ναι, αν αυτή θα είχε την ίδια βάση υπολογισμού» ( 25 ). |
|
46. |
Η προεκτιθέμενη άποψη όμως δεν είναι πειστική. Ορμάται από την προϋπόθεση ότι πρέπει να παραλληλιστεί το ισπανικό σύστημα με άλλα, τα οποία όμως — κατά το μέτρο που ενδιαφέρει εδώ — είναι ανόμοια, παραγνωρίζει δε το ευρύτερο πλαίσιο της κοινοτικής ρυθμίσεως και αλλοιώνει την έννοια των κανόνων στους οποίους ρητώς παραπέμπει ο κανονισμός για τον καθορισμό της παροχής αναπηρίας. |
|
47. |
Τους λόγους του συμπεράσματός μου αυτού επιβεβαιώνει η εξέταση της δεύτερης εναλλακτικής λύσεως την οποία παραθέτει το παραπέμπον δικαστήριο, την οποία συμμερίζεται το Βασίλειο της Ισπανίας. Ας υπενθυμίσουμε τη διατύπωση αυτής της απόψεως: η βάση υπολογισμού των εισφορών πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εισφορές που έχουν καταβληθεί σε άλλο κράτος μέλος. Η άποψη αυτή έχει το προσόν ότι αντελήφθη ότι σκοπός του κανονισμού είναι ο συντονισμός και όχι η εναρμόνιση των εθνικών ρυθμίσεων, αλλά και ότι ορθώς αντελήφθη τους κανόνες που θεσπίστηκαν ειδικά λόγω της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα. |
|
48. |
Οι διάφορες διατάξεις του άρθρου 47 ορίζουν ότι ο αρμόδιος φορέας οφείλει να υπολογίζει το θεωρητικό ποσό — βάσει του οποίου θα κληθεί στη συνέχεια να χορηγήσει τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που του αναλογούν, σύμφωνα με το κριτήριο του αναλογικού επιμερισμού — αποκλειστικώς σε σχέση προς τα ποσά που έχει όντως καταβάλει σ' αυτόν ο εργαζόμενος. Η ρύθμιση αυτή δείχνει, εξ άλλου, ότι ο κανονισμός δεν έγινε με την πρόθεση να πλήξει την άλλη — επίσης θεμελιώδη — επιταγή της οικονομικής ισορροπίας των εθνικών συστημάτων. Η ισορροπία αυτή έχει προφανώς αντίκτυπο στην ικανότητα λειτουργίας των συστημάτων τα οποία επιδιώκει να συντονίσει η κοινοτική ρύθμιση, σε τελευταία δε ανάλυση και στην αποτελεσματικότητα της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας που προορίζεται για τους διακινουμένους εργαζομένους. Έτσι εξηγείται, λοιπόν, το ότι, χωρίς να διακρίνει μεταξύ συστημάτων τύπου Α και συστημάτων τύπου Β, ο κανονισμός παραπέμπει ρητώς και γενικώς στους κανόνες που έχουν τεθεί για να ρυθμίσουν τις παροχές λόγω γήρατος. Στο σύστημα της κοινοτικής ρυθμίσεως, κάθε αρμόδιος φορέας όπως για τις παροχές λόγω γήρατος, έτσι και για τις παροχές αναπηρίας, ανταπο-ÒCÒει σε συνάρτηση προς όσα έχει πράγματι καταβάλει ο εργαζόμενος κατά την περίοδο υπαγωγής του στον εφαρμοστέο εθνικό νόμο και όχι σε συνάρτηση κάποιας άλλης βάσεως ( 26 ). |
|
49. |
Όπως είδαμε, όμως, ο κανόνας του στοιχείου ε' του άρθρου 47 πρέπει να αναφέρεται και σε κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα τύπου Α. Ο κανόνας αυτός συμβαδίζει κάλλιστα με τη διάταξη του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, όταν το εφαρμοστέο σύστημα είναι σαν το ισπανικό. Κατά το ισπανικό σύστημα, όπως είδαμε, το θεωρητικό ποσό της παροχής στηρίζεται στην έννοια του μέσου όρου της βάσεως επιβολής εισφορών κατά την περίοδο αναφοράς ο κανόνας του στοιχείου ε' εξειδικεύει απλώς ποιες είναι οι μισθολογικές παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη προς τούτο. Διευκρινίζει ότι ο μέσος όρος της βάσεως επιβολής εισφορών επί της οποίας υπολογίζεται το θεωρητικό ποσό της παροχής αναπηρίας πρέπει να καθορίζεται «σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον». Πράγμα που σημαίνει ότι το θεωρητικό ποσό της οφειλομένης στον εκκαλούντα παροχής αναπηρίας πρέπει να προσδιοριστεί βάσει των παραμέτρων τις οποίες ορίζει η εθνική ρύθμιση, με αναφορά στις εισφορές που κατέβαλλε ο ενδιαφερόμενος στον ισπανικό φορέα εν όσω υπέκειτο στον νόμο της χώρας καταγωγής του (πριν δηλαδή μεταναστεύσει στη Γερμανία), κατ' εφαρμο-γήν — εννοείται — πάντα της ρυθμίσεως που ισχύει κατά τον χρόνο χορηγήσεως της παροχής. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι ο κανόνας του στοιχείου ε' θέλησε να διευκρινίσει εκείνο που ορίζει το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος ( 27 ). |
|
50. |
Αφού εξέθεσα τους λόγους για τους οποίους προτιμώ, σε γενικές γραμμές, την άποψη του Βασιλείου της Ισπανίας, οφείλω πάντως να προσθέσω ότι αυτή μπορεί να γίνει δεκτή μόνον υπό τον όρο ότι δεν θίγει τις θεμελιώδεις αρχές που καθιερώνονται στο άρθρο 51 της Συνθήκης, οι οποίες λειτουργούν και στην υπό κρίση περίπτωση. |
|
51. |
Μια άκαμπτη εφαρμογή του συστήματος, έτσι όπως είναι δομημένο σήμερα, χωρίς την επέμβαση — θέλω να ειπώ — διορθωτικών μηχανισμών — μπορεί να αποβεί εις βάρος του διακινουμένου. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις συνέπειες που προκύπτουν αν το ύψος της παροχής αναπηρίας αναχθεί σε μια βάση επιβολής εισφορών, που προσδιορίζεται σε συνάρτηση των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους και μόνο. Στις πλείστες των περιπτώσεων, ο μισθός που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της κοινωνικοασφαλιστικής παροχής θα αναγόταν σε παρωχημένα έτη, με αποτέλεσμα να εξασθενεί η κοινωνικοασφαλιστική παροχή σε τιμές που έχουν σημαντικά μειωθεί για τις τωρινές συνθήκες μέσω του πληθωρισμού. Από την άλλη πλευρά, και με ειδικότερη αναφορά στην ισπανική περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνάδουσα προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου η εξομοίωση την οποία εισάγει ο εθνικός νόμος μεταξύ διακινουμένου και εργαζομένου μη υπέχοντος υποχρέωση καταβολής. Ένα τέτοιο νομοθετικό κριτήριο καταλήγει να παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο διακινούμενος δεν χάνει την ιδιότητα του εργαζομένου, ούτε τις εγγυήσεις που την περιβάλλουν, μόνο και μόνο για τον λόγο ότι ασκεί την εργασιακή του δραστηριότητα εκτός της χώρας καταγωγής του. |
|
52. |
Κατόπιν των προλεχθέντων, μπορούμε να εξηγήσουμε σε ποια κριτήρια πρέπει να ανταποκρίνεται ο εθνικός νόμος, ώστε οι αρχές του κοινοτικού δικαίου να τηρούνται από άποψη τόσο του ύψους της παροχής όσο και της απαγορεύσεως εισαγωγής διακρίσεων μεταξύ διακινουμένου και εργαζομένου παραμείναντος στη χώρα καταγωγής του. Κατά την άποψη μου, η επίλυση της περιπτώσεως στηρίζεται στους κανόνες που προστέθηκαν με τον κανονισμό 1248/1992 στο παράρτημα IV του κανονισμού 1408/71, στο μέρος που αφορά την Ισπανία (στοιχείο Δ', αριθ. 4), που έχουν κατά λέξιν ως εξής:
|
|
53. |
Είναι αλήθεια ότι οι προπαρατιθέμενες διατάξεις ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση μόνον έμμεσα. Πρόκειται, πράγματι, για διατάξεις που τέθηκαν σε ισχύ μετά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και δεν είναι δεκτικές ευθείας εφαρμογής στην υπόθεση. Πλην όμως, μου φαίνεται ότι οι διατάξεις αυτές, στην ουσία, διευκρινίζουν απλώς όσα προέβλεπε ήδη ο κανονισμός, ορίζοντας ότι ο μέσος όρος της βάσεως επιβολής εισφορών ορίζεται «σε συνάρτηση με τις περιόοους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Οι προστεθέντες στο παράρτημα κανόνες έχουν απλώς ως λειτουργία το να αποσαφηνίσουν μια αρχή, την του αποτελεσματικού χαρακτήρα της κοινωνικοασφαλιστικής παροχής, που ήδη αποτυπώνεται τόσο στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 47 ( 28 ), όσο και — σε σχέση ειδικότερα με την επακολουθούσα αναπροσαρμογή των παροχών αναπηρίας και γήρατος — στο άρθρο 51 του κανονισμού, που επιγράφεται «Επανεκτίμηση και νέος υπολογισμός των παροχών» ( 29 ). Θεωρώ ότι η αρχή αυτή διαμορφώνει, γενικότερα, τη δίκαιη λειτουργία του συστήματος το οποίο προβλέπει ο κανονισμός, έτσι ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση του προς τις αρχές που καθιερώνονται στο άρθρο 51 της Συνθήκης. |
|
54. |
Έτσι ερμηνευόμενη, η διάταξη μάς παρέχει ακριβή ένδειξη για το πώς πρέπει να εννοείται η διάταξη του στοιχείου ε' του άρθρου 47. Ο κανόνας που θεσπίστηκε το 1992 αποσαφηνίζει, πράγματι, την αρχή ότι οι πραγματικές εισφορές τις οποίες έχει καταβάλει ο εργαζόμενος πρέπει να υπόκεινται σε αναπροσαρμογή. Πρόκειται — επαναλαμβάνω — για απλή αποσαφήνιση που αφορά τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 47 στην Ισπανία ( 30 ). |
|
55. |
Η αρχή της αναπροσαρμογής των καταβεβλημένων εισφορών υπήκει σε μια θεμελιώδη επιταγή κάθε κοινωνικοασφαλιστικοί) συστήματος. Η αναπροσαρμογή πρέπει προφανώς να γίνεται σύμφωνα με κριτήρια αποτελεσματικότητας. Το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να επιδιώκεται με διαφόρους τρόπους. Πρώτον, πρέπει να επανεκτιμάται η αρχική εισφορά, με την αναγωγή, εντός των ορίων του δυνατού, της ονομαστικής αξίας της παροχής στην πραγματική αξία. Δεύτερον, η αναπροσαρμογή πρέπει να συνεκτιμά τη μεταβλητή τη συνιστάμενη στις λεγόμενες προσαυξήσεις. Με τον όρο αυτό αναφέρομαι σε όλες τις αυξήσεις των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών που προβλέπονται από την ισπανική νομοθεσία για την κατηγορία στην οποία υπάγεται ο εργαζόμενος. Σε προσαύξηση υπόκεινται δηλαδή οι παροχές των οποίων θα εδικαιούτο ο εργαζόμενος, αν γίνει δεκτό το πλάσμα ότι άσκησε τη δραστηριότητά του χωρίς διακοπή στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος. Ας υπομνηστεί ότι στη λειτουργία του συστήματος του κανονισμού πρυτανεύει μια αρχή αναδιανεμητικής δικαιοσύνης. Οι κανόνες που αντικατοπτρίζουν αυτή την αρχή πρέπει, ούτως ή άλλως, να λαμβάνονται υπόψη από τον εθνικό φορέα που καλείται να εκκαθαρίσει τις παροχές αναπηρίας και να υπολογίσει το ύψος τους. |
|
56. |
Το έτερο πρόβλημα προκύπτει, όπως είπα, από το ότι ο Ισπανός νομοθέτης εθεώ-ρησε ότι ο διακινούμενος δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά την περίοδο αναφοράς, ούτως ώστε να μειώνεται το ύψος των οφειλομένων στον εργαζόμενο παροχών στον ελάχιστο μισθό της συλλογικής συμβάσεως. Το πλάσμα αυτό (που τόσο μοιάζει με εκείνο που είχε ελέγξει το Δικαστήριο με την απόφαση Reichling) αντιβαίνει προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, καθ' όσον δεν μεταχειρίζεται τον διακινούμενο ως εργαζόμενο και του επιβάλλει αδικαιολόγητες διακρίσεις έναντι των εργαζομένων που δεν άσκησαν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Γι' αυτό και συμφωνώ πλήρως με εκείνα που έγραφε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της υποθέσεως εκείνης: «Οι σκοποί και το σύστημα του κανονισμού θα διακυβεύονταν σοβαρώς αν, στην περίπτωση ενός διακινουμένου εργαζομένου, το κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει νομοθεσία τύπου Α μπορούσε να υποκαθιστά τον συνήθη υπολογισμό με έναν άλλο όλως τεχνητό, ο οποίος θα είχε ως αποτέλεσμα ένα θεωρητικό ποσό σαφώς χαμηλότερο από αυτό της παροχής που θα έπρεπε να καταβληθεί σε εργαζόμενο ευρισκόμενο σε αντίστοιχη κατάσταση και ο οποίος θα υπό-κεινταν στη νομοθεσία αυτού και μόνο του κράτους» (η υπογράμμιση δική μου) ( 31 ). Η εξομοίωση του Lafuente Nieto προς πρόσωπο μη υπέχον υποχρέωση καταβολής εισφορών και η συνακόλουθη εφαρμογή στην περίπτωση του του ελαχίστου μισθού της συλλογικής συμβάσεως αποτελεί πλάσμα δικαίου που χειροτερεύει τη θέση του ενδιαφερομένου έναντι εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας: αποτέλεσμα μη συμβαδίζον προς τους σκοπούς και τις αρχές του άρθρου 51 της Συνθήκης. |
|
57. |
Κρίνω, λοιπόν, ότι πρέπει να απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου ότι ο κανόνας του στοιχείου ε' του άρθρου 47, παράγραφος 1, πρέπει να νοηθεί ως εξής: σε ένα κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, κατά το οποίο η παροχή αναπηρίας υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου των εισφορών, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να προσδιορίσει το θεωρητικό ποσό της παροχής αυτής υπολογίζοντας τις πραγματικές βάσεις επιβολής εισφορών, εκείνες δηλαδή που προκύπτουν από τα ποσά που έχει πράγματι καταβάλει ο εργαζόμενος κατά την περίοδο ασφαλίσεως που διήνυσε υπό τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας αυτός. Οι βάσεις επιβολής εισφορών πρέπει όμως, όπως ελέχθη, να επανεκτιμηθούν και προσαυξηθούν προσηκόντως, ώστε να ληφθούν υπόψη τα πληθωριστικά αποτελέσματα που οφείλονται στην υποτίμηση του νομίσματος και οι ενδεχόμενες κοινωνικοασφαλιστικές αυξήσεις που θα ελάμβανε ο ενδιαφερόμενος αν είχε συνεχίσει να ασκεί την εργασιακή του δραστηριότητα στο κράτος μέλος καταγωγής του. |
|
58. |
Εφόσον δεχτήκαμε αυτό το συμπέρασμα, «ανοίγει η πόρτα» για το τρίτο ερώτημα, με το οποίο ζητείται να ελεχθεί αν ο επίδικος κανόνας συνάδει προς τις αρχές της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. |
|
59. |
Η απάντηση σ' αυτό το τελευταίο ερώτημα απορρέει αβίαστα από όσα προελέχθη-σαν. Ο υπό εξέταση κανόνας, αν αναγνωσθεί όπως είπα, μπορεί να λειτουργήσει σε απόλυτη συμμόρφωση προς τις αρχές που ισχύουν εν προκειμένω. Πράγματι, δεν θα θιγεί η κοινωνικοασφαλιστική θέση του διακινουμένου εργαζομένου για τον λόγο ότι άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Ο μέσος όρος της βάσεως επιβολής εισφορών, επί του οποίου θα υπολογιστεί το θεωρητικό ποσό της παροχής αναπηρίας που του οφείλεται, θα αντιπροσωπεύει — με αναπροσαρμοσμένους όρους — το ποσό που αυτός πράγματι κατέβαλε στο ισπανικό ασφαλιστικό σύστημα, εν όσω υπήγετο σε αυτό: στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί, χάρη στον μηχανισμό της προσαυξήσεως, κάθε ενδεχόμενη αύξηση που θα ελάμβανε ο ενδιαφερόμενος αν είχε συνεχίσει την εργασιακή του δραστηριότητα στην Ισπανία. Η λύση είναι δίκαιη. Δεν υπολογίζονται οι μισθοί που εισέπραξε σε άλλο κράτος μέλος. Ως αντιστάθμισμα, τα ποσά που είχε καταβάλει τότε ο εργαζόμενος αναπροσαρμόζονται στη σημερινή τους αξία. |
|
60. |
Εφόσον γίνει δεκτή η άποψη αυτή, καταλήγουμε — υπό το πρίσμα τόσο της κατατάξεως του ισπανικού καθεστώτος, όσο και του τρόπου υπολογισμού του θεωρητικού ποσού της βάσεως υπολογισμού της παροχής — σε μια λυσιτελή και ορθή ανάγνωση των κανόνων που εισήχθησαν κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα. Αφενός μεν διορθώνεται η ανομοιότητα συστήματος, που λειτουργεί εις βάρος των Ισπανών εργαζομένων που έχουν ασκήσει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας, αφετέρου δε δεν ευνοείται ο διακινούμενος εργαζόμενος έναντι του «μονίμως εγκατεστημένου», όπως θα συνέβαινε αν είχε χρησιμοποιηθεί ως μισθολογική βάση το εκ μισθωτών υπηρεσιών εισόδημα το οποίο πραγματοποιούσε τελευταία ο εργαζόμενος στη Γερμανία. Με δεδομένες τις μισθολογικές διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ Γερμανίας και Ισπανίας, κάτι τέτοιο θα προσπόριζε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στον εργαζόμενο που άσκησε το δικαίωμα του στην ελεύθερη κυκλοφορία έναντι εκείνου που δεν το άσκησε. Το αποτέλεσμα συνάδει πλήρως προς το άρθρο 51 της Συνθήκης: ο εργαζόμενος δεν περιά-γεται σε δυσμενή θέση σε σχέση με την κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν εργαζόταν ανέκαθεν σε ένα και μόνο κράτος μέλος ( 32 ). Τέλος, και το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να αποσιωπηθεί, η προτεινόμενη λύση δεν απειλεί την οικονομική σταθερότητα του ισπανικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, διότι το επιβαρύνει με ποσά που τελούν σε άμεση σχέση με εκείνα που πράγματι κατέβαλε ο εργαζόμενος. Πράγμα απολύτως σύμφωνο με τη λογική και τον σκοπό των κανόνων του άρθρου 47 του κανονισμού. |
|
61. |
Οι λόγοι που ανέπτυξα επιβεβαιώνουν το ότι έπρεπε να απορριφθεί η θέση του εκκαλούντος. Προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα ότι ο κανόνας του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ε', δεν αντιφάσκει προς τις αρχές του άρθρου 48 και 51 της Συνθήκης. |
Το έκτο προδικαστικό ερώτημα
|
62. |
Παραμένει προς εξέταση το έκτο ερώτημα, περί της εφαρμογής του μηχανισμού του αναλογικού επιμερισμού στην παροχή αναπηρίας εκ μέρους του αρμόδιου ισπανικού φορέα. |
|
63. |
Το παρόν ερώτημα εγείρει λιγότερο σύνθετα προβλήματα σε σχέση προς τα προηγούμενα και μπορεί να επιλυθεί αν αναγνωρισθεί ως κατ' ουσίαν ορθός ο υπολογισμός του αναλογικού επιμερισμού, στον οποίο προέβη η ισπανική διοίκηση. |
|
64. |
Το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ' (νυν άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο α'), έχει ως εξής: «αν η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των σχετικών κρατών μελών είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη οιάρκεια που απαιτεί η νομοθεσία ενός από αυτά τα κράτη μέλη για τη λήψη πλήρους παροχής, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει υπόψη τη μέγιστη αυτή διάρκεια αντί της συνολικής διάρκειας των εν λόγω περιόδων για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αυτή η μέθοδος υπολογισμού δεν πρέπει να έχει ως αποτελέσμα να επιβληθεί στον εν λόγω φορέα το βάρος παροχής ποσού ανώτερου από εκείνο της πλήρους παροχής που προβλέπεται από την υπ' αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
65. |
Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί — κατ' αντίθεση προς το εφεσίβλητο — ότι, κατά την πράξη του συνυπολογισμού, ο αρμόδιος φορέας οφείλει, σύμφωνα με την εξεταζόμενη διάταξη, να λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τις περιόδους τις οποίες διή-νυσε ο εργαζόμενος υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών που είναι αναγκαίες για τη κτήση του δικαιώματος επί της παροχής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Έτσι, θα γινόταν αναλογικός επιμερισμός του μέρους της παροχής που είναι της ισπανικής αρμοδιότητας, με αναφορά όχι σε ολόκληρη την περίοδο απασχολήσεως σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά μόνο στην ελάχιστη περίοδο την οποία επιβάλλει η ισπανική νομοθεσία. Ο εκκαλών συνηγορεί υπέρ αυτής της απόψεως, όταν ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών «κατά το μέτρο που απαιτείται» για την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος επί της παροχής. Ο όρος «μέγιστη διάρκεια» πρέπει, επομένως, κατά την άποψη αυτή, να ερμηνευθεί ως το χρονικό διάστημα που είναι το ελάχιστο αναγκαίο για τη γένεση της παροχής |
|
66. |
Προς επίλυση του ζητήματος πρέπει να εντοπιστεί η ratio legis. Η εξεταζόμενη διάταξη ετέθη για να θέσει όρια στην επιβάρυνση των αρμοδίων φορέων των κρατών μελών, όταν οι οικείες νομοθεσίες ορίζουν κάποιο όριο μέγιστης διάρκειας για την κτήση πλήρους παροχής. Κατ' αυτή την έννοια, όπως αναγνωρίζει και η Επιτροπή, η διάταξη αναφέρεται σε συστήματα σωρευτικού τύπου, και όχι σε συστήματα που θεμελιώνονται στον κίνδυνο. |
|
67. |
Κατά την ανάγνωση της διατάξεως, πρέπει, πράγματι, να έχουμε κατά νουν τον μηχανισμό του αναλογικού επιμερισμού ( 33 ). Ο αρμόδιος φορέας, κατά τον προσδιορισμό του θεωρητικού ποσού, δεν μπορεί να ορίσει ποσό ανώτερο της μεγίστης παροχής που αναγνωρίζεται στον ενδιαφερόμενο υπό την εφαρμοστέα νομοθεσία. Διαφορετικά, θα αναγκαζόταν, στο στάδιο του καθορισμού του πραγματικού ποσού, να καταβάλει στον εργαζόμενο παροχή ανώτερη από εκείνη που του οφείλεται ως μέγιστη παροχή ανάλογα με τις περιόδους ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει υπό το εθνικό κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ημιπε-ρίοδος του προπαρατεθέντος κανόνα αποσαφηνίζει το ζήτημα: η χορηγούμενη παροχή δεν δύναται να υπερβεί την «πλήρη παροχή» που προβλέπεται από τον εφαρμοστέο εθνικό νόμο. Η λογική αυτή είναι προφανώς ξένη προς τη λογική της παροχής που θεμελιώνεται στον κίνδυνο. Σ' αυτήν την τελευταία, το θεωρητικό ποσό υπολογίζεται ανεξάρτητα από τη διάρκεια των συμ-πληρωθεισών περιόδων ασφαλίσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πράγματι, δεν συντρέχει η προϋπόθεση «της μεγίστης διάρκειας (...) για τη λήψη πλήρους παροχής». |
|
68. |
Πρέπει, επομένως, να αποκρουστεί η προβαλλόμενη από το παραπέμπον δικαστήριο υπόθεση ότι ο όρος «μέγιστη διάρκεια» πρέπει να νοηθεί ως «ελάχιστη διάρκεια». Πέραν των άλλων, η ερμηνεία αυτή αλλοιώνει τον μηχανισμό του αναλογικού επιμερισμού και άγει στο αποτέλεσμα ότι επιβαρύνει τον αρμόδιο ισπανικό φορέα με μια υποχρέωση παροχής την οποία αυτός δεν υπέχει από τον κανονισμό. Οι κοινοτικοί κανόνες ορίζουν κατά τρόπο μονοσήμαντο (άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β') ότι το πραγματικό ποσό καθορίζεται «κατ' αναλογία προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το μερίδιο που βαρύνει τον ισπανικό φορέα πρέπει, επομένως, να υπολογιστεί συγκρίνοντας, όσον αφορά τη μεταβλητή του χρόνου, τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο Lafuente Nieto στην Ισπανία με εκείνες που συγκροτούν ολόκληρη την εργασιακή του δραστηριότητα πριν από την επέλευση του κινδύνου ( 34 ). |
|
69. |
Εξ άλλου, έμμεση επιβεβαίωση της ορθότητας αυτού του συμπεράσματος παρέχει η τροποποίηση του κανονισμού που επήλθε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1248/92, που αφενός μεν μετέφερε τη διάταξη στο εσωτερικό του άρθρου 47 (στοιχείο α') — δηλαδή μεταξύ των «Συμπληρωματικών διατάξεων για τον υπολογισμό των παροχών» —, αφετέρου δε προσέθεσε μια πρόταση, της οποίας η σημασία δεν μπορεί να παραγνωριστεί: «Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις παροχές των οποίων το ποσό δεν εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως.» |
|
70. |
Η προσθήκη αυτή επιβεβαιώνει ότι, ως εκ της λογικής που τον διαπνέει, ο κανόνας πρέπει να νοείται ως περιοριζόμενος στις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που διέπονται από συστήματα σωρευτικού τύπου («τύπου Β») και ότι, επομένως, δεν μπορεί να αναφέρεται στην υπό κρίση περίπτωση. |
|
71. |
Αφού ανέπτυξα τη συλλογιστική μου, ας μου επιτραπεί να σταθώ στη σκοπιμότητα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως. 'Εχω επίγνωση του γεγονότος ότι το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της — γνωστής στην κοινοτική έννομη τάξη — γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, δύναται, σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, να περιορίζει τα αποτελέσματα των αποφάσεων του ( 35 ). |
|
72. |
Εν προκειμένω, στοιχειοθετούνται πάντως οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν έναν τέτοιο περιορισμό. Ο κοινοτικός κανόνας, συγκεκριμένα, γέννησε, εξ αντικειμένου, αβεβαιότητες στην ισπανική έννομη τάξη σχετικά με την ορθή ερμηνεία του. Αρκεί να υπομνησθεί ότι στην εκδοχή του την οποία παρουσίασε το ισπανικό Tribunal Supremo (την οποία εθεώρησα μη σύμφωνη προς το ρυθμιστικό περιεχόμενο του κανονισμού) προστίθενται οι διάφορες (και συχνά αλληλοαναιρούμενες) λύσεις που έχουν γίνει δεκτές από τα επί μέρους εθνικά δικαστήρια, οι οποίες, από ορισμένες πλευρές, τροφοδότησαν τα παρόντα προδικαστικά ερωτήματα. Το γεγονός, άλλωστε, ότι το ίδιο το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 1248/92, έκρινε ότι όφειλε να διευκρινίσει καλύτερα τις αρχές που έπρεπε να διέπουν τον υπολογισμό των συντάξεων αναπηρίας δείχνει με ενάργεια την ύπαρξη των αντικειμενικών δυσχερειών που υπάρχουν για την ακριβή οριοθέτηση των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων των διακινουμένων εργαζομένων και των συναφών υποχρεώσεων που βαρύνουν τον αρμόδιο ισπανικό φορέα. |
|
73. |
Γι' αυτούς τους λόγους, τα αποτελέσματα της αποφάσεως — λαμβανομένης υπόψη και της διατάξεως του άρθρου 95α, παράγραφοι 1, 4, 5 και 6, του κανονισμού 1408/71 ( 36 ) — πρέπει να περιοριστούν στον χρόνο που ακολουθεί την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1248/92, επιφυλασσομένων μόνο των αιτήσεων νέου υπολογισμού της συντάξεως αναπηρίας, για τις οποίες ο δικαιούχος της παροχής εργαζόμενος έχει ασκήσει αγωγή, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί τη θέση που προτείνω, η απόφαση του δεν θα πρέπει να έχει επίπτωση σε έννομες σχέσεις κριθείσες ήδη οριστικώς. |
Συμπεράσματα
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου:
|
«1) |
Οι ισπανική νομοθεσία περί παροχών αναπηρίας, η οποία ορίζει ότι ο υπολογισμός των παροχών αναπηρίας στηρίζεται στον μέσο όρο των βάσεων επιβολής εισφορών, πρέπει να υπαχθεί στον τύπο νομοθεσίας που περιγράφεται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε τον Ιούλιο του 1990. |
|
2) |
O κανόνας του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ε', έχει την έννοια ότι, σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά το οποίο η παροχή αναπηρίας υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου των βάσεων επιβολής εισφορών, το θεωρητικό ποσό αυτής προσδιορίζεται υπολογίζοντας τις πραγματικές βάσεις επιβολής των εισφορών τις οποίες κατέβαλε ο εργαζόμενος εν όσω υπήγετο στην κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο αρμόδιος φορέας, με τις κατάλληλες επανεκτιμήσεις και προσαυξήσεις, ώστε να ληφθούν υπόψη η νομισματική υποτίμηση και οι ενδεχομένως επερχόμενες με κανονιστικές πράξεις αυξήσεις των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών υπέρ της κατηγορίας στην οποία θα ανήκε ο εργαζόμενος αν εξακολουθούσε να αναπτύσσει τη δραστηριότητά του στην Ισπανία. |
|
3) |
Ο κανόνας του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ε', ερμηνευόμενος ως άνω, δεν αντιφάσκει προς τις αρχές του άρθρου 48 και 51 της Συνθήκης, περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. |
|
4) |
Το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα παραμένουν άνευ αντικειμένου. |
|
5) |
Ο όρος “μέγιστη διάρκεια”, που περιέχεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του κανονισμού, όπως ίσχυε τον Ιούλιο του 1990, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στον ελάχιστο χρόνο που απαιτεί η ισπανική νομοθεσία για την κτήση δικαιώματος αναπηρικής συντάξεως. Το μερίδιο της παροχής που βαρύνει τον ισπανικό φορέα πρέπει να καθοριστεί βάσει της αναλογίας μεταξύ των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος στην Ισπανία και εκείνων που συγκροτούν το σύνολο της εργασιακής του δραστηριότητας». |
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονιsμός του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας- βλ. τροποποιημένη και ενημερωμένη μορφή του στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6). Στις παρούσες προτάσεις λαμβάνεται υπόψη το κείμενο που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (Ιούλιο 1990).
( 2 ) Η ισπανική ρύθμιση (νόμος 26/1985 της 31ης Ιουλίου 1985, Medidas urgentes para la racionalización de la estructura y de la acción protectora — BOE αριθ. 183, της 1ης Αυγούστου 1985, σ. 1907) προβλέπει ότι το ύψος της παροχής αναπηρίας για τον μισθωτό εργαζόμενο δεν μεταβάλλεται σε συνάρτηση προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Απαξ πληρούνται οι προϋποθέσεις γενέσεως δικαιώματος συντάξεως, αυτή υπολογίζεται (άρθρο 3, παράγραφος 1) βάσει του αθροίσματος των βάσεων επιβολής των εισφορών του εργαζομένου κατά τους 96 μήνες που προηγήθηκαν της επελεύσεως της αναπηρίας, διαιρουμένου διά ορισμένου διαιρέτη (112). Σημειωτέον ότι: α) η βάση επιβολής των εισφορών είναι συνάρτηση του μισθού του εργαζομένου, υποκείμενη πάντως σε ένα ελάχιστο και ένα μέγιστο όριο (το πρώτο εξ αυτών ισούται προς τον ελάχιστο μισθό της συλλογικής συμβάσεως) β) οι βάσεις επιβολής των εισφορών για τους 24 μήνες προ της επελεύσεως της αναπηρίας υπολογίζονται με την ονομαστική τους αξία αντιθέτως, οι αναγόμενες στους λοιπούς μήνες της περιόδου αναφοράς αναπροσαρμόζονται τιμαριθμικά βάσει του επίσημου δείκτη τιμών καταναλωτή. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του ίδιου νόμου (και ειδικότερα την τρίτη, παράγραφο 1, στοιχείο c), σε ορισμένες περιπτώσεις η βάση επιβολής λαμβάνεται σε συνάρτηση περιόδου αναφοράς 84 μηνών (στην περίπτωση αυτή, ο διαιρέτης θα είναι 96). Στο σημείο αυτό, στο αν δηλαδή o Lafuente Nieto εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων ή όχι, οι απόψεις των διαδίκων διίστανται. Εφόσον, πάντως, ο παραπέμπων δικαστής θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να υπαχθεί στην τελευταία από τις προμνη-σΟείσες περιπτώσεις του νόμου, στις παρούσες προτάσεις θα ληφθεί ως περίοδος αναφοράς η των 84 μηνών.
( 3 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του προμνησΟέντος νόμου 26/1985 ορίζει ότι: «αν, εντός της περιόδου που λαμβάνεται προς υπολογισμό της βάσεως επιβολής, υπάρχουν μήνες κατά τους οποίους δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής εισφορών, τα κενά που προκύπτουν συμπληρώνονται με την ελάχιστη βάση μεταξύ όλων των βάσεων που υπήρξαν καθ' όλο το κρινόμενο χρονικό διάστημα για εργαζομένους άνω των 18 ετών». Σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ley General de la Seguridad Social, όπως έχει στο Texto Refundido, που εγκρίθηκε με το διάταγμα 2065, της 30ής Μαΐου 1975 (BOE της 20ής και 22ας Ιουλίου 1975), η ελάχιστη βάση ισούται προς τον διεπαγγελματικό ελάχιστο μισθό (παράγραφος 4), ενώ η μέγιστη βάση, ενιαία για όλες τις δραστηριότητες και κατηγορίες, καθορίζεται κατά διαστήματα από την Κυβέρνηση κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Εργασίας (παράγραφοι 1, 2 και 3). Με ορισμένες τροποποιήσεις, που δεν έχουν σημασία στην υπό κρίση υπόθεση, οι σχετικές διατάξεις περιέχονται πλέον στα άρθρα 16, παράγραφος 2, και 110, αντιστοίχως, του Texto Refundido του Ley General de la Seguridad Social, το οποίο εγκρίθηκε με το Real Decreto-Ley αριθ. 1 της 20ής Ιουνίου 1994 (BOE αριθ. 154, της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 1825).
( 4 ) Αυτή η τελευταία είναι, άλλωστε, η ερμηνευτική κατασκευή, την οποία έχει υιοθετήσει., κατά πάγιο ουσιαστικά προσανατολισμό, το Tribunal Supremo. Βλ. υποσημείωση 26 κατωτέρω.
( 5 ) Η κατάταξη σε «τύπους» περιλαμβάνεται στο έγγραφο της Επιτροπής COM(89) 370 τελικό της 20ής Ιουλίου 1989, Πρόταση Κανονισμού (EOK) του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Βλ. σελ. 5 και 6.
( 6 ) Ενδείκνυται να σημειωθεί ότι, κατά την εθνική νομοθεσία (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b, του προπαρατεΟέντος νόμου 26/1985), προς γένεση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, πρέπει να πληρούνται και άλλες δύο προϋποθέσεις:
|
— |
ότι έχουν καταβληθεί εισφορές τουλάχιστον για το ένα τέταρτο του χρόνου που έχει διαρρεύσει από της συμπληρώσεως του 20ού έτους της ηλικίας και κατά τον χρόνο της επελεύσεως της αναπηρίας (με ελάχιστη περίοδο πέντε ετών) |
|
— |
ότι τουλάχιστον ένα πέμπτον αυτής της ελάχιστης περιόδου καταβολής εισφορών έχει συμπληρωθεί εντός της δεκαετίας που προηγείται της επελεύσεως της αναπηρίας. |
Βάσει, λοιπόν, της διατάξεως του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας αναγνώρισε στον Lafuente Nieto δικαίωμα επί της παροχής αναπηρίας. Αυτός είχε πράγματι, όπως μας λέει το παραπέμπον δικαστήριο, συμπληρώσει στην Ισπανία αριθμό ημερών απασχολήσεως (1898) υπολειπόμενο εκείνου που επιβάλλει η εθνική διάταξη για τη γένεση του δικαιώματος αυτού (2555).
( 7 ) Αρθρο 26 και παράρτημα Ι, ενότητα VIII, της Πράξεως Προσχωρήσεως Ισπανίας και Πορτογαλίας (ΕΕ L 302 της 15ης Νοεμβρίου 1985, ο. 139, ειδικότερα σ. 171).
( 8 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1984, υπόθεση 181/83 (Συλλογή 1984, σ. 4007).
( 9 ) Απόφαση Weber, προαναφερθείσα, σκέψη 17.
( 10 ) Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, υπόθεση C-406/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4061).
( 11 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προαναφερόμενη υπόθεση (Συλλογή 1994, σ. Ι-4063, παράγραφος 24).
( 12 ) Παράγραφος 24 των προτάσεων στην προαναφερόμενη υπόθεση (Συλλογή 1994, ο. I-4071).
( 13 ) Βλ., ειδικότερα, την πρώτη από τις λύσεις που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας στην προμνησΟείσα υπόθεση Weber: «το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση που παρεμβαίνει το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', εδάφιο 2, δηλαδή σε περίπτωση που πρέπει να καθοριστεί παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία σύμφωνα με σύστημα καλύψεως του κινδύνου, για το οποίο δεν έχει σημασία η διάρκεια της ασφαλίσεως» (Συλλογή 1984, σ. 4027, ενότητα Γ). Το Δικαστήριο, εξ άλλου, που ωστόσο δεν έλαβε θέση ειδικά στο ζήτημα αυτό, έκρινε, με την απόφαση του στην ίδια υπόθεση, ανεφάρμοστο εν προκειμένω το άρθρο 47, παράγραφος 1, όχι μόνο λόγω ανεξαρτησίας από τις περιόδους ασφαλίσεως, αλλά και λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του ολλανδικού συστήματος (βλ. σκέψη 15). Οι θέσεις αυτές φαίνεται, επομένως, να νομιμοποιούν το συμπέρασμα ότι η υπαγωγή σε ένα σύστημα τύπου Α δεν αρκεί για να καταστήσει ανεφάρμοστοους σ' αυτό τους κανόνες του άρθρου 47, παράγραφος 1.
( 14 ) Βλ. επίσης, επί του σημείου αυτού, τη θέση του γενικού εισαγγελέα Lenz στις προτάσεις του επί της προαναφερομένης υποθέσεως: «Αυτή η εφαρμογή του εν λόγω κανόνα [του άρθρου 47, παράγραφος 1] δεν πρέπει πάντως να έχει αποτελέσματα που δεν συμβιβάζονται με τις εθνικές διατά ξεις, στις οποίες παραπέμπει πρωτίστως το άρθρο 46. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, η διάταξη περί υπολογισμού του άρθρου 46 υπερέχει των συμπληρωματικών διατάξεων του άρθρου 47, οι οποίες εξυπηρετούν μόνο τη διοικητική απλοποίηση» (Συλλογή 1984, σ. 4026, ενότητα B').
( 15 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ 1992, L 136, σ. 7).
( 16 ) Βλ. έγγραφο της Επιτροπής COM(89) 370 τελικό της 20ής Ιουλίου 1989 (μνημονευόμενο στην υποσημείωση 5), σ. 32 και 33.
( 17 ) Ο εκκαλών υπενθυμίζει, μετάξι) άλλων, τον κανόνα του άρθρου 109 του Texto Refundido de la Ley General (περί κοινωνικής ασφαλίσεως), που εγκρίθηκε με το Real Decrelo-Ley αριθ. 1 της 20ής Ιουνίου 1994 και το οποίο ορίζοντας την έννοια της βάσεως επιβολής εισφορών διευκρινίζει ότι «η βάση επιβολής εισφορών (...) συνίσταται στο σύνολο των αποδοχών, ασχέτως μορφής και ονομασίας, των οποίων δικαιούται ο εργαζόμενος (...) εκ της εργασίας που παρέχει για λογαριασμό τρίτου» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Βλ. BOE αριθ. 154, της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 1825. Βλ. επίσης άρθρο 73 του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 30ής Μαίου 1974.
( 18 ) Επί πλέον, ο εκκαλών ισχυρίζεται πως το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', επιβάλλει στον αρμόδιο φορέα να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιόδους ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος υπό τις διάφορες νομοθεσίες των κρατών μελών, ενώ ο κανόνας του στοιχείου ε' του άρθρου 47, παράγραφος 1, συγκρούεται με την παραπάνω διάταξη, εφόσον στηρίζει τον προσδιορισμό της μέσης βάσεως μόνο στις περιόδους καταβολής εισφορών που έχουν συμπληρωθεί στην Ισπανία. Αποτέλεσμα αυτού είναι δυσμενής διάκριση εις βάρος των Ισπανών διακινουμένων εργαζομένων, κατά προσβολή της αρχής του συνυπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 51 της Συνθήκης.
( 19 ) Ως γνωστόν, πράγματι, το πηλίκον που προκύπτει από τη διαίρεση του αθροίσματος μιας σειράς τιμών διό ορισμένου διαιρέτη είναι ίσον προς το πηλίκον που προκύπτει από τη διαίρεση του αθροίσματος του μέσου όρου μεταξύ των ίδιων αυτών τιμών διά του ίδιου διαιρέτη. Ευλόγως, επομένως, μπορεί να θεωρείται το χρησιμοποιούμενο στην ισπανική έννομη τάξη σύστημα —του οποίου ο μαθηματικός τύπος βρίσκεται σε παράρτημα του προμνησΟέντος νόμου 26 της 31ης Ιουλίου 1985 — σύμφωνο προς τα κτιρήρια που ορίζει η κοινοτική ρύθμιση.
( 20 ) Βλ. παραπεμπτική διάταξη, σ. 7 (3Μ9413822), εν τέλει: «Κατά την κρίση του δικάζοντος τμήματος —και αυτή είναι η σχεδόν ομόφωνη άποψη των ισπανικών δικαιοδοτι-κών οργάνων —φαίνεται ότι η ορθή ερμηνεία είναι η πρώτη εξ αυτών», εκείνη δηλαδή που υπάγει το ισπανικό σύστημα στον κανόνα του στοιχείου ε' του άρθρου 47, παράγραφος 1.
( 21 ) Προαναφερθείς κανονισμός (EOK) 1248/92 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (EOK) 1408/71 (ΕΕ L 136, σ. 7 ειδικότερα σ. 24).
( 22 ) Mια τελευταία διευκρίνιση επιβάλλεται εις απάντηση της αντιρρήσεως την οποία ήγειρε ο εκκαλών και που εκτίθεται στην υποσημείωση 18. Όπως ελέχθη, οι κανόνες του άρθρου 47 συνιστούν διατάξεις συμπληρωματικές προς εκείνες του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α'. Προϋποθέτουν, επομένως, ότι, στα συστήματα τύπου Β, ο υπολογισμός του θεωρητικού ποσού γίνεται βάσει όλων των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί. Αντιθέτως, όπως είπα, στα συστήματα τύπου Α, το ποσό αυτό ορίζεται κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. O κανόνας του στοιχείου ε' περιορίζεται απλώς στο να διευκρινίσει ότι ο υπολογισμός αυτού του ποσού πρέπει να γίνεται σε συνάρτηση προς τον μέσο όρο των βάσεων που κατέγραψε ο εργαζόμενος εφ' όσον χρόνο υπήγετο σε μια νομοθεσία τέτοιου τύπου. Κατά τούτο, δηλαδή, ο κανόνας αυτός δεν διαφέρει ποιοτικά, κατά την άποψη μου, από τις άλλες διατάξεις που περιέχονται στα στοιχεία β' και γ' του ίδιου άρθρου. Βάσει και αυτών των κανόνων, πράγματι, ο προσδιορισμός του θεωρητικού ποσού πρέπει πάντοτε να στηρίζεται σε αυτό που «διαπιστούται» και που «αντιστοιχεί» στις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαμόζει ο αρμόδιος φορέας. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι —όπως, αντιθέτως, ισχυρίστηκε ο εκκαλών — πρέπει να διακρίνουμε σ' αυτόν καΟαυτόν τον κανόνα παράβαση της υποχρεώσεως συνυπολογισμού, την οποία επιβάλλει το άρθρο 51 της Συνθήκης, απλώς διότι, στην όλη οικονομία των διατάξεων, ο συνυπολογισμός προϋποτίθεται δεδομένος.
( 23 ) Διατακτικό της αποφάσεως Reichling, προαναφερθείσα (βλ. υποσημείωση 10 ανωτέρω).
( 24 ) Προτάσεις στην προαναφερθείσα υπόθεση Reichling, παράγραφος 12.
( 25 ) Βλ. παραπεμπτική διάταξη, σελ. 9 (3Μ9410833), ενότητα Β'. Το πλάσμα στο οποίο θα έπρεπε να καταφύγουμε θα κατέληγε, όμως, πάντα στην εφαρμογή των κανόνων του ισπανικού νόμου, που επιβάλλει ανώτατο όριο στην παροχή, προβλέποντας μέγιστη βάση καταβολής εισφορών (βλ. υποσημείωση 3). Σύμφωνα με όσο υποστήριξαν, και με τα υπομνήματα και στο ακροατήριο, ο εκκαλών και η Επιτροπή, αυτό ήταν το σύστημα που ίσχυε, σύμφωνα με το Convenio de seguridad social μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ισπανίας της 4ης Δεκεμβρίου 1973 (βλ. BOE αριθ. 258, της 28ης Οκτωβρίου 1977, σ. 2295), που συνομολογήθηκε πριν από την προσχώρηση της τελευταίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Θεωρώ ότι οι διατάξεις που ενδιαφέρουν εδώ περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ι του τίτλου III, «Vejez, Invalidez y Supervivicncia», στις οποίες ρητώς παραπέμπει το άρθρο 26 του κεφαλαίου II («Invalidez»). Το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο b, το οποίο μνημονεύει με το υπόμνημα του ο εκκαλών, ορίζει τα εξής: «'Οταν η περίοδος καταβολής εισφορών, την οποία επιλέγει ο αιτών για τον υπολογισμό της βάσεως καθορισμού των παροχών του, έχει συμπληρωθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας προσδιορίζει αυτήν τη βάση με γνώμονα τις βάσεις υπολογισμού των εισφορών που ίσχυαν στην ¡σπανία, κατά την εν λόγω περίοόο ή κλάσμα αυτής, για τους εργαζομένους της ίδιας επαγγελματικής κατηγορίας με τον ενδιαφερόμενο» (η υπογράμμιση δική μου). Μου φαίνεται σκόπιμο να τονίσω ότι η διάταξη δεν φαίνεται να αναφέρεται στους μισθούς που ελάμβανε ο εργαζόμενος στη Γερμανία, αλλά στις βάσεις καταβολής εισφορών που ισχύουν, στην ισπανιχή έννομη τάξη, για τους εργαζομένους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία στην οποία ανήκει και ο διακινούμενος εργαζόμενος. Όπως διαβάζω τη διάταξη, δηλαδή, οι βάσεις καταβολής εισφορών, που πρέπει να εφαρμοστούν για τον υπολογισμό της συντάξεως, πρέπει να συναρτηθούν προς τα εισοδήματα τα οποία θα είχε αποκτήσει ο διακινούμενος εργαζόμενος αν είχε εξακολουθήσει να ασκεί την εργασιακή του δραστηριότητα στην Ισπανία, χωρίς να ασκεί προς τούτο επιρροή ο μισθός που εισέπραττε στη Γερμανία.
( 26 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994, υπόθεση C-146/93, McLachlan (Συλλογή 1994, σ. Ι-3229 σκέψεις 29 και. 30). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικοί εισαγγελέα Lenz στην εν λόγω υπόθεση (Συλλογή 1994, σ. Ι-3231 παράγραφος 21).
( 27 ) Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω μου επιτρέπει να προσθέσω, εν συντομία, μια διευκρίνιση σχετικά με την ερμηνεία της εθνικής ρυθμίσεως την οποία έδωσε το Tribunal Supremo. Κατά πάγια νομολογία, πράγματι, του ανωτάτου ισπανικού δικαιοδοτικού οργάνου, η βάση επιβολής εισφορών που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της παροχής αναπηρίας είναι ο μέσος όρος μεταξύ της μεγίστης και της ελαχίστης που προέβλεπαν οι ισχύουσες διατάξεις κατά την περίοδο αναφοράς (βλ., τελευταία, απόφαση του τετάρτου τμήματος του Tribunal Supremo της 27ης Μαρτίου 1995, εν Gacela Jurídica Β-105, Ιουλίου-Αυγούστου 1995, και τις νομολογιακές παραπομπές που περιέχονται σ' αυτήν). Πλην όμως, μια τέτοια νομολογιακή λύση, έστω και αν βρίσκει ενδεχομένως έρεισμα στην εθνική έννομη τάξη (πράγμα που, αντιθέτως, αποκλείουν το παραπέμπον δικαστήριο και ο εκκαλών), δεν συμβιβάζεται με τις επιταγές του κανονισμού. Οι μόνες περίοδοι ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό την ισπανική νομοθεσία, κατά την έννοια του στοιχείου ε' του άρθρου 47, είναι εκείνες που διήνυσε ο ενδιαφερόμενος στη χώρα αυτή μέχρι την μετοικεσία του στη Γερμανία. Επομένως, ο μέσος όρος της βάσεως επιβολής εισφορών, προς καθορισμό της παροχής αναπηρίας, πρέπει να υπολογιστεί αποκλειστικά εν όψει των βάσεων επιβολής εισφορών που προβλέπονταν κατ' εκείνη την περίοδο. Κρίνω σκόπιμο να υπογραμμίσω, συναφώς, ότι παρεμφερή ερμηνεία (τονίζω, όχι την ίδια) με αυτήν που θεωρώ ότι οφείλω να προτείνω σήμερα στο Δικαστήριο διατυπώθηκε με τη μειοψηφούσα άποψη του δικαστή Cachοn Villar επί της παραπάνω αποφάσεως του Tribunal Supremo. Βλ. Gacela Jurídica Β-105 Ιουλίου-Αυγούστου 1995, σ. 61.
( 28 ) Το άρθρο 47, παράγραφος 2, έχει ως εξής: «Οι κανόνες της νομοθεσίας κράτους μέλους περί της επανεκτιμήσεως των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών εφαρμόζονται, εφόσον είναι ανάγκη, επί των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη από τον αρμόδιο φορέα του κράτους αυτού, σύμφωνα με την παράγραφο 1, σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών.»
( 29 ) Βλ., τελευταία, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, υπόθεση C-301/93, Bcllaccini (Συλλογή 1994, α Ι-4361) απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, υπόθεση 7/81, Sinatra (Συλλογή 1982, σ. 137).
( 30 ) Βλ. επίσης στην πρόταση κανονισμού: «Ο νέος αριθμός 4 του παραρτήματος VI, ενότητα Δ', διευκρνίςει τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου αυτοί) για την Ισπανία» (η υπογράμμιση δική μου), το προπαρατεΟέν έγγραφο της Επιτροπής COM(89) 370 τελικό της 20ής Ιουλίου 1989, σ. 32. Βλ. επίσης την 32η αιτιολογική σκέψη του προαναφερόμενου κανονισμού 1248/92. Αποτελεί άλλωστε επιβεβαίωση του επεξηγηματικού απλώς χαρακτήρα του περιεχομένου του παραρτήματος VI το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο της θεσπίσεως του, δεν έγινε αισθητή η ανάγκη να τροποποιηθεί η διατύπωση του κανόνα του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ε'.
( 31 ) Προτάσεις στην προαναφερθείσα υπόθεση Reichling, παράγραφος 17.
( 32 ) Προαναφερθείσα απόφαση Reichling, σκέψεις 23 έως 26. Βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, υπόθεση 24/75, Pelroni (Συλλογή 1975, σ. 1149, σκέψη 13) απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-199/88, Cabras (Συλλογή 1990, σ. I-1203, σκέψη 24).
( 33 ) Γι' αυτόν άλλωστε τον λόγο δεν μπορώ να συμμεριστώ την εκδοχή του εκκαλούντος. Αυτή, συγκεκριμένα, στηρίζεται σε μία διάταξη, την του άρθρου 45, παράγραφος 1, που δεν αφορά άμεσα το συζητούμενο πρόβλημα. Η διάταξη αυτή, πράγματι, ρυθμίζει απλώς τον μηχανισμό του συνυπολογισμού και είναι ξένη προς την προβληματική της εκκαθαρίσεως της παροχής ή του αναλογικού επιμερισμού, που ρυθμίζονται — ως ελέχθη — αλλού. Άλλο πράγμα, δηλαδή, είναι μια διάταξη που λέει ότι, για την κτήση του δικαιώματος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί υπό άλλη νομοθεσία χατά το μέτρο που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία (διάταξη που αποσκοπεί σαφώς στην αποφυγή της «απώλειας», εκ μέρους του εργαζομένου, των περιόδων καταβολής εισφορών που έχει συμπληρώσει υπό άλλες νομοθεσίες) και άλλο είναι, βέβαια, μια διάταξη που ορίζει σε ποιες βάσεις θα πρέπει, έπειτα, κάθε αρμόδιος φορέας να στηρίξει τη συγκεκριμένη χορήγηση της παροχής που αναγνωρίζεται στον εργαζόμενο μέσω του μηχανισμού του συνυπολογισμού (η τελευταία αυτή ρύθμιση, αντιθέτως, συνδέεται προς την επιταγή ότι πρέπει να απονέμεται στο κράτος μέλος η αρμοδιότητα να καταβάλλει παροχή αντιστοιχούσα αποκλειστικώς στην περίοδο ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο εργαζόμενος υπό τη δική του νομοθεσία). Όπως γίνεται ευχερώς αντιληπτόν, πρόκειται για πτυχές που είναι και πρέπει να παραμείνουν διαφορετικές, διότι άλλως κινδυνεύει να αλλοιωθεί η λογική και ο σκοπός των κανόνων του κανονισμού.
( 34 ) Της ίδιας γνώμης ήταν και ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της προαναφερθείσας υποθέσεως Reichling: «Οι σκοποί και η αρχή, επί των οποίων στηρίζεται [ο υπολογισμός], είναι οι ίδιοι όσον αφορά και τους δύο τύπους νομοθεσίας [τύπου Α και τύπου Β]. Σύμφωνα με το άρθρο 46, κάθε κράτος υπολογίζει το πλήρες ποσό της οφειλομένης παροχής για ένα πρόσωπο [ευρισκόμενο] στη θέση του διακινουμένου εργαζομένου βάσει της νομοθεσίας του (το θεωρητικό ποσό) και στη συνέχεια το μειώνει ανάλογα με την περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας στο έδαφός του» (παράγραφος 16). Θεωρώ, εξ άλλου, ότι και ol διατάξεις του Convenio μεταξύ Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Ισπανίας (που μνημονεύεται στην υποσημείωση 25) δημιουργούν έναν μηχανισμό αναλογικού επιμερισμού που ανταποκρίνεται σ' αυτά τα κριτήρια. Το άρθρο 22, παράγραφος 3, στοιχείο b, της εν λόγω πράξεως ορίζει, πράγματι, ότι «ο (αρμόδιος) φορέας (κάθε συμβαλλομένου κράτους) υπολογίζει (...) το μέρος της εν λόγω συντάξεως που αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ του συνόλου των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο ενδιαφερόμενος προ του γενεσιουργού της παροχής γεγονότος, σύμφωνα με τις εσωτερικές διατάξεις νόμου τις οποίες εφαρμόζει ο εν λόγω φορέας, και τον συνόλου των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει αυτός σύμφωνα με τις διατάξεις νόμου αμφοτέρων των κρατών» (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
( 35 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, υπόθεση C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 142).
( 36 ) 36 — Το άρθρο 95α, που εισήχθη με tov προαναφερθέντα κανονισμό 1248/92, έχει ως εξής:
«1. O κανονισμός (ΕΟΚ) 1248/92 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τις περιόδους πριν από την 1η Ιουνίου 1992. (...)
4. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρούνται, κατόπιν αιτήσεως τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92.
5. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92 αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιτάσσονται στους ενδιαφερόμενους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.
6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί μετά το τέλος της διετούς περιόδου από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα εκ των οποίων δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφονται, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.»