ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

MICHEAL B. ELMER

της 7ης Δεκεμβρίου 1995 ( *1 )

Εισαγωγή

1.

Στην υπό κρίση υπόθεση το Sozialgericht Stuttgart υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός) ( 1 ). Το άρθρο 74 ορίζει τα εξής:

«Ο άνεργος μισθωτός ή μη μισθωτός που λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού (...).»

2.

Το ερώτημα αυτό ανέκυψε σε μία υπόθεση στην οποία ο Alejandro Rincón Moreno, Ισπανός υπήκοος ο οποίος κατοικούσε στη Γερμανία, συναίνεσε στην από 15 Δεκεμβρίου 1992 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και έλαβε συναφώς αποζημίωση από τον εργοδότη του.

3.

Κατά το γερμανικό δίκαιο, ο μισθωτός ο οποίος υπάγεται σε σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας έχει κατ' αρχήν, σε περίπτωση ανεργίας, δικαίωμα επί του επιδόματος ανεργίας από την ασφάλιση αυτή. Ο νόμος για την προώθηση της απασχολήσεως (Arbeitsförderungsgesetz, στο εξής: AFG) ( 2 ) ορίζει ωστόσο στο άρθρο 117 ότι το δικαίωμα επί του επιδόματος ανεργίας αδρανεί στην περίπτωση κατά την οποία ο άνεργος έχει λάβει λ.χ. αποζημίωση από τον εργοδότη του λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως. Τα άρθρα 119 και 119a του AFG περιλαμβάνουν περαιτέρω επακριβείς διατάξεις για την αναστολή της χορηγήσεως του επιδόματος ανεργίας επί ορισμένη περίοδο, καλούμενη «περίοδο προσωρινού αποκλεισμού», εφόσον ο άνεργος ευθύνεται ο ίδιος για την ανεργία του. Κατά τις περιόδους αναστολής της χορηγήσεως του επιδόματος εξακολουθεί να υφίσταται το αρχικό δικαίωμα του άνεργου επί των παροχών της ασφαλίσεως ανεργίας, στην πραγματικότητα όμως δεν καταβάλλεται κανένα επίδομα ανεργίας. Οι περίοδοι αναστολής αφαιρούνται από τη συνολική διάρκεια του δικαιώματος επί του επιδόματος ανεργίας.

4.

Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, του SGB V ( 3 ) (του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως) και τα άρθρα 155 και 155a του AFG, κατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού οι άνεργοι υπάγονται σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες παρατηρήσεις, ο άνεργος υπάγεται πατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού στο σύστημα ασφαλίσεως ατυχημάτων, όσον αφορά ορισμένα ατυχήματα ( 4 ).

5.

Επειδή ο Moreno είχε λάβει αποζημίωση από τον εργοδότη του λόγω της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως στις 15 Δεκεμβρίου 1992, το Bundesanstalt für Arbeit, καθού της κύριας δίκης, έκρινε ότι το δικαίωμά του επί του επιδόματος ανεργίας αδρανεί για το χρονικό διάστημα από τις 16 Δεκεμβρίου 1992 μέχρις τις 21 Φεβρουαρίου 1993, επιπλέον δε ότι το χρονικό διάστημα από τις 16 Δεκεμβρίου 1992 μέχρι τις 9 Μαρτίου 1993 συνιστά περίοδο προσωρινού αποκλεισμού. Κατά συνέπεια, ο Moreno άρχισε να λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τις 10 Μαρτίου 1993.

6.

Επιπλέον, με απόφαση της 6ης Απριλίου 1993, το Bundesanstalt für Arbeit αρνήθηκε να καταβάλει επίδομα τέκνων, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1993, για τα τέκνα του Moreno που κατοικούσαν στην Ισπανία, με το αιτιολογικό ότι κατά τους δύο αυτούς μήνες ο Moreno δεν ελάμβανε «παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους», όπως απαιτείται κατά το άρθρο 74 του κανονισμού. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Moreno άσκησε διοικητική προσφυγή. Το Bundesanstalt für Arbeit απέρριψε την προσφυγή αυτή στις 27 Μαΐου 1993.

7.

Κατόπιν αυτού ο Moreno άσκησε προσφυγή στις 14 Ιουνίου 1993 ενώπιον του Sozialgericht Stuttgart, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο με διάταξη της 29ης Αυγούστου 1994 το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι πρέπει να θεωρούνται ως άνεργοι που λαμβάνουν παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους και οι άνεργοι που έχουν εγγραφεί στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως και των οποίων το δικαίωμα για παροχές ανεργίας αδρανεί επειδή ελήφθη υπόψη η αποζημίωση που τους κατέβαλε ο εργοδότης τους λόγω λύσεως της εργασιακής τους σχέσεως κατά το άρθρο 117 του γερμανικού νόμου για την προώθηση της απασχολήσεως (AFG) ή επειδή άρχισε να τρέχει περίοδος προσωρινού αποκλεισμού κατά το άρθρο 119 του AFG;»

Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο

8.

Ο Moreno είναι της γνώμης ότι η καταβολή αποζημιώσεως πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή ανεργίας, διότι η έννοια και ο σκοπός της αποζημιώσεως έγκεινται στην αντικατάσταση του επιδόματος ανεργίας κατά την περίοδο αναστολής χορηγήσεώς του. Ο άνεργος λαμβάνει εξάλλου και πατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού παροχές ανεργίας, διότι του παρέχονται υπηρεσίες για την εξεύρεση νέας εργασίας και συμβουλές επαγγελματικού προσανατολισμού από το γραφείο ευρέσεως εργασίας, επιπλέον δε υπάγεται σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας.

9.

Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, για να γίνει δεκτό ότι o Moreno έχει λάβει «παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους», αρκεί να υφίσταται ένα αρχικό δικαίωμα επί επιδομάτων ανεργίας. Προκειμένου να αποφευχθούν δυσμενείς διακρίσεις, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτό η προσωρινή αναστολή της καταβολής του επιδόματος ανεργίας.

10.

Η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο άνεργος που έχει λάβει αποζημίωση εξομοιώνεται προς λήπτη «παροχών ανεργίας» υπό την έννοια του άρθρου 74. Αντιθέτως, κατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού, ο άνεργος δεν λαμβάνει ούτε επίδομα ανεργίας ούτε παροχές από τον εργοδότη ούτε άλλες παροχές σε χρήμα, οπότε, όταν τρέχει η περίοδος προσωρινού αποκλεισμού, δεν λαμβάνει «παροχές ανεργίας».

11.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί μια παροχή από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού απλώς και μόνον επειδή καταβάλλεται από τον εργοδότη. Η αποζημίωση πρέπει να θεωρηθεί ως «παροχή ανεργίας», διότι καταβάλλεται λόγω της ανεργίας και αντικαθιστά το επίδομα ανεργίας. Κατά το γερμανικό δίκαιο, ο άνεργος υπάγεται, κατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού, σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων, οι δε παροχές από τις ασφαλίσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως παροχές ανεργίας.

Η άποψη μου επί της υποθέσεως

12.

Νομίζω ότι από τη φράση «που λαμβάνει παροχές ανεργίας (...)» του άρθρου 74 του κανονισμού προκύπτει ότι πρέπει να έχει χωρήσει υλική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του ανέργου. Η κατ' αρχήν υπαγωγή σε σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας δεν αρκεί αφ' εαυτής για την πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής, όταν στην πραγματικότητα δεν λαμβάνονται παροχές και επομένως δεν χωρεί υλική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.

13.

Επομένως, o Moreno έχει δικαίωμα επί του επιδόματος για τα τέκνα του, μόνον εφόσον κατά τις περιόδους κατά τις οποίες αδρανούσε το δικαίωμά του επί του επιδόματος ανεργίας ελάμβανε δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας άλλες παροχές ως επίδομα ανεργίας.

14.

Η αποζημίωση την οποία καταβάλλει ο εργοδότης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα. Μπορεί να συνιστά αναγνώριση για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες ή να αποσκοπεί στην εξασφάλιση στον ενδιαφερόμενο ορισμένης οικονομικής βάσεως για την περαιτέρω εκπαίδευση του ή για παρεμφερή δραστηριότητα ή έστω να προορίζεται ως «βάλσαμο παρηγοριάς» για τον συνεργάτη, ο οποίος υποχρεώνεται να αποχωρήσει πατά τον τρόπο αυτό από την εργασία του. Εν πάση όμως περιπτώσει, πρόκειται για χρηματικό ποσό το οποίο καταβάλλεται λόγω της λύσεως μιας εργασιακής σχέσεως και του οποίου το ύψος προκύπτει από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. Συνακολούθως η αποζημίωση στη Γερμανία υπόκειται σε ειδικούς φορολογικούς κανόνες και σε ειδικούς κανόνες του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται η επιβολή φόρων επί των αποζημιώσεων μέχρις ορισμένων ορίων ομοίως, από τις αποζημιώσεις δεν αφαιρούνται εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως.

15.

Το άρθρο 117, παράγραφος 3, του AFG ρυθμίζει το ζήτημα μέχρι ποίου ύψους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καταβληθείσα αποζημίωση κατά τον υπολογισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο αναστέλλεται η καταβολή του επιδόματος ανεργίας. Κατά το γερμανικό δίκαιο, η αποζημίωση αποτελείται συνεπώς από δύο μέρη: από ένα μέρος το οποίο εξαρτάται από την προηγούμενη εργασιακή σχέση και από ένα μέρος το οποίο καλύπτει τον χρόνο μετά τη λύση της εργασιακής σχέσεως. Η ratio των διατάξεων περί αναστολής της χορηγήσεως του επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση καταβολής αποζημιώσεως είναι προφανώς ότι δεν ενδείκνυται η καταβολή επιδόματος ανεργίας για μια περίοδο ανεργίας κατά την οποία η συντήρηση του ενδιαφερομένου εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο, ήτοι χάρη σε ένα μέρος της αποζημιώσεως. Επομένως, επειδή η αποζημίωση κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η καταβολή του επιδόματος ανεργίας πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή ανεργίας, πρέπει να εξεταστεί αν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η παροχή καταβάλλεται από τον εργοδότη.

16.

Το άρθρο 74 του κανονισμού δεν περιλαμβάνει εντούτοις την προϋπόθεση καταβολής της παροχής από δημόσιο φορέα, ήτοι από το ταμείο ανεργίας ή από παρεμφερή οργανισμό. Ο τρόπος της χρηματοδοτήσεως μιας παροχής είναι, πατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, άνευ σημασίας για το ζήτημα αν πρόκειται περί παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτει στον κανονισμό. Πράγματι, με την απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, Paletta ( 5 ), το Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά τις καταβληθείσες από εργοδότη παροχές ασθενείας, τα εξής:

«Το γεγονός ότι το οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η εν λόγω παροχή βαρύνει τον εργοδότη δεν μπορεί (...) να αποκλείσει την παροχή αυτή από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (...), ο χαρακτηρισμός μιας παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως καλυπτόμένης από τον εν λόγω κανονισμό δεν εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της.»

17.

Ο ακριβής προσδιορισμός των παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 74 εξαρτάται από το αν πρόκειται για «παροχές (...) δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους». Δεν μπορεί πάντως να θεωρηθεί ότι η αποζημίωση από εργοδότη καταβάλλεται ως παροχή «δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους». Αν όμως, κατά το γερμανικό δίκαιο, πρέπει να θεωρηθεί ότι η καταβολή αυτή αντικαθιστά επί ορισμένο χρονικό διάστημα τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας, θεωρώ απολύτως εύλογο να εξομοιωθεί η λήψη αυτής της αποζημιώσεως προς λήψη παροχής δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους.

18.

Το πρόβλημα επομένως έγκειται στη σημασία της υπαγωγής του ανέργου πατά την περίοδο προσωρινού αποκλεισμού — μετά την εκπνοή της περιόδου αναστολής της χορηγήσεως της παροχής, λόγω της αποζημιώσεως — σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων. Τόσο το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', όσο και το άρθρο 74 του κανονισμού περιλαμβάνουν τον γενικό όρο «παροχές ανεργίας». Στις διατάξεις αυτές δεν διευκρινίζεται αν ο όρος αυτός αφορά μόνον παροχές σε χρήμα ή αν καλύπτει και άλλες παροχές που καταβάλλονται σε περίπτωση ανεργίας. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν περιλαμβάνει προϋποθέσεις όσον αφορά το είδος των παροχών ανεργίας ούτε θέτει ελάχιστες προϋποθέσεις όσον αφορά τις καταβαλλόμενες παροχές. Όπως ήδη εκτέθηκε, αποφασιστική σημασία έχει το αν χώρησε υλική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, τίποτε δεν αποκλείει να πληρούν ορισμένες παροχές, οι οποίες δεν συνίστανται σε χρήμα, τις προϋποθέσεις του άρθρου 74, αρκεί να διαπιστωθεί ότι έχει χωρήσει υλική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του ανέργου. Το γεγονός ότι κατά το γερμανικό δίκαιο οι άνεργοι υπάγονται σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων σημαίνει τόσο την πραγματοποίηση δαπανών εκ μέρους του ταμείου ανεργίας ή του δημόσιου φορέα, ο οποίος βαρύνεται με τα αντίστοιχα έξοδα, όσο και οικονομικό όφελος για τον άνεργο, ο οποίος δεν χρειάζεται να δαπανήσει ο ίδιος χρήματα για τον σκοπό αυτό. Επομένως, χωρεί υλική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του ανέργου. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι λαμβάνονται παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους.

19.

Προς επίρρωση του συμπεράσματος αυτού μπορεί επίσης να αναφερθεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο, σε μια υπόθεση ( 6 ) η οποία αφορούσε την ερμηνεία των όρων «παροχές ανεργίας» του άρθρου 67, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού, έκρινε ότι, εφόσον το γράμμα των διατάξεων αυτών δεν αποκλείει τις παροχές για την ενίσχυση της επαγγελματικής επιμορφώσεως των εν ενεργεία μισθωτών,

«για την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', σε συνδυασμό με το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κύριος σκοπός του άρθρου 51 της Συνθήκης, που συνίσταται στη δημιουργία των ευνοϊκότερων δυνατών συνθηκών για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ελευθερίας απασχολήσεως των κοινοτικών εργαζομένων στο έδαφος όλων των κρατών μελών».

20.

Για τον λόγο αυτό νομίζω ότι το άρθρο 74 του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έκφραση «παροχές ανεργίας» καλύπτει και τις παροχές από την ασφάλιση ασθενείας και ατυχημάτων.

21.

Επομένως, νομίζω ότι ουδείς λόγος συντρέχει να ληφθεί στην υπό κρίση υπόθεση θέση ως προς το ζήτημα αν οι παροχές του γραφείου ευρέσεως εργασίας προς τον άνεργο, π.χ. υπό μορφή συμβουλών, μπορούν να θεωρηθούν ως «παροχές ανεργίας».

22.

Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει κατ' εμέ να δοθεί η απάντηση ότι ως «άνεργος (...) ο οποίος λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους» υπό την έννοια του άρθρου 74 του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί και ο άνεργος ο οποίος έχει εγγραφεί στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως και του οποίου το δικαίωμα επί του επιδόματος ανεργίας αδρανεί δυνάμει νομοθεσίας όπως η γερμανική, επειδή ελήφθη υπόψη η αποζημίωση που του κατέβαλε ο εργοδότης του λόγω λύσεως της εργασιακής του σχέσεως ή επειδή άρχισε να τρέχει περίοδος «προσωρινού αποκλεισμού», εφόσον κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπάγεται σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων δυνάμει νομοθεσίας όπως η γερμανική.

23.

Ο Moreno και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν άλλωστε ότι το άρθρο 73, που αφορά, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού, τα μέλη της οικογενείας των εν ενεργεία μισθωτών, μπορεί να έχει εφαρμογή και στην υπό κρίση περίπτωση, διότι η υπαγωγή σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων έχει ως συνέπεια ότι ένας άνεργος εμπίπτει, κατά την περίοδο «προσωρινού αποκλεισμού», στον ορισμό του «μισθωτού» που περιλαμβάνεται στον κανονισμό. Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται αντιθέτως ότι οι ασφαλίσεις αυτές δεν είναι δυνατόν να έχουν ως αποτέλεσμα να εμπίπτει ο Moreno στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 74 συνιστά lex specialis σε σχέση με το άρθρο 73. Θεωρεί επιπλέον αμφίβολο το κατά πόσον ο Moreno εμπίπτει στην έννοια του «μισθωτού», όπως ορίζεται στον κανονισμό, έννοια η οποία χρησιμοποιείται τόσο στο άρθρο 73 όσο και στο άρθρο 74.

24.

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο ουδόλως αμφιβάλλει ότι ο Moreno ανήκει στον κύκλο των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ομοίως, το εθνικό δικαστήριο έλαβε ως δεδομένο ότι ο Moreno πρέπει να θεωρηθεί ως άνεργος μισθωτός, οπότε το βάσιμο του δικαιώματος του πρέπει να εξεταστεί κατά το άρθρο 74 του κανονισμού. Για τον λόγο αυτό το εθνικό δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία μόνον της περιλαμβανομένης στο άρθρο 74 φράσεως «λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας των κρατών μελών».

Το Δικαστήριο έχει κρίνει τα εξής ( 7 ):

«Το άρθρο 177 της Συνθήκης, στηριζόμενο στη σαφή διάκριση μεταξύ αρμοδιοτήτων των εθνικών δικαστηρίων και αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο τελευταίο να κρίνει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως ούτε να αμφισβητεί τους λόγους της αιτήσεως ερμηνείας.

Το ζήτημα αν οι διατάξεις ή οι έννοιες του κοινοτικού δικαίου, των οποίων ζητείται η ερμηνεία, εφαρμόζονται πράγματι στην παρούσα περίπτωση, εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.

Εφόσον ένα δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία κοινοτικού κειμένου ή νομικής εννοίας περιεχομένης στο κείμενο αυτό, πρέπει να θεωρηθεί ότι κρίνει την ερμηνεία αυτή απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του.»

25.

Για τους λόγους αυτούς νομίζω ότι παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν ο Moreno πρέπει να θεωρηθεί ως μισθωτός υπό την έννοια του κανονισμού ή αν το άρθρο 73 του κανονισμού, το οποίο αφορά τον εν ενεργεία μισθωτό, μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση.

Πρόταση

26.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:

Ως «άνεργος (...), ο οποίος λαμβάνει παροχές ανεργίας κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους», υπό την έννοια του άρθρου 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, πρέπει να θεωρηθεί και ο άνεργος ο οποίος έχει εγγραφεί στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως και του οποίου το δικαίωμα επί του επιδόματος ανεργίας αδρανεί δυνάμει νομοθεσίας όπως η γερμανική, επειδή ελήφθη υπόψη η αποζημίωση που του κατέβαλε ο εργοδότης του λόγω λύσεως της εργασιακής του σχέσεως ή επειδή άρχισε να τρέχει περίοδος «προσωρινού αποκλεισμού», εφόσον κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπάγεται σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και ατυχημάτων δυνάμει νομοθεσίας όπως η γερμανική.


( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.

( 1 ) Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανόνισμα (ΕΟΚ) 200Î/83 του Συμβουλίου, τη; 2α; Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230. σ. 6), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, τη; 30ή; Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1).

( 2 ) BGBl. 1969 Ι, σ. 582.

( 3 ) Sozialgesetzbuch —Fünftes Buch: Gesetzliche Krankenversicherung.

( 4 ) Πρβλ. άρθρο 165 το AFO.

( 5 ) Υπόθεση C-45/90, Συλλογή 1992, σ. I-3423, σκέψη 18.

( 6 ) Απόφαση τη; 4ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 375/85, Campana (Συλλογή 1987, 0.2387).

( 7 ) Βλ. για παράδειγμα απόφααη της 9ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 10/69, Portelange (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 103).