ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FENNELLY
της 26ης Οκτωβρίου 1995 ( *1 )
Ι — Εισαγωγή
|
1. |
Η παρούσα αίτηση για την έπδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει ορισμένα καινοφανή ζητήματα όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας περί των αγρίων πτηνών (στο εξής: οδηγία) ( 1 ). Ειδικότερα, θέτει το ζήτημα εάν η προστασία της οδηγίας εκτείνεται σε υποείδη πτηνών που δεν απαντούν σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, εφόσον είναι δύσκολο ή αδύνατο να διακριθεί το εν λόγω υποείδος από άλλα υποείδη του ιδίου είδους και εφόσον άλλα υποείδη προστατεύονται από την οδηγία. Η διάταξη περί παραπομπής θέτει επίσης το ζήτημα εάν ένα κράτος μέλος μπορεί να εμποδίσει την εισαγωγή στο έδαφος του πτηνών τα οποία διατίθενται στο εμπόριο κατά τους νόμους άλλου κράτους μέλους. |
ΙΙ — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
|
2. |
Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, βρέθηκαν στην κατοχή του Van der Feesten ορισμένα δείγματα Carduelis carduelis caniceps ή γκριζοκέφαλης καρδερίνας, πτηνού που προστατεύεται κατά τον ολλανδικό Vogelwet [νόμος περί (της προστασίας) των πτηνών] της 31ης Δεκεμβρίου 1936. Τα συγκεκριμένα πτηνά αγοράστηκαν στη Δανία και εισήχθησαν στις Κάτω Χώρες. Το εθνικό δικαστήριο εκθέτει ότι, αντιθέτως προς το βασικό είδος Carduelis carduelis ή μαυροκέφαλη («ευρωπαϊκή») καρδερίνα, η γκριζοκέφαλη καρδερίνα δεν απαντά εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο έδαφος των κρατών μελών. |
|
3. |
Ο Van der Feesten προσέβαλε την κατάσχεση των πτηνών σύμφωνα με το άρθρο 552 του ολλανδικού Wetboek van Strafvordering (Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Σύμφωνα με απόφαση του Hoge Raad (ανωτάτου δικαστηρίου) των Κάτω Χωρών, το Gerechtshof (περιφερειακό εφετείο), 's-Hertogenbosch υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
|
IIΙ — Το νομοθετικό πλαίσιο
α) Ο Vogelwet
|
4. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Vogelwet του 1936 ορίζει ότι «προστατευόμενα πτηνά» είναι «όλα τα πτηνά τα οποία ανήκουν σε ένα από τα είδη πτηνών που απαντούν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη». Σύμφωνα με το άρθρο 7, «απαγορεύεται η κατοχή, πρόταση αγοράς, αγορά, πρόταση πωλήσεως, πώληση, παράδοση, μεταφορά, πρόταση μεταφοράς, εισαγωγή, διαμετακόμιση ή εξαγωγή προστατευομένων πτηνών», ενώ το άρθρο 28 ορίζει ότι οι παραβάσεις της απαγορεύσεως αυτής είναι ποινικώς κολάσιμες. |
β) Οδηγία 79/409/ΕΟΚ τον Συμβουλίου
|
5. |
Η οδηγία, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της, λαμβάνει ως αφετηρία το γεγονός ότι, «στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών», υφίσταται μείωση του πληθυσμού «ένας μεγάλος αριθμός ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» ( 2 ) η μείωση αυτή «αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, ιδίως εξαιτίας των απειλητικών συνεπειών της στη βιολογική ισορροπία». Η αποτελεσματική προστασία των πτηνών θεωρείται ως «πρόβλημα περιβάλλοντος τυπικά διασυνοριακό που συνεπάγεται κοινές ευθύνες», ιδίως όσον αφορά τα αποδημητικά είδη τα οποία«αποτελούν μια κοινή κληρονομιά» (προοίμιο, τρίτη αιτιολογική σκέψη). Η διατήρηση αυτή φέρεται σκοπούσα «τη μακροπρόθεσμη προστασία και τη διαχείριση φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος της κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών» και «τη διατήρηση και την προσαρμογή των φυσικών ισορροπιών των ειδών στα όρια του λογικά δυνατού» (προοίμιο, όγδοη αιτιολογική σκέψη). |
|
6. |
Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καθορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1: «Η παρούσα οδηγία αφορά στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη. Έχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευση τους.» Η οδηγία δεν απαριθμεί τα είδη αγρίων πτηνών τα οποία προστατεύονται από τις διατάξεις της, αλλά εκτείνει την προστασία της σε «όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» στην Ευρώπη, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων (βλ. τα άρθρα 6, παράγραφοι 2 έως 4, 7 και 9). Θα αναφέρομαι στα είδη πτηνών που προστατεύονται κατά τον τρόπο αυτόν με τον όρο «προστατευόμενα είδη» ( 3 ) το ακριβές περιεχόμενο της φράσεως αυτής αποτελεί ασφαλώς το κύριο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. |
|
7. |
Η οδηγία επιβάλλει ορισμένες γενικές υποχρεώσεις που αφορούν τη διατήρηση του πληθυσμού των προστατευομένων ειδών και τη διαφύλαξη, διατήρηση και αποκατάσταση των οικοτόπων τους (άρθρα 2 και 3). Περαιτέρω διατάξεις περιλαμβάνουν ειδικότερες υποχρεώσεις που αφορούν την προστασία των απειλουμένων με εξαφάνιση και αποδημητικών ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι (άρθρο 4) και την προστασία των αγρίων πτηνών και των αυγών τους γενικώς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η απαγόρευση της εμπορίας αγρίων πτηνών και οι περιορισμοί της θήρας πτηνών προστατευομένων ειδών (άρθρα 5 έως 8). |
|
8. |
Ειδικότερα, το άρθρο 5 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να «υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση (...) της κατοχής των ειδών πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη» (άρθρο 5, στοιχείο ε). Το άρθρο 6 απαγορεύει την πώληση, τη μεταφορά προς πώληση, την κατοχή προς πώληση και την πρόταση πωλήσεως ζώντων ή νεκρών πτηνών ή μερών αυτών τα οποία αναγνωρίζονται εύκολα, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων. Το άρθρο 11 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να «μεριμνούν ώστε η τυχόν εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών να μην προξενεί καμιά βλάβη στην τοπική χλωρίδα και πανίδα» και να συμβουλεύονται συναφώς την Επιτροπή, ενώ το άρθρο 13 ορίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της οδηγίας δεν μπορούν «να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της σημερινής καταστάσεως σε ό,τι αφορά τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών» που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Το άρθρο 14 είναι αυτοτελές και ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να πάρουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας από αυτά που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία» καμιά από τις αιτιολογικές σκέψεις δεν διαφωτίζει ως προς τον σκοπό ή το περιεχόμενο του άρθρου αυτού. |
IV — Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
|
9. |
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν τόσο γραπτές όσο και προφορικές παρατηρήσεις, ενώ το Openbaar Ministerie (εισαγγελική αρχή) κατέθεσε μόνο γραπτές παρατηρήσεις και ο ανακόπτων της κύριας δίκης υπέβαλε μόνο προφορικές παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: |
α) Επί του πρώτου ερωτήματος: η εφαρμογή της οδηγίας σε μη ευρωπαϊκά υποείδη των προστατευομένων ειδών
|
10. |
Ο ανακόπτων της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι τα υποείδη ειδών διακρίνονται μεταξύ τους αναλόγως του αν απαντούν σε αγρία κατάσταση στην Ευρώπη ή όχι. Το άρθρο 1 της οδηγίας εκθέτει κατ' αρχάς ότι σκοπός της είναι η διατήρηση των ειδών πτηνών που ζουν ελεύθερα σε άγρια κατάσταση. Το ζήτημα αν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας προσδιορίζεται αυστηρώς βάσει των ειδών ή των υποειδών δεν έχει πραγματική σπουδαιότητα. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα υποείδη προστατεύονται πάντοτε από την οδηγία ο ανακόπτων ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή ουδέποτε παρενέβη στην εσωτερική αγορά πτηνών που ανήκουν σε μη ευρωπαϊκά υποείδη. |
|
11. |
Κατά την άποψη του Openbaar Ministerie, το άρθρο 36 της Συνθήκης, το οποίο αναφέρει την προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων, επιτρέπει στις Κάτω Χώρες να επιβάλλουν περιορισμούς στις εισαγωγές χάριν της προστασίας των αγρίων πτηνών. Τόσο ο Vogelwet όσο και η οδηγία πρέπει να έχουν την έννοια ότι ο όρος «είδος» περιλαμβάνει και τα υποείδη και ότι, στο πλαίσιο της προστασίας των πτηνών, αρκεί ότι το είδος ζει στην Ευρώπη. Κατά την άποψη του Openbaar Ministerie, η προστασία ενός είδους θα ήταν βιολογικώς αδύνατη αν οι σχετικοί κανόνες δεν κάλυπταν και τα υποείδη. |
|
12. |
Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει οτι ο Vogelwet δεν εξειδικεύει την έννοια του όρου «είδος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 και ότι, συνεπώς, πρέπει να δοθεί στον όρο αυτό η τρέχουσα έννοια. Στην ταξινομία, την οποία η κυβέρνηση αυτή ορίζει ως την επιστημονική μελέτη της ταξινομήσεως και συστηματοποιήσεως, η έννοια του «είδους» καλύπτει όλα τα υποείδη και τις ποικιλίες και τους γεωγραφικώς διακρινομένους πληθυσμούς του είδους. Συνεπώς, τα δείγματα του υποείδους ανήκουν κατ' ανάγκη στο είδος. Η οδηγία χρησιμοποιεί τον όρο είδος πτηνού κατά τρόπον ώστε η προστασία την οποία εγγυάται να εκτείνεται και στα υποείδη του είδους συνεπώς, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απαγορεύουν την εμπορία και την κατοχή των ειδών που απαντούν σε άγρια κατάσταση εντός των κρατών μελών και των υποειδών των ειδών αυτών. Το γεγονός ότι το εν λόγω υποείδος δεν απαντά στην Ευρώπη δεν επηρεάζει, κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, την προστασία του δυνάμει της οδηγίας. |
|
13. |
Βάσει των ανωτέρω, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο Vogelwet συμβιβάζεται με το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας και ιδίως με το άρθρο 1, παράγραφος 1. Δεδομένου ότι το υποείδος Carduelis carduelis caniceps ανήκει στο είδος Carduelis carduelis, το οποίο απαντά σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, υπάγεται στο προστατευτικό καθεστώς της οδηγίας. Παρόμοια νομική κατάσταση υφίσταται στη φλαμανδική περιοχή του Βελγίου και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. |
|
14. |
Επικουρικώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν η οδηγία δεν επιβάλλει την απαγόρευση του εμπορίου των μη ευρωπαϊκών υποειδών, η απαγόρευση αυτή είναι τουλάχιστον σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας. Μόνο κατά τον τρόπο αυτό μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός της διατηρήσεως όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη είναι σημαντικό το να μην εισάγονται ούτε να αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών τα υποείδη των προστατευομένων ειδών. Δεδομένου ότι οι διαφορές μεταξύ υποειδών και βασικών ειδών ή άλλων υποειδών είναι συχνά ανεπαίσθητες, μπορεί να επέλθουν διασταυρώσεις οι οποίες να δημιουργήσουν υβρίδια που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη διατήρηση του είδους που ζει σε αγρία κατάσταση. Η έλλειψη απαγορεύσεως της εμπορίας των μη ευρωπαϊκών υποειδών, οσάκις το βασικό είδος απαντά σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, θα υπέσκαπτε την αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. |
|
15. |
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι τόσο η οδηγία όσο και η οδηγία της 21ης Μαρτίου 1992 περί των οικοτόπων ( 4 ) στηρίζονται στον όρο «είδος» υπό την ταξινομική του έννοια. Το κύριο χαρακτηριστικό ενός είδους είναι ότι οι οργανισμοί που ανήκουν σε αυτό έχουν αποκτήσει ένα σύνολο σταθερών γνωρισμάτων, τα οποία αποτελούν μέρος της γενετικής κληρονομιάς των μεμονωμένων πτηνών και τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά. Στις πλείστες των περιπτώσεων, το προϊόν της γονιμοποιήσεως ενός οργανισμού που ανήκει σε ένα είδος από έναν οργανισμό που ανήκει σε άλλο είδος δεν θα είναι γόνιμο τούτο είναι κρίσιμο για τη δυνατότητα διακρίσεως μεταξύ δύο ειδών. Αντιθέτως, τα όρια μεταξύ υποειδών του ιδίου είδους δεν στηρίζονται σε τόσο σαφείς και αντικειμενικές γενετικές διακρίσεις, δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τα είδη, τα υποείδη είναι γόνιμα inter se, και μπορούν να διακρίνονται μόνο από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, τον οικότοπο ή τη συμπεριφορά τους. Συνεπώς, η διάκριση μεταξύ υποειδών αποτελεί αντικείμενο επιστημονικών συζητήσεων. Η κυβέρνηση αυτή φρονεί τελικώς ότι η οδηγία καλύπτει όλα τα υποείδη ενός είδους το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ακόμη και οσάκις τα πτηνά ενός συγκεκριμένου υποείδους δεν απαντούν σε άγρια κατάστασταση στην Ευρώπη. |
|
16. |
Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το παράρτημα Ι της οδηγίας αναφέρει μόνο ένα συγκεκριμένο υποείδος ορισμένου είδους, όπως ο Phalacrocorax carbo sinensis, το ηπειρωτικό είδος του κορμοράνου. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, μόνο αυτό το συγκεκριμένο υποείδος απαιτεί ειδικά μέτρα διατηρήσεως σχετικά με τον οικότοπο του, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 είναι πολύ πιο περιορισμένο από αυτό του άρθρου 1, το οποίο εκτείνεται σε όλα τα είδη αγρίων πτηνών που απαντούν στην Ευρώπη. Περαιτέρω, η μνεία αυτού του υποείδους δηλώνει την ύπαρξη συναινέσεως εντός της επιστημονικής κοινότητας, ως προς το ότι το ηπειρωτικό υποείδος του κορμοράνου φέρει επαρκή ειδικά χαρακτηριστικά ώστε να αναγνωρίζεται και να απομονώνεται εύκολα, συναίνεση η οποία αντικατοπτρίζεται στο κυρίως κείμενο της οδηγίας. Από την άλλη πλευρά, συνεχίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, τα κατ' ιδίαν κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα να αποφασίζουν αυτόνομα ποια υποείδη επιθυμούν να εξαιρέσουν από την προστασία που εγγυάται η οδηγία. Η ενέργεια αυτή θα υπέσκαπτε την ομοιόμορφη εφαρμογή μιας ουσιώδους διατάξεως της οδηγίας, η οποία θα εξηρτάτο κατά τον τρόπο αυτόν από ποικίλες και ενδεχομένως συγκρουόμενες επιστημονικές απόψεις. |
|
17. |
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το δεύτερο ερώτημα αποτελεί κατ' ουσίαν μέρος του πρώτου, συντάσσεται με τα προπαρατεθέντα επιχειρήματα των τριών διαδίκων. Ειδικότερα, η Επιτροπή συμφωνεί ότι το Συμβούλιο επέλεξε ενσυνειδήτως τη λέξη είδος για να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει οποιοδήποτε αυτοτελές αποδεικτικό στοιχείο που να διαφωτίζει ως προς το πνεύμα του Συμβουλίου, αλλά επιδιώκει να το συναγάγει από τρία κύρια επιχειρήματα. Κατ' αρχάς, η σε ορισμένες περιπτώσεις μνεία στα παραρτήματα ενός υποείδους συγκεκριμένου είδους εμφαίνει ότι το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας τη λέξη είδος στο άρθρο 1, είχε επίγνωση της ορνιθολογικής και ταξινομικής σημασίας της λέξεως. Δεύτερον, η μεγάλη δυσχέρεια πραγματοποιήσεως σαφών διακρίσεων μεταξύ υποειδών συνηγορεί, χάριν του αποτελεσματικού ελέγχου, υπέρ της προστασίας όλων των υποειδών. Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εισαγωγή υποειδών προκαλεί κίνδυνο υβριδισμού μέσω της διασταυρώσεως ζευγών από διαφορετικά υποείδη. Συναφώς, η Επιτροπή δήλωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι 800000 ωδικά πτηνά εισάγονται ετησίως στο Βέλγιο, 40000 εκ των οποίων είναι Carduelis carduelis caniceps, και ότι τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει σε τεχνητή μεταβολή του πτερωτού πληθυσμού της Ευρώπης. Εν τούτοις, ένας εμπειρογνώμονας διευκρίνισε ότι, εφόσον οι οργανισμοί που ανήκουν σε διαφορετικά υποείδη ενός είδους είναι γόνιμοι inter se, δεν ανακύπτει ζήτημα υβριδισμού — τούτο θα προϋπέθετε διασταύρωση μεταξύ ειδών. Η Επιτροπή εξέφρασε τους φόβους της μάλλον ως προς αυτό που αποκαλεί γενετική ρύπανση. Ισχυρίστηκε ότι ο κίνδυνος αυτός αναγνωρίζεται στο άρθρο 11 της οδηγίας, μολονότι η διάταξη αυτή αφορά τη δημιουργία νέων ειδών. |
β) Επί του δευτέρου ερωτήματος: η δυσχέρεια διακρίσεως ενός υποείδους από άλλα υποείδη
|
18. |
Κατά την άποψη του Openbaar Ministerie, οι εθνικές αρχές δικαιούνται, βάσει των κοινοτικών κανόνων, να καθορίζουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ προστατευομένων και μη προστατευομένων πτηνών, χάριν της καταπολεμήσεως της «νοθεύσεως» της πανίδος. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι είναι πρακτικώς αδύνατον να γίνει διάκριση μεταξύ των πτηνών ενός υποείδους και των πτηνών του βασικού είδους ή μεταξύ διαφορετικών υποειδών του ιδίου βασικού είδους ενισχύει την καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα και ότι, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει επίσης αρνητική απάντηση, προσθέτοντας ότι ο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ υποειδών καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να στηριχθεί στην έννοια του υποείδους η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Συνεπώς, οι δύο αυτοί ισχυρισμοί λαμβάνουν ως δεδομένο ότι είναι πάντοτε δυσχερής ή αδύνατη η διάκριση μεταξύ υποειδών. Η Επιτροπή συμφωνεί αλλά θεωρεί το ερώτημα ως αδιαχώριστο από το πρώτο. |
γ) Επί του τρίτου ερωτήματος: η εισαγωγή πτηνών εξωτικών υποειδών από άλλο κράτος μέλος
|
19. |
Κατά το Openbaar Ministerie, εάν τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τους συμπληρωματικούς τους κανόνες, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, οι εθνικοί αυτοί περιορισμοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνον αν όλα τα κράτη μέλη θέσπιζαν παρόμοιους κανόνες, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στους σκοπούς του άρθρου 36. |
|
20. |
Η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η προστασία των εν λόγω υποειδών δεν αποτελεί αυστηρότερο μέτρο υπό την έννοια του άρθρου 14 της οδηγίας και ότι δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό. Η Επιτροπή υιοθετεί επίσης την άποψη αυτή, προσθέτοντας ότι οι ιδιώτες όπως ο Van der Feesten δεν μπορούν να στηρίζονται στην παράλειψη άλλου κράτους μέλους να μεταφέρει την οδηγία προσηκόντως στο εσωτερικό του δίκαιο ( 5 ). |
V — Εξέταση των υποβληθέντων στο Δικαστήριο ερωτημάτων
|
21. |
Θα πρέπει να γίνει ένα προκαταρκτικό σχόλιο επί του ισχυρισμού που προέβαλε ο ανακόπτων πατά την προφορική διαδικασία ότι τα πτηνά των οποίων η κατάσχεση προκάλεσε την παρούσα διαδικασία όχι μόνο ζούσαν αιχμάλωτα, αλλά ήταν ανίκανα να ζήσουν σε άγρια κατάσταση. Τόσο η αναγνώριση των εν λόγω πτηνών όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους αποτελούν πραγματικά ζητήματα επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο. Η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας επί των αγρίων πτηνών τα οποία γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα στην υπόθεση C-149/94, Vergy, επί της οποίας πρόκειται να αναπτύξω τις προτάσεις μου σήμερα. Εάν η απόφαση του Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση είναι σχετική με τα πραγματικά περιστατικά εν προκειμένω, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να την εφαρμόσει. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα επί του ζητήματος αυτού στην παρούσα υπόθεση. |
α) Επί του πρώτου ερωτήματος: το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 της οδηγίας
|
22. |
Το πρώτο ερώτημα, από το οποίο εξαρτώνται το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, θέτει το ζήτημα αν συμβιβάζεται με την οδηγία εθνική νομοθεσία η οποία προστατεύει πτηνά που δεν απαντούν στην Ευρώπη, εφόσον ανήκουν σε εξωτικό ή μη ευρωπαϊκό υποείδος προστατευομένου είδους. Αποτελεί παγία νομολογία ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο, κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται περί του αν εθνική νομοθεσία συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εντούτοις, δύναται και, υπό τις παρούσες περιστάσεις, οφείλει «να συναγάγει, από τη διατύπωση των ερωτημάτων που υποβάλλει ο εθνικός δικαστής και εν όψει των δεδομένων που του εκθέτει, τα στοιχεία που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να δώσει στον δικαστή αυτό τη δυνατότητα να επιλύσει το νομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει» ( 6 ). Το εθνικό δικαστήριο, ορθώς, δεν ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το κύρος του συγκεκριμένου εθνικού νόμου, πράγμα το οποίο παραμένει δικό του θέμα. Το εθνικό δικαστήριο ζητεί μόνο καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. |
|
23. |
Το κύριο ζήτημα το οποίο ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση δεν είναι απλό και δεν έχει αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο αποφάσεως του Δικαστηρίου στην πλούσια νομολογία του επί της οδηγίας περί των αγρίων πτηνών ( 7 ). Καλύπτονται από την οδηγία τα μη ευρωπαϊκά υποείδη ενός ευρωπαϊκού είδους; Εάν αυτά τα υποείδη δεν καλύπτονται per se από την οδηγία, το δεύτερο ζήτημα που ανακύπτει είναι το αν η προστασία των μη ευρωπαϊκών υποειδών συμβιβάζεται με την οδηγία, άλλως με το κοινοτικό δίκαιο. |
|
24. |
Στην ταξινομία των πτηνών, είθισται να γίνεται διάκριση μεταξύ ειδών που ποικίλλουν γεωγραφικώς σε τέτοιο βαθμό ώστε να διακρίνονται δύο ή περισσότερα υποείδη (πολυτυπικά είδη) και ειδών εντός των οποίων δεν διακρίνονται υποείδη (μονοτυπικά) ( 8 ). Όλα τα πτηνά που ανήκουν σε ένα πολυτυπικό είδος ανήκουν ipso facto σε ένα υποείδος η προστασία του είδους πραγματοποιείται μέσω μέτρων τα οποία προστατεύουν μερικά ή όλα τα υποείδη. Κατά τον έγκυρο ( 9 ) ορισμό της έννοιας του όρου «υποείδος» τον οποίο δίδουν οι Cramp και Simmons, ο όρος αυτός δηλώνει «ομάδες παρομοίων πληθυσμών, οι οποίοι ανήκουν σε ένα μόνο είδος, κατοικούν σε γεωγραφική υποδιαίρεση της εκτάσεως την οποία καλύπτει το είδος και διαφέρουν κατά τρόπο αναγνωρίσιμο από άλλους πληθυσμούς του ιδίου είδους» ( 10 ). Από την άποψη αυτή, ο όρος «βασικό είδος» που χρησιμοποιείται στη διάταξη περί παραπομπής θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στην ορολογία της ορνιθολογίας, η ευρωπαϊκή καρδερίνα δεν αποτελεί «βασικότερο» είδος από τη γκριζοκέφαλη καρδερίνα. Εντούτοις, η ευρωπαϊκή καρδερίνα αποτελεί το υποείδος που φέρει το ίδιο όνομα με αυτό καθαυτό το είδος κατά τους Cramp και Simmons το υποείδος που φέρει το ίδιο όνομα με το είδος «δεν αποτελεί απαραιτήτως το “χαρακτηριστικότερο”, το κυριότερο ή το πλέον διαδεδομένο υποείδος, αλλά απλώς το υποείδος που ονομάστηκε πρώτο» ( 11 ). |
|
25. |
Το είδος Carduelis carduelis ή καρδερίνα αποτελεί πολυτυπικό είδος 24 υποείδη του οποίου έχουν αναγνωριστεί- το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια Carduelidae (στην οποία ανήκουν συνολικώς 112 είδη περίπου), στην υπόταξη passeres (ωδικά πτηνά) και στην τάξη passeriformes (στρουθώδη ή ξηροβατικά) τα οποία περιλαμβάνουν 5100 είδη και αποτελούν την πλέον πολυάριθμη ομάδα πτηνών στη γη σήμερα ( 12 ). Το είδος Carduelis carduelis διαιρείται σε δυο ομάδες, την ομάδα Carduelis, υποείδος που απαντά κυρίως στην Ευρώπη (υπό τη γεωγραφική έννοια), και την ομάδα caniceps, η οποία απαντά κυρίως στην κεντρική Ασία. Η διάταξη περί παραπομπής ονομάζει την ευρωπαϊκή καρδερίνα Carduelis carduelis αντί του Carduelis carduelis carduelis- προς αποφυγή αμφιβολιών, η μαυροκέφαλη («ευρωπαϊκή») καρδερίνα είναι γνωστή ορθότερα ως Carduelis carduelis carduelis, διότι αποτελεί, όπως η Carduelis carduelis caniceps, ένα υποείδος του είδους Carduelis carduelis. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ευρωπαϊκή καρδερίνα προστατεύεται καταρχήν από την οδηγία. |
|
26. |
Η οδηγία, όπως φαίνεται από τη διατύπωση της, δεν διακρίνει μεταξύ «είδους» και «υποείδους» και δεν διευκρινίζει εάν ο όρος «είδος» περιλαμβάνει κατ' ανάγκη όλα τα υποείδη των προστατευομένων ειδών. Τούτο αποτελεί έντονη αντίθεση, επί παραδείγματι, με τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών αγρίας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση η οποία υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον στις 3 Μαρτίου 1973 (σύμβαση της Ουάσινγκτον), το άρθρο 1, στοιχείο α', της οποίας ορίζει ότι ως «είδος» νοείται «κάθε είδος, υποείδος ή ένας από τους πληθυσμούς του που είναι γεωγραφικά διαχωρισμένος» ( 13 ). Αποτελεί επίσης αντίθεση με τον Vogelwet, το άρθρο 1 του οποίου προστατεύει «όλα τα πτηνά τα οποία ανήκουν σε ένα από τα είδη πτηνών που απαντούν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη» (η υπογράμμιση δική μου), το οποίο εκ πρώτης όψεως περιλαμβάνει τα πτηνά που ανήκουν σε μη ευρωπαϊκά υποείδη των ευρωπαϊκών ειδών αγρίων πτηνών. |
|
27. |
Κατά την άποψη μου, είναι αναγκαία η απομάκρυνση από τη στενή ή κυριολεκτική έννοια του όρου «είδος». Ο όρος αυτός δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να συσχετισθεί με το ορνιθολογικό νοηματικό του πλαίσιοοσάκις ο όρος αυτός αναφέρεται σε ένα μονοτυπικό είδος, δηλώνει κατ' ανάγκη το είδος άνευ άλλου τινός, ενώ, οσάκις χρησιμοποιείται σε σχέση με πολυτυπικό είδος, μπορεί να αναφέρεται είτε σε όλα είτε σε μερικά μόνο από τα υποείδη του είδους. Ελλείψει οποιασδήποτε ρητής ενδείξεως στο προοίμιο ή στις κυρίως διατάξεις της οδηγίας, στον όρο «είδος» στο άρθρο 1 της οδηγίας θα μπορούσε λογικώς να δοθεί μία από τις ακόλουθες τρεις ερμηνείες:
Σε πολλές περιπτώσεις, επί παραδείγματι, κατά τις οποίες όλα τα υποείδη ενός ορισμένου είδους απαντούν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, δεν υπάρχει πρακτική διαφορά μεταξύ αυτών των δυνατών ερμηνειών. Εντούτοις, η διαφορά μεταξύ της πρώτης ερμηνείας, αφενός, και της δεύτερης και τρίτης ερμηνείας, αφετέρου, μπορεί να είναι σημαντική, όπως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. |
|
28. |
Εάν είναι ορθοί οι ισχυρισμοί του Openbaar Ministerie, της Ολλανδικής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού, τότε το άρθρο 1 έχει την έννοια ότι η οδηγία έχει εφαρμογή σε«όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη και σε όλα τα υποείδη των ειοών αυτών, οπουδήποτε απαντούν». Το ζήτημα το οποίο ανακύπτει είναι αν η ευρεία αυτή ερμηνεία του άρθρου αυτού — στην οποία βασίζεται η ποινική δίωξη βάσει των σχετικών εθνικών νόμων του αιτούντος κράτους μέλους — επιβάλλεται από την ίδια την οδηγία και, εάν όχι, εάν συμβιβάζεται με την οδηγία. In concreto, πώς θα μπορούσε η κατάσχεση των γκριζοκέφαλων (μη ευρωπαϊκών) καρδερίνων του Van der Feesten να συμβάλει στην προστασία της μαυροκέφαλης ευρωπαϊκής καρδερίνας ή να συμβάλει κατ' άλλο τρόπο στην επίτευξη των σκοπών της οδηγίας; |
|
29. |
Θα επιχειρήσω να ταξινομήσω τα επιχειρήματα υπέρ της ευρείας προστασίας των μη ευρωπαϊκών υποειδών και θα εκθέσω τη δική μου γνώμη η οποία συμβαίνει να είναι αντίθετη προς την πλειοψηφούσα γνώμη. |
i) Η επιλογή του όρου «είδος» στο άρθρο 1 ήταν ηθελημένη και, συνεπώς, η προστασία της οδηγίας εκτείνεται σε όλα τα υποείδη των ειδών που απαντούν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη
|
30. |
Η οδηγία ουδόλως επεκτείνει ρητώς την προστασία της σε όλα τα υποείδη κάθε προστατευομένου είδους. Πράγματι, ουδέποτε χρησιμοποιεί τον όρο υποείδος, είτε στις κυρίως διατάξεις είτε στα παραρτήματα. |
|
31. |
Ο ισχυρισμός κάποιου από τους διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις, συγκεκριμένα της Επιτροπής, ότι η οδηγία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των ειδών, τα οποία αφορούν οι κυρίως διατάξεις, και των υποειδών, ισχυρισμός ο οποίος στηρίζεται σε μερικά σημεία των παραρτημάτων, είναι, κατά την άποψη μου, εσφαλμένος. Στηρίζεται ειδικότερα στο γεγονός ότι ορισμένοι τύποι πτηνών — δεν θα παραβλέψω το ζήτημα που τίθεται, κάνοντας λόγο περί ειδών — φέρουν το όνομα ενός απλού υποείδους. Τούτο δεν ενισχύει τον ισχυρισμό ότι η οδηγία κάνει διάκριση, δεδομένου ότι οι διατάξεις της οδηγίας που παραπέμπουν στα ίδια παραρτήματα δεν χρησιμοποιούν τον όρο «υποείδος». Κατά την άποψη μου, το αντίθετο επιχείρημα μπορεί να υποστηριχθεί τουλάχιστον εξίσου ευλόγως. Το άρθρο 4 επιβάλλει τη λήψη «μέτρων ειδικής διατηρήσεως» για «τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι». Το παράρτημα περιλαμβάνει στον αριθμό 5 τον Phalacrocorax caibo sinensis, ο οποίος αποτελεί ένα υποείδος κορμοράνου. Το άρθρο 7 επιτρέπει τη θήρα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, των ειδών που απαριθμούνται «στο παράρτημα II», το οποίο περιλαμβάνει στον αριθμό 13 την Lagopus lagopus scoticus et hibemicus ή χιονόκοτα, η οποία αποτελεί υποείδος. Επομένως, και στις δύο περιπτώσεις η οδηγία χρησιμοποιεί τον όρο είδος για να δηλώσει ένα υποείδος. Ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ο οποίος παρατίθεται στο σημείο 16 ανωτέρω, δεν είναι λυσιτελής. Δεν εξηγεί την εναλλακτική χρήση των δύο όρων. Επιπλέον, μεταγενέστερες τροποποιήσεις των παραρτημάτων της οδηγίας κάνουν μνεία μεγάλου αριθμού προστατευομένων υποειδών σύμφωνα με το κωδικοποιημένο κείμενο της οδηγίας που δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή το 1992, 19 υποείδη περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, 2 στο παράρτημα ΠΙ/2, 1 στο παράρτημα ΙΙ/1 και 1 στο παράρτημα ΙΙΙ/1 ( 15 ). |
|
32. |
Μολονότι η εσφαλμένη ονομασία ορισμένων υποειδών ως ειδών είναι πιθανόν να οφείλεται σε παραδρομή κατά την κατάρτιση του αρχικού κειμένου της οδηγίας, δημιουργεί τουλάχιστον αμφιβολίες ως προς την προσεκτική και ηθελημένη επιλογή των όρων από το Συμβούλιο και ωθεί στην αναζήτηση ερμηνευτικών κατευθύνσεων σε άλλες πηγές εκτός από τη λέξη είδος και μόνον. Νομίζω ότι ερμηνευτικές κατευθύνσεις παρέχει η χρήση της εκφράσεως «που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» που ακολουθεί τη φράση «είδη αγρίων πτηνών» στη δεύτερη, τρίτη και έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας. Ο ίδιος εδαφικός περιορισμός περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, προβλέποντας ότι η οδηγία αφορά «στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών». Το γεγονός ότι η προστασία αυτή περιορίζεται στο «ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» ( 16 ) νομίζω ότι αποτελεί μια περισσότερο εμφανή και συνειδητή επιλογή πολιτικής απ' ό,τι η επιλογή την οποία προέβαλαν οι διάδικοι που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, δηλαδή ότι ο όρος «είδος» περιλαμβάνει κατ' ανάγκην τα μη ευρωπαϊκά υποείδη των προστατευομένων ειδών. |
|
33. |
Από τη διατύπωση της οδηγίας συνάγω ότι ο όρος «είδος», ακόμη και αν επελέγη συνειδητώς, δεν μπορεί να έχει κατ' ανάγκην σε κάθε περίπτωση την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε υποείδος των ειδών που προστατεύονται από την οδηγία. Ο όρος αυτός πρέπει, κατά την άποψη μου, να ερμηνεύεται σύμφωνα με το νοηματικό πλαίσιο κάθε διατάξεως στην οποία χρησιμοποιείται. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, τα μονοτυπικά είδη πτηνών δεν διαιρούνται σε υποείδη και, συνεπώς, δεν θα είχε νόημα να γίνει μνεία των υποειδών των ειδών αυτών. Από την οδηγία προκύπτει ότι ο όρος «είδος» μπορεί να χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο 1 σε σχέση με τα είδη των μονοτυπικών αγρίων πτηνών και με όλα ή μερικά μόνο από τα υποείδη των πολυτυπικών ειδών πτηνών. Συνεπώς, η μνεία του όρου «είδη» στο άρθρο 1 δεν φαίνεται να είναι καθοριστική του πεδίου της προστασίας την οποία επιδιώκει η οδηγία και, ιδίως, της γεωγραφικής εκτάσεως της προστασίας την οποία επιδιώκει, η οποία αποτελεί πράγματι το κύριο επίδικο ζήτημα. |
|
34. |
Ο γεωγραφικός περιορισμός της προστασίας της οδηγίας, τον οποίο ανέφερα ανωτέρω, είναι σύμφωνος με τη δήλωση του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1973 περί του προγράμματος δράσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον τομέα του περιβάλλοντος, η οποία μνημονεύεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας η δήλωση χαρακτηρίζει τη σύλληψη και τον φόνο αποδημητικών πτηνών και ωδικών πτηνών ως «σοβαρό πρόβλημα για την οικολογική ισορροπία στην Ευρώπη» ( 17 ). Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεώρησε την πρόταση στην οποία στηρίχθηκε η οδηγία ως «èva εξαιρετικά επιτυχές μέτρο για (...) τη διατήρηση της κοινής κληρονομιάς των πτηνών της Ευρώπης» που έχει ως σκοπό «την προστασία των αγρίων πτηνών εντός των χωρών της ΕΟΚ» και εξέφρασε τη γνώμη ότι «η οδηγία πρέπει να διευκρινίζει ότι εξαιρούνται τα εξωτικά είδη που εισάγονται από τον άνθρωπο από αλλού» ( 18 ) δεδομένου ότι η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει λάβει σαφή θέση ως προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεν αμφιβάλλω ότι αυτή εννοούσε την εξαίρεση των εξωτικών υποειδών τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των μη ευρωπαϊκών ειδών αγρίων πτηνών. Παρόμοια άποψη ως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 της οδηγίας εκφράζει η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην οποία σημειώνεται ότι η οδηγία έχει «ως σκοπό την πρόληψη της επικείμενης εξαλείψεως ή σε ευρεία κλίμακα καταστροφής πολλών ειδών πτηνών στην Ευρώπη» δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο θεωρούσε ότι η οδηγία δεν καλύπτει τα πτηνά εκτός Ευρώπης, κάλεσε την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τρίτες χώρες «για να προωθήσει την προστασία των πτηνών (...) σε παγκόσμια κλίμακα» ( 19 ). |
|
35. |
Η οδηγία διαφέρει αισθητά από ορισμένα άλλα νομοθετικά κείμενα του κοινοτικού δικαίου περί της προστασίας της χλωρίδας και της πανίδας. Ο κανονισμός 3626/82 ( 20 ), επί παραδείγματι, έχει ως σκοπό την εφαρμογή εντός της Κοινότητας της συμβάσεως της Ουάσινγκτον περί των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση η σύμβαση καλύπτει «όλα τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και που επηρεάζονται ή θα ήταν δυνατό να επηρεαστούν από το εμπόριο» και τα είδη που ενδέχεται να καταλήξουν να απειλούνται με εξαφάνιση ή να επηρεάζονται από το εμπόριο, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής τους θέσεως, περιλαμβανομένων όλων των υποειδών και των γεωγραφικώς διαχωρισμένων πληθυσμών των ειδών αυτών ( 21 ). Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε από τη σύμβαση της Βόννης περί της διατηρήσεως των αποδημητικών ειδών που ανήκουν στην άγρια πανίδα, το άρθρο Ι της οποίας ορίζει ότι ως «αποδημητικό είδος» νοείται «το σύνολο του πληθυσμού ή γεωγραφικά ξεχωριστό τμήμα πληθυσμού κάθε είδους ή κατώτερης ταξινομικής βαθμίδας αγρίων ζώων» η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 82/461/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 22 ). Αν γινόταν γενικώς δεκτό, όπως υποστηρίχθηκε, ότι ο όρος «είδος» περιλαμβάνει όλα τα υποείδη ενός συγκεκριμένου είδους, οι ορισμοί αυτοί θα ήταν περιττοί. |
|
36. |
Η άποψη αυτή ενισχύεται περαιτέρω από διάφορες δηλώσεις της Επιτροπής και από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή, στην εισαγωγή της δεύτερης εκθέσεως της σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, επισημαίνει «τις διάφορες απειλές κατά του πτερωτού βασιλείου στην Ευρώπη» και την ανάγκη «[οι υπεύθυνοι] να εντείνουν και να επεκτείνουν τους ελέγχους προκειμένου να επιτραπεί η διαφύλαξη και η επιβίωση των πτηνών που ζουν στην Ευρώπη» ( 23 ). Το Δικαστήριο, στην πρώτη του απόφαση επί της οδηγίας, έκρινε ότι «το προστατευτικό (...) αποτέλεσμα της οδηγίας καλύπτει και τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος» των κρατών μελών ( 24 ). Επίσης, το Δικαστήριο, όταν έκρινε στην υπόθεση Van der Burg ότι «η οδηγία ρυθμίζει πλήρως τις εξουσίες των κρατών μελών στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών», κατά την άποψη μου, δεν μπορεί παρά να εννοούσε τα ευρωπαϊκά πτηνά, δεδομένου ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει διατάξεις για τη διατήρηση των μη ευρωπαϊκών πτηνών ( 25 ). |
|
37. |
Εν κατακλείδι, ούτε στο κείμενο της οδηγίας, ούτε στα πρακτικά της νομοθετικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της, ούτε στις εκθέσεις περί της εφαρμογής της, ούτε στη σχετική νομολογία που αφορά την ερμηνεία της μπορώ να βρω κανένα στοιχείο το οποίο να ενισχύει την άποψη ότι το άρθρο 1 σκοπεί κατ' ανάγκην να καλύψει τα μη ευρωπαϊκά υποείδη των προστατευομένων ειδών. |
ii) Θα ήταν «βιολογικώς αδύνατον» να προστατευθεί το είδος εάν οι σχετικοί κανόνες δεν κάλυπταν τα υποείδη, δεδομένου ότι είναι δυσχερής η διάκριση μεταξύ υποειδών
|
38. |
Το επιχείρημα αυτό τονίστηκε πολύ τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις όσο και κατά την προφορική διαδικασία, μολονότι κατά τη συνεδρίαση η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισε περισσότερο τις πρακτικές δυσχέρειες της διακρίσεως μεταξύ υποειδών και όχι το ότι είναι βιολογικώς αδύνατη η διάκριση αυτή ( 26 ). Ο δικηγόρος του Van der Feesten αντέκρουσε αυτό το επιχείρημα ως μη ρεαλιστικό, με την αιτιολογία ότι οι αρμόδιες αρχές στα οικεία κράτη μέλη έχουν υπερεπαρκή επαγγελματική πείρα στο ζήτημα της διακρίσεως μεταξύ υποειδών. Ούτε οι εμπειρογνώμονες ορνιθολόγοι οι οποίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες επιβεβαίωσαν το επιχείρημα του «βιολογικώς αδυνάτου». Ο εμπειρογνώμων της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατέθεσε ότι γίνεται δεκτή η ύπαρξη υποείδους μόνον οσάκις το υποείδος είναι απολύτως αναγνωρίσιμο και οσάκις η διεθνής επιστημονική κοινότητα συμφωνεί απολύτως ως προς τη διάκριση του υποείδους αυτού από τα άλλα υποείδη τούτο προϋποθέτει ότι είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ υποειδών. |
|
39. |
Κανείς από τους διαδίκους που υποστήριξε το επιχείρημα αυτό δεν έκρινε σκόπιμο να εξηγήσει στο Δικαστήριο εφόσον είναι βιολογικώς ή πρακτικώς αδύνατη η διάκριση μεταξύ Carduelis carduelis carduelis και Carduelis carduelis caniceps, πως ήταν δυνατό να κατηγορηθεί ο ανακόπτων της κύριας δίκης ότι κατείχε δείγματα του δευτέρου υποείδους. Εάν τα δύο επίμαχα υποείδη δεν διακρίνονταν το ένα από το άλλο, δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα είχε προκύψει ζήτημα του οποίου να πρέπει να επιληφθεί το παρόν Δικαστήριο. |
|
40. |
Περαιτέρω, από τις παρατηρήσεις τόσο της Ολλανδικής όσο και της Γαλλικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι το κύριο χαρακτηριστικό ενός υποείδους είναι ότι τούτο είναι γεωγραφικώς διαχωρισμένο και βιολογικώς διακεκριμένο από άλλα υποείδη του ιδίου είδους. Η άποψη αυτή συνάδει με τον προπαρατεθέντα ( 27 ) γενικώς δεκτό ορισμό του «υποείδους» ως ομάδας που διαφέρει κατά τρόπο αναγνωρίσιμο από άλλους πληθυσμούς του ιδίου είδους. |
|
41. |
Το επιχείρημα αυτό αντιφάσκει επίσης προς άλλα σχετικά μέτρα και προτάσεις μέτρων του κοινοτικού δικαίου. Για την προσήκουσα εφαρμογή του κανονισμού 3626/82, επί παραδείγματι, οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα πολυάριθμα υποείδη πτηνών που προστατεύονται από τη σύμβαση της Ουάσινγκτον και απαριθμούνται ως προστατευόμενα υποείδη στα παραρτήματά της και να εφαρμόζουν επ' αυτών τις διατάξεις του κανονισμού. Παρόμοια προσέγγιση υιοθέτησε η Επιτροπή στην από 18 Νοεμβρίου 1991 πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με την κατοχή και εμπορία ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας ( 28 ), η οποία ξεχωρίζει ορισμένα υποείδη προκειμένου να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως από τα υπόλοιπα υποείδη του είδους. Ετσι, επί παραδείγματι η Anas aucklandia nešiotis πρέπει να ταξινομηθεί στο παράρτημα Α του κανονισμού, ενώ η Anas aucklandia aucklandia και η Anas aucklandia chlorotis πρέπει να υπαχθούν στο παράρτημα Β και, ως εκ τούτου, να υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρούς όρους εισαγωγής. Εάν ήταν αδύνατη η διάκριση μεταξύ υποειδών πτηνών, όπως υποστηρίχθηκε, οι διατάξεις αυτές δεν θα είχαν νόημα. |
|
42. |
Προκειμένου να μπορεί το επιχείρημα αυτό, το οποίο στηρίζεται στο ότι είναι βιολογικώς ή πρακτικώς αδύνατη η διάκριση μεταξύ υποειδών, να δικαιολογήσει τον καθορισμό ενός πεδίου εφαρμογής της οδηγίας ευρύτερου από αυτόν στον οποίο καταλήγει η δική μου ερμηνεία, θα έπρεπε οι διάδικοι να αποδείξουν κατ' ουσίαν ότι ουδέποτε ή σχεδόν ουδέποτε είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ υποειδών. Τα αποδεικτικά στοιχεία δεν δικαιολογούν την ερμηνεία αυτή. Πράγματι, οι διαφορές που αναπτύσσονται κατά τον «γεωλογικό χρόνο» μεταξύ των υποειδών που έχουν ταξινομηθεί στο ίδιο είδος μπορεί να είναι τόσο έντονες ώστε να απαιτείται η αναταξινόμηση ενός υποείδους ως νέου είδους ( 29 ). Τούτο δεν σημαίνει ότι η ταξινόμηση των αγρίων πτηνών σε υποείδη δεν μπορεί ποτέ να προκαλέσει δυσχέρειες στην πράξη, αλλά μάλλον ότι οι δυσχέρειες αυτές δεν δικαιολογούν το να αγνοούνται οι εντοπισθείσες διαφορές, κατά την ερμηνεία του άρθρου 1 της οδηγίας- η ενδεχόμενη σπουδαιότητα των δυσχερειών αυτών εξετάζεται κατωτέρω στην απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου. |
iii) Στην ταξινομία, το είδος καλύπτει κατ' ανάγκην τα υποείδη
|
43. |
Ο ισχυρισμός αυτός είναι σαφώς ορθόςείναι επίσης σαφώς μη καθοριστικός για την ερμηνεία του όρου «είδος» στο άρθρο 1 της οδηγίας. Το επίμαχο ζήτημα έγκειται στο αν η προστασία ενός υποείδους που απαντά στην Ευρώπη, βάσει ενός μέτρου του κοινοτικού δικαίου, επιβάλλει (ή επιτρέπει) τη λήψη κατασταλτικών μέτρων κατ' αυτών που βρίσκονται να έχουν στην κατοχή τους δείγματα ενός μη ευρωπαϊκού υποείδους του ιδίου είδους. Η ταξινομία των πτηνών αναγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ υποειδών, περιλαμβανομένης της διαφοράς μεταξύ των επιδίκων υποειδών δεν έχουν προβληθεί πειστικοί λόγοι που να αποδεικνύουν ότι η οδηγία αγνοεί τις διαφορές αυτές. |
|
44. |
Ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως υποστήριξε κατά την προφορική διαδικασία την ευρεία, «ταξινομική» ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας παραθέτοντας, ειδικότερα, τα σημεία 14 και 15 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση APAS κ.λπ. ( 30 ). Το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται λυσιτελές. Κατά την ερμηνεία των επίμάχων στην υπόθεση εκείνη διατάξεων, ο γενικός εισαγγελέας στηρίχθηκε, όπως και εγώ, στην «αντικειμενική και γενική» διάρθρωση της οδηγίας σε κανένα σημείο των προτάσεων του δεν υπαινίσσεται ότι η οδηγία έχει εφαρμογή σε υποείδη προστατευομένων ειδών τα οποία δεν απαντούν ή δεν απαντούν συνήθως στην Ευρώπη. |
iv) Το ευρύτερο πεδίο προστασίας της οδηγίας δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας από τις αλλαγές στη φυσική κατάσταση του πτερωτού βασιλείου, οι οποίες καλούνται «γενετική ρύπανση»
|
45. |
Η Επιτροπή στηρίζεται στο επιχείρημα αυτό για να ισχυρισθεί ότι η οδηγία προστατεύει κατ' ανάγκην όλα τα υποείδη ενός προστατευομένου είδους, ενώ η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα αυτό για να στηρίξει τον επικουρικό της ισχυρισμό ότι η ευρεία προστασία τουλάχιστον συμβιβάζεται με την οδηγία, εάν δεν επιβάλλεται από αυτή ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός εξετάζεται κατωτέρω. Το εν λόγω πτερωτό βασίλειο μπορεί μόνο να είναι το πτερωτό βασίλειο στην Ευρώπη, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων ορισμένων κρατών μελών στα μη ευρωπαϊκά εδάφη τους, να προστατεύσουν από τις αλλαγές το πτερωτό βασίλειο στις μη ευρωπαϊκές χώρες. Ο ισχυρισμός αυτός είναι κατ' ανάγκην επικουρικός του κυρίου ισχυρισμού της Επιτροπής ότι το άρθρο 1 καλύπτει τα μη ευρωπαϊκά υποείδη των προστατευομένων ειδών. Εάν τα υποείδη αυτά περιλαμβάνονται ήδη, δεν τίθεται θέμα ισχυρισμού στηριζόμένου στην ανάγκη προστασίας τους. |
|
46. |
Εν τούτοις, το επιχείρημα κατ' αναλογίαν το οποίο αντλεί η Επιτροπή από το άρθρο 11 της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η τυχόν εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών να μην προκαλεί καμιά βλάβη στην τοπική χλωρίδα και πανίδα», δεν είναι πειστικό. Η διάταξη αυτή αναδεικνύει τη διάκριση, που διαπνέει την οδηγία, μεταξύ τοπικής χλωρίδας και πανάδας, στην προστασία της οποίας αποσκοπεί, και εξωτικής χλωρίδας και πανίδας, στην προστασία της οποίας δεν αποσκοπεί- είναι αναμφισβήτητο ότι η Carduelis carduelis caniceps δεν αποτελεί τοπική πανίδα. Εάν ο όρος «είδος» πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον σκοπό της διατάξεως αυτής, όπως έχω προτείνει, η Carduelis carduelis caniceps θα εμπίπτει στο άρθρο 11 ως «είδος πτηνού που δεν ζει εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών». Τούτο συνεπάγεται ότι ο όρος είδος, στην αλληλουχία αυτή, έχει την ίδια ελαστική έννοια με αυτήν που υιοθέτησε σιωπηρώς το Συμβούλιο κατά την κατάρτιση των παραρτημάτων. |
|
47. |
Η Γαλλική Κυβέρνηση εξέφρασε κάποια ανησυχία ως προς το ότι η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας θα διακυβευόταν εάν τα κράτη μέλη είχαν δικαίωμα να αποφασίζουν αυτόνομα ποια υποείδη επιθυμούν να αποκλείσουν από την προστασία της. Το γεωγραφικό κριτήριο που προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 — πτηνά που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη —, το οποίο προκύπτει από την εξέταση του κειμένου της οδηγίας και από τους δεδηλωμένους σκοπούς της και επιβεβαιώνεται από το νομοθετικό της ιστορικό, είναι σαφές και αντικειμενικό και παρέχει ένα ομοιόμορφο πρότυπο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. |
|
48. |
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι ο όρος «είδος», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 της οδηγίας, δεν περιλαμβάνει τα μη ευρωπαϊκά υποείδη των προστατευομένων ειδών και ότι πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα ανάλογη απάντηση. |
β) Επί του δευτέρου ερωτήματος: δυσχέρειες διακρίσεως των προστατευομένων από τα μη προστατευόμενα υποείδη αγρίων πτηνών
|
49. |
Το δεύτερο ερώτημα ζητεί να διευκρινιστεί εάν η οδηγία έχει την έννοια ότι απαιτεί από τα κράτη μέλη ή τους επιτρέπει να προστατεύουν τα μη ευρωπαϊκά υποείδη των αγρίων πτηνών, εφόσον οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν είναι σε θέση ή είναι ελάχιστα σε θέση να διακρίνουν τα υποείδη αυτά από τα προστατευόμενα υποείδη. Καθόσον το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία της οδηγίας και οποιαδήποτε υποχρέωση των κρατών μελών να προστατεύουν τα εξωτικά υποείδη, έχω ήδη δώσει απάντηση κατά την εξέταση του επιχειρήματος ότι είναι «βιολογικώς αδύνατη» η διάκριση μεταξύ υποειδών του ιδίου είδους. |
|
50. |
Παραμένει το ζήτημα εάν η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να επεκτείνουν στα δείγματα των εξωτικών υποειδών την εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τα προστατευόμενα πτηνά, εφόσον οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αντιμετωπίζουν πραγματική δυσχέρεια κατά τη διάκριση μεταξύ των δύο υποειδών. Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο Δικαστήριο μολονότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, δεν προέκυψε αμφιβολία ως προς την ταξινόμηση των ειδών η κατοχή των οποίων προκάλεσε την παρούσα διαδικασία. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές ήταν σε θέση να προσδιορίσουν με βεβαιότητα την ταυτότητα των πτηνών που κατέσχαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό, η οποία να ανταποκρίνεται «στην ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως» της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ( 31 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, το ερώτημα είναι, κατά το μέτρο αυτό, υποθετικό και το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να δώσει απάντηση. |
|
51. |
Αν το Δικαστήριο δεν δεχθεί την άποψη αυτή, θα πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα των υποχρεώσεων που υπέχει ένα κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές του οποίου δεν είναι σε θέση, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, να διακρίνουν μεταξύ προστατευομένων και μη προστατευομένων δειγμάτων ενός προστατευομένου είδους. Λόγω της απόψεως τους επί του πρώτου ερωτήματος, η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, το Openbaar Ministerie και η Επιτροπή δεν ασχολήθηκαν ρητώς με το ζήτημα αυτό, ενώ ο ανακόπτων της κύριας δίκης είχε την άποψη ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να ανακύψει στην πράξη. |
|
52. |
Η οδηγία δεν ασχολείται με το ζήτημα της αναγνωρίσεως των υποειδών ή των ειδών πτηνών και δεν προβλέπει διαδικασία για την επίλυση δυσχερών περιπτώσεων εάν το ζήτημα είναι τόσο προβληματικό για τις αρμόδιες εθνικές αρχές όσο υποστηρίχθηκε, θεωρώ παράδοξο ότι δεν ανέκυψε κατά τα πρώτα 13 έτη ισχύος της οδηγίας. Είναι σαφές ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να πράξουν το αδύνατο, το δε Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η απόλυτη αδυναμία συμμορφώσεως του κράτους μέλους προς μια υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική άμυνα σε μια διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους ( 32 ). Αν η επιβολή απαγορεύσεως στην εισαγωγή δειγμάτων μη ευρωπαϊκών υποειδών αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ( 33 ), η εφαρμογή της, αδιακρίτως, τόσο στα προστατευόμενα όσο και στα εξωτικά δείγματα, μπορεί να δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις που είναι πραγματικά αδύνατη η διάκριση, τούτο δε μόνο μέχρι την εξεύρεση ικανοποιητικής λύσεως σε κοινοτικό επίπεδο. Αποτελεί παγία νομολογία ότι «δυσχέρειες εφαρμογής, αναφανείσες στο στάδιο εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως, δεν μπορούν να επιτρέψουν σε ένα κράτος μέλος να απαλλαγεί από την τήρηση των υποχρεώσεών του. Το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας παρέχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι θα ληφθούν λογικά υπόψη οι δυσχέρειές του» ( 34 ) η νομολογία αυτή έχει, κατά την άποψη μου, εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. |
γ) Το τρίτο ερώτημα: περιορισμοί στην εισαγωγή δειγμάτων εξωτικών υποειδών
|
53. |
Υποβάλλοντας το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο θεώρησε ότι το άρθρο 14 μπορούσε καταρχήν να αποτελέσει τη δικαιολογητική βάση της απαγορεύσεως εισαγωγής δειγμάτων εξωτικών υποειδών. Δεδομένου ότι τα δείγματα αυτά δεν εμπίπτουν, κατά την άποψη μου, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, συνάγεται ότι το άρθρο 14 δεν έχει εφαρμογή στην απαγόρευση αυτή ( 35 ). |
|
54. |
Μολονότι το τρίτο ερώτημα αναφέρει ότι η οδηγία θεσπίζει τις μόνες σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, το ερώτημα αυτό σε συνδυασμό με το πρώτο ερώτημα θέτει το ζήτημα αν επιτρέπονται κανόνες οι οποίοι στην πράξη λειτουργούν ως απαγόρευση της εισαγωγής εξωτικών δειγμάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο, σε χρόνο κατά τον οποίο η αγορά των δειγμάτων εντός του εξάγοντος κράτους μέλους ήταν νόμιμη. Για λόγους οικονομίας της δίκης και σύμφωνα με τη γραμμή που ακολούθησε το Δικαστήριο σε ορισμένες πρόσφατες υποθέσεις ( 36 ), θα έπρεπε, κατά την άποψη μου, να εξετάσει το Δικαστήριο το ζήτημα αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ασκούν επιρροή στην κρίση επί της παρούσας υποθέσεως. |
|
55. |
Είναι αναμφισβήτητο ότι τα δείγματα εξωτικών υποειδών εμπίπτουν στο άρθρο 30 ως «αντικείμενα διακινούμενα πέραν των συνόρων με σκοπό την πραγματοποίηση εμπορικής συναλλαγής (...), ανεξάρτητα από τη φύση της συναλλαγής αυτής» ( 37 ). Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε σιωπηρώς από το Δικαστήριο στην υπόθεση Van der Burg ( 38 ) και, ρητώς, από την Επιτροπή (μολονότι δεν περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις της επί της παρούσας υποθέσεως) και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την υποβολή και την εξέταση, αντιστοίχως, της προτάσεως κανονισμού σχετικά με την κατοχή και εμπορία ειδών άγριας χλωρίδας και πανίδας ( 39 ). Η Επιτροπή δικαιολόγησε την πρόταση της, η οποία βασιζόταν στα άρθρα 100Α και 113 της Συνθήκης, με την αιτιολογία ότι «τα κράτη μέλη διατήρησαν και έλαβαν σημαντικό αριθμό αυστηρότερων μέτρων σε ό,τι αφορά το εμπόριό τους για πολλά είδη — που καλύπτονται ή και δεν καλύπτονται από [τον κανονισμό 3626/82] — δημιουργώντας κατ' αυτό τον τρόπο εμπορικούς φραγμούς μεταξύ τους, οι οποίοι δεν συμβιβάζονται με την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και επομένως δεν μπορούν να διατηρηθούν» ( 40 ). Νομίζω ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις αποτελούν ακριβώς τέτοιου είδους μέτρο, το οποίο πρέπει να εξετασθεί υπό το φως του «rule of reason» που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση τη γνωστή ως «Cassis de Dijon» ( 41 ) και του άρθρου 36 της Συνθήκης. |
|
56. |
Αποτελεί παγία νομολογία ότι «ελλείψει κοινής ρυθμίσεως της εμπορίας των εν λόγω [εμπορευμάτων], τα προκύπτοντα από τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας πρέπει να γίνονται δεκτά εφόσον η εθνική ρύθμιση, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα, δύναται να δικαιολογείται ως αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου (...), [ότι] μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό» και ότι η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά τέτοιου είδους επιτακτική απαίτηση ( 42 ). Όπως προανέφερα, δεν δέχομαι την άποψη ότι το εμπόριο των εξωτικών δειγμάτων πτηνών εμπίπτει στους κανόνες εμπορίας που θεσπίζει η οδηγία- οι εθνικές διατάξεις μπορεί να θεωρηθούν ως εφαρμοζόμενες αδιακρίτως, καθόσον απαγορεύουν την εισαγωγή και την πώληση των δειγμάτων αυτών ανεξαρτήτως της προελεύσεως τους ( 43 ). Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η δικαιολόγηση και η αναλογικότητα των κανόνων αυτών. |
|
57. |
Μολονότι η Συνθήκη δεν αναφέρει ρητώς ότι διατήρηση της άγριας πανίδας περιλαμβάνεται μεταξύ των οικολογικών στόχων της Κοινότητας, γίνεται γενικώς δεκτό ότι αυτή συμβάλλει στη «διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος» σύμφωνα με το άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ( 44 ). Μολονότι οι διάδικοι δεν ασχολήθηκαν ρητώς με το ζήτημα αυτό, ορισμένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ της ευρείας ερμηνείας του όρου«είδος» στο άρθρο 1 της οδηγίας, τα οποία εξετάστηκαν ανωτέρω, μπορούν να θεωρηθούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. |
|
58. |
Επί παραδείγματι, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι περιορισμοί στο εμπόριο ήταν απαραίτητοι για την καταπολέμηση της «νοθεύσεως» της πανίδας θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στη χρησιμοποίηση της πωλήσεως εξωτικών πτηνών ως καλύψεως για την πώληση ευρωπαϊκών αγρίων πτηνών. Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου είδους συγκαλυμμένου εμπορίου ούτε το πώς εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη μπορούν να συμβάλουν στην καταπολέμηση των πρακτικών αυτών ούτε αποδείχθηκε ότι μέτρα λιγότερο περιοριστικά του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν εξίσου ικανοποιητικά τον σκοπό αυτό. |
|
59. |
Ορισμένοι διάδικοι αναφέρθηκαν στους κινδύνους υβριδισμού, εάν δείγματα εξωτικών υποειδών απελευθερώνονταν ώστε να ζουν σε άγρια κατάσταση και αν ήταν σε θέση να διασταυρωθούν με δείγματα των ευρωπαϊκών υποειδών. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής εξήγησε ότι τα υβρίδια αποτελούν, για την ακρίβεια, το προϊόν της διασταυρώσεως δειγμάτων διαφορετικών ειδών, αλλά ότι η απελευθέρωση, ώστε να ζουν σε άγρια κατάσταση, μεγάλου αριθμού εξωτικών πτηνών θα δημιουργούσε τη λεγόμενη «γενετική ρύπανση». Δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους διαδίκους στην παρούσα διαδικασία στηρίχθηκαν κατά μεγάλο βαθμό σε επιχειρήματα βασιζόμενα στη γενετική, είναι μάλλον άξιο απορίας ότι η έννοια αυτή χρησιμοποιήθηκε κατά την ανταλλαγή επιχειρημάτων μόνο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο και είναι λυπηρό το ότι δεν προσκομίστηκε καμία ένδειξη ως προς τη φύση ή τα αποτελέσματα της γενετικής ρυπάνσεως στη διατήρηση της ευρωπαϊκής καρδερίνας. Δεδομένου ότι γίνεται λόγος για την εισαγωγή ενός υποείδους το οποίο, εξ ορισμού, είναι σε θέση να διασταυρωθεί με το υπάρχον ευρωπαϊκό υποείδος, συνέπεια η οποία δεν είναι αφεαυτής ζημιογόνος, πρέπει πέρα από τον αρνητικό χαρακτηρισμό που της προσδίδεται, να δευκρινιστεί πολύ περισσότερο, το πώς και γιατί η συνέπεια αυτή πρέπει να θεωρηθεί ζημιογόνος. Το άρθρο 11 έχει και εδώ σημασία. Αν ο όρος είδος ληφθεί υπό τη στενή έννοια, το άρθρο αυτό αναγνωρίζει τη δυνατότητα εισαγωγής νέων ειδών τα οποία να ζουν σε άγρια κατάσταση, υπό την επιφύλαξη ότι δεν θα προκληθεί βλάβη στην τοπική χλωρίδα και πανίδα και ότι θα ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής. Τούτο απέχει πολύ από την ολοσχερή απαγόρευση. |
|
60. |
Όπως και να έχει το πράγμα, δεν αποδείχθηκε ότι εθνικός κανόνας ο οποίος περιορίζει το εμπόριο των εξωτικών πτηνών, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, συμβάλλει στην πρόληψη της γενετικής ρυπάνσεως, ακόμη και αν υποτεθεί, έστω, ότι τα μέτρα κατά της γενετικής ρυπάνσεως συνάδουν προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς της Κοινότητας. Η εθνική απαγόρευση εισαγωγής εμποδίζει την εισαγωγή των πτηνών αυτών στο έδαφος ορισμένου κράτους μέλους, αλλά δεν εμποδίζει τη διασταύρωση τους με ευρωπαϊκά υποείδη του ιδίου είδους στο έδαφος της Κοινότητας. Θεωρώ επίσης σημαντικό ότι η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο για να εμποδίσει το εμπόριο των εξωτικών δειγμάτων που αναφέρονται ανωτέρω ( 45 ). Μολονότι η αδράνεια αυτή αντιφάσκει προς την άποψη που υιοθέτησε η Επιτροπή κατά την παρούσα διαδικασία, είναι συνεπής προς τις απόψεις που έχει εκφράσει επανειλημμένως απαντώντας σε ερωτήσεις του Κοινοβουλίου, ότι δηλαδή «μια συνολική απαγόρευση του εμπορίου των αγρίων πτηνών θα ήταν περιττή» ( 46 ), και με την προπαρατεθείσα πρόταση κανονισμού σχετικά με την εμπορία ειδών αγρίας πανίδας ( 47 ), ο οποίος κανονισμός θα ελέγχει αλλά δεν θα απαγορεύει τις εισαγωγές αυτές. |
|
61. |
Μολονότι η Ολλανδική Κυβέρνηση επιχείρησε να δικαιολογήσει τις εθνικές της διατάξεις οι οποίες πράγματι απαγορεύουν τις εισαγωγές, με την αιτιολογία ότι είναι πολύ δύσκολη η διάκριση μεταξύ των επίμάχων στην παρούσα διαδικασία υποειδών, παρέλειψε να εξηγήσει πώς οι αρμόδιες εθνικές αρχές ήταν σε θέση να απαγγείλουν κατηγορία κατά του ανακόπτοντος της κύριας δίκης για την κατοχή δειγμάτων Carduelis carduelis caniceps, την οποία διέκριναν από την Carduelis carduelis carduelis. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν έχω πεισθεί ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση μπορεί να επικαλεσθεί τον κίνδυνο γενετικής μολύνσεως για να δικαιολογήσει την απαγόρευση εισαγωγής της Carduelis carduelis caniceps από άλλο κράτος μέλος. |
|
62. |
Υποστηρίχθηκε ότι η απαγόρευση εισαγωγής μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της ανάγκης «προστασίας (...) της ζωής (...) των ζώων», σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύχθηκε πλήρως ούτε με τις γραπτές ούτε με τις προφορικές παρατηρήσεις δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφέροντος ικανού να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το άρθρο 30 της Συνθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 36, ούτε το πώς η απαγόρευση εισαγωγής εξωτικών δειγμάτων θα μπορούσε να εξαλείψει ή να μειώσει τους κινδύνους για την υγεία των ζώων. |
|
63. |
Ελλείψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ή ισχυρισμών, από τους οποίους να προκύπτει ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προστασία του περιβάλλοντος ή ότι άλλα μέτρα λιγότερο περιοριστικά του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών δεν θα επιτύγχαναν εξίσου ικανοποιητικά τον επιδιωκόμενο περιβαλλοντικό σκοπό, το μόνο δυνατό συμπέρασμα είναι ότι η απαγόρευση, από το ολλανδικό δίκαιο, της πωλήσεως δειγμάτων εξωτικών υποειδών προστατευομένων ειδών δεν δικαιολογείται από την οδηγία και δημιουργεί εμπόδιο στο εμπόριο το οποίο δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης. |
VI — Πρόταση
|
64. |
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα του Gerechtshof te 's-Hertogenbosch oι ακόλουθες απαντήσεις:
|
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001,0.202).
( 2 ) Χάριν συντομίας, παραιτούμαι της ακριβολογίας και θα χρησιμοποιώ σε ολόκληρο το κείμενο τον όρο «Ευρώπη» αντί του όρου «ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών».
( 3 ) Ένας κατάλογος των ειδών αυτών, ο οποίος καλείται γενικώς «IRSNB 1988» έχει δημοσιευθεί στην πρώτη έκθεση της Επιτροπής περί της εφαρμογής της οδηγίας, EUR 12835 (1990).
( 4 ) Οδηγία 92/43/EOK του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοιόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).
( 5 ) Αποφαοη της Πης 11 ανουαρίου 1990. C-38/89, Dlangucmon (Συλλογή 1990, σ. Ι-83. σκέψεις 7 και 8).
( 6 ) Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 228/87, Ποινική διαδικασία κατ' αγνώστων (Συλλογή 1988, σ. 5099, σκέψη 7).
( 7 ) 0 Wouter Wils έχει προβεί σε ανασκόπηση της νομολογίας αυτής, «The Birds Directive 15 years later: a survey of the caselaw and a comparison with thw habitats directive». Journal of Environmental Law 1994, τόμος 6, σ. 219.
( 8 ) Cramp and Simmons (επιμέλεια), Handbook of the Birds of Europe the Middle East and North Africa — The Birds of the Western Palaearctic, Oxford University Press, Oxford 1977, τόμος I, Eτ- σαγωγή, σ. 2.
( 9 ) Το κύρος των Cramp και Simmons στον τομέα των αγρίων πτηνών υπογραμμίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφασή του της 17ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση C-157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, ο. Ι-57, σκέψη 15).
( 10 ) Όπ.π.
( 11 ) Όπ.π.
( 12 ) Εγκυκλοπαίδεια Britannica, 15η εκδοση, Σικάγο 1992, τόμος 15, σ.95.
( 13 ) Η σύμβαση αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή σε ολόκληρη την Κοινότητα δυνάμει του κανονισμοί (EOK) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ 1982, L 384, ο. 1, στο εξής: κανονισμός 3626/82)- η σύμβαση έχει δημοσιευθεί, όπ.π., σ. 7.
( 14 ) Ο δικηγόρος του Van der Feesten επιχείρησε να διακρίνει μεταξύ εξωτικών αγρίων πτηνών και πτηνών που ζουν ελεύθερα σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη- εντούτοις, τα είδη των εξωτικών αγρίων πτηνών που δεν υπάρχουν στην Ευρώπη οπωσδήποτε δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Τούτο δημιουργεί περαιτέρω ανωμαλία. Θα ήταν απολύτως νόμιμο κατά την προτεινόμενη ευρεία ερμηνεία του άρθρου 1 να εισάγονται και να τίθενται σε εμπορία πτηνά μη ευρωπαϊκών ειδών, αλλά όχι πτηνά μη ευρωπαϊκών υποειδών, εφόσον άλλο υποείδος του ίδιου είδους απαντά στην Ευρώπη.
( 15 ) Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Περιβάλλον, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1992, τόμος 4, α 12 έως 48.
( 16 ) Το άρθρο Ι, παράγραφος 3, της οδηγίας εξαιρούσε αρχικώς τη Γροιλανδία, μολονότι η Συνθήκη δεν έχει πλίον εφαρμογή στη Γροιλανδία, σύμφωνα με τη Συνθήκη της 13ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ 1985, L 29, α. 7).
( 17 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 26 (η υπογράμμιση δική μου).
( 18 ) Γνώμη της 25ης Matou 1977, παράγραφοι 1.1, 1.2 και 1.5 (η υπογράμμιση δική μου, OJ 1977, C 152, σ. 4).
( 19 ) Γνώμη τιις 14ης Ιουνίου 1977, παράγραφοι 1 και 7 (η υπογράμμιση δική μου, OJ 1977, C 163, σ. 28 και 29).
( 20 ) Παρατεθείς στην υποσημείωση 13 ανωτέρω.
( 21 ) Αρθρα Ι, στοιχείο α, και II, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, οπ.π., σ. 7.
( 22 ) ΕΕ 1982, L 210, σ. 10.
( 23 ) Δεύτερη έχθεαη οχετιχά με την εφαρμογή της οδηγίας 79/409/EOK για τη διατήρηση των αγρίων πτηνών, COM(93) 572 τελικό της 24η; Νοεμβρίου 1993, σ. 2 (η υπογράμμιση δική μου).
( 24 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, ο. 3029, σκέψη 22, η υπογράμμιση δική μου).
( 25 ) Απόφαση της 23ης Μαΐου 1990, C-169/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2143, σκέψη 9).
( 26 ) Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι συχνά υπάρχει μικρή διαφορά μεταξύ υποειδών, πράγμα το οποίο είναι πολύ λιγότερο κατηγορηματικό από ό,τι η άποψη που διατύπωσε κατά την προφορική διαδικασία.
( 27 ) Σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) ΕΕ 1992, C 26, σ. 1 τροποποιημένο κείμενο της προτάσεως υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο οτις 21 Ιανουαρίου 1994 (ΕΕ 1994, C 131, σ. 1).
( 29 ) Εγκυκλοπαίδεια Brìtlanica, όπ.π. στην υποσημείωση 12, τόμος 18, σ. 872 κατά την προφορική διαδικασία Εγινε μνεία του παράγοντος αυτού από τον εμπειρογνώμονα της Επιτροπής.
( 30 ) Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1994, C-435/92 (Συλλογή 1994, σ.Ι-67, ο. Ι-75 έως I-77).
( 31 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-422/93 έως C-424/93, Zabala Erasum κ.λπ. (Συλλογή 1995, α I-1567, σκέψη 29).
( 32 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 16).
( 33 ) Το ζήτημα εξετάζεται κατωτέρω (παράγραφοι 55 έως 63).
( 34 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 128/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 183, σκέψη 10).
( 35 ) Βλ. τα σημεία 27 έως 36 των προτάσεων μου της 26ης Οκτωβρίου 1995 επί της υποθέσεως C-149/94, Vergy, που αφορά τα πτηνά που εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, τα οποία επίσης θεωρώ ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
( 36 ) Στην απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995, C-451/93, Dclavanl, (Συλλογή 1995. σ. I-1545, σκέψη 12), επί παραδείγματι, το Δικαστήριο έδωσε απάντηση στο ορθό ερώτημα που έπρεπε να έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, αντί να δεσμευθεί από την εσφαλμένη υπόθεση του εθνικού δικαστηρίου ως προς το ποιες ήταν οι εφαρμοστέες διατάξεις. Στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-56/94, SCAC (Συλλογή 1995, σ. Ι-1769, σκέψη 26), το Δικαστήριο απάντησε σ' ένα ερώτημα το οποίο δεν ήταν αυστηρώς απαραίτητο, «προκειμένου να δοθεί μια χρήσιμη απάντηση» στο εθνικό δικαστήριο.
( 37 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, υπόθεση C-324/93, Evans Medical Ltd και Macfarlan Smith Ltd (Συλλογή 1995, σ. Ι-563, σκέψη 20).
( 38 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 6.
( 39 ) Πρόταση παρατεθείσα στο σημείο 41 των παρουσών προτάσεων- γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ 1993, C 194, σ. 289).
( 40 ) COMÍ91) 448 τελικό, παράγραφος 2.5, σ. 4.
( 41 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 321, σκέψη 8).
( 42 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Amtaς (Συλλογή 1988, σ.4607, σκέψεις 6 και 9)- ο όρος «εμπορεύματα» προτιμάται του όρου «προϊόντα», εν όψει της φύσεως των εν λόγω εμπορευμάτων.
( 43 ) Ως προς την εφαρμογή του rule of reason σε απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας, βλ. την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 7).
( 44 ) Βλ., επί παραδείγματι, την πρώτη περίπτωση της οδηγίας 92/43 περί οικοτόπων, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4.
( 45 ) Σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.
( 46 ) Βλ., επί παραδείγματι, τη γραπτή ερώτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ε-3182/93, υποβληθείσα από τη Jessica Larive (EE 1994, C 296, σ. 49), και τα κείμενα στα οποία παραπέμπει η απάντηση της Επιτροπής.
( 47 ) Σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.