61994C0007

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 9ης Φεβρουαρίου 1995. - LANDESAMT FUER AUSBILDUNGSFOERDERUNG NORDRHEIN-WESTFALEN ΚΑΤΑ LUBOR GAAL. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: BUNDESVERWALTUNGSGERICHT - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) 1612/68 - ΑΡΘΡΟ 12 - ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-7/94.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1995 σελίδα I-01031


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


++++

1 Το προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβάλει στο Δικαστήριο το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός) (1). Το αιτούν δικαστήριο θέτει συγκεκριμένα το ζήτημα της οροθετήσεως του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η έννοια του τέκνου του διακινουμένου εργαζομένου που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό καλύπτει μόνο τα τέκνα που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους και/ή των οποίων η συντήρηση βαρύνει τον γονέα.

Το άρθρο 12 του κανονισμού ορίζει ότι τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά, εφόσον διαμένουν στην επικράτεια αυτή, στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες των οποίων σκοπός είναι να δοθεί στους νέους που αφορά το πρώτο εδάφιο η δυνατότητα να παρακολουθήσουν τα ανωτέρω μαθήματα υπό τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.

2 Η γερμανική νομοθεσία για την παροχή σπουδαστικών ενισχύσεων ή υποτροφιών συνίσταται κυρίως, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, στον Bundesausbildungsfφrderungsgesetz (ομοσπονδιακό νόμο περί παροχής κινήτρων για την εκπαίδευση, στο εξής: BAfφG)· το άρθρο 5, παράγραφος 2, του BAfφG ορίζει γενικά ότι στους σπουδαστές που κατοικούν εντός της εθνικής επικράτειας μπορούν να χορηγούνται σπουδαστικές ενισχύσεις για σπουδές στην αλλοδαπή, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω σπουδές είναι χρήσιμες, αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο του σπουδαστή, και ότι εντάσσονται στη συνήθη διάρκεια του κύκλου εκπαιδεύσεως του σπουδαστή, ο οποίος πρέπει επίσης να διαθέτει τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του BAfφG αναφέρει, μεταξύ των δικαιουμένων την ενίσχυση, τους Γερμανούς υπηκόους καθώς και τους σπουδαστές για τους οποίους ισχύει, λόγω του ότι είναι τέκνα διακινουμένων εργαζομένων, η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, υπό την έννοια του γερμανικού νόμου σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των κοινοτικών υπηκόων. Ο τελευταίος δε αυτός νόμος (Aufenthaltsgesetz/EWG) διευκρινίζει με το άρθρο 1, παράγραφος 2, ότι ως μέλη της οικογένειας υπό την έννοια του νόμου αυτού νοούνται τα τέκνα (του διακινουμένου εργαζομένου) που δεν έχουν συμπληρώσει ακόμη το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους ή τα τέκνα με των οποίων τη συντήρηση βαρύνεται ακόμη ο διακινούμενος εργαζόμενος ή ο/η σύζυγός του.

3 Ο L. Gaal, ο οποίος γεννήθηκε το 1967 και έχει τη βελγική ιθαγένεια, κατοικεί από το 1969 στη Γερμανία, όπου περάτωσε τις σπουδές του μέσης εκπαιδεύσεως και στη συνέχεια άρχισε να σπουδάζει βιολογία στο πανεπιστήμιο. Από το 1987 λαμβάνει, κατόπιν του θανάτου του πατέρα του, σύνταξη ορφανού, η οποία αποτελεί γι' αυτόν τη μόνη πηγή πόρων.

Το 1989 ο L. Gaal υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία (το Landesamt fόr Ausbildungsfφrderung, στο εξής: Landesamt) αίτηση να του χορηγηθεί σπουδαστική ενίσχυση, προκειμένου να πραγματοποιήσει, στο πλαίσιο των σπουδών του, έναν κύκλο σπουδών οκτάμηνης διάρκειας σε βρετανικό πανεπιστήμιο. Το Landesamt απέρριψε την αίτηση, με το αιτιολογικό ότι ο υποψήφιος δεν καταλέγεται μεταξύ των δικαιούχων της ενισχύσεως, υπό την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας που περιγράφηκε ανωτέρω, επειδή είχε ήδη συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του και δεν συντηρούνταν από τους γονείς του.

4 Στο πλαίσιο της διαφοράς που προέκυψε από την άσκηση προσφυγής από τον Gaal κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, το γερμανικό ακυρωτικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το προαναφερθέν προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ζητείται στην ουσία να εξακριβωθεί αν το άρθρο 12 του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να καθίσταται ανενεργός ο διττός περιορισμός που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία και να υποχρεωθεί συνεπώς το Landesamt να χορηγήσει στον Gaal την ενίσχυση που ζητεί.

5 Κατά την έναρξη της προφορικής διαδικασίας η Γερμανική Κυβέρνηση εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η σύνθεση του δικάζοντος τμήματος ήταν νομότυπη. Στη συνέχεια η Γερμανική Κυβέρνηση διατύπωσε την παρατήρησή της αυτή εγγράφως, όταν της το ζήτησε το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 165, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, επειδή δεν παρασχέθηκαν επαρκή στοιχεία ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων ορίστηκαν στην πράξη, μεταξύ των έξι δικαστών του τμήματος των οποίων τα ονόματα δημοσιεύθηκαν κατά την έναρξη του δικαστικού έτους στην Επίσημη Εφημερίδα (2), οι πέντε δικαστές του δικάζοντος τμήματος.

Η παρατήρηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της διαδικασίας, αλλά είναι προφανώς αβάσιμη. Το δικάζον τμήμα είναι εν προκειμένω ένα πενταμελές τμήμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 της Συνθήκης. Είναι προφανέστατο ότι ο καθορισμός των πέντε δικαστών του δικάζοντος τμήματος μεταξύ των έξι δικαστών του τμήματος εμπίπτει στις εξουσίες εσωτερικής αυτοοργανώσεως του Δικαστηρίου.

6 Ας έλθουμε πλέον στην ουσία της υποθέσεως. Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι, μολονότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί επί του καθ' ύλη και του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού (3), η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου ουδέποτε αφορούσε το ειδικότερο στοιχείο της υπάρξεως «έμμεσων» ορίων στην εφαρμογή του, δηλαδή προϋποθέσεων περί ηλικίας ή καταστάσεως των προσώπων που αφορά η εν λόγω διάταξη. Πράγματι, αντίθετα από ό,τι τα άρθρα 10 και 11 (που αναγνωρίζουν το δικαίωμα των τέκνων να εγκαθίστανται με τους γονείς τους και να ασκούν ελεύθερα οποιαδήποτε μορφή εξαρτημένης εργασίας), το άρθρο 12 δεν προβλέπει ρητά κανένα τέτοιο περιορισμό, ο οποίος συνεπώς θα μπορούσε να συναχθεί μόνο ερμηνευτικά.

Το ζήτημα επομένως είναι να εξακριβωθεί αν και κατά πόσον είναι σκόπιμο, ή μάλιστα αναγκαίο, να προχωρήσει η ερμηνεία του άρθρου 12 πέραν της γραμματικής ερμηνείας, προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες τα τέκνα είναι κάτω των είκοσι ενός ετών ή συντηρούνται ακόμη από τους γονείς τους. Το συμπέρασμα αυτό θα μπορούσε να συναχθεί από την ερμηνεία του όλου συστήματος του κανονισμού, και μάλιστα των τριών τελευταίων άρθρων του πρώτου μέρους του (των άρθρων 10, 11 και 12), ερμηνεία που ενδεχομένως θα επέβαλλε την εναρμόνιση του περιεχομένου των τριών αυτών διατάξεων.

Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού, την οποία προτείνουν το Landesamt και η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν θα αποτελούσε κώλυμα για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του BAfφG. Αντίθετα, αν το Δικαστήριο προέκρινε άλλη ερμηνεία για το άρθρο 12, η γερμανική νομοθεσία θα ήταν ασυμβίβαστη προς το άρθρο αυτό και δεν θα μπορούσε συνεπώς να εφαρμοστεί.

7 Συναφώς θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι, αν από το γράμμα του άρθρου 12 του κανονισμού δεν προκύπτουν, κατά τη γνώμη μου, στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι η έννοια του τέκνου περιορίζεται σε συνάρτηση με την ηλικία του ή την κατάστασή του, ούτε η εξέταση του σκοπού του εν λόγω άρθρου επιτρέπει καμία διαφορετική ερμηνεία.

Πρώτον, αν ο νομοθέτης ήθελε να επιβάλει στην έννοια του τέκνου του άρθρου 12 τον επίμαχο διττό περιορισμό, θα τον είχε προβλέψει ρητά στο κείμενο του άρθρου αυτού, όπως έπραξε σε σχέση με τα άρθρα 10 και 11 του ίδιου αυτού κανονισμού. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έννοια του τέκνου κατά το άρθρο 10 ισχύει αυτόματα και για τα άλλα σχετικά άρθρα του κανονισμού: τούτο αποδεικνύεται από το αμέσως επόμενο άρθρο 11, το οποίο, προκειμένου να προσδιορίσει τα πρόσωπα στα οποία παρέχονται τα δικαιώματα που προβλέπει, διευκρινίζει ρητά ότι πρόκειται για τα κάτω των είκοσι ενός ετών τέκνα ή τα τέκνα που συντηρούνται ακόμη από τους γονείς τους. Πράγματι, ούτε σε κανένα άρθρο ούτε στο προοίμιο απαντά έννοια περί τέκνου που να ισχύει στη συνέχεια για κάθε περαιτέρω διάταξη.

8 ηΟσον αφορά τον σκοπό του υπό κρίση άρθρου, το οποίο αποβλέπει στην εξασφάλιση της κατά το δυνατόν πληρέστερης εντάξεως της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής, είναι σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στη σημαντικότερη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, για να καταστεί σαφές ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί ευρέως μέχρι σήμερα, σε σχέση επίσης με τους γενικούς σκοπούς που επιδιώκονται με τον κανονισμό.

Πράγματι, με τις παλαιότερες ήδη αποφάσεις του το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι για την ερμηνεία του άρθρου 12 δεν είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί του κανονισμού, τόνισε τη σημασία της καταργήσεως όλων των εμποδίων στη διακίνηση των εργαζομένων, κυρίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις εντάξεως της οικογένειας στην κοινωνία της χώρας υποδοχής (4).

9 Εκκινώντας από την αφετηρία αυτή, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως προς την εκπαίδευση ισχύει σαφέστατα και απόλυτα μεταξύ των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων και των υπηκόων του κράτους υποδοχής. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η αρχή αυτή αφορά «όχι μόνο τους κανόνες που αφορούν την εγγραφή, αλλά και τα γενικά μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της φοιτήσεως» (5), καθώς και όλα τα οφέλη που προβλέπονται από τη νομοθεσία της χώρας αυτής, π.χ. προς τον σκοπό της κοινωνικής επανεντάξεως των μειονεκτούντων ατόμων (6).

Με τις πιο πρόσφατες αποφάσεις το Δικαστήριο εμβάθυνε ακόμη περισσότερο την εξέταση της πτυχής αυτής και δέχθηκε ότι η ίση μεταχείριση, την οποία εγγυάται το άρθρο 12, καλύπτει κάθε μορφή εκπαιδεύσεως, είτε είναι επαγγελματικής φύσεως είτε αφορά τη γενική παιδεία, περιλαμβανομένων και των πανεπιστημιακών ή ανωτέρων επαγγελματικών σπουδών (7), και ότι η ιδιότητα του τέκνου, υπό την έννοια του άρθρου 12, συνεπάγεται επίσης το δικαίωμα επί των κρατικών σπουδαστικών επιδομάτων που προβλέπονται υπέρ των υπηκόων του κράτους υποδοχής (8). Με την απόφαση Di Leo το Δικαστήριο διευκρίνισε, όσον αφορά πάντοτε το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, ότι η διάταξη αυτή, παρά την επιβαλλόμενη προϋπόθεση κατοικίας, καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις χορηγήσεως υποτροφιών για την παρακολούθηση κύκλων μαθημάτων που διοργανώνονται όχι στο κράτος υποδοχής, αλλά στην αλλοδαπή (9).

10 ηΟσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής, το Δικαστήριο διευκρίνισε καταρχάς ότι την ίση μεταχείριση μπορούν νομίμως να επικαλούνται και τα τέκνα των αποβιωσάντων μεταναστών (10). Επιπλέον, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι, για να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη με τον κανονισμό κοινωνική ένταξη, είναι απαραίτητο να έχει το τέκνο του κοινοτικού εργαζομένου τη δυνατότητα να πραγματοποιεί και να περατώνει επιτυχώς σπουδές οποιουδήποτε επιπέδου εντός της χώρας υποδοχής, αποφάνθηκε ότι ακόμη και το τέκνο που επιστρέφει με την οικογένειά του στο κράτος καταγωγής εξακολουθεί να εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 12 και συνεπώς έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές, εφόσον επιστρέφει στο κράτος υποδοχής για τη συνέχιση ή τη συμπλήρωση των σπουδών του (11).

11 Αυτή η ταχεία αναδρομή στη σχετική νομολογία επιβεβαιώνει ότι η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 12, με σκοπό την επιβολή για την εφαρμογή του πρόσθετων προϋποθέσεων, πέραν των ρητώς προβλεπομένων, δεν θα ήταν συνεπής προς τους σκοπούς της διατάξεως αυτής, οι οποίοι έχουν προσδιορισθεί και διακηρυχθεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα μια αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων έναντι των υπηκόων του κράτους υποδοχής, θα αντέβαινε προφανώς, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο προς το πνεύμα της εν λόγω διατάξεως, αλλά και προς τις θεμελιώδεις σχετικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (12).

12 Το ανωτέρω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται εξάλλου από διάφορα άλλα στοιχεία.

Πρώτον, το άρθρο 12 αναφέρεται ρητά όχι μόνο στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, αλλά και στα μαθήματα μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως· τα τελευταία αυτά μαθήματα παρακολουθούν, αν όχι κυρίως, τουλάχιστον συνήθως οι νέοι που έχουν ήδη περατώσει την υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση, ορισμένες δε φορές ακόμη και σπουδαστές που έχουν περατώσει πανεπιστημιακές σπουδές. Θα μου φαινόταν κάπως περίεργο να προβλέπονται οφέλη για την παρακολούθηση των μαθημάτων αυτών μόνο για τους νέους κάτω των είκοσι ενός ετών (13).

13 Θα ήθελα επιπλέον να παρατηρήσω (και μου φαίνεται σημαντικό) ότι με την επανειλημμένα ήδη προαναφερθείσα απόφαση Echternach και Moritz το Δικαστήριο ερμήνευσε προδικαστικώς το άρθρο 12 και αποφάνθηκε ότι το άρθρο αυτό εφαρμοζόταν στη συγκεκριμένη εκείνη υπόθεση, η οποία αφορούσε σπουδαστή που είχε ήδη συμπληρώσει, κατά τον κρίσιμο στην κύρια δίκη χρόνο, το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του.

Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι με την ίδια αυτή απόφαση το Δικαστήριο, εξετάζοντας την ολλανδική νομοθεσία περί χορηγήσεως επιδομάτων στους Ολλανδούς σπουδαστές (για τα οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι έπρεπε να χορηγούνται και στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων), διαπίστωσε ότι τα επιδόματα αυτά προορίζονταν για την κάλυψη πολυποίκιλων δαπανών, ενδεχομένως δε και των δαπανών διατροφής των προσώπων που συντηρεί ο σπουδαστής (14). Μολονότι δεν αποκλείεται να βαρύνεται ένα πρόσωπο κάτω των είκοσι ενός ετών με τη συντήρηση άλλων προσώπων, είναι εξίσου βέβαιο ότι ο όρος «πρόσωπο συντηρούμενο από πρόσωπο συντηρούμενο επίσης από ένα άλλο» οπωσδήποτε δεν έχει κανένα νόημα. Τούτο επιβεβαιώνει, ως εκ περισσού, ότι η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 12, προκειμένου να επεκτείνει την εφαρμογή της ολλανδικής ρυθμίσεως επί των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων, δεν είχε ως σκοπό να εξαρτήσει την εφαρμογή αυτή από προϋποθέσεις αναγόμενες στην ηλικία ή στην κατάσταση των τέκνων αυτών.

14 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, αν γίνει δεκτή η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 12, θα μπορούσε να υπάρξει η εξής παράλογη συνέπεια: το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου να μπορεί, μολονότι δεν έχει το δικαίωμα εγκαταστάσεως με τον γονέα του σύμφωνα με το άρθρο 10 (επειδή έχει υπερβεί το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του ή είναι οικονομικά ανεξάρτητο), να αξιώσει και να λάβει οπωσδήποτε τα οφέλη που προβλέπει το άρθρο 12 ή μάλιστα να αξιώσει, επικαλούμενο το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 12, να του χορηγηθεί δικαίωμα εγκαταστάσεως στη χώρα υποδοχής.

Συναφώς νομίζω ότι, όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, αρκεί η παρατήρηση ότι το δικαίωμα του τέκνου να διαμένει εντός της επικράτειας της χώρας υποδοχής θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να μην απορρέει από το άρθρο 10 του κανονισμού, αλλά από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, όπως π.χ. το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας (15). Για τις περιπτώσεις αυτές είναι αναγκαίο να έχει προβλεφθεί η ενδεικνυόμενη προστασία του δικαιώματος, προκειμένου να μη δημιουργείται αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των υπηκόων του κράτους υποδοχής και των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων, τα οποία, ακόμη και αν μπορούν να διαμένουν στο κράτος υποδοχής δυνάμει άλλων διατάξεων και όχι των διατάξεων του κανονισμού, δικαιούνται οπωσδήποτε, υπό την ιδιότητά τους ως τέκνων, να επικαλούνται το άρθρο 12.

15 Η τελευταία παρατήρησή μου αφορά την οδηγία 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (16), στην οποία αναφέρθηκε η Γερμανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι οι διακινούμενοι σπουδαστές δεν έχουν δικαίωμα επί των υποτροφιών που χορηγεί το κράτος υποδοχής προς κάλυψη των δαπανών διατροφής τους. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, η οδηγία δεν παρέχει στους σπουδαστές που έχουν δικαίωμα διαμονής κανένα δικαίωμα σχετικά με τις ανωτέρω υποτροφίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η οδηγία κωλύει τη χορήγηση του δικαιώματος επί τέτοιων επιδομάτων, όταν το δικαίωμα αυτό απορρέει, όπως εν προκειμένω, από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.

16 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Bundesverwaltungsgericht:

«Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, έχει την έννοια ότι κωλύει την εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως που επιβάλλει στην έννοια του τέκνου, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, περιορισμούς αναγόμενους στην ηλικία ή στην ιδιότητα του συντηρουμένου προσώπου».

(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.

(2) - ΕΕ C 304, σ. 1.

(3) - Βλ., μεταξύ των πλέον πρόσφατων αποφάσεων, την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-308/89, Di Leo (Συλλογή 1990, σ. Ι-4185), και την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz (Συλλογή 1989, σ. 723). Βλ. πάντως και την παλαιότερη απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 9/74, Casagrande (Συλλογή τόμος 1974, σ. 395).

(4) - Απόφαση της 11ης Απριλίου 1973 στην υπόθεση 76/72, Michel S. (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 517, σκέψη 13), απόφαση Casagrande, όπ.π., σκέψη 3, και απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1975 στην υπόθεση 68/74, Alaimo (Συλλογή τόμος 1975, σ. 51, σκέψη 4), στις οποίες επαναλαμβάνεται σχεδόν κατά γράμμα η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.

(5) - Απόφαση Casagrande, όπ.π., σκέψη 4.

(6) - Απόφαση Michel S., όπ.π., σκέψη 14.

(7) - Απόφαση Echternach και Moritz, όπ.π., σκέψεις 29 και 30.

(8) - Απόφαση Echternach και Moritz, όπ.π., σκέψη 34 και 35.

(9) - Απόφαση Di Leo, όπ.π., σκέψη 15.

(10) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 42/87, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 5445, σκέψη 10). Το Δικαστήριο πάντως είχε ήδη διευκρινίσει ότι το άρθρο 12 δεν απονέμει δικαιώματα στα τέκνα του εργαζομένου που γεννήθηκαν αφού ο εργαζόμενος αυτός έπαυσε να εργάζεται και να κατοικεί στο κράτος υποδοχής, επειδή στην περίπτωση αυτή το τέκνο ουδέποτε είχε την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας διακινουμένου εργαζομένου (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψεις 29 και 30).

(11) - Απόφαση Echternach και Moritz, όπ.π., σκέψεις 21, 22 και 23.

(12) - Αναφέρομαι προφανώς στο άρθρο 7 της Συνθήκης (ΕΟΚ) (σήμερα άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ), βάσει του οποίου το Δικαστήριο, επειδή έλειπε συγκεκριμένη ειδική διάταξη (η οποία όμως υφίσταται εν προκειμένω), αποφάνθηκε ότι ήταν ανεπίτρεπτη η εκ μέρους των βελγικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων επιβολή στους αλλοδαπούς φοιτητές της υποχρεώσεως καταβολής διδάκτρων (απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 152/82, Forcheri, Συλλογή 1983, σ. 2323, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 293/83, Gravier, Συλλογή 1985, σ. 593, και απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379).

(13) - Βλ. συναφώς τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Slynn στην υπόθεση Matteucci (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 235/87, Συλλογή 1988, σ. 5589, και συγκεκριμένα σ. 5601 και 5602).

(14) - Απόφαση Echternach και Moritz, όπ.π., σκέψη 32.

(15) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64.

(16) - ΕΕ L 180, σ. 30.