ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1995. - ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΜΠΑΝΑΝΕΣ - ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α ΚΑΙ Β. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-478/93.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1995 σελίδα I-03081
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγοράς * Μπανάνα * Καθεστώς εισαγωγής * Δασμολογική ποσόστωση * Κατανομή * Επιχειρηματίας των κατηγοριών Α και Β * Έννοια
(Κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου κανονισμός 1442/93 της Επιτροπής, άρθρο 3 PAR 1, στοιχ. β')
2. Γεωργία * Kοινή οργάνωση αγοράς * Μπανάνα * Καθεστώς εισαγωγής * Δασμολογική ποσόστωση * Κατανομή * Λεπτομέρειες εφαρμογής * Αρμοδιότητα της Επιτροπής να διορθώνει, κατά τον καθορισμό του συντελεστή μειώσεως, τις διπλές μετρήσεις των ποσοτήτων αναφοράς
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 155 κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου, άρθρα 19 PAR 1 και 20)
3. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολόγηση * Υποχρέωση * Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
1. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1442/93, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα, θέτει σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό του επιχειρηματία των κατηγοριών Α και/ή Β, υπό την έννοια του ασκούντος τη δραστηριότητα του στοιχείου β', δηλαδή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία αώρων μπανανών, την κυριότητα ή, ελλείψει αυτής, την ανάληψη του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϊόντος και, τέλος, την πώληση με σκοπό τη μετέπειτα διάθεση στην κοινοτική αγορά. Από την ανάλυση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι το κριτήριο της αναλήψεως του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϊόντος αποτελεί απλώς εναλλακτική προϋπόθεση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που δεν πληρούται η προϋπόθεση της κυριότητας.
2. Tο άρθρο 20 του κανονισμού 404/93, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της μπανάνας, δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής οι οποίες, μολονότι δεν περιλαμβάνονται ρητώς στη διάταξη αυτή, είναι αναγκαίες για τη λειτουργία του καθεστώτος εισαγωγής. Πράγματι, ενόψει του ότι η αρμοδιότητα εκτελέσεως που μπορεί να ανατεθεί από το Συμβούλιο στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι περικλείει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου, η ανάγκη υλοποιήσεως της ίσης μεταχειρίσεως όλων των επιχειρηματιών σε όλα τα κράτη μέλη και της εξασφαλίσεως της λειτουργίας του συστήματος εισαγωγής βάσει ορθών στοιχείων συνεπάγεται ότι η Επιτροπή, υπεύθυνη για τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, μπορεί να λάβει μέτρα για να εμποδίσει τις διπλές μετρήσεις των ποσοτήτων αναφοράς κατά τον καθορισμό του συντελεστή μειώσεως.
Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, δεν έχει απονεμηθεί στα κράτη μέλη, ούτε από το Συμβούλιο ούτε από την Επιτροπή, εξουσία να αποφασίζουν περί της διαχειρίσεως της ποσοστώσεως εισαγωγής, αλλά έχουν κληθεί να επιτελούν ορισμένες τεχνικές λειτουργίες για λογαριασμό και υπό τον έλεγχο της Επιτροπής. Έτσι, το άρθρο 19, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη καταρτίζουν τον κατάλογο των επιχειρηματιών και καθορίζουν τη μέση ποσότητα μπανάνας που κάθε επιχειρηματίας πώλησε κατά τα τρία τελευταία έτη για τα οποία υπάρχουν αριθμητικά στοιχεία. Ωστόσο, αυτός ο ρόλος των κρατών μελών στη συλλογή και στη διαβίβαση των στοιχείων δεν πρέπει να εμποδίζει την Επιτροπή, η οποία καλείται να διασφαλίζει την καθημερινή διαχείριση της κοινής οργανώσεως της αγοράς, να ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και να τα διορθώνει, αν αποδεικνύεται ότι από τις διπλές μετρήσεις υπάρχει κίνδυνος αλλοιώσεως της βάσεως του καθεστώτος εισαγωγής.
3. Από την αιτιολογία που απαιτεί από το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Tούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις τα κράτη μέλη μετέσχαν ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της επίδικης πράξεως και, επομένως, γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή.
Στην υπόθεση C-478/93,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και J. W. de Zwaan, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5 rue C. M. Spoo,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Eυρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους E. de March, και T. van Rijn, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2920/93 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1993, περί ορισμού του ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως για τον καθορισμό της ποσότητας μπανανών που πρέπει να κατανέμεται σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το δεύτερο εξάμηνο 1993 (ΕΕ L 264, σ. 40),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J. L. Murray και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1993, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2920/93 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1993, περί ορισμού του ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως για τον καθορισμό της ποσότητας μπανανών που πρέπει να κατανέμεται σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το δεύτερο εξάμηνο 1993 (ΕΕ L 264, σ. 40, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1, στο εξής: κανονισμός του Συμβουλίου), θεσπίζει, απο 1ης Ιουλίου 1993, κοινό καθεστώς εισαγωγής το οποίο αντικαθιστά τα διάφορα εθνικά καθεστώτα.
3 Ο τίτλος IV του κανονισμού αυτού, που αφορά το καθεστώς του εμπορίου με τις τρίτες χώρες, ορίζει ότι ανοίγεται ετησίως δασμολογική ποσόστωση για τις εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες και της λεγόμενης μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ.
4 Με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου, η δασμολογική αυτή ποσόστωση χορηγείται κατά το 66,5 % στην κατηγορία επιχειρηματιών που ασχολήθηκαν με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ, κατά το 30 % στην κατηγορία επιχειρηματιών που ασχολήθηκαν με την εμπορία της κοινοτικής μπανάνας και/ή της παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ και κατά το 3,5 % στους νέους επιχειρηματίες.
5 Το άρθρο 20 του κανονισμού αυτού αναθέτει στην Επιτροπή τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής, σύμφωνα με τη λεγόμενη "διαδικασία των επιτροπών διαχειρίσεως", όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την έκδοση των πιστοποιητικών, την περιοδικότητα της εκδόσεως των πιστοποιητικών και την κατώτατη ποσότητα μπανάνας την οποία οι επιχειρηματίες πρέπει να έχουν διαθέσει στο εμπόριο.
6 Σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου, τα πιστοποιητικά εισαγωγής πρέπει "να χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει τον εμπορικό κίνδυνο της εμπορίας μπανανών" και πρέπει "να αποφευχθεί η διατάραξη των συνήθων εμπορικών σχέσεων" λόγω της χορηγήσεως αυτής.
7 Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), ορίζει τα εξής:
"Για το δεύτερο εξάμηνο του 1993, η δασμολογική ποσόστωση ανοίγεται μέχρι ύψους:
α) 665 000 τόνων για την κατηγορία επιχειρηματιών οι οποίοι, πριν από το 1992, είχαν διαθέσει σε εμπορία μπανάνες τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (...) κατηγορία η οποία εφεξής αναφέρεται ως 'κατηγορία Α'
β) 300 000 τόνων για την κατηγορία των επιχειρηματιών οι οποίοι έχουν διαθέσει σε εμπορία κοινοτικές μπανάνες ή/και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, κατηγορία η οποία εφεξής αναφέρεται ως 'κατηγορία Β'
γ) 35 000 τόνων για την κατηγορία των επιχειρηματιών οι οποίοι έχουν αρχίσει να διαθέτουν σε εμπορία μπανάνες διαφορετικές από τις κοινοτικές μπανάνες ή/και τις παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, από το 1992, ή μετά, κατηγορία η οποία εφεξής αναφέρεται ως 'κατηγορία Γ' ."
8 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής:
"Θεωρείται ως 'επιχειρηματίας' των κατηγοριών Α ή/και Β (...) ο οικονομικός παράγων (...) ο οποίος προέβη (...) σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες:
α) αγόρασε από τους παραγωγούς άωρων μπανανών τρίτων χωρών, ή/και κράτους ΑΚΕ, ή, κατά περίπτωση, παρήγαγε μπανάνες, και στη συνέχεια τις απέστειλε και τις πώλησε στην Κοινότητα
β) προμηθεύτηκε και έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία ως κάτοχός τους άωρες μπανάνες και τις διέθεσε προς πώληση με σκοπό τη μεταγενέστερη πώλησή τους στην κοινοτική αγορά η επιβάρυνση με τους κινδύνους φθοράς ή απώλειας των προϊόντων εξομοιούται προς την επιβάρυνση με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο [κύριος] του προϊόντος
γ) ως [κύριος] άωρων μπανανών, τις έχει υποβάλει σε ωρίμανση πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά της Κοινότητας.
(...)"
9 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές καθορίζουν κάθε έτος τις ποσότητες αναφοράς για κάθε επιχειρηματία της κατηγορίας Α και Β, βάσει του μέσου όρου των ποσοτήτων που έχουν διατεθεί στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των τριών προηγουμένων ετών.
10 Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει συντελεστές σταθμίσεως στις ποσότητες που έχουν διατεθεί στο εμπόριο, οι οποίοι ποικίλλουν αναλόγως της δραστηριότητας, ώστε να λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, το μέγεθος της ασκουμένης οικονομικής δραστηριότητας και των προς αντιμετώπιση κινδύνων και να διορθώνονται οι αρνητικές συνέπειες του πολλαπλού υπολογισμού των ιδίων ποσοτήτων προϊόντων σε διαφορετικά στάδια της εμπορικής αλυσίδας.
11 Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι οι εθνικές αρχές γνωστοποιούν κάθε έτος στην Επιτροπή το συνολικό ποσό των σταθμισμένων ποσοτήτων αναφοράς και τη συνολική ποσότητα μπανανών που έχουν διατεθεί στο εμπόριο για κάθε δραστηριότητα, για τους επιχειρηματίες που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα τους.
12 Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού εφαρμογής:
"Σε συνάρτηση με τον όγκο της ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης και του συνόλου των ποσοτήτων αναφοράς των επιχειρηματιών που αναφέρονται στο άρθρο 5, η Επιτροπή καθορίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τον ομοιόμορφο συντελεστή μειώσεως για κάθε κατηγορία επιχειρηματία, που πρέπει να εφαρμόζεται στην ποσότητα αναφοράς κάθε επιχειρηματία, για να καθοριστεί η ποσότητα που κατανέμεται σ' αυτόν.
Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν αυτήν την ποσότητα για κάθε εγγεγραμμένο επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β και την γνωστοποιούν σ' αυτόν (...)"
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να ανακοινώνει τους πίνακες που καταρτίζουν τα κράτη μέλη στα λοιπά κράτη μέλη, προς διαπίστωση ή πρόληψη των παρανόμων δηλώσεων εκ μέρους των επιχειρηματιών.
14 O κανονισμός (ΕΟΚ) 1443/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993, περί μεταβατικών μέτρων για την εφαρμογή του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα το 1993 (ΕΕ L 142, σ. 16), καθορίζει, στα άρθρα 2 και 3, τη διαδικασία με την οποία τα κράτη μέλη καταχωρίζουν τους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Β, καθορίζουν την ποσότητα αναφοράς εκάστου και ανακοινώνουν στην Επιτροπή το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς.
15 Για το δεύτερο εξάμηνο του 1993, οι ολλανδικές αρχές καταχώρισαν ως επιχειρηματίες, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού εφαρμογής, τους Ολλανδούς εμπόρους που αγόρασαν άωρες μπανάνες καταγωγής τρίτων χωρών και τις απέστειλαν στην Κοινότητα προκειμένου να τις πωλήσουν κατόπιν σε Γερμανούς επιχειρηματίες που έχουν ολοκληρώσει τις διατυπώσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, με την αιτιολογία ότι οι Ολλανδοί επιχειρηματίες εξακολουθούσαν, παρά τη μεταβίβαση της κυριότητας, να φέρουν τον εμπορικό κίνδυνο της φθοράς ή της καταστροφής των προϊόντων.
16 Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη με ερμηνευτικό έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 1993, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού εφαρμογής, θέτει τρεις προϋποθέσεις, δηλαδή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία αώρων μπανανών, την κυριότητα κατά τον χρόνο της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία και την πώληση σε άλλον επιχειρηματία με σκοπό τη μετέπειτα διάθεση στην κοινοτική αγορά. H δεύτερη φράση της διατάξεως αυτής έχει, κατά την Επιτροπή, την έννοια ότι οι επιχειρηματίες που θέτουν το προϊόν σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς να είναι κύριοι, αλλά φέρουν στην πραγματικότητα τον κίνδυνο της καταστροφής και της φθοράς του προϊόντος, προβαίνουν στην εμπορική δραστηριότητα που προβλέπει το άρθρο αυτό.
17 Δεδομένου ότι το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που ανακοίνωσαν τα κράτη μέλη, υπερέβαινε τα αριθμητικά στοιχεία που κατεγράφησαν από τη Eurostat (Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) για τις ποσότητες που έχουν διατεθεί στην κοινοτική αγορά, η Επιτροπή κατέληξε ότι έχουν γίνει διπλές μετρήσεις, οφειλόμενες σε εσφαλμένη ερμηνεία από ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων οι Κάτω Χώρες, της έννοιας των εμπορικών δραστηριοτήτων που αναφέρει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.
18 Η Επιτροπή, κατόπιν ελέγχων που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της και επαφών με τις εθνικές υπηρεσίες, ιδίως με τις υπηρεσίες του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, προέβη σε μείωση των ποσοτήτων αναφοράς που ανακοίνωσαν τα κράτη μέλη κατά 19,7 % για τις Κάτω Χώρες, κατά 6,3 % για την Ιταλία και κατά 0,04 % για το Βέλγιο.
19 Βάσει των ούτω τροποποιηθέντων αριθμητικών στοιχείων, η Επιτροπή καθόρισε, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ο οποίος βασίζεται στο άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου, τον συντελεστή μειώσεως για τον προσδιορισμό της ποσότητας μπανάνας που πρέπει να χορηγηθεί σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β για το δεύτερο εξάμηνο του 1993.
20 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού η Επιτροπή αναφέρει την ύπαρξη διπλών μετρήσεων των ιδίων ποσοτήτων για την ίδια δραστηριότητα υπέρ διαφορετικών επιχειρηματιών σε πολλά κράτη μέλη, οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι διάφορες αρμόδιες εθνικές αρχές και των οποίων ο όγκος εκτιμήθηκε με σχετική ακρίβεια. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αυτές οι διπλές αυτές μετρήσεις οφείλονται σε εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων καθορισμού των δραστηριοτήτων που παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στη δασμολογική ποσόστωση. Στην έκτη αιτιολογική σκέψη η Επιτροπή εκθέτει ότι ο συντελεστής μειώσεως πρέπει να καθοριστεί με βάση τις ποσότητες που ανακοίνωσαν τα κράτη μέλη, μειούμενες κατά τις διπλές μετρήσεις τις οποίες έχει αποτιμήσει.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
21 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού εφαρμογής, χαρακτηρίζοντας ως επιχειρηματία, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που έχει ολοκληρώσει στις τελωνειακές διατυπώσεις, χωρίς να εξετάσει αν το πρόσωπο αυτό φέρει τον εμπορικό κίνδυνο σε περίπτωση φθοράς ή καταστροφής του προϊόντος. Όμως, από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου προκύπτει ότι τα πιστοποιητικά πρέπει να χορηγούνται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει τον εμπορικό κίνδυνο της εμπορίας της μπανάνας.
22 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού εφαρμογής θέτει σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό του επιχειρηματία, υπό την έννοια του ασκούντος τη δραστηριότητα του στοιχείου β', δηλαδή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία αώρων μπανανών, την κυριότητα ή, ελλείψει αυτής, την ανάληψη του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϊόντος και, τέλος, την πώληση με σκοπό τη μετέπειτα διάθεση στην κοινοτική αγορά.
23 Από την ανάλυση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι το κριτήριο της αναλήψεως του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϊόντος αποτελεί απλώς εναλλακτική προϋπόθεση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που δεν πληρούται η προϋπόθεση της κυριότητας. Το συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, δεν αντικρούεται από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η έννοια του εμπορικού κινδύνου της εμπορίας δεν μπορεί να συνοψισθεί απλώς στον κίνδυνο φθοράς ή καταστροφής της μπανάνας.
24 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
25 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να προβεί στη μείωση των ποσοτήτων αναφοράς που ανακοίνωσαν τα κράτη μέλη και ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προβαίνοντας σε μειώσεις εις βάρος ορισμένων μόνον κρατών μελών.
26 Όσον αφορά την αιτίαση περί αναρμοδιότητας, το προσφεύγον εκθέτει ότι ούτε το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΚ ούτε το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να τροποποιεί μονομερώς τα στοιχεία που της ανακοινώνουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη και μόνον έχουν επιφορτισθεί με την κατάρτιση του πίνακα των επιχειρηματιών, με τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς και με τον εντοπισμό και την πρόληψη των παρανόμων δηλώσεων των επιχειρηματιών.
27 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, δυνάμει του άρθρου 155 της Συνθήκης, σ' αυτήν εναπόκειται ο εντοπισμός των διπλών μετρήσεων και η αφαίρεσή τους από τις ανακοινωθείσες ποσότητες αναφοράς. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός βασίζεται, όπως και ο κανονισμός εφαρμογής, στο άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει τη μη εξαντλητική απαρίθμηση των λεπτομερειών εφαρμογής που πρέπει να καθορισθούν.
28 Για την εκτίμηση του βασίμου της αιτιάσεως αυτής πρέπει να εξετασθούν οι αντίστοιχες εξουσίες της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του ποσοστώσεως εισαγωγής μπανάνας.
29 Δυνάμει του άρθρου 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, η Επιτροπή, για τη διασφάλιση της λειτουργίας και της αναπτύξεως της κοινής αγοράς, ασκεί τις αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που αυτό θεσπίζει. Ο κανονισμός του Συμβουλίου αναθέτει, με το άρθρο 20, στην Επιτροπή την αποστολή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του τίτλου IV του κανονισμού αυτού και αναφέρει ορισμένες από τις λεπτομέρειες αυτές.
30 Κατά παγία νομολογία, από την οικονομία της Συνθήκης, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 155, καθώς και από τις απαιτήσεις της πρακτικής, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της αγοράς (βλ. την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, 22/88, Vreugdenhil κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 2049, σκέψη 16, και την παρατιθέμενη νομολογία).
31 Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (απόφαση της 15ης Μαΐου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken, Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13).
32 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής οι οποίες, μολονότι δεν περιλαμβάνονται ρητώς στη διάταξη αυτή, είναι αναγκαίες για τη λειτουργία του καθεστώτος εισαγωγής.
33 Πράγματι, η ανάγκη υλοποιήσεως της ίσης μεταχειρίσεως όλων των επιχειρηματιών σε όλα τα κράτη μέλη και της εξασφαλίσεως της λειτουργίας του συστήματος εισαγωγής βάσει ορθών στοιχείων συνεπάγεται ότι η Επιτροπή, υπεύθυνη για τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, μπορεί να λάβει μέτρα για να εμποδίσει τις διπλές μετρήσεις των ποσοτήτων αναφοράς κατά τον καθορισμό του συντελεστή μειώσεως.
34 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, δεν έχει απονεμηθεί στα κράτη μέλη, ούτε από το Συμβούλιο ούτε από την Επιτροπή, εξουσία να αποφασίζουν περί της διαχειρίσεως της ποσοστώσεως εισαγωγής, αλλά έχουν κληθεί να επιτελούν ορισμένες τεχνικές λειτουργίες για λογαριασμό και υπό τον έλεγχο της Επιτροπής.
35 Έτσι, από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψει των δομών της εμπορίας, η απογραφή των επιχειρηματιών και η επιλογή των διατιθεμένων στο εμπόριο ποσοτήτων που θα χρησιμοποιούνται ως αναφορά για την έκδοση των πιστοποιητικών πρέπει να πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη με διαδικασίες και κριτήρια θεσπιζόμενα από την Επιτροπή.
36 Βάσει της λογικής αυτής, το άρθρο 19, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει ότι τα κράτη μέλη καταρτίζουν τον κατάλογο των επιχειρηματιών και καθορίζουν τη μέση ποσότητα μπανάνας που κάθε επιχειρηματίας πώλησε κατά τα τρία τελευταία έτη για τα οποία υπάρχουν αριθμητικά στοιχεία.
37 Ωστόσο, αυτός ο ρόλος των κρατών μελών στη συλλογή και στη διαβίβαση των στοιχείων δεν πρέπει να εμποδίζει την Επιτροπή, η οποία καλείται να διασφαλίζει την καθημερινή διαχείριση της κοινής οργανώσεως της αγοράς, να ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και να τα διορθώνει, αν αποδεικνύεται ότι από τις διπλές μετρήσεις υπάρχει κίνδυνος αλλοιώσεως της βάσεως του καθεστώτος εισαγωγής.
38 Η διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1993, C-106/90, C-317/90 και C-129/91, Emerald Meats κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-209, σκέψη 40), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαχείριση σε κοινοτικό επίπεδο δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει οπωσδήποτε να μπορεί να διορθώνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πεπλανημένες αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές στο πλαίσιο αυτής της διαχειρίσεως, καθόσον η τήρηση των κοινών κανόνων και η ενιαία εφαρμογή τους, σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, μπορεί να διασφαλιστεί είτε μέσω της προβλεπομένης από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως, είτε στο πλαίσιο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το άρθρο 177 της Συνθήκης.
39 Πράγματι, το Δικαστήριο επισήμανε με την απόφαση αυτή ότι τα κοινοτικά όργανα είχαν θεσπίσει αποκεντρωμένο σύστημα διαχειρίσεως, βασιζόμενο στην κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής (βλ. την απόφαση Emerald Meats κατά Επιτροπής, σκέψεις 36 και 39).
40 Όπως όμως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, η κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας δεν βασίζεται σε αποκεντρωμένη διαχείριση της δασμολογικής ποσοστώσεως, για την οποία να έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη εξουσία λήψεως αποφάσεων.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση περί της αναρμοδιότητας της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
42 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μειώνοντας τις ποσότητες αναφοράς ορισμένων κρατών μελών, χωρίς να διορθώσει στα στοιχεία των άλλων κρατών μελών τις διπλές μετρήσεις οι οποίες, σύμφωνα με στατιστικές της Eurostat, κατ' ανάγκην υφίστανται.
43 Η Επιτροπή δέχεται ότι πρέπει να υπάρχουν διπλές μετρήσεις εντός άλλων κρατών μελών, αλλά επισημαίνει ότι, για τεχνικής φύσεως λόγους, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την προέλευσή τους.
44 Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η προβαλλομένη από το προσφεύγον αιτίαση δεν είναι ακριβής. Πράγματι, μολονότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ενδεχομένων διπλών μετρήσεων εντός άλλων κρατών μελών, το προσφεύγον δεν ήταν σε θέση να αποδείξει περιπτώσεις στις οποίες οι Ολλανδοί επιχειρηματίες έτυχαν μεταχειρίσεως διαφορετικής από τη μεταχείριση επιχειρηματιών άλλων κρατών μελών ευρισκομένων στην ίδια θέση.
45 Στη συνέχεια, πρέπει να επισημανθεί ότι το προσφεύγον δεν μπορεί να προσάπτει στην Επιτροπή ότι προέβη σε διορθώσεις που επιβάλλονταν, δεδομένου ότι είχε λάβει γνώση διπλών μετρήσεων, για τον λόγο απλώς ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει ή να εντοπίσει άλλες περιπτώσεις εσφαλμένης εφαρμογής της ρυθμίσεως ή καταχρήσεις που διεπράχθησαν εντός άλλων κρατών μελών.
46 Συνεπώς, ούτε η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
47 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει, τέλος, ότι η Επιτροπή παρέβη ουσιώδη τύπο παραλείποντας να περιλάβει, στις αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλομένου κανονισμού, πρόσφορη αιτιολογία όσον αφορά τη βάση των πραγματοποιηθεισών μειώσεων. Το προσφεύγον προσθέτει ότι η Επιτροπή παραβίασε κατά τον τρόπο αυτό την υποχρέωση της ειλικρινούς συνεργασίας με τα κράτη μέλη.
48 Από παγία νομολογία προκύπτει ότι από την αιτιολογία που απαιτεί από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (βλ. την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-353/92, Ελλάς κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19).
49 Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ. την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 16, και παρατιθέμενη νομολογία).
50 Tούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις τα κράτη μέλη μετέσχαν ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της επίδικης πράξεως και, επομένως, γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή (βλ. την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3399).
51 Διαπιστώνεται συναφώς ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αναφέρει, στην πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη, την ύπαρξη διπλών μετρήσεων τις οποίες διαπίστωσε η Επιτροπή και την ανάγκη πραγματοποιήσεως μειώσεων προκειμένου να αποτραπεί αισθητή εκτροπή στη μεταχείριση, η οποία θα είναι επιζήμια και πολύ δύσκολα επανορθώσιμη εις βάρος ορισμένων επιχειρηματιών, καθώς και διατάραξη του καθεστώτος της δασμολογικής ποσοστώσεως.
52 Πρέπει να προστεθεί ότι το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού εφαρμογής συζητήθηκε επανειλημμένως μεταξύ της Επιτροπής και των ολλανδικών αρχών και η ερμηνεία την οποία δέχθηκε η Επιτροπή ανακοινώθηκε ειδικώς προς τα κράτη μέλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1993.
53 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
54 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
55 56 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.