++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Μέτρα επιδιώκοντα την πραγματοποίηση της ενιαίας αγοράς * Παρεκκλίνουσες εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις * 'Ελεγχος εκ μέρους της Επιτροπής * Διαδικασία
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 8 Α και 100 Α)
2. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολόγηση * Υποχρέωση * 'Εκταση * Απόφαση στηριζόμενη στο άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, περί εγκρίσεως της παρεκκλίσεως εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως από μέτρο εναρμονίσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 100 Α PAR 4, και 190 απόφαση της Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 1992)
1. Καίτοι, στα πλαίσια του συστήματος των άρθρων 8 Α και 100 Α της Συνθήκης για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών ως προς την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, επιτρέπει στα κράτη μέλη, εφόσον συντρέχουν οι εξαγγελλόμενες μ' αυτό προϋποθέσεις, να εφαρμόζουν κανονιστική ρύθμιση παρεκκλίσεως από μέτρο εναρμονίσεως που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 διαδικασία, πάντως, η ευχέρεια αυτή συνιστά παρέκκλιση από κοινό μέτρο με το οποίο επιδιώκεται η πραγματοποίηση ενός εκ των θεμελιωδών στόχων της Συνθήκης, ήτοι η κατάργηση όλων των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, και υπό την έννοια αυτή υπόκειται, δυνάμει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, στον έλεγχο της Επιτροπής και του Δικαστηρίου.
'Ετσι, το κράτος μέλος, το οποίο έχει την πρόθεση να συνεχίσει να εφαρμόζει και μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς ή μετά την έναρξη ισχύος μέτρου εναρμονίσεως κατά το άρθρο 100 Α, παράγραφος 1, εθνικές διατάξεις περί παρεκκλίσεως, οφείλει να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή. Η τελευταία οφείλει να ελέγξει αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν σε κράτος μέλος να επικαλεστεί την κατά το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, παρέκκλιση, εξετάζοντας ειδικότερα αν οι επίδικες διατάξεις δικαιολογούνται από τους κατά το πρώτο εδάφιο της διατάξεως επιτακτικούς λόγους και αν δεν συνιστούν ούτε μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
Επειδή τα μέτρα περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που είναι δυνατόν να παρεμποδίσουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές θα στερούνταν της αποτελεσματικότητάς τους αν τα κράτη μέλη διατηρούσαν την ευχέρεια μονομερούς εφαρμογής εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί παρεκκλίσεως, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν τις κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις μόνον εφόσον επιτύχουν την εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση εγκριτικής αυτών αποφάσεως.
2. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή θεσπίζεται με το άρθρο 190, συνεπάγεται ότι όλες οι οικείες πράξεις πρέπει να εκθέτουν τους λόγους που οδήγησαν το θεσμικό όργανο στην έκδοσή τους, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, τα δε κράτη μέλη αλλά και οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να λαμβάνουν γνώση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν τη Συνθήκη.
Εκδίδοντας την από 2 Δεκεμβρίου 1992 απόφασή της, με βάση το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, και εγκρίνοντας τη γερμανική ρύθμιση περί απαγορεύσεως της πενταχλωροφαινόλης, η Επιτροπή περιορίστηκε στο να αναφέρει κατά τρόπο γενικό το περιεχόμενο και τον σκοπό της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως και να διαπιστώσει ότι αυτή συμβιβάζεται με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, χωρίς να διευκρινίζει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να λογίζονται ως συντρέχουσες στην προκειμένη περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να μην πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης, οπότε είναι ακυρωτέα λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.