61992B0029(02)

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 12ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1993. - VERENIGING VAN SAMENWERKENDE PRIJSREGELENDE ORGANISATIES IN DE BOUWNIJVERHEID ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ - ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ T-29/92.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα II-00001


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Διαδικασία * Παρέμβαση * Πρόσωπα που έχουν συμφέρον * Διαφορά για το κύρος αποφάσεως εφαρμογής κανόνων ανταγωνισμού * Επιχείρηση διάδικος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά η επίλυση της οποίας εξαρτάται από την έκβαση της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του κοινοτικού δικαστή * Διαγραφή της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου * Συνέπεια που εξαρτάται από τις λεπτομέρειες και τα αποτελέσματα της διαγραφής

(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρο 37, εδ. 2)

Περίληψη


Μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα παρεμβάσεως που προβλέπει το άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου για να παρέμβει σε διαφορά ενώπιον του Πρωτοδικείου μεταξύ ενός των αποδεκτών αποφάσεως εφαρμογής κανόνων ανταγωνισμού που εξέδωσε η Επιτροπή και αυτής της τελευταίας, επιχείρηση η οποία, χωρίς να είναι καταγγέλλουσα στη διαδικασία που διεξάγει η Επιτροπή, έχει την ιδιότητα του διαδίκου σε διαφορά εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η επίλυση της οποίας εξαρτάται από την απόφαση που θα εκδώσει το Πρωτοδικείο κατά την περάτωση της δίκης που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως παρεμβάσεως. Το συμφέρον που έχει αυτή η επιχείρηση στην επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν χάνεται από το γεγονός της διαγραφής της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο όταν η διαγραφή αυτή επέρχεται κατόπιν αιτήσεως του αντιδίκου και αφήνει να υφίσταται για την ενδιαφερομένη ο κίνδυνος να εναχθεί εκ νέου ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο δίκης που θα έχει το ίδιο αντικείμενο με τη διαγραφείσα δίκη.

Διάδικοι


Στην υπόθεση T-29/92,

Vereniging van Samenwerkende Prijsregelende Organisaties in de Bouwnijverheid, με έδρα το Amersfoort (Κάτω Χώρες),

Amsterdamse Aannemers Vereniging, με έδρα το 'Αμστερνταμ (Κάτω Χώρες),

Algemene Aannemersvereniging voor Waterbouwkundige Werken, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες),

Aannemersvereniging van Boorondernemers en Buizenleggers, με έδρα το Soest (Κάτω Χώρες),

Aannemersvereniging Velsen, Beverwijk en Omstreken, με έδρα το Velsen (Κάτω Χώρες),

Aannemers Vereniging Haarlem-Bollenstreek, με έδρα το Heemstede (Κάτω Χώρες),

Aannemersvereniging Veluwe en Zuidelijke Ijsselmeerpolders, με έδρα το Apeldoorn (Κάτω Χώρες),

Combinatie van Aannemers in het Noorden, με έδρα το Leeuwarden (Κάτω Χώρες),

Vereniging Centrale Prijsregeling Kabelwerken, με έδρα το Leeuwarden (Κάτω Χώρες),

Delftse Aannemers Vereniging, με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),

Economisch Nationaal Verbond van Aannemers van Sloopwerken, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες),

Aannemersvereniging "Gouda en Omstreken", με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),

Gelderse Aannemers Vereniging inzake Aanbestedingen, με έδρα το Arnhem (Κάτω Χώρες),

Gooise Aannemers Vereniging, με έδρα το Huizen (Κάτω Χώρες),

' s-Gravenhaagse Aannemers Vereniging, με έδρα το 's-Gravenhage (Κάτω Χώρες),

Leidse Aannemersvereniging, με έδρα το Leiden (Κάτω Χώρες),

Vereniging Markeer Aannemers Combinatie, με έδρα το Tilburg (Κάτω Χώρες),

Nederlandse Aannemers- en Patroonsbond voor de Bouwbedrijven, με έδρα το Dordrecht (Κάτω Χώρες),

Noordhollandse Aannemers Vereniging voor Waterbouwkundige Werken, με έδρα το 'Αμστερνταμ (Κάτω Χώρες),

Oostnederlandse-Vereniging-Aanbestedings-Regeling, με έδρα το Delden (Κάτω Χώρες),

Provinciale Vereniging van Bouwbedrijven in Groningen en Drenthe, με έδρα το Groningen (Κάτω Χώρες),

Rotterdamse Aannemersvereniging, με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),

Aannemersvereniging "de Rijnstreek", με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),

Stichting Aanbestedingsregeling van de Samenwerkende Bouwbedrijven in Friesland, με έδρα το Leeuwarden (Κάτω Χώρες),

Samenwerkende Prijsregelende Vereniging Nijmegen en Omstreken, με έδρα το Nijmegen (Κάτω Χώρες),

Samenwerkende Patroons Verenigingen in de Bouwbedrijven Noord-Holland-Noord, με έδρα το Alkmaar (Κάτω Χώρες),

Utrechtse Aannemers Vereniging, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες),

Vereniging Wegenbouw Aannemers Combinatie Nederland, με έδρα το Zeist (Κάτω Χώρες), και

Zuid Nederlandse Aannemers Vereniging, με έδρα το Heeze (Κάτω Χώρες),

εκπροσωπούμενες από τους L. H. van Lennep, δικηγόρο Χάγης, και E. H. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο 'Αμστερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο L. Frieden, 6, avenue Guillaume,

προσφεύγουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον B. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον P. Glazener, δικηγόρο Ρόττερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον R. Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 5ης Φεβρουαρίου 1992 περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.572 και IV/32.571 * Βιομηχανία κατασκευών στις Κάτω Χώρες, ΕΕ L 92, σ. 1),

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

(πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kirschner, Πρόεδρο, C. W. Bellamy, R. Schintgen, B. Vesterdorf και K. Lenaerts, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο στις 27 Αυγούστου 1992 η εταιρία ολλανδικού δικαίου Dennendael BV, με έδρα το Ρόττερνταμ, εκπροσωπούμενη από τον I. G. S. Cath, δικηγόρο Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο L. H. Dupong, 14 A, rue des Bains, ζήτησε να της επιτραπεί να παρέμβει στην υπόθεση Τ-29/92 υπέρ της καθής.

2 Η αίτηση παρεμβάσεως κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας και υποβλήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (στο εξής: Οργανισμός), που ισχύει στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού.

3 Η αίτηση παρεμβάσεως επιδόθηκε στους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους.

4 Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος έφερε την αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, ενώπιον του εν λόγω τμήματος.

Επιχειρήματα των διαδίκων

5 Η αιτούσα την παρέμβαση προβάλλει, προς στήριξη της αιτήσεώς της, ότι έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 37 του Οργανισμού.

6 Αυτό το συμφέρον της αιτούσας την παρέμβαση απορρέει, αφενός μεν, από το ότι, στο πλαίσιο δίκης που προκλήθηκε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου από την Prijsregeling Midden Nederland BV (στο εξής: ΡΜΝ), ένα από τα γραφεία της SPO, πρώτης προσφεύγουσας στην υπόθεση Τ-29/92, κατά των εργολάβων μελών της, για να επιτύχει από αυτούς την πληρωμή αποζημιώσεως για έξοδα υπολογισμού, καθώς και την πληρωμή διοικητικών εξόδων, επαγγελματικών εισφορών και εξόδων εισπράξεως, οφειλομένων δυνάμει των ρυθμίσεων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εργολάβοι αυτοί την προσεπικάλεσαν ως δικονομικό εγγυητή. Φρονεί ότι αν το Πρωτοδικείο επιβεβαιώσει την προσβαλλομένη απόφαση, θα είναι κατάδηλη η παρανομία των εισφορών, την πληρωμή των οποίων έχει κληθεί να εγγυηθεί, και ότι το εθνικό δικαστήριο θα είναι έτσι υποχρεωμένο να τη δικαιώσει.

7 Η αιτούσα την παρέμβαση εκθέτει ότι το συμφέρον της να παρέμβει στην παρούσα δίκη αφορά, αφετέρου, το γενικότερο συμφέρον που έχει να κηρυχθούν και να παραμείνουν απαγορευμένες και αυτοδικαίως άκυρες οι ρυθμίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι αντίθετες προς το άρθρο 85, έτσι ώστε, ως κύριος του έργου, να μην περιορίζεται κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο στην επιλογή των εργολάβων με τους οποίους επιθυμεί να διαπραγματευθεί, ούτε στις διαπραγματεύσεις μαζί τους, και να μην αποτελέσει πλέον στο μέλλον το αντικείμενο αιτημάτων πληρωμής των διαφόρων αποζημιώσεων που προβλέπονται στις επίμαχες ρυθμίσεις.

8 Η αιτούσα την παρέμβαση εξηγεί περαιτέρω ότι ο λόγος για τον οποίο δεν υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής κατά των αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών που διαπιστώθηκαν στην προσβαλλομένη απόφαση οφείλεται στο ότι η στιγμή που προσεπικλήθηκε ως δικονομικός εγγυητής συνέπεσε πρακτικά με τη στιγμή που εξέδωσε η Επιτροπή την απόφασή της.

9 Στις παρατηρήσεις της που υπέβαλε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Σεπτεμβρίου 1992, η Επιτροπή εκτιμά ότι, ενόψει των περιστάσεων που επικαλείται η αιτούσα την παρέμβαση, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη του συμφέροντός της στην επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Στην εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπόθεση, το γραφείο της SPO απαιτεί, από τους εργολάβους αναδόχους των έργων της αιτούσας την παρέμβαση, τις αποζημιώσεις που οφείλονται, δυνάμει των επιδίκων ρυθμίσεων, στους εργολάβους που μετέσχαν αλλά δεν επιλέγησαν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αποτυχών εργολάβος παραιτήθηκε από την αποζημίωση. Εφόσον η αιτούσα την παρέμβαση εγγυήθηκε την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, θα της τις αξιώσουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Κατά την Επιτροπή, εφόσον η ανεξάρτητη απαίτηση της οποίας ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος το γραφείο της SPO βρίσκει το άμεσο έρεισμά της στις ρυθμίσεις που απαγορεύονται από την προσβαλλομένη απόφαση, η έκβαση της διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου θα εξαρτηθεί από την επίλυση της παρούσας διαφοράς ενώπιον του Πρωτοδικείου. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι η θέση της αιτούσας την παρέμβαση διαφέρει από τη θέση οποιουδήποτε άλλου δημοπρατούντος.

10 Στις παρατηρήσεις τους που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Σεπτεμβρίου 1992, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη προέβαλαν αντιρρήσεις κατά της αιτήσεως παρεμβάσεως.

11 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη αφενός μεν προβάλλουν ότι αγνοούν τι διακυβεύεται ακριβώς στην εθνική δίκη που επικαλείται η αιτούσα την παρέμβαση, αφού, όπως ισχυρίζονται, καμιά από αυτές δεν μετέχει στη δίκη αυτή. Προσθέτουν δε ότι η αίτηση παρεμβάσεως δεν διευκρινίζει ούτε το ακριβές νομικό έρεισμα επί του οποίου στηρίζεται η προσεπίκληση ως δικονομικού εγγυητή, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής της δίκης.

12 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι είναι ανακριβής η σκέψη της αιτούσας την παρέμβαση, δηλαδή ότι ως κυρία του έργου θα υποχρεωθεί αργότερα να πληρώσει τις αποζημιώσεις, κατά το μέτρο που, αν υποτεθεί ότι η Dennendael έχει κάποια υποχρέωση, αυτή απορρέει αποκλειστικά από το γεγονός ότι έδωσε προφανώς με δική της πρωτοβουλία την εγγύησή της στους εργολάβους κατά των αξιώσεων αποζημιώσεως.

13 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη παρατηρούν επίσης ότι η εκκρεμής δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου θα διαγραφεί για λόγους που δεν έχουν καμία σχέση με την αίτηση παρεμβάσεως της Dennendael. Φρονούν επομένως ότι η αιτούσα την παρέμβαση δεν μπορεί να επικαλεστεί αυτή την εθνική δίκη για να αποδείξει το συμφέρον της στην επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.

14 Αφετέρου δε, οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η αιτούσα την παρέμβαση δεν μπορεί να επικαλεστεί τη νομολογία του Δικαστηρίου για το παραδεκτό προσφυγών που ασκούνται από "τρίτους ενδιαφερομένους" κατά αποφάσεων που δεν τους έχουν απευθυνθεί.

15 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη καταλήγουν στο ότι η αίτηση παρεμβάσεως πρέπει να απορριφθεί ελλείψει αμέσου και συγκεκριμένου, ομοίου ή διαφορετικού, συμφέροντος (βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Νοεμβρίου 1964, 111/63, Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1965, σ. 883). Η παρέμβαση αυτή θα περιέπλεκε αδικαιολογήτως την εξέλιξη της δίκης.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

16 Το Πρωτοδικείο τονίζει προεισαγωγικά ότι κατά το γράμμα του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού, το δικαίωμα παρεμβάσεως ανήκει σε κάθε πρόσωπο "που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο".

17 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η παρούσα αίτηση παρεμβάσεως θέτει δύο ζητήματα: το πρώτο είναι αν η ιδιότητα του διαδίκου σε διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, της οποίας η επίλυση εξαρτάται από την έκβαση της διαφοράς στην οποία ζητεί να παρέμβει η αιτούσα την παρέμβαση, παρέχει επαρκές συμφέρον για να παρέμβει. Το δεύτερο ζήτημα, το οποίο τίθεται μόνο στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ζήτημα, είναι αν το γεγονός ότι η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπόθεση θα διαγραφεί κατόπιν αιτήσεως ενός των διαδίκων της παρούσας διαφοράς που αντιτίθενται στην αίτηση παρεμβάσεως, μετά την υποβολή αυτής της αιτήσεως, καταργεί το συμφέρον της αιτούσας την παρέμβαση στην επίλυση της διαφοράς, έστω και αν παραμένει δεσμευμένη με εγγύηση, που την επιβαρύνει με αποζημιώσεις των οποίων η νομιμότητα εξαρτάται από την επίλυση της διαφοράς αυτής.

18 Από τον φάκελο προκύπτει ότι η αιτούσα την παρέμβαση είναι κυρία έργου ανεγέρσεως ακινήτου αποκαλούμενου "Scheepjeshof", το οποίο δημοπράτησε για ποσό περίπου 17,5 εκατομμυρίων φιορινίων (HFL). Πριν κατακυρώσει το σχέδιο αυτό, η αιτούσα την παρέμβαση είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις με έναν πρώτο εργολάβο (Nijhuis BV). Κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων, ο εν λόγω εργολάβος παραιτήθηκε στις 16 Αυγούστου 1988 από την αξίωση αποζημιώσεως από την αιτούσα την παρέμβαση στην περίπτωση που δεν θα του κατακυρωνόταν το σχέδιο, κάνοντας προς τον σκοπό αυτό δήλωση παραιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 6 του κώδικα τιμής (βλ. παραρτήματα 6 και 7 στην αίτηση παρεμβάσεως). Στις 3 Οκτωβρίου 1988, η αιτούσα την παρέμβαση γνωστοποίησε στον εργολάβο αυτό ότι σταματά τις διαπραγματεύσεις μαζί του. Την επομένη ο εργολάβος αυτός γνωστοποίησε στην αιτούσα την παρέμβαση ότι λυπόταν γι' αυτή την έκβαση. Η αιτούσα την παρέμβαση διαπραγματεύθηκε στη συνέχεια την ανάθεση του έργου με δύο εργολάβους (Delftse Aannemings Maatschappij BV και Pepping Bouw BV), που είναι συνεταίροι για το σχέδιο με την ονομασία Bouwcombinatie Scheepjeshof Veenendaal. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι εργολάβοι παραιτήθηκαν στις 5 Δεκεμβρίου 1988 από οποιαδήποτε αποζημίωση. Το σχέδιο κατακυρώθηκε στους εργολάβους αυτούς. Με έγγραφο της 31ης Αυγούστου 1989, η ΡΜΝ, αρμόδιο γραφείο της SPO, προσφεύγουσας στην κύρια δίκη στην παρούσα διαφορά, απαίτησε, βάσει ρυθμίσεων που απαγορεύονται από την προσβαλλομένη απόφαση, από τους εργολάβους αποζημιώσεις από τις οποίες είχαν αυτοί παραιτηθεί στις 5 Δεκεμβρίου 1998 να αξιώσουν από την αιτούσα την παρέμβαση. Η ΡΜΝ ενήγαγε στις 16 Οκτωβρίου 1990 τους εργολάβους αυτούς ενώπιον του αρμοδίου ολλανδικού δικαστηρίου για να επιτύχει την πληρωμή των αποζημιώσεων αυτών. Στις 4 Ιουλίου 1991, ενήγαγαν με τη σειρά τους οι τρεις κλητευθέντες εργολάβοι την αιτούσα την παρέμβαση ως εγγυήτρια της πληρωμής των αποζημιώσεων αυτών και ζήτησαν από το δικαστήριο να συνεκδικάσει τις δύο υποθέσεις. Με υπόμνημα της 14ης Ιανουαρίου 1992 η αιτούσα την παρέμβαση αμφισβήτησε την προσεπίκληση ως δικονομικού εγγυητή επικαλούμενη ιδίως το ασυμβίβαστο με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ των διατάξεων βάσει των οποίων αξιώνονταν από αυτήν οι αποζημιώσεις.

19 Στις 27 Αυγούστου 1992, η αιτούσα την παρέμβαση υπέβαλε την αίτησή της ενώπιον του Πρωτοδικείου. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1992, η ΡΜΝ ειδοποίησε τους δικηγόρους των εργολάβων που είχαν κλητευθεί ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου ότι "η πελάτισσά του επιθυμεί να διαγραφεί η δίκη αυτή για λόγους που την αφορούν".

20 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, όταν υπέβαλε η αιτούσα την παρέμβαση την αίτησή της, το συμφέρον της στην επίλυση της διαφοράς προέκυπτε από το ότι η επίλυση της υποθέσεως στην οποία ήταν διάδικος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εξαρτιόταν από τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής στην κύρια δίκη.

21 'Οσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, του αν, δηλαδή, μετά τη διαγραφή, που επήλθε στις 9 Σεπτεμβρίου 1992, των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, διατηρεί η αιτούσα την παρέμβαση συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η διαγραφή επήλθε κατόπιν αιτήσεως ενός από τα γραφεία των αιτουσών στην κυρία δίκη, μετά την κατάθεση της αιτήσεως παρεμβάσεως, μόλις μία ημέρα πριν από την παρέλευση της προθεσμίας εντός της οποίας μπορούσαν να υποβληθούν αιτήσεις παρεμβάσεως από παρεμβαίνουσες με έδρα το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ή την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (δηλαδή στις 10 Σεπτεμβρίου 1992) και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής για τις παρεμβαίνουσες που έχουν έδρα στο Βασίλειο του Βελγίου ή στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (δηλαδή στις 6 Σεπτεμβρίου 1992).

22 Εσφαλμένως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη ότι, μετά από τη διαγραφή αυτή, το συμφέρον της αιτούσας την παρέμβαση δεν διαφέρει πλέον από το συμφέρον εκατοντάδων άλλων καταναλωτών, θυμάτων των πρακτικών που καταγγέλλονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Πράγματι, η αιτούσα την παρέμβαση διακρίνεται σε σχέση με τους λοιπούς καταναλωτές κατά το ότι, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε λάβει πρωτοβουλίες για να διαφυλάξει τα δικαιώματά της, αποκτώντας εργολάβους στους οποίους είχε απευθυνθεί, οι οποίοι παραιτήθηκαν από την αξίωση των επιδίκων αποζημιώσεων. Με την ενέργειά της αυτή αρνήθηκε, διαφορετικά από άλλους καταναλωτές, να επιρριφθούν σ' αυτήν αυτές οι αποζημιώσεις μέσω των τιμών που προσφέρθηκαν. Εξάλλου, το συμφέρον της στην επίλυση της διαφοράς διαφέρει από εκείνο των λοιπών καταναλωτών λόγω της εγγυήσεως που οφείλει στους εργολάβους στους οποίους κατακύρωσε το σχέδιό της. Πράγματι, η εγγύηση αυτή προκαλεί στην αιτούσα την παρέμβαση το βάρος ενεστώσας απειλής να εναχθεί για μία φορά ακόμη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στο πλαίσιο δίκης που έχει το ίδιο αντικείμενο με τη διαγραφείσα δίκη.

23 Κατά συνέπεια, η αιτούσα την παρέμβαση διατηρεί ενεστώς συμφέρον να μπορεί να επικαλεστεί την αυτοδικαία ακυρότητα της εγγυήσεώς της λόγω της αντιθέσεως προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ της αιτίας της εγγυηθείσας οφειλής.

24 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η αιτούσα την παρέμβαση έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι πρέπει να της επιτραπεί να παρέμβει στην υπόθεση Τ-29/92 υπέρ της καθής.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)

διατάσσει:

1) Επιτρέπεται στην εταιρία Dennendael BV να παρέμβει στην υπόθεση Τ-29/92 υπέρ της καθής.

2) Θα ορισθεί προθεσμία για την παρεμβαίνουσα προκειμένου να εκθέσει γραπτώς τους λόγους προς υποστήριξη των αιτημάτων της.

3) Αντίγραφα όλων των διαδικαστικών εγγράφων θα επιδοθούν στην παρεμβαίνουσα με τη φροντίδα του Γραμματέα.

4) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 12 Ιανουαρίου 1993.