Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 4/04/1995. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΓΑΛΑΤΑ ΠΡΩΤΗΣ ΒΡΕΦΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΙΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-391/92.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1995 σελίδα I-01621
++++
Α - Εισαγωγή
1 Στην προκείμενη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως της Συνθήκης η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλοντας με το άρθρο 10 της υπουργικής αποφάσεως υπ' αριθ. Α2/οικ. 361 της 29ης Ιανουαρίου 1988, την αποκλειστική διάθεση των τροποποιημένων γαλάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας από φαρμακεία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (1). Η επίμαχη διάταξη προβλέπει τη μονοπωλιακή διάθεση από τα φαρμακεία των παρασκευασμάτων για βρέφη ηλικίας μέχρι πέντε μηνών. Παρέκκλιση από το μονοπώλιο εμπορίας προβλέπεται μόνο στο πλαίσιο μιας εξαιρετικής ρυθμίσεως, η οποία ισχύει για δήμους και κοινότητες όπου δεν λειτουργούν φαρμακεία (2). Σ' αυτούς τους δήμους και κοινότητες τα παρασκευάσματα για βρέφη μπορούν να διατίθενται και από άλλα καταστήματα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις (3).
2 Αφορμή για την κίνηση της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως της Συνθήκης έδωσε καταγγελία που υπέβαλε στην Επιτροπή, τον Απρίλιο 1988, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Παιδικών Τροφών Ελλάδος. Σύμφωνα με την καταγγελία αυτή, θα ήταν ευκολότερες οι εισαγωγές, αν δεν είχε θεσπιστεί το άρθρο 10 της αποφάσεως. Μετά την ολοκλήρωση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή άσκησε τον Νοέμβριο 1992 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
3 Στο δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ρύθμιση αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρoς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30, σύμφωνα με τη «νομολογία Dassonville» (4). Βέβαια, δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση της εμπορίας των παρασκευασμάτων για βρέφη, με αποτέλεσμα κατ' αρχήν αρμόδια να είναι τα κράτη μέλη. Ωστόσο, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ασκείται υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των διατάξεων της Συνθήκης. Το μονοπώλιο εμπορίας, καθόσον κατευθύνει τις πωλήσεις, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των αποφάσεων Delattre (5) και Monteil (6), το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
4 Αντιθέτως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ρύθμιση δεν αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. ςΟτι το μέτρο δεν είχε περιοριστικά αποτελέσματα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η κατανάλωση των παρασκευασμάτων για βρέφη παρέμεινε, μετά τη θέσπιση του μέτρου, σταθερή σε σχέση με εκείνη του προηγουμένου έτους. Εξάλλου, το μέτρο είναι, εν πάση περιπτώσει, δικαιολογημένο. Η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται συναφώς την προστασία της δημόσιας υγείας. Παράλληλα, επικαλείται τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες στην Ελλάδα. Επιπλέον, επισημαίνει το υψηλό ποσοστό υπογεννητικότητας και τη σχετικά υψηλή παιδική θνησιμότητα στην Ελλάδα, που κατά την άποψή της, επιβάλλουν τη λήψη δραστικών μέτρων.
5 Τα παρασκευάσματα για βρέφη έχουν τις ιδιότητες φαρμάκου, και για τον λόγο αυτό σκόπιμο είναι να απαιτείται συνταγή ιατρού για την αγορά τους. Αυτό προϋποθέτει την αποκλειστική διάθεση από φαρμακεία. Εξάλλου, για την προστασία της υγείας των βρεφών πρέπει να προωθηθεί ο θηλασμός. Τα περισσότερα από τα περίπου 110 000 βρέφη που γεννιούνται κατ' έτος διατρέφονται εξ ολοκλήρου ή τουλάχιστον εν μέρει με υποκατάστατα γάλακτος με το θήλαστρο (μπιμπερόν). Αυτή όμως η μέθοδος διατροφής συνεπάγεται ιδιαίτερους κινδύνους στην περίπτωση της επιλογής είτε ενός προϋόντος που δεν ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπo στις ανάγκες είτε ενός ακατάλληλoυ παρασκευάσματος. Η επισήμανση δεν αρκεί για την πληροφόρηση σχετικά με τη σύνθεση και την ορθή ετοιμασία των παρασκευασμάτων για βρέφη, εξαιτίας του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου - το οποίο φθάνει μέχρι τον αναλφαβητισμό - ενός μεγάλου ποσοστού Ελληνίδων γόνιμης ηλικίας (7). Επομένως, κατά την αγορά πρέπει να παρέχεται μια καθοδήγηση, την οποία μπορεί να εξασφαλίζει αξιόπιστα, λόγω των ειδικών γνώσεών του, μόνον ένας φαρμακοποιός.
6 Σε περίπτωση ενδεχόμενης αλλοιώσεως του προϋόντος ή αποσύρσεως, μόνο τα φαρμακεία μπορούν να ενεργήσουν με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι διαθέτουν τη σχετική υποδομή. Επιπλέον, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των φαρμακοποιών, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται κυρώσεις, συνιστούν εγγύηση για την επίδειξη της απαιτούμενης επιμέλειας κατά τη φύλαξη και την πώληση του γάλακτος για βρέφη.
7 Εξάλλου, η ρύθμιση που έχει θεσπίσει η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Και άλλα κράτη μέλη διαθέτουν ανάλογα συστήματα για την πώληση των παρασκευασμάτων για βρέφη.
8 Επειδή η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Keck και Mithouard (8), η οποία συνιστά μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30, δόθηκε στους διαδίκους η ευκαιρία να διατυπώσουν γραπτώς τις απόψεις τους ως προς τη νομολογία αυτή και τις πιθανές συνέπειές της για την παρούσα υπόθεση.
9 Η Επιτροπή εμμένει στην εκτίμησή της ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30, άποψη την οποία θεμελίωσε με επιχειρήματα και στο πλαίσιο της αγορεύσεώς της κατά την προφορική διαδικασία. Αντιθέτως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίμαχη ρύθμιση συνιστά όρο πωλήσεως, κατά την έννοια των αποφάσεων Keck και Mithouard (9) και Hόnermund (10), και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης
10 Ουσιώδες προκαταρκτικό ζήτημα για την επίλυση της διαφοράς αποτελεί το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 30, ζήτημα το οποίο, ενόψει της νομολογίας Keck και Mithouard, επιβάλλεται να εξετασθεί. Στην απόφαση Dassonville, το Δικαστήριο έδωσε τον ακόλουθο ορισμό των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς:
«Κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο (...)» (11)
Στην απόφαση Cassis de Dijon (12) διευκρίνισε ότι μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αποτελούν και ρυθμίσεις που εφαρμόζονται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϋόντων.
11 Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 εμπίπτουν κατ' αρχήν κρατικές ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τόσο το προϋόν (13), όσο και την εμπορία (14). ΙΟσον αφορά τις σχετικές με την εμπορία διατάξεις, ήδη από τη δεκαετία του 1980 διαγράφεται μια εξέλιξη που έχει ως αποτέλεσμα ορισμένα κρατικά μέτρα να εξαιρούνται - κατόπιν σχετικής αξιολογήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου - από την απαγόρευση του άρθρου 30. Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ποικίλους τρόπους για να καταλήξει στο αποτέλεσμα αυτό. όΑλλοτε έλαβε υπόψη του τους δικαιολογητικούς λόγους του άρθρου 36 (15) και άλλοτε έκρινε ότι το επίμαχο μέτρο δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 (16).
12 Αρχικώς, με τη νομολογία στην υπόθεση Keck και Mithouard (17) - η οποία έκτοτε επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα (18) - το Δικαστήριο ακολούθησε, όσον αφορά τους αδιακρίτως εφαρμοζόμενους κανόνες εμπορίας των κρατών μελών, μια μάλλον συσταλτική προσέγγιση. Στις αποφάσεις του δεν κάνει μνεία για μεταβολή επί το περιοριστικότερον της προγενέστερης νομολογίας του, αλλά απλώς για «διευκρίνισή» της. Εξάλλου, ουδόλως θίγει το πεδίο εφαρμογής του ορισμού, κατά τον οποίο μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο (19). Ωστόσο, στις σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως, το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα:
«16. Εξάλλου, όμως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, αντίθετα προς ό,τι έχει κρίνει μέχρι στιγμής το Δικαστήριο, δεν είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κατά την έννοια της νομολογίας Dassonville (...) η επί προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφαρμογή εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και αρκεί να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικά και πραγματικά, την εμπορία των εθνικών προϋόντων και των προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
17. Πράγματι, από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή ρυθμίσεων αυτού του είδους στην πώληση προϋόντων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνει, όπως δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά των εθνικών προϋόντων (...)» (20)
13 Επομένως, η στροφή αφορά ορισμένες μορφές εμπορίας υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Από τις ίδιες τις αποφάσεις δεν προκύπτουν με απόλυτη σαφήνεια τα κριτήρια οριοθετήσεως που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Γι' αυτόν τον λόγο, τόσο η επιστήμη όσο και, στο πλαίσιο του Δικαστηρίου, οι γενικοί εισαγγελείς Van Gerven (21) και Jacobs (22) έχουν διατυπώσει ορισμένες προτάσεις ως προς την πιθανή οριοθέτηση (23).
14 Για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, σκόπιμο είναι να γίνει, εκ προοιμίου, η ακόλουθη διευκρίνιση: θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 30 δεν επιβάλλει απλώς και μόνο απαγόρευση των διακρίσεων. Διαφορετικά, θα ήταν νοητές ποικίλες ρυθμίσεις των κρατών μελών, οι οποίες, μολονότι θα εφαρμόζονταν αδιακρίτως, θα μπορούσαν να δυσχεράνουν την πρόσβαση στην αγορά προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Στόχος του άρθρου 30 ήταν και παραμένει η απαγόρευση των εν λόγω ρυθμίσεων, με σκοπό την εγκαθίδρυση και τη διατήρηση της εσωτερικής αγοράς.
15 Βεβαίως, τώρα είναι δυνατή η παρεμπόδιση ή, εν πάση περιπτώσει, η παρεμβολή δυσχερειών στην πρόσβαση στην αγορά διά της επιβολής, επίσης, ορισμένων όρων εμπορίας (24). Ανάλογα με τη φύση τους και την έκτασή τους, οι σχετικές με την εμπορία ρυθμίσεις μπορεί να παρακωλύσουν, ειδικά, τις εισαγωγές. Θεωρώ ότι ο εκ προοιμίου αποκλεισμός των εμποδίων αυτών από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 είναι εσφαλμένoς και ασφαλώς δεν ήταν αυτό που επιδιωκόταν με την απόφαση Keck και Mithouard (25), όπως προκύπτει από τη σκέψη 17 αυτής.
16 Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα είναι το πώς η απόφαση ορίζει τις «ορισμένες» μορφές εμπορίας και ποιοι όροι εμπορίας δεν καλύπτονται από τον ορισμό αυτόν, με αποτέλεσμα να ισχύουν γι' αυτούς τα κλασικά κριτήρια εκτιμήσεως για μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς. Μεταξύ των δυνατών προσεγγίσεων, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιλεγεί εκείνη που μπορεί να εναρμονιστεί ευκολότερα με τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και με τη μέχρι σήμερα νομολογία.
17 Στο πλαίσιο των προσπαθειών θεωρητικής αναλύσεως της αποφάσεως Keck και Mithouard, υποστηρίχθηκε ότι η νομολογία θα μπορούσε να νοηθεί ως εισάγουσα έναν κανόνα de minimis (26). οΑλλοι θεωρούν ότι η νομολογία εισάγει κανόνα περί του βάρους της αποδείξεως (27).
18 Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, με την προγενέστερη νομολογία του δεν δέχθηκε την άποψη περί αισθητού επηρεασμού (του ενδοκοινοτικού εμπορίου) (28) και από το ότι ένας κανόνας περί του βάρους της αποδείξεως δεν βρίσκει καμία θεμελίωση στη μέχρι σήμερα νομολογία (29), και οι δύο προσεγγίσεις έχουν ως κοινό σημείο μια συγκεκριμένη θεώρηση του εκάστοτε επίμαχου μέτρου, όπως ακριβώς επιβάλλεται από την απόφαση Keck και Mithouard. Αποφασιστική για τον χαρακτηρισμό πρέπει να είναι η παρακώλυση της προσβάσεως στην αγορά των εισαγομένων προϋόντων.
ΙΙ - Το μονοπώλιο των φαρμακείων ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος
19 Η μονοπωλιακή διάθεση παρασκευασμάτων για βρέφη από τα φαρμακεία πρέπει να υποβληθεί σε μια «προκαταρκτική εξέταση» με βάση τα προεκτεθέντα. Βέβαια, μονοπώλιο εμπορίας που θεσπίζεται με κρατικό μέτρο αποτελεί μορφή εμπορίας, η οποία όμως είναι ικανή να κατευθύνει τις πωλήσεις (30). Κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείονται υποχρεωτικά άλλες δυνατότητες εμπορίας, γεγονός που μπορεί να έχει απόλυτα αρνητικές συνέπειες για τις εισαγωγές. Καθόσον απαγορεύεται η χρησιμοποίηση, υπό προϋποθέσεις, συστημάτων εμπορίας που έχουν ήδη δοκιμασθεί (31), η διάθεση στο εμπόριο ενός προϋόντος γίνεται δυσχερέστερη και επέρχεται αύξηση των τιμών (32), γεγονός που έχει άμεσες επιπτώσεις επί των εισαγωγών. Η χρησιμοποίηση νέων μεθόδων εμπορίας μπορεί να αποδειχθεί δυσχερέστερη για αλλοδαπούς παραγωγούς απ' ό,τι για εγχώριους παραγωγούς, οι οποίοι γνωρίζουν τα δεδομένα της εθνικής αγοράς. Ρύθμιση εμπορίας που αφορά ένα προϋόν ή μια ομάδα προϋόντων έχει κατά κανόνα εντονότερες συνέπειες απ' ό,τι η ρύθμιση περί των γενικών όρων εμπορίας (33).
20 Η τυχόν διαπίστωση ότι ο όγκος των εισαγωγών μιας κατηγορίας προϋόντων διαφέρει, σε απόλυτους αριθμούς, πριν και μετά τη θέσπιση ενός τέτοιου μέτρου δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του μέτρου αυτού, δεδομένου ότι ο πραγματικός όγκος των εισαγωγών μπορεί να επηρεάζεται και από ουσιωδώς διαφορετικούς παράγοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους εξαρτώνται από τις ιδιότητες του προϋόντος. ςΑλλωστε, ακόμη και η μη αύξηση των εισαγωγών μπορεί να συνιστά περιορισμό.
21 Η θέσπιση του μονοπωλίου εμπορίας είναι, κατά την άποψή μου, ήδη αφ' εαυτής, ικανή να παρεμποδίσει τις εισαγωγές, οπότε πρέπει να γίνει δεκτή η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30. Η επιβολή μονοπωλίων σε επίπεδο εμπορίας αποτελεί προφανώς, σύμφωνα με την εκτίμηση του Δικαστηρίου, μετά από την έκδοση της αποφάσεως Keck και Mithouard, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30. Στις αποφάσεις Ligur Carni (34) και Centre d'insιmination de la Crespelle (35), όπου επρόκειτο για αποκλειστικά δικαιώματα που είχαν εκχωρηθεί σε ορισμένους φορείς και αφορούσαν το στάδιο της εμπορίας (36), το Δικαστήριο εξέτασε τα άρθρα 30 και 36, χωρίς να αναφερθεί αποκλειστικά στη νομολογία Keck και Mithouard.
22 Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μονοπώλιο υπέρ των φαρμακείων θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί τόσο πριν από την απόφαση Keck και Mithouard όσο και μετά την απόφαση αυτή ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.
23 Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, οι οποίες συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού της ρυθμίσεως ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή παρασκευασμάτων για βρέφη. Ο ισχυρισμός αυτός που προέβαλε η Επιτροπή επιβεβαιώθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, κατά την απάντησή της σε σχετικό ερώτημα. Υπάρχουν δεκατέσσερα ανταγωνιστικά προϋόντα στην αγορά, τα οποία προέρχονται όλα από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας. Επομένως, δεν είναι δυνατή στην πράξη σύγκριση μεταξύ των κωλυμάτων που αντιμετωπίζουν, ως προς την πρόσβασή τους στην αγορά, τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϋόντα. Συνεπώς, οποιαδήποτε, απορρέουσα από κρατικές ρυθμίσεις, παρακώλυση της εμπορίας πλήττει ειδικά τα εισαγόμενα προϋόντα.
24 Ενώ στην απόφαση Keck και Mithouard το κριτήριο αποκλεισμού για τους «ιδιαίτερους» όρους πωλήσεως, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, έγκειται στο ότι «αρκεί [ορισμένες μορφές πωλήσεως] να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικά και πραγματικά, την εμπορία των εθνικών προϋόντων και των προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών», στην προκειμένη περίπτωση μπορούμε να δεχθούμε, εξ αντιδιαστολής, ότι το μέτρο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, επειδή επηρεάζει πραγματικά μόνο την εμπορία προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
25 Για τους προαναφερθέντες λόγους δεν χωρεί, κατά τη γνώμη μου, καμία αμφιβολία ότι η μονοπωλιακή ρύθμιση πρέπει να αξιολογηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
ΙΙΙ - Ως προς τη δικαιολόγηση του μέτρου
26 Η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει σειρά επιχειρημάτων, προς δικαιολόγηση του μέτρου, τα οποία πρέπει να εξετασθούν σύμφωνα με τα κλασικά κριτήρια.
27 Κατ' αρχάς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε κοινοτικό επίπεδο υπάρχει ρύθμιση σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη μόνο όσον αφορά τη σύνθεση και παρουσίαση καθώς και την επισήμανσή τους, απορρέουσα από την οδηγία 91/321/ΕΟΚ (37) (38). ηΟσον αφορά τις δυνατότητες εμπορίας, δεν υπάρχει καμία κοινοτική ρύθμιση, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να διατηρούν την αρμοδιότητα, που είχαν και προηγουμένως, να ρυθμίζουν νομοθετικώς τον τομέα αυτόν επικαλούμενα ενδεχομένως το άρθρο 36 της Συνθήκης.
1. Επιτακτικές απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών
28 Για τη δικαιολόγηση της ρυθμίσεως της εμπορίας του εν λόγω προϋόντος, η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλέστηκε την προστασία των καταναλωτών, η οποία πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των επιτακτικών απαιτήσεων (39). Η επισήμανση του προϋόντος δεν παρέχει αφ' εαυτής επαρκείς πληροφορίες χρήσεως, και μάλιστα τόσο σχετικά με τη σύνθεση του προϋόντος όσο και σχετικά με την ετοιμασία του για την τελική χρήση.
29 Η σύνθεση των προϋόντων ρυθμίζεται δεσμευτικά σε κοινοτικό επίπεδο με την οδηγία 93/321/ΕΟΚ. Ο πίνακας και ο τρόπος ονομασίας των συστατικών, όπως πρέπει να αναγράφονται στο πλαίσιο της κατά τις κείμενες διατάξεις επισημάνσεως, απορρέει από την οδηγία 91/321/EOK, σε συνδυασμό με την οδηγία 79/112/ΕΟΚ (40). Η υποχρεωτική επισήμανση παρέχει συνεπώς πληροφορίες για τη σύνθεση του προϋόντος.
30 Στη συνέχεια, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επισήμανση δεν αρκεί, λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ενός μεγάλου ποσοστού γυναικών γόνιμης ηλικίας. Προφανώς, η Ελληνική Κυβέρνηση υπονοεί ότι σημαντικό ποσοστό των γυναικών αυτών δεν είναι σε θέση να διαβάσει τις ενδείξεις της συσκευασίας. Από την αντιπαράθεση μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, ως προς το ποσοστό του αναλφαβητισμού, προκύπτει ότι μικρό μόνο ποσοστό των γυναικών που θα μπορούσε να αφορά η ρύθμιση ανερχόμενο σε 2 % περίπου, είναι αναλφάβητες. Ως εκ τούτου, το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν αυτό συνιστά κίνδυνο επιβάλλοντα και δικαιολογούντα ιδιαίτερη ρύθμιση της εμπορίας.
31 Μπορεί να γίνει δεκτό ότι το προϋόν, αυτό καθ' εαυτό, δεν συνεπάγεται κινδύνους, αφού παρασκευάσματα για βρέφη μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εντός της Κοινότητας μόνο κατά τις διατάξεις της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ (41). Επομένως, δεν απαιτείται οπωσδήποτε η ανάγνωση και ο έλεγχος των ουσιών που περιλαμβάνει η σύνθεση του προϋόντος για την ακίνδυνη χορήγησή του. Εξάλλου, η δυνητική αγοράστρια είναι ελεύθερη να αποφασίσει αν θα ζητήσει τη συμβουλή ενός προσώπου της εμπιστοσύνης της, είτε από τον κύκλο των συγγενών και γνωστών της είτε προσφεύγοντας στις συμβουλές του ιατρού ή του φαρμακοποιού της.
32 ςΟσον αφορά την ετοιμασία των παρασκευασμάτων για βρέφη για την τελική χορήγησή τους, δεν μπορεί, ως προς αυτά, να ισχύει κάτι εντελώς διαφορετικό. Η οδηγία 91/321/ΕΟΚ προβλέπει, στο άρθρο 4, παράγραφος 3, τα εξής: «Για να καταστούν έτοιμα προς χρήση τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, δεν απαιτείται τίποτε άλλο εκτός από την προσθήκη νερού.» Επομένως, τα μόνα σημεία στα οποία πρέπει να δοθεί προσοχή είναι η δοσολογία και ο προηγούμενος βρασμός του νερού. Για τη μετάδοση των αναγκαίων προς τούτο πληροφοριών μπορούν να χρησιμοποιούνται σύμβολα και σχέδια. Στο άρθρο 7, παράγραφος 5, εδάφιο 2, της οδηγίας αναφέρονται τα εξής: «[η επισήμανση των παρασκευασμάτων για βρέφη] μπορεί ωστόσο να περιέχει σχήματα (...) που απεικονίζουν τον τρόπο ετοιμασίας τους», δυνατότητα της οποίας γίνεται χρήση στην πράξη.
33 Επομένως, φρονώ ότι, ακόμη και αν παραδεχθούμε την ύπαρξη μικρού ποσοστού αναλφάβητων γυναικών, δεν υφίσταται κανένας ιδιαίτερος κίνδυνος όταν αυτές πρoμηθεύονται παρασκευάσματα για βρέφη που διατίθενται ελεύθερα στο εμπόριο.
34 Εξάλλου, θεωρώ ως εκτός πραγματικότητας την άποψη ότι ειδικά μια μητέρα θα έδιδε κάτι απερίσκεπτα στο νεογνό της, με αποτέλεσμα να το θέσει σε κίνδυνο, όταν, υπό κανονικές συνθήκες, θεωρείται βέβαιο ότι η μητέρα είναι εκείνη που πρώτη μεριμνά για την υγεία του τέκνου της.
35 Στο κοινοτικό δίκαιο, η προστασία των καταναλωτών επιδιώκεται εν πολλοίς με διατάξεις σχετικές με την επισήμανση. Τούτο θεωρείται, τόσο από τον κοινοτικό νομοθέτη όσο και από το Δικαστήριο, ως επαρκής προστασία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν διακρίνω λόγους που να επιτάσσουν εξαίρεση από τον κανόνα αυτό.
36 Συνεπώς, η προστασία των καταναλωτών, ως επιτακτική απαίτηση, δεν δικαιολογεί την περιοριστική ρύθμιση της εμπορίας.
2. Προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων
37 Η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται σειρά λόγων που ανάγονται στην ευρύτερη έννοια της προστασίας της υγείας. Η «προστασία της υγείας» είναι ένας από τους δικαιολογητικούς λόγους του άρθρου 36, τους οποίους μπορούν πάντοτε να επικαλούνται τα κράτη μέλη σε τομείς που δεν ρυθμίζονται από το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ελληνική Κυβέρνηση δεν πρέπει να εξετασθούν στο πλαίσιο της θεωρίας των επιτακτικών απαιτήσεων που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο, αλλά ως ένας από τους λόγους γενικού συμφέροντος οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 36 και οι οποίοι μπορούν να έχουν εφαρμογή ακόμη και όταν ένα μέτρο περιορίζει μόνο τις εισαγωγές (42).
α) Τα παρασκευάσματα για βρέφη ως φάρμακα
38 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη έχουν τις ιδιότητες φαρμάκου και ότι γι' αυτό τον λόγο εξαρτά την αγορά των εν λόγω προϋόντων από ιατρική συνταγή και επιβάλλει την πώλησή τους μόνο από φαρμακεία.
39 αΟσον αφορά την προβαλλόμενη απαίτηση ιατρικής συνταγής, η Επιτροπή αμφισβήτησε επίμονα ότι η απαίτηση αυτή απορρέει από την ελληνική νομοθεσία. Ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όταν του υποβλήθηκε ρητώς το ερώτημα κατά την προφορική διαδικασία, απάντησε, ουσιαστικά, ότι, επειδή τα προϋόντα αυτά διατίθενται μονοπωλιακώς από τα φαρμακεία, υφίσταται, κατ' ανάγκη, υποχρέωση συνταγής. Η απάντηση αυτή δεν με πείθει. Βεβαίως, στην παρούσα διαδικασία δεν κρίνεται η προβαλλόμενη υποχρέωση συνταγής. Το ζήτημα αυτό, όμως, έχει σημασία για την κατάταξη των προϋόντων από την Ελληνική Κυβέρνηση.
40 Σ' αυτό το πλαίσιο, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε, επίσης, ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη υπόκεινται στη διαδικασία εγκρίσεως των φαρμάκων. Ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από την Επιτροπή, η οποία συνάγει την υποχρέωση εγκρίσεως από το άρθρο 3 της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως. Κατά την άποψή μου, η διαδικασία αυτή μπορεί να συνιστά απαγορευόμενο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30, καθόσον κωλύει την πρόσβαση του προϋόντος στην αγορά, μολονότι η σύνθεση και η παρουσίαση των παρασκευασμάτων για βρέφη, ως όροι προσβάσεως στην αγορά, έχουν οριστικώς ρυθμιστεί σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου με την οδηγία 91/321/ΕΟΚ. Πάντως, η διαδικασία παροχής της εγκρίσεως δεν χρειάζεται να εξεταστεί, δεδομένου ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας.
41 Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη έχουν τις ιδιότητες φαρμάκου πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Αν το προϋόν μπορεί να χαρακτηρισθεί φάρμακο, η απόφαση του νομοθέτη να επιβάλει την αποκλειστική διάθεση των προϋόντων αυτών από τα φαρμακεία θα ήταν - μέχρι αποδείξεως του εναντίου - κατ' αρχήν δικαιολογημένη (43).
42 Η έννοια του φαρμάκου ορίζεται σε κοινοτικό επίπεδο από την οδηγία 65/65/ΕΟΚ (44). Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
(...)
2. Φάρμακο:
κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων ή ζώων.
Θεωρείται, ομοίως, ως φάρμακο κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που δύναται να χορηγηθεί σε άνθρωπο ή ζώο, προς τον σκοπό να γίνει ιατρική διάγνωση ή να αποκατασταθούν, να βελτιωθούν ή να τροποποιηθούν οργανικές λειτουργίες [των ανθρώπων ή των ζώων].» (45)
Το Δικαστήριο επανειλημμένα ερμήνευσε τον ορισμό αυτό (46). Το ζήτημα που είχε συχνά ανακύψει στις υποθέσεις αυτές ήταν ο διαχωρισμός των φαρμάκων από τα καλλυντικά προϋόντα, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερέστερων όρων προσβάσεως στην αγορά που ισχύουν για τα φάρμακα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα προϋόν, ακόμη κι αν οι ιδιότητές του εμπίπτουν στον κατά το κοινοτικό δίκαιο ορισμό των καλλυντικών προϋόντων, μπορεί, ενδεχομένως, να θεωρηθεί φάρμακο. (47) Παρόμοια νομολογία έχει διαμορφωθεί και σχετικά με τον διαχωρισμό των φαρμάκων από τα τρόφιμα. (48) Βάσει της νομολογίας, τα κράτη μέλη έχουν ένα σχετικά ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως πρoς τον χαρακτηρισμό ορισμένων προϋόντων ως φαρμάκων.
43 Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν, κατά την άποψή μου, το καθού κράτος μέλος να χαρακτηρίσει τα παρασκευάσματα για βρέφη ως φάρμακα. Η οδηγία 91/321/ΕΟΚ σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, στην οποία έχω ήδη παραπέμψει επανειλημμένα, στηρίζεται στην οδηγία 89/398/ΕΟΚ (49), για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή.
Το άρθρο 1 ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή.
2.α) Τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή είναι τρόφιμα τα οποία λόγω της ειδικής συνθέσεώς τους ή της ειδικής επεξεργασίας κατά την παρασκευή τους διακρίνονται σαφώς από τα τρόφιμα συνήθους κατανάλωσης, ανταποκρίνονται στο δηλούμενο θρεπτικό προορισμό τους και κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο δηλώνεται ότι επιτελούν τον προορισμό αυτόν·
β) ως ειδική διατροφή νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικές ανάγκες διατροφής:
i) (...) ii) (...)
iii) υγιών βρεφών ή νηπίων.» (50)
Στο παράρτημα Ι της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ομάδες τροφίμων ειδικής διατροφής για τις οποίες θα θεσπισθούν ειδικές διατάξεις μέσω ειδικών οδηγιών» αναφέρονται στην περίπτωση 1 τα «παρασκευάσματα για βρέφη».
44 Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ αναφέρεται ότι:
«Η βασική σύνθεση των εν λόγω προϋόντων πρέπει να ανταποκρίνεται στις θρεπτικές ανάγκες υγιών βρεφών, όπως αυτές καθορίζονται από τα γενικώς παραδεκτά επιστημονικά δεδομένα.» (51)
Το άρθρο 1, εδάφιο 1, της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία αποτελεί ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ, όπου καθορίζονται κριτήρια επισημάνσεως και συνθέσεως των παρασκευασμάτων για υγιή (52) βρέφη και των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας της Κοινότητας.» (53)
Λόγω του δεσμευτικού αυτού χαρακτηρισμού που δίδει το κοινοτικό δίκαιο τα κράτη μέλη δεν έχουν, κατά την άποψή μου, την ευχέρεια να υπαγάγουν τα προαναφερόμενα τρόφιμα στο ειδικό καθεστώς των φαρμάκων. Εξάλλου, και ο οΕλληνας νομοθέτης δέχεται, με το άρθρο 1 της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως, ότι θεσπίζεται ρύθμιση για την εμπορία παρασκευασμάτων για υγιή βρέφη.
45 Μολονότι γίνεται ρητή αναφορά σε υγιή βρέφη, ωστόσο, δεν συντρέχουν τα χαρακτηριστικά που συνιστούν τον ορισμό του φαρμάκου κατά την έννοια της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ. Με τον χαρακτηρισμό ενός προϋόντος δεν μπορεί να του προσδίδονται ιδιότητες οι οποίες βαίνουν πέραν των επιδράσεων που έχει η υγιής διατροφή στην πρόληψη ασθενειών των ανθρώπων (54). Η αποκατάσταση, η βελτίωση ή ο επηρεασμός των οργανικών λειτουργιών του ανθρώπου προϋποθέτει, κατ' αρχάς, ότι οι λειτουργίες αυτές παρουσιάζουν απόκλιση από το κανονικό, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του υγιούς βρέφους. (55)
46 Ωστόσο, στην περίπτωση που κριθεί ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως φάρμακα, απομένει να εξετασθεί το ζήτημα αν η προστασία της δημόσιας υγείας καθιστά αναγκαία την επίμαχη ρύθμιση και αν ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο. (56)
β) Υψηλά ποσοστά υπογεννητικότητας και βρεφική θνησιμότητα
47 Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα υψηλά ποσοστά υπογεννητικότητας και η σχετικά υψηλή βρεφική θνησιμότητα απαιτούσαν τη λήψη δραστικών μέτρων. νΟσον αφορά τα υψηλά ποσοστά υπογεννητικότητας, φρονώ ότι η ρύθμιση της εμπορίας ουδόλως είναι ικανή να επηρεάσει με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο τον αριθμό των γεννήσεων. Η διαπίστωση αυτή μου φαίνεται τόσο αυτονόητη ώστε να παρέλκει η περαιτέρω θεμελίωσή της με επιχειρήματα.
48 Η κατάσταση είναι διαφορετική ως προς τη βρεφική θνησιμότητα. Βεβαίως, η Επιτροπή προσπάθησε να αποδυναμώσει τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Κυβερνήσεως - ότι η Ελλάδα παρουσιάζει, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Κοινότητας, υψηλή βρεφική θνησιμότητα - επικαλούμενη στατιστικά στοιχεία άλλων κρατών μελών. Φρονώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα δεν έγκειται στο αν η Ελλάδα κατέχει την πρώτη, δεύτερη ή την τρίτη θέση, όσον αφορά τα ποσοστά της βρεφικής θνησιμότητας σε σχέση με άλλα κράτη μέλη. Η καταπολέμηση της βρεφικής θνησιμότητας, αποτελεί αφ' εαυτής σκοπό δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τον περιoρισμό της. Το ζήτημα είναι απλώς με ποιον τρόπο το μονοπώλιο των φαρμακείων είναι σε θέση να επηρεάσει τη βρεφική θνησιμότητα. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη, λόγω της συνθέσεώς τους, θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των βρεφών. Η επίκληση τέτοιου είδους κινδύνων δεν θα ήταν, εξάλλου, επιτρεπτή ενόψει της κοινοτικής ενιαίας ρυθμίσεως της συνθέσεως και παρουσιάσεως των παρασκευασμάτων αυτών. Αν υπήρχε το ενδεχόμενο τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή να επηρεάζουν τη δημόσια υγεία, θα έπρεπε πριν από τη θέσπιση της οδηγίας σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας να ζητηθεί η γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ (57).
49 ΙΟσον αφορά τη βρεφική θνησιμότητα, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε, επίσης, ότι σκοπός της είναι η προώθηση του μητρικού θηλασμού των βρεφών. Η προώθηση και η προστασία του θηλασμού είναι ένας σκοπός που αναγνωρίζεται από την Κοινότητα, γεγονός που ρητώς τονίζεται στην οδηγία 91/321/ΕΟΚ. Τόσο στις αιτιολογικές σκέψεις όσο και στο ρυθμιστικό μέρος της οδηγίας γίνεται επανειλημμένα μνεία του σκοπού αυτού. Η σχετική προσπάθεια οφείλεται στο ότι, κατά την ιατρική επιστήμη, στο σημερινό στάδιο εξελίξεώς της, ο θηλασμός υπερέχει από ορισμένες απόψεις της τεχνητής διατροφής, ως προς την διασφάλιση της υγείας των βρεφών, και γι' αυτόν τον λόγο συνιστάται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Τα νεογνά δεν διαθέτουν, για παράδειγμα, ίδιο ανοσοποιητικό σύστημα και αντλούν τις αμυντικές τους δυνάμεις από το μητρικό γάλα, γεγονός που - στατιστικά εξεταζόμενο - σημαίνει ότι βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα είναι λιγότερο επιρρεπή σε ασθένειες. Αντιθέτως, τα προβαλλόμενα πλεονεκτήματα του θηλασμού ως προς τη σωματική και ψυχική ανάπτυξη του τέκνου δεν υπόκεινται σε μέτρηση. Επομένως, ο σκοπός της προωθήσεως του μητρικού θηλασμού προς το συμφέρον της υγείας των βρεφών φαίνεται να υπηρετεί το συμφέρον της δημόσιας υγείας.
50 Αν γίνει δεκτό ότι ο θηλασμός έχει ευεργετικές συνέπειες στην υγεία των βρεφών, πρέπει να διευκρινισθεί αν το επίδικο μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του στόχου αυτού. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, έμμεσα, επιτυγχάνεται η επίτευξη του στόχου καθόσον δυσχεραίνεται η αγορά των παρασκευασμάτων τεχνητής διατροφής. Ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ερωτηθείς σχετικώς κατά την προφορική διαδικασία, διευκρίνισε ότι η ενίσχυση του θηλασμού δεν είναι ο κύριος σκοπός του μέτρου· είναι ένα ευπρόσδεκτο παρεπόμενο αποτέλεσμα. Γι' αυτόν τον λόγο, θεωρώ απαραίτητο να εξετασθεί ποιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση μιας γυναίκας να θηλάσει το νεογνό της. Αρχικώς, αποφασιστικός παράγοντας είναι οι σωματικές δυνατότητες της μητέρας, οι οποίες ουδόλως μπορούν να επηρεαστούν από τον νόμο. Η διαπίστωση αυτή ισχύει τόσο για τη δυνατότητα θηλασμού, αυτή καθ' εαυτή, όσο και για την έκταση της δυνατότητας αυτής.
51 ςΑλλοι παράγοντες είναι κοινωνικής φύσεως, όπως, για παράδειγμα, η επιβάρυνση της μητέρας με οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις εντός του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζει. Οι παράγοντες αυτοί έχουν, κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδη σημασία για το αν η μητέρα θα αποφασίσει να θηλάσει το τέκνο της και αν θα ακολουθήσει αυτό τον τρόπο διατροφής επί ορισμένο χρονικό διάστημα. Υπ' αυτό ακριβώς το πρίσμα πρέπει βέβαια να εξετασθεί ο ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία με θλίψη της διαπιστώνει τον οφειλόμενο σε κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες περιορισμό του θηλασμού. Εργαζόμενη γυναίκα, η οποία δεν διαθέτει ούτε τον χρόνο ούτε τον χώρο για να έχει κοντά της το τέκνο της, δεν έχει αντικειμενικά σχεδόν καμία δυνατότητα, ακόμη και αν διάκειται ευνοϋκά προς τον θηλασμό, να συνεχίζει να θηλάζει - σύμφωνα με τις ιατρικές συστάσεις - το τέκνο της για τέσσερις έως πέντε μήνες. Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο εφοδιασμός του πληθυσμού σε όλη την επικράτεια με υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος αποτελεί μια επιτακτική ανάγκη για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Αυτή προφανώς ήταν η άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όταν θέσπισε τη διάταξη περί εξαιρέσεως από το μονοπώλιο των φαρμακείων, η οποία προβλέπει ότι σε δήμους και κοινότητες όπου δεν λειτουργεί φαρμακείο τα παρασκευάσματα για βρέφη μπορούν να διατίθενται από καταστήματα λιανικής πωλήσεως, τα οποία διαθέτουν προς τον σκοπό αυτό ειδικό τμήμα και υπόκεινται σε ορισμένες υγειονομικές διατάξεις.
52 Ανακύπτει, επομένως, το ερώτημα αν η αποκλειστική διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη από φαρμακεία είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιθυμητού παρεπόμενου αποτελέσματος της προωθήσεως του θηλασμού. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία ισχυρίστηκε κατ' ουσίαν ότι στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται περιορισμός του θηλασμού. Αυτό πρέπει να αποδοθεί εν πολλοίς στις κρατούσες σήμερα κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Πράγματι, στην Ελλάδα εργάζονται ολοένα και περισσότερες γυναίκες και γι' αυτό τον λόγο διαθέτουν λιγότερο χρόνο για τη φροντίδα των τέκνων τους κυρίως κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους.
53 Για την προαγωγή του θηλασμού υπ' αυτές τις συνθήκες χρειάζεται να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα παρέχουν και στην εργαζόμενη γυναίκα την ελευθερία να επιλέξει τον θηλασμό του τέκνου της.
54 Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να διατυπώσει προτάσεις σχετικά με το ποια κοινωνικοπολιτικά μέτρα θα μπορούσαν να προτρέψουν τις μητέρες να θηλάζουν τα τέκνα τους, αλλά εναπόκειται στους πολιτικούς να δημιουργήσουν τις συνθήκες αυτές. Φρονώ ότι η αποκλειστική διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη από τα φαρμακεία δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο προτροπής των μητέρων να θηλάζουν τα τέκνα τους. Πράγματι, μια μητέρα που - για οποιουσδήποτε λόγους - δεν μπορεί να θηλάσει θα μπορέσει, παρόλες τις δυσκολίες, να προμηθευτεί την τροφή που είναι αναγκαία για την επιβίωση του τέκνου της. Το μονοπώλιο των φαρμακείων, από τη σκοπιά των αγοραστών, είναι ικανό μόνο να δυσχεράνει την αγορά των προϋόντων και να αυξήσει την τιμή τους. (58) Ο θηλασμός και η τεχνητή διατροφή είναι βέβαια εναλλακτικές μέθοδοι διατροφής των βρεφών, δεν είναι όμως υποκατάστατα, υπό την έννοια ότι η δυσχερέστερη πρόσβαση σε παρασκευάσματα για βρέφη συνεπάγεται τη μεγαλύτερη διάδοση της φυσικής μεθόδου. Η απόφαση της μητέρας να θηλάσει το τέκνο της εξαρτάται, κατ' αρχήν, από άλλα στοιχεία, στα οποία συγκαταλέγονται οι προαναφερθέντες κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.
55 Η άποψη ότι η αποκλειστική διάθεση από τα φαρμακεία δεν μπορεί να προωθήσει τον θηλασμό ενισχύεται και από τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η κατανάλωση παρασκευασμάτων για βρέφη παρέμεινε και μετά τη θέσπιση του μονοπωλίου των φαρμακείων το 1988 σταθερή. Εφόσον το μονοπώλιο των φαρμακείων δεν είναι ικανό να προτρέψει τις ενδιαφερόμενες μητέρες να επιλέξουν τον θηλασμό, δεν μπορεί κατ' αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί η μείωση της βρεφικής θνησιμότητας ούτε να δικαιολογηθεί ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
56 Η Ελληνική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο των επιχειρημάτων που προβάλλει σχετικά με το ότι το μέτρο υπηρετεί το συμφέρον της δημόσιας υγείας, επικαλείται και το ενδεχόμενο αλλοιώσεως του προϋόντος και τους κινδύνους που ενέχει η αλλοίωση αυτή για την υγεία των βρεφών. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ενδεχόμενο της αλλοιώσεως τροφίμων υφίσταται, υποθετικά, πάντοτε. Για τον, κατά το δυνατό, περιορισμό του κινδύνου αυτού, το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει την υποχρέωση αναγραφής επί των εμπορευμάτων της ημερομηνίας ελαχίστης διατηρησιμότητας (59). Ο έλεγχος της ημερομηνίας αυτής δεν απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις που μόνο ο φαρμακοποιός μπορεί να διαθέτει. Η επίδειξη ενός ελαχίστου ορίου προσοχής για τον έλεγχο της ημερομηνίας διατηρησιμότητας μπορεί να απαιτηθεί από κάθε κατάστημα λιανικής πωλήσεως ή κατάστημα ευρείας διανομής. Επιπλέον, εύλογο είναι να αποδίδουν σημασία στην ημερομηνία διατηρησιμότητας και οι μητέρες, οι οποίες αγοράζουν τελικά τροφή για τα βρέφη τους. Ο έλεγχος της ημερομηνίας διατηρησιμότητας είναι κατά τη γνώμη μου επαρκής για να αποτρέψει τη χρήση αλλοιωμένων τροφών και, εξ όσων είναι γνωστά, ο έλεγχος αυτός εξασφαλίζεται, κατά το ανθρωπίνως δυνατό.
57 Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη παρασκευάζονται και συσκευάζονται με ιδιαίτερη προσοχή, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ. Τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως στηρίζονται προφανώς στην εσφαλμένη άποψη ότι ο φαρμακοποιός θα μπορούσε να ελέγχει το περιεχόμενο κάθε κυτίου παρασκευασμάτων για βρέφη. Κατά κανόνα, πρόκειται για σκόνη, η οποία διατίθεται στο εμπόριο σφραγισμένη και συσκευασμένη. Ο φαρμακοποιός θα έπρεπε να ανοίγει τη συσκευασία και να προβαίνει σε ανάλυση του περιεχομένου της. Φρονώ, επομένως, ότι το μονοπώλιο των φαρμακείων δεν παρέχει μεγαλύτερη εξασφάλιση από τον κίνδυνο της πωλήσεως αλλοιωμένων προϋόντων απ' ό,τι η ελεύθερη πώληση των προϋόντων από τα καταστήματα λιανικής πωλήσεως.
58 Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση αποσύρσεως, μόνο τα φαρμακεία μπορούν να εξασφαλίσουν την ταχεία και βέβαιη εκτέλεσή της. Κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μόνο τα φαρμακεία διαθέτουν υποδομή τέτοια που να εξασφαλίζει ταχεία, βέβαιη και ευρεία αντίδραση.
59 Κατά την άποψή μου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόσυρση καθίσταται αναγκαία μόνο σε λίγες εξαιρετικές περιπτώσεις. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε, για παράδειγμα, να αναφέρει ούτε ένα περιστατικό από την ελληνική πραγματικότητα, αλλά αναγκάστηκε να επικαλεστεί την περίπτωση αποσύρσεως στην αγορά του Βελγίου και του Λουξεμβούργου (60). Φρονώ ότι σε αυτές τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις η απόσυρση μπορεί, με τα σύγχρονα τηλεπικοινωνιακά μέσα, να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια ακόμη και στην περίπτωση που τα παρασκευάσματα για βρέφη διατίθενται και εκτός φαρμακείων. Τόσο η διακρίβωση των συστημάτων διανομής όσο και η μετάδοση των αναγκαίων πληροφοριών είναι δυνατή. Ακόμη και αν η απόσυρση κατ' αυτόν τον τρόπο θα ήταν δαπανηρότερη απ' ό,τι μέσω της υποδομής των φαρμακείων, το μέσο αυτό θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, ηπιότερο από την εγκαθίδρυση μονοπωλίου πωλήσεων υπέρ των φαρμακείων.
3. Ανάλογη ρύθμιση σε άλλα κράτη μέλη
60 Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σε άλλα κράτη μέλη υφίστανται διοικητικές ρυθμίσεις ανάλογες με το ελληνικό μονοπώλιο των φαρμακείων για τα παρασκευάσματα για βρέφη. Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό και επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας νομοθετικά προβλεπόμενης ρυθμίσεως πωλήσεων μόνο στην Ισπανία. Οι συμφωνίες που συνάπτουν με την ελεύθερη θέλησή τους οι παραγωγοί με τους πωλητές δεν μπορούν να θεωρηθούν ανάλογες.
61 Οι ισχύουσες σε άλλα κράτη μέλη ρυθμίσεις επιβάλλουν, κατ' αρχήν, την εκ νέου εξέταση του βάσιμου της επιχειρηματολογίας. Εξάλλου, όσον αφορά τη νομοθετική ρύθμιση που μάλλον υφίσταται στην Ισπανία, δεν προβλήθηκαν άλλοι δικαιολογητικοί λόγοι πέραν εκείνων που έχουν ήδη εξετασθεί. Εφόσον σε άλλα κράτη μέλη υπάρχει ρύθμιση περί των συστημάτων πωλήσεως η οποία θεσπίστηκε με πρωτοβουλία και στο πλαίσιο συμφωνιών των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, η εν λόγω ρύθμιση δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ. Επομένως, η εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως επίκληση παραδειγμάτων από την επικρατούσα σε άλλα κράτη μέλη κατάσταση δεν προσκομίζει στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν επιπροσθέτως τις ενέργειές της. Επομένως, φρονώ ότι το μονοπώλιο των φαρμακείων να διαθέτουν παρασκευάσματα για βρέφη αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Δικαστικά έξοδα
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Πρόταση
62 Ενόψει των προεκτεθέντων σκέψεων, προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Ελληνική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον, με το άρθρο 10 της υπουργικής αποφάσεως υπ' αριθ. Α2/οικ. 361 της 29ης Ιανουαρίου 1988, επέβαλε την πώληση των τροποποιημένων γαλάτων για βρέφη μόνο από τα φαρμακεία.
2) Η Ελληνική Κυβέρνηση φέρει τα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Από την 1η Νοεμβρίου 1993 Συνθήκη ΕΚ, σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση, της 7ης Φεβρουαρίου 1992 (ΕΕ 1992, C 224).
(2) - Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, πρόκειται μόνο για ορισμένους δήμους και κοινότητες σε ορεινές περιοχές ή σε νησιά με ολιγάριθμο πληθυσμό, όπου τα φάρμακα πωλούνται συνήθως από ιατρούς ή από δημόσιες υπηρεσίες διανομής σε αγροτικές περιοχές.
(3) - Εφόσον υπάρχει ιδιαίτερο τμήμα μέσα στο κατάστημα και τηρούνται οι υγειονομικές διατάξεις.
(4) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
(5) - Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-369/88, Delattre (Συλλογή 1991, σ. Ι-1487, σκέψη 51).
(6) - Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-60/89, Monteil και Samanni (Συλλογή 1991, σ. Ι-1547, σκέψη 38).
(7) - Στο υπόμνημα αντικρούσεως γίνεται λόγος για ποσοστό 55 %. όΟταν η Επιτροπή αντέταξε ότι το ποσοστό του αναλφαβητισμού δεν υπερβαίνει το 2,4 %, η Ελληνική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 1,9 %, αλλά ότι το 49 % του συνόλου αυτής της ομάδας πληθυσμού απαρτίζεται από αποφοίτους στοιχειώδους εκπαιδεύσεως.
(8) - Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097).
(9) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, όπ.π.
(10) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-292/92, Hόnermund (Συλλογή 1993, σ. Ι-6787).
(11) - Βλ. υπόθεση 8/74, όπ.π., σκέψη 5.
(12) - Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78, «Cassis de Dijon» (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
(13) - Βλ. απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78, όπ.π.· απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1227)· απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 793)· απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 90/86, Zoni (Συλλογή 1988, σ. 4285), και απόφαση της 11ης Μαου 1989 στην υπόθεση 76/86, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 1021).
(14) - Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211)· απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 286/81, Οosthoek's Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575)· απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-362/88, GB-INNO-BM (Συλλογή 1990, σ. Ι-667)· απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-369/88, όπ.π.· απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-60/89, όπ.π.· απόφαση της 30ής Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-239/90, Boscher (Συλλογή 1991, σ. Ι-2023)· απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior (Συλλογή 1991, σ. Ι-4151)· απόφαση της 25ης Μαου 1993 στην υπόθεση C-271/92, Laboratoire de prothθses oculaires (Συλογή 1993, σ. Ι-2899), και απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C-315/92, Clinique Laboratoires (Συλλογή 1994, σ. Ι-317).
(15) - Βλ. τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, όπ.π., καθώς και την υπόθεση C-271/92, όπ.π.
(16) - Βλ. υπόθεση 75/81, όπ.π., καθώς και υπόθεση 286/81, όπ.π.· απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-23/89, Quietlynn και Richards (Συλλογή 1990, σ. Ι-3059), και απόφαση της 7ης Μαου 1991 στην υπόθεση C-350/89, Sheptonhurst (Συλλογή 1991, σ. Ι-2387)· απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-145/88, Torfaen Borough Council (Συλλογή 1989, σ. 3851)· απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-332/89, Marchandise κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-1027), και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-169/91, B & Q (Συλλογή 1992, σ. Ι-6635).
(17) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, όπ.π.
(18) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-292/92, όπ.π.· απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-401/92, Tankstation't Heukske (Συλλογή 1994, σ. Ι-2199)· απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-69/93, Punto Casa (Συλλογή 1994, σ. Ι-2355)· απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-412/93, Leclerc-Siplec (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή της νομολογίας).
(19) - Βλ. σκέψεις 11 και 16 της αποφάσεως.
(20) - Η υπογράμμιση δική μου.
(21) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 16ης Μαρτίου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-401/92 και C-402/92, όπ.π.
(22) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Νοεμβρίου 1994 στην υπόθεση C-412/93, όπ.π.
(23) - Αφού οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 27ης Οκτωβρίου 1993 στην υπόθεση C-292/92, όπ.π., είχαν προετοιμάσει το έδαφος.
(24) - Βλ. την υπόθεση C-369/88, όπ.π., και την υπόθεση C-60/89, όπ.π., καθώς και την υπόθεση C-315/92, όπ.π.
(25) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, όπ.π.
(26) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-412/93, όπ.π., σημείο 45.
(27) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-401/92 και 402/92, όπ.π., υποσημείωση 53.
(28) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984 στην υπόθεση 16/83, Prantl (Συλλογή 1984, σ. 1299, σκέψη 20)· απόφαση της 18ης Μαου 1993 στην υπόθεση C-126/91, Yves Rocher (Συλλογή 1993, σ. Ι-2361, σκέψη 21).
(29) - Λόγω του ευρέως ορισμού των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν απαιτούνταν να αποδειχθεί ότι το επίμαχο μέτρο παρενέβαλλε κωλύματα· αντιστρόφως, ένα κράτος μέλος δεν μπορούσε να αντλήσει όφελος, υποστηρίζοντας και, ενδεχομένως, αποδεικνύοντας ότι, στην πραγματικότητα, το επίμαχο μέτρο δεν παρεκώλυε τις εισαγωγές.
(30) - Βλ. υπ' αυτή την έννοια τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-369/88, όπ.π., και C-60/89, όπ.π.
(31) - Το επίμαχο μέτρο θεσπίστηκε μόλις το 1988.
(32) - Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζονται όλοι οι διάδικοι, το περιθώριο κέρδους των φαρμακείων δεν υπερβαίνει το 15 %, ενώ εκείνο των καταστημάτων ευρείας διανομής δεν υπερβαίνει - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία - το 7 %.
(33) - Οπως π.χ. στις περιπτώσεις της απαγορεύσεως πωλήσεων την Κυριακή και της απαγορεύσεως απασχολήσεως την Κυριακή στην απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-145/88, όπ.π.· απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-332/89, όπ.π.· απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-169/91, όπ.π.· απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση 306/88, Rochdale Borough Council (Συλλογή 1992, σ. Ι-6457)· απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση 312/89, Conforama κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-997), και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση 304/90, Reading Borough Council (Συλλογή 1992, σ. Ι-6493).
(34) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-277/91, C-318/91, C-319/91, Ligur Carni (Συλλογή 1993, σ. Ι-6621).
(35) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση C-323/93, Centre d'insιmination de la Crespelle (Συλλογή 1994, σ. 5077).
(36) - Στην υπόθεση Ligur Carni, αντικείμενο της διαδικασίας ήταν εθνικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες εμπορεύματα (νωπό κρέας) υποβάλλονταν κατά τη διαμετακόμιση και την άφιξή τους στον τόπο προορισμού σε συστηματικές, διεξαγόμενες έναντι αμοιβής, κτηνιατρικές εξετάσεις και σε υγειονομικούς ελέγχους. Στην υπόθεση La Crespelle επρόκειτο για αποκλειστικά δικαιώματα κέντρων γονιμοποιήσεως να αναπτύσσουν δραστηριότητες σε μία ορισμένη περιοχή.
(37) - Οδηγία της Επιτροπής της 14ης Μαου 1991 σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (ΕΕ L 175, σ. 35).
(38) - Το άρθρο 1 της οδηγίας αναφέρεται στον διεθνή κώδικα εμπορίας υποκαταστάτων μητρικού γάλακτος, του οποίου οι σκοποί και οι βασικές αρχές που έχουν σχέση με την εμπορία, την πληροφόρηση, καθώς και τις αρμοδιότητες των υγειονομικών αρχών, πρέπει να υλοποιηθούν από τα κράτη μέλη.
(39) - Βλ. υπόθεση 120/78, όπ.π., σκέψη 8.
(40) - Οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 89/395/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989 (ΕΕ L 186, σ. 17).
(41) - Το άρθρο 2, εδάφιο 2, της οδηγίας, αναφέρει τα εξής: «Κανένα άλλο προϋόν εκτός από τα παρασκευάσματα για βρέφη δεν είναι δυνατό να διατίθεται στο εμπόριο ή να παρουσιάζεται κατ' άλλο τρόπο ως κατάλληλο να ικανοποιήσει από μόνο του τις ανάγκες διατροφής των βρεφών κατά τους πρώτους τέσσερις έως έξι μήνες της ζωής τους.»
(42) - Βλ. τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, όπ.π., σκέψη 13.
(43) - Βλ. την υπόθεση C-369/88, όπ.π., σκέψη 56, και την υπόθεση C-60/89, όπ.π., σκέψη 43. Βλ. επίσης την οδηγία 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαρμακευτικής (ΕΕ L 253, σ. 34), της οποίας η πρώτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι η δημιουργία μονοπωλίου υπέρ των φαρμακοποιών εξακολουθεί να εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
(44) - Οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/341/ΕΟΚ, της 3ης Μαου 1989 (ΕΕ L 142, σ. 11).
(45) - Η υπογράμμιση δική μου
(46) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση C-227/82, Van Bennekom (Συλλογή 1983, σ. 3883)· απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207)· βλ. την υπόθεση C-369/88, όπ.π., καθώς και την υπόθεση C-60/89, όπ.π.· απόφαση της 16ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-112/89, Upjohn (Συλλογή 1991, σ. Ι-1703)· απόφαση της 20ής Μαου 1992 στην υπόθεση C-290/90, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1992, σ. Ι-3317)· απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C-219/91, Ter Voort (Συλλογή 1992, σ. Ι-5485).
(47) - Βλ. τις υποθέσεις C-369/88, όπ.π., C-60/89, όπ.π., C-112/89, όπ.π., και C-295/90, όπ.π.
(48) - Βλ. τις υποθέσεις C-369/88, όπ.π., και C-219/91, όπ.π.
(49) - Οδηγία της 3ης Μαου 1989 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (ΕΕ L 186, σ. 27).
(50) - Η υπογράμμιση δική μου.
(51) - Η υπογράμμιση δική μου.
(52)Σ.τ.Μ.: Η λέξη «υγιή» έχει παραλειφθεί στη διατύπωση της οδηγίας στην ελληνική γλώσσα
(53) - Η υπογράμμιση δική μου.
(54) - Βλ. τις ουσίες που χαρακτηρίζονται ως φάρμακα, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ.
(55) - Βλ. τις ουσίες που θεωρούνται ως φάρμακα λόγω των ιδιοτήτων τους, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ.
(56) - Βλ. την απόφαση της 20ής Μαου 1976 στην υπόθεση 104/75, De Peijper (Συλλογή τόμος 1976, σ. 241, σκέψη 32)· απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 247/81, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. 1111, σκέψη 7)· απόφαση της 27ης Μαου 1986 στην υπόθεση 87/85, Cophalux (Συλλογή 1986, σ. 1707, σκέψη 19)· υπόθεση C-369/88, όπ.π., σκέψη 67, καθώς και υπόθεση C-60/89, όπ.π., σκέψη 46· απόφαση της 8ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση C-373/92, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-3107, σκέψεις 8 και 10).
(57) - Από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ προκύπτει ότι ζητήθηκε η γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων. Σχετικά με την υποχρέωση διαβουλεύσεως επιστημονικών επιτροπών βλ., επίσης, την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1994 στην υπόθεση C-212/91, Angelopharm (Συλλογή 1994, σ. Ι-171).
(58) - Ενώ από τη σκοπιά των παραγωγών και εισαγωγέων είναι ικανό να δυσχεράνει την πώληση των προϋόντων και να αυξήσει την τιμή τους.
(59) - Βλ. το άρθρο 3, παράγραφο 1, σημείο 4, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ.
(60) - Βλ. τη σελίδα 14 του υπομνήματος αντικρούσεως.