ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΈΜΠΤΟΥ ΤΜΉΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ

της 1ης Αυγούστου 1991 ( *1 )

Στην υπόθεση Τ-51/91 R,

Paul Erwin Hoyer, πρώην έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Hoeilaart ( Βέλγιο ), εκπροσωπούμενος από τον G. van der Wal, δικηγόρο Βρυξελλών, δικηγόρος παρά τω Hoge Raad των Κάτω Χωρών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,

αιτών,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Joseph Griesmar, νομικό σύμβουλο, και P. Lafili, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της καθής, που κοινοποιήθηκε στον αιτούντα με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1991 και που αφορούσε την καταγγελία, από τις 14 Ιουνίου 1991, της συμβάσεως αορίστου χρόνου περί προσλήψεως του ως εκτάκτου υπαλλήλου,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ,

αναπληρών τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου σύμφωνα με τα άρθρα 106, εδάφιο 2, και 9, εδάφιο 1, του Κανονισμού Διαδικασίας,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

1

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Ιουνίου 1991, ο αιτών άσκησε, κατ' εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: ΚΥΚ) και του άρθρου 46 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: Καθεστώς ) προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της καθής, που κοινοποιήθηκε στον αιτούντα με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1991 και αφορούσε την καταγγελία, από τις 14 Ιουνίου 1991, της συμβάσεως αορίστου χρόνου περί προσλήψεως του ως εκτάκτου υπαλλήλου.

2

Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, ο αιτών υπέβαλε επίσης αίτηση, κατ' εφαρμογή των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας από το Πρωτοδικείο να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως προσλήψεως του ενδιαφερομένου ως εκτάκτου υπαλλήλου εφόσον εκκρεμεί η διαδικασία επί της ουσίας.

3

Η καθής κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στις 8 Ιουλίου 1991. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 30 Ιουλίου 1991.

4

Πριν εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνησθούν εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην άσκηση της προσφυγής επί της ουσίας.

5

Από την 1η Οκτωβρίου 1983, ο αιτών έγινε δεκτός να παραγματοποιήσει εκπαιδευτική άσκηση στην κοινή υπηρεσία «διερμηνείαδιασκέψεις» (στο εξής: SCIC) της Επιτροπής. Η σύμβαση της ασκήσεως ήταν αρχικά διαρκείας δύο μηνών. Μπορούσε να ανανεωθεί δύο φορές για δύο μήνες κάθε φορά, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών θα επετύγχανε στις προηγούμενες για κάθε παράταση εξετάσεις.

6

Αφού πέρασε επιτυχώς τις δοκιμασίες που έχουν οργανωθεί κατά τη διάρκεια της ασκήσεως, ο αιτών πέτυχε στην εξέταση κατά το τέλος της ασκήσεως. Στη συνέχεια έτυχε συμβάσεως εργασίας με αντικείμενο την πρόσληψη του ως εκτάκτου υπαλλήλου από την 1η Απριλίου 1984 και τοποθετήθηκε στη SCIC, στις Βρυξέλλες, ως διερμηνέας ( κατηγορία LA, βαθμός 7 ). Επρόκειτο για θέση σαν αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο β, του Καθεστώτος. Η εν λόγω σύμβαση ήταν διαρκείας δύο ετών.

7

Η ισχύς της συμβάσεως αυτής παρατάθηκε από την 1η Απριλίου 1986 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1987.

8

Κατόπιν, ο αιτών έτυχε συμβάσεως εργασίας με αντικείμενο την πρόσληψη του ως έκτακτος υπάλληλος για διάρκεια έξι μηνών από την 1η Απριλίου 1987 και τοποθετήθηκε στη SCIC σε θέση διερμηνέα ( κατηγορία LA, βαθμός 7 ). Επρόκειτο για θέση σαν αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο α, του Καθεστώτος.

9

Με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 1987, η ισχύς της εν λόγω συμβάσεως παρατάθηκε για έξι μήνες, δηλαδή μέχρι τις 31 Μαρτίου 1988.

10

Στη συνέχεια, η ισχύς της συμβάσεως αυτής παρατάθηκε για αόριστο χρόνο με έγγραφο της 10ης Μαΐου 1988. Το έγγραφο αυτό περιέχει μεταξύ άλλων και το ακόλουθο χωρίο: « Οι συνθήκες εργασίας και οι λοιπές διατάξεις της συμβάσεως παραμένουν αμετάβλητες. Εξυπακούεται ότι πρέπει να μετάσχετε στον πρώτο γενικό διαγωνισμό για την πρόσληψη διερμηνέων/βοηθών διερμηνέων που θα προκηρυχθεί· σε περίπτωση αποτυχίας σ' αυτό τον διαγωνισμό η σύμβαση σας θα καταγγελθεί. »

11

Τον Ιούνιο του 1989, η Επιτροπή δημοσίευσε δύο ανακοινώσεις διαγωνισμών, τον πρώτο για την κατάρτιση πίνακα δυναμένων να προσληφθούν διερμηνέων ( LA 7/6 ) με τα διακριτικά COM/LA/1/89 και τον δεύτερο για την κατάρτιση πίνακα δυναμένων να προσληφθούν βοηθών διερμηνέων ( LA 8 ) με τα διακριτικά COM/LA/2/89. Ο αιτών υπήρξε υποψήφιος στον διαγωνισμό COM/LA/2/89. Στις 6 Δεκεμβρίου 1990, έλαβε μέρος στις προφορικές εξετάσεις του διαγωνισμού και υπέστη τις.δοκιμασίες διαδοχικής διερμηνείας γερμανικάολλανδικά, γαλλικάολλανδικά και ολλανδικάγερμανικά. Αποκλείστηκε από τις άλλες δοκιμασίες του διαγωνισμού.

12

Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1991, ανακοινώθηκε στον αιτούντα ότι η εξεταστική επιτροπή δεν τον είχε εγγράψει στον πίνακα επιτυχόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-43/91. Η υπόθεση αυτή είναι ακόμη εκκρεμής.

13

Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1991, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής πληροφόρησε τον αιτούντα ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμβάσεως εργασίας, να καταγγείλει τη σύμβαση προσλήψεως του ως εκτάκτου υπαλλήλου. Αυτή η συμβατική σχέση έπρεπε να λάβει τέλος στις 14 Ιουνίου 1991 το βράδυ, με προειδοποίηση τριών μηνών.

14

Η προθεσμία που παρέχεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για να απαντήσει στην ένσταση που υπέβαλε ο αιτών στις 7 Ιουνίου 1991 κατά της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν έχει εκπνεύσει ακόμη. Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, η κύρια διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου αναστέλλεται μέχρι να ληφθεί ρητή ή σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως.

Σκεπτικό

15

Κατ' εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου πρέπει να περιέχει σαφή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, των περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.

16

Καταρχάς τίθεται το ερώτημα εάν το ζητούμενο προσωρινό μέτρο είναι επείγον με την έννοια ότι η λήψη του είναι αναγκαία προτού ληφθεί η απόφαση επί της ουσίας, για να μην υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

17

Συναφώς ο αιτών ισχυρίζεται ότι, εφόσον πιθανολογείται ότι θα αργήσει η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, αυτό θα συνεπάγεται γι' αυτόν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Ισχυρίζεται ότι η σημαντική προσωρινή απώλεια εισοδημάτων που υφίσταται έχει γι' αυτόν δυσμενείς συνέπειες και του προξενεί σοβαρή ζημία ενόψει των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει και του ύψους των εισοδημάτων στο οποίο είχε συνηθίσει^ περισσότερο από επτά έτη. Ο αιτών υπογραμμίζει ότι, ενώ στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων, η απειλή οικονομικής ζημίας δεν θεωρήθηκε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, δεν ισχύει το ίδιο στις υποθέσεις των υπαλλήλων, τουλάχιστον στην υπό κρίση περίπτωση: πρόκειται πράγματι για εισοδήματα ιδιώτη ο οποίος εθίγη άμεσα από σημαντική απώλεια εισοδημάτων έστω και προσωρινού χαρακτήρα. Επιπλέον, ο αιτών αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον κίνδυνο μειώσεως των επαγγελματικών του ικανοτήτων κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου απραξίας. Θα έπρεπε κατόπιν να καταβάλει δυσανάλογη προσπάθεια για να καλύψει την έλλειψη καθημερινής πρακτικής και πείρας. Αν υποτεθεί ότι ο αιτών μπορεί — πράγμα που δεν είναι πρόδηλο — να βρει εργασία εκτός των υπηρεσιών της Επιτροπής, τούτο δεν συνιστά, κατ' αυτόν, πραγματική εναλλακτική λύση, διότι οι εν λόγω ενδεχομένως διαθέσιμες απασχολήσεις είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως. Ο αιτών εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν θα υποστεί καμιά βλάβη αν αυτός εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντα του εν αναμονή αποφάσεως επί της ουσίας.

18

Κατά την καθής, αντιθέτως, η υπόθεση δεν παρουσιάζει κανέναν επείγοντα χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο αιτών περίμενε μέχρι τις 26 Ιουνίου 1991, δηλαδή μετά από την ημερομηνία κατά την οποία συντελέστηκε η απόλυση, για να ζητήσει να ληφθούν προσωρινά μέτρα. Επιπλέον, φρονεί ότι η οικονομική ζημία που υφίσταται ο αιτών συνεπεία της απώλειας του εισοδήματος το οποίο ελάμβανε ως έκτακτος υπάλληλος δεν συνιστά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 28 α, παράγραφος 3, του Καθεστώτος, ο αιτών δικαιούται επιδόματος ανεργίας. Επιπλέον, ο αιτών λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα και μηνιαίο επίδομα συντηρουμένου τέκνου. Όσον αφορά την απώλεια των επαγγελματικών του ικανοτήτων που επικαλείται ο αιτών, η καθής αντιτάσσει ότι αυτός υποτιμά τις δυνατότητες απασχολήσεως εκτός Επιτροπής. Επιπλέον παρατηρεί ότι ο αιτών δεν υπέβαλε ακόμη υποψηφιότητα ως διερμηνέας free-lance στη SCIC.

19

Κατά πάγια νομολογία, η καθαρώς χρηματική ζημία δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή ακόμη ως δυνάμενη να επανορθωθεί δυσχερώς, από τη στιγμή που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αποζημιώσεως. Ωστόσο, εναπόκειται στο Δικαστήριο — λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του οικείου οργάνου για την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως — να εξετάσει τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υποθέσεως και να εκτιμήσει σε σχέση με αυτά αν η άμεση εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως προξενεί στον αιτούντα ζημία που δεν μπορεί να αποκατασταθεί ακόμη και αν η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας.

20

Το άρθρο 28 α, παράγραφος 1, του Καθεστώτος ορίζει ότι ο πρώην έκτακτος υπάλληλος ο οποίος δεν εργάζεται μετά την έξοδο από την υπηρεσία του σε όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιούται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μηνιαίου επιδόματος ανεργίας. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, το επίδομα ανεργίας ανέρχεται στο 60 °/ο του βασικού μισθού επί μία αρχική περίοδο 12 μηνών, στο 45 °/ο του βασικού μισθού από τον 13ο έως τον 18ο μήνα και στο 30 °/ο του βασικού μισθού από τον 19ο έως τον 24ο μήνα, χωρίς τα ποσά που ορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο να μπορούν να είναι μικρότερα από 30000 βελγικά φράγκα ( BFR ) ούτε μεγαλύτερα από 60000 BFR. Σύμφωνα με το άρθρο 28 α, παράγραφος 5, του Καθεστώτος, ο πρώην έκτακτος υπάλληλος στον οποίο χορηγείται επίδομα ανεργίας δικαιούται των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει το άρθρο 67 του ΚΥΚ και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της καλύψεως των κινδύνων ασθενείας για τον ίδιο και τα μέλη της οικογενείας του.

21

Κατά την προφορική διαδικασία, ο αιτών παρατήρησε ότι το καθαρό μηνιαίο επαγγελματικό του εισόδημα θα κατήρχετο από 176000 BFR περίπου συνολικά σε 60000 BFR ( επίδομα ανεργίας, μη λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών επιδομάτων και του επιδόματος συντηρουμένου τέκνου ) και ότι θα προέκυπταν ταμιακά προβλήματα. Επιπλέον, κατά την άποψη του αιτούντος, το βιοτικό του επίπεδο θα πέσει.

22

Παρ' όλον ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αιτών θα υποστεί σχετικώς σημαντική απώλεια επαγγελματικών εισοδημάτων, δεν μπορεί ωστόσο εκ του γεγονότος αυτού να δεχθεί κανείς ανεπιφύλακατα ότι θα προκύψει γι' αυτόγ σοβαρή και διαρκής ζημία, ακόμη και αν, όπως ισχυρίζεται, το ενοίκιο της κατοικίας του ανέρχεται σε 30000 BFR. Η καθής επιβεβαίωσε πράγματι κατά την προφορική διαδικασία ότι ο αιτών ελάμβανε κάθε μήνα το επίδομα ανεργίας και τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπει η ισχύουσα ρύθμιση.

23

Ο αιτών ισχυρίστηκε επιπλέον ότι θα υφίστατο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εκ του γεγονότος της απωλείας μέρους των επαγγελματικών του ικανοτήτων ως διερμηνέας αν δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του για μακρό χρόνο και ότι θα έπρεπε να καταβάλει δυσανάλογες προσπάθειες για να καλύψει την έλλειψη πρακτικής.

24

Δεν μπορεί να γίνει δεκτό, βάσει αυτής της επιχειρηματολογίας, ότι ο αιτών θα υποστεί όντως σοβαρή και διαρκή ζημία. Ο αιτών δηλώνει πράγματι ότι θα του ήταν καταρχήν δυνατό να ξαναβρεί το ίδιο επίπεδο επαγγελματικής ικανότητας ως διερμηνέας μετά από μία περίοδο απραξίας. Σ' αυτό προστίθεται ότι μπορεί να περιορίσει την εν λόγω απώλεια ικανοτήτων ασκώντας τις δραστηριότητες του στο πλαίσιο των υπηρεσιών της Επιτροπής ή εκτός αυτών και ενδεχομένως εργαζόμενος ως διερμηνέας free-lance για λογαριασμό της SCIC. Εν τούτοις, όπως επισήμανε κατά την προφορική διαδικασία, ο αιτών δεν υπέβαλε υποψηφιότητα ως διερμηνέας free-lance στη SCIC. Συναφώς, πρέπει επίσης να υπολογιστεί ότι η προσωρινώς μειωθείσα διαθεσιμότητα του αιτούντος ως διερμηνέα, λόγω της απωλείας μέρους των επαγγελματικών του ικανοτήτων, θα προκαλέσει ιδίως ζημία στην καθής, για την περίπτωση που η επίμαχη απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας.

25

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αιτούντος από τις 14 Ιουνίου 1991, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως, στερείται παντελώς επείγοντος χαρακτήρα. Η αίτηση αυτή πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο αιτών.

26

Πρέπει να γίνει επιφύλαξη ως προς τα δικαστικά έξοδα μέχρι να ληφθεί οριστική απόφαση στο πλαίσιο της κυρίας διαδικασίας.

 

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΈΜΠΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,

αναπληρών τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου και κρίνοντας κατά τη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναστολής της αποφάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αιτούντος από τις 14 Ιουνίου 1991.

 

2)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 1η Αυγούστου 1991.

Ο βοηθός γραμματέας

Μ. Fierstra

Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος

C. P. Briet


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.