ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ. - ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΟΔΗΓΙΑ - ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΑ ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΡΟΣΩΠΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-157/91.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-05899
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Κράτη μέλη * Υποχρεώσεις * Εκτέλεση των οδηγιών * Παράβαση * Δικαιολογία * 'Υπαρξη, εντός μη μεταφερθείσας στο εσωτερικό δίκαιο οδηγίας, διατάξεως επιτρέπουσας στα κράτη μέλη την εφαρμογή μεταβατικών μέτρων * Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 169 και 189, εδ. 3)
'Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί, για να δικαιολογήσει τη μη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό του δίκαιο εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, διάταξη της ίδιας οδηγίας επιτρέπουσα στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν, για δεδομένη περίοδο υπολογιζομένη από τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, μεταβατικά μέτρα. Παραδοχή μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας θα κατέληγε, στην πραγματικότητα, στην παράταση της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας.
Στην υπόθεση C-157/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Caeiro, νομικό σύμβουλο, και B. M. P. Smulders, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον R. Hayder, εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τους J. W. de Zwaan και T. Heukels, βοηθούς νομικούς συμβούλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C. M. Spoo,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την ογδόη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, που βασίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126, σ. 20), και παραλείποντας να ενημερώσει αμέσως περί τούτου την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιουνίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την ογδόη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, που βασίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126, σ. 20, στο εξής: οδηγία), και παραλείποντας να ενημερώσει αμέσως περί τούτου την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Η οδηγία αποσκοπεί κυρίως στην εναρμόνιση των προσόντων των προσώπων που είναι ικανά να ασκούν τον νόμιμο έλεγχο των ετησίων λογαριασμών ορισμένων τύπων εταιριών και στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της εντιμότητας των προσώπων αυτών. Προς τούτο, περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την άδεια (τμήμα ΙΙ), με την επαγγελματική συνείδηση και ανεξαρτησία (τμήμα ΙΙΙ) και τη δημοσιότητα (τμήμα IV).
3 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας όσον αφορά την επαγγελματική συνείδηση, την ανεξαρτησία και τη δημοσιότητα, με εξαίρεση τις διατάξεις σχετικά με την πρακτική άσκηση, όπως, συγκεκριμένα, τα άρθρα 4 και 8, που δεν έχουν μεταφερθεί ρητώς στο ολλανδικό δίκαιο. Καταλήγει στο ότι, κατά το μέτρο που η προσφυγή είναι βάσιμη, η διαπίστωση παραβάσεως δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο τα άρθρα 4 και 8 της οδηγίας.
5 Κληθείσα από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το αντικείμενο της παραβάσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι διαφωνεί με την άποψη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών με την οποία επιχειρείται ο περιορισμός του μεγέθους της παραβάσεως, για τον λόγο ότι τα άρθρα 4 και 8 έχουν επίπτωση στο σύνολο των διατάξεων της οδηγίας. Εντούτοις, κατά την προφορική διαδικασία, το εν λόγω κοινοτικό όργανο περιόρισε την επίπτωση αυτή μόνο στα άρθρα 28 και 30, παράγραφος 1, της οδηγίας.
'Οσον αφορά τα άρθρα 4 και 8 της οδηγίας
6 Καίτοι η Ολλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα άρθρα 4 και 8 της οδηγίας δεν έχουν μεταφερθεί ρητώς στο εσωτερικό δίκαιο, επικαλείται ωστόσο το άρθρο 18 της οδηγίας το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν για περίοδο έως έξι ετών από τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας μεταβατικά μέτρα για τη ρύθμιση της θέσεως προσώπων που βρίσκονται στο στάδιο της επαγγελματικής καταρτίσεως ή της πρακτικής ασκήσεως.
7 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η μεγάλη πλειονότητα των σπουδαστών λογιστικής κάνει πράγματι πρακτική άσκηση και ότι, μέχρι την εκπνοή της μνημονευόμενης στο άρθρο 18 της οδηγίας εξαετούς περιόδου, η εκπαίδευση όλων όσοι περατώνουν σπουδές εμπειρογνώμονα λογιστή θα είναι σύμφωνη προς την οδηγία.
8 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι έχει ως αποτέλεσμα την παράταση της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας. Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας έχει καθοριστεί στο άρθρο 30 και η προβλεπόμενη στο άρθρο 18 της οδηγίας προθεσμία εφαρμογής μεταβατικών μέτρων αφορά εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
9 Πράγματι, αντίθετα με το άρθρο 30, το άρθρο 18 έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση της μεταβατικής περιόδου μεταξύ του προγενεστέρου εκπαιδευτικού συστήματος και του νεοεισαχθέντος στα κράτη μέλη συστήματος μέσω ακριβώς της λήψεως εθνικών μέτρων μεταφοράς. Επομένως, η εφαρμογή μεταβατικών μέτρων περιορισμένης διαρκείας, την οποία αφορά η μεταφορά αυτή, προϋπόθετει ότι το κράτος μέλος έχει προηγουμένως μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο.
'Οσον αφορά το άρθρο 28 της οδηγίας
10 Η Επιτροπή προβάλλει επίσης παράβαση της διατάξεως του άρθρου 28 της οδηγίας, με την οποία σκοπείται η θέση στη διάθεση του κοινού των ονομάτων και των διευθύνσεων των φυσικών προσώπων και των εταιριών ελέγχου που έχουν λάβει άδεια να διενεργούν τον νόμιμο έλεγχο των εγγράφων που αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η παράβαση της διατάξεως αυτής προκύπτει από το γεγονός ότι η ολλανδική νομοθεσία προβλέπει την τήρηση μητρώου στο οποίο μπορούν να εγγράφονται ονόματα λογιστών που πληρούν ορισμένα κριτήρια τιμιότητας και εντιμότητας χωρίς ωστόσο να αναφέρεται αν τα πρόσωπα αυτά πληρούν τις σχετικές με την πρακτική άσκηση απαιτήσεις που προβλέπει η οδηγία.
11 Κατά την έγγραφη διαδικασία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστήριξε ότι η ολλανδική νομοθεσία πληροί ήδη τις απαιτήσεις της οδηγίας όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το τμήμα IV σχετικά με τη δημοσιότητα, το οποίο περιλαμβάνει το άρθρο 28 της οδηγίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίστηκε ότι πρόκειται για τα άρθρα 55 επ. του ολλανδικού νόμου περί εμπειρογνωμόνων λογιστών.
12 Κατά πάγια νομολογία, όταν υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω, μια διαφορά στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις (βλ. την απόφαση της 25ης Απριλίου 1989, 141/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1989, σ. 943, σκέψεις 15 και 17). 'Ομως, η Επιτροπή προβάλλει το ανεπαρκές της ολλανδικής νομοθεσίας χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει την αιτίασή της σε σχέση με τη νομοθεσία αυτή και χωρίς να προσκομίζει αποδείξεις όσον αφορά το υποστατό της παραβάσεως του άρθρου 28 της οδηγίας.
13 Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη εν προκειμένω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας
14 Η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί η παράλειψη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών να συμμορφωθεί προς τη διάταξη αυτή η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη, αφενός, να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο την οδηγία εντός των ταχθεισών προθεσμιών και, αφετέρου, να ανακοινώσουν αμέσως στην Επιτροπή τα προς τούτο ληφθέντα μέτρα.
15 Προκειμένου περί της υποχρεώσεως μεταφοράς, η Επιτροπή, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, περιόρισε το αντικείμενο της προσφυγής της στη μεταφορά των εξετασθέντων ανωτέρω άρθρων 4, 8 και 28 της οδηγίας.
16 Προκειμένου περί της μη κοινοποιήσεως των ληφθέντων μέτρων, πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτίαση αυτή δεν μνημονεύθηκε, όπως η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε κατά την προφορική διαδικασία, στην αιτιολογημένη γνώμη που αυτή απηύθυνε προς το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
17 Κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες από αυτές που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Εξ αυτού έπεται ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να απορριφθεί.
18 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τα άρθρα 4 και 8 της ογδόης οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, που βασίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
20 Δεδομένου ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή ηττήθησαν μερικώς, πρέπει κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς τα άρθρα 4 και 8 της ογδόης οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, που βασίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.