ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 3ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - MAURO SUFFRITTI ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ISTITUTO NAZIONALE DELLA PREVIDENZA SOCIALE. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: PRETURA CIRCONDARIALE DI BOLOGNA - ΙΤΑΛΙΑ. - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ - ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΔΗΓΙΑΣ - ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-140/91, C-141/91, C-278/91 ΚΑΙ C-279/91.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-06337
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Κοινωνική πολιτική * Προσέγγιση των νομοθεσιών * Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη * Οδηγία 80/987 * Επίκλησή της εκ μέρους εργαζομένων που θίγονται από γεγονότα προγενέστερα της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της * Αποκλείεται
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου)
Οι μισθωτοί δεν μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας 80/987, περί της προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, προκειμένου να επιτύχουν την εκ μέρους ενός Ταμείου Εγγυήσεως, συσταθέντος κατ' εφαρμογή εθνικού νόμου, καταβολή της προβλεπομένης από τον νόμο αυτό αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας παρά το γεγονός ότι δεν συντρέχει η χρονική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος αυτός, κατά την οποία οι παροχές του Ταμείου χορηγούνται μόνο εφόσον η λύση της σχέσεως εργασίας επήλθε και η διαδικασία της πτωχεύσεως ή της αναγκαστικής εκτελέσεως κινήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον τα γεγονότα αυτά πραγματοποιήθηκαν, καθόσον τους αφορούν, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας εφαρμογής της οδηγίας.
Πράγματι, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δικαιώματα βασιζόμενα απευθείας σε διατάξεις της οδηγίας αυτής μόνον όταν ένα κράτος μέλος δεν προέβη σε ορθή εκτέλεση οδηγίας μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας για την εφαρμογή της.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-140/91, C-141/91, C-278/91 και C-279/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Bologna (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Mauro Suffritti,
Giacomo Fiori,
Marco Giacometti,
Marco Dal Pane,
Leonardo Balletti
και
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι Mauro Suffritti και Giacomo Fiori, εκπροσωπούμενοι από τους Bruno και Stefano Bargellini, δικηγόρους Bologna
* οι Marco Giacometti, Marco Dal Pane και Leonardo Balletti, εκπροσωπούμενοι από τον Bruno Micolano, δικηγόρο Bologna, και Giuseppe Celona, δικηγόρο Μιλάνου
* το Istituto nazionale della previdenza sociale, εκπροσωπούμενο από τον Boer, δικηγόρο Ρώμης, και τον Marri, δικηγόρο Bologna
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Ernst Roeder, Regierungsdirektor στο Υπουργείο Οικονομικών, και τον Joachim Karl, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπουμένη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τα μέλη της Νομικής Υπηρεσία Guido Berardis και Karen Banks, επικουρουμένη από τον Alberto Dal Ferro, δικηγόρο Vicenza,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Giacometti, Dal Pane και Balletti, του Istituto nazionale della previdenza sociale, εκπροσωπηθέντος από τον Acquaviva, δικηγόρο Bologna, και της Επιτροπής, εκπροσωπηθείσας από τον E. Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και την Banks, επικουρουμένων από τον δικηγόρο Alberto Dal Ferro, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημερομηνίας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξεις της 25ης Ιανουαρίου 1991 (υποθέσεις C-140/91 και C-141/91), της 23ης Ιουλίου 1991 (υπόθεση C-278/91) και της 25ης Ιουλίου 1991 (υπόθεση C-279/91), που περιήλθαν στο Δικαστήριο αντίστοιχα στις 27 Μαΐου και στις 31 Οκτωβρίου 1991, η Pretura circondariale di Bologna υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των Suffritti, Fiori, Giacometti, Dal Pane και Balletti έναντι του Istituto nazionale della previdenza sociale (στο εξής: INPS), διότι ο οργανισμός αυτός αρνήθηκε να τους καταβάλει αποζημίωση λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας.
3 Σκοπός της οδηγίας 80/987 είναι η εξασφάλιση στους μισθωτούς μιας ελάχιστης κοινοτικής προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, επιφυλασσομένων τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων των κρατών μελών. Προς τούτο, η οδηγία προβλέπει ειδικές εγγυήσεις όσον αφορά την εξασφάλιση των μη καταβληθεισών αποδοχών.
4 Κατά το άρθρο 11, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν τις απαραίτητες για τη συμμόρφωση προς την οδηγία νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις εντός προθεσμίας η οποία έληξε στις 23 Οκτωβρίου 1983. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της αυτή, οπότε το Δικαστήριο αναγνώρισε την παράβασή της με απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 22/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 143).
5 Οι Suffritti και Fiori ήταν μισθωτοί της εταιρίας Tecnoquarzi από τις 24 Μαΐου 1971 και τις 27 Σεπτεμβρίου 1971 αντίστοιχα. Παραιτήθηκαν και οι δύο λόγω μη καταβολής των αποδοχών τους, ο πρώτος στις 11 Σεπτεμβρίου 1981 και ο δεύτερος στις 30 Απριλίου 1981. Στις 6 Νοεμβρίου 1982 η εταιρία Tecnoquarzi κηρύχθηκε σε πτώχευση από το Tribunale di Bologna, οι δε αιτήσεις των Suffritti και Fiori προς καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας ενεγράφησαν στο παθητικό της εταιρίας. Οι Giacometti, Dal Pane και Balletti ήταν μισθωτοί της εταιρίας Giuseppe Minganti SpA, οι δύο πρώτοι μέχρι τις 24 Μαρτίου 1982 και ο τρίτος μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1981, ημερομηνίες τις οποίες παραιτήθηκαν οικειοθελώς λόγω μη καταβολής των αποδοχών τους. Στις 17 Μαΐου 1983 το Tribunale di Bologna κήρυξε σε πτώχευση την εταιρία αυτή, οι δε αιτήσεις των εναγόντων ενεγράφησαν στο παθητικό της, χωρίς όμως να ικανοποιηθούν.
6 Οι ενάγοντες στις τέσσερις υποθέσεις υπέβαλαν αιτήσεις στο Ταμείο Εγγυήσεως που συστήθηκε στο πλαίσιο του ΙΝPS κατ' εφαρμογή του ιταλικού νόμου 297/82 (GURΙ 147 της 31.6.1982), ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας. Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν βάσει του άρθρου 2 του νόμου αυτού, το οποίο ορίζει ότι η λύση της σχέσεως εργασίας πρέπει να έχει επέλθει μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου, πράγμα το οποίο δεν είχε συμβεί στις υποθέσεις των κυρίων δικών.
7 Τότε οι ενάγοντες προσέφυγαν ενώπιον του Pretore di Bologna, επικαλούμενοι τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 και την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Ιταλίας.
8 Υπό τις συνθήκες αυτές το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα σχεδόν ταυτόσημα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχει άμεση εφαρμογή η εν λόγω οδηγία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, άρχισε η εν λόγω πράξη να ισχύει τον Οκτώβριο του 1980 ή την ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην ΕΕΕΚ ή ακόμα την ημέρα της κοινοποιήσεώς της στο Ιταλικό Κράτος;
3) Συνεπώς, έχουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι των οποίων λύθηκε η σχέση εργασίας τους και εκείνοι που παρείχαν εργασία σε επιχείρηση που κηρύχθηκε αφερέγγυα το δικαίωμα να λάβουν από το Ταμείο Εγγυήσεως το νόμιμο ποσό ως αποζημίωση λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας;"
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κυρίων δικών, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 Τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν στην ουσία το ζήτημα αν οι μισθωτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας 80/987, ζητώντας από το Ταμείο Εγγυήσεως που συστάθηκε κατ' εφαρμογή του ιταλικού νόμου 297/82 την καταβολή της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας η οποία προβλέπεται από τον νόμο αυτό, επιτυγχάνοντας τον αποκλεισμό της εφαρμογής της καθοριζόμενης από τον νόμο χρονικής προϋποθέσεως, ήτοι της προϋποθέσεως ότι οι χορηγούμενες από το Ταμείο παροχές καταβάλλονται μόνο αν η λύση της σχέσεως εργασίας επήλθε και η διαδικασία της πτωχεύσεως ή της αναγκαστικής εκτελέσεως κινήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου.
11 Διαπιστώνεται ότι η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 80/987 έληξε στις 23 Οκτωβρίου 1983, ενώ τόσο η αναγνώριση της αφερεγγυότητας όσο και η λύση των σχέσεων εργασίας στις υποθέσεις της κύριας δίκης πραγματοποιήθηκαν πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις της οδηγίας ζητώντας τη μη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του εθνικού νόμου.
13 Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δικαιώματα βασιζόμενα απ' ευθείας σε διατάξεις οδηγίας μόνον όταν ένα κράτος μέλος δεν προέβη σε ορθή εκτέλεση οδηγίας μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας για την εφαρμογή της.
14 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι μισθωτοί δεν μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 προκειμένου να επιτύχουν την εκ μέρους του Ταμείου Εγγυήσεως, που συστάθηκε κατ' εφαρμογή του ιταλικού νόμου 297/82, καταβολή της προβλεπομένης από τον νόμο αυτό αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας παρά το γεγονός ότι δεν συντρέχει η χρονική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος αυτός, κατά την οποία οι παροχές του Ταμείου χορηγούνται μόνο εφόσον η λύση της σχέσεως εργασίας επήλθε και η διαδικασία της πτωχεύσως ή της αναγκαστικής εκτελέσεως κινήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε η Pretura circondariale di Bologna, με διατάξεις της 25ης Ιανουαρίου, της 23ης Ιουλίου και της 25ης Ιουλίου 1991, αποφαίνεται:
Οι μισθωτοί δεν μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, προκειμένου να επιτύχουν την εκ μέρους του Ταμείου Εγγυήσεως, που συστάθηκε κατ' εφαρμογή του ιταλικού νόμου 297/82, καταβολή της προβλεπομένης από τον νόμο αυτό αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας παρά το γεγονός ότι δεν συντρέχει η χρονική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος αυτός, κατά την οποία οι παροχές του Ταμείου χορηγούνται μόνο εφόσον η λύση της σχέσεως εργασίας επήλθε και η διαδικασία της πτωχεύσεως ή της αναγκαστικής εκτελέσεως κινήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.