61991J0114

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 16ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - OPENBAAR MINISTERIE ΚΑΤΑ GERARD CLAEYS. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: RECHTBANK VAN EERSTE AANLEG IEPER - ΒΕΛΓΙΟ. - ΦΟΡΟΙ ΥΠΕΡ ΤΡΙΤΩΝ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΠΕΡ ΕΘΝΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΚΑΙ ΦΥΤΟΚΟΜΙΚΟ ΤΟΜΕΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-114/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-06559


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνηση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνο των εγχωρίων * Κριτήριο χαρακτηρισμού

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12 και 95)

2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Κανόνες της Συνθήκης * 'Αμεσο αποτέλεσμα

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12, 13 και 95)

3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * 'Εννοια * Υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων εφαρμοζόμενη στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνον των πρώτων * Περιλαμβάνεται * Προϋποθέσεις * Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων * 'Εκταση

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)

Περίληψη


1. Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποία διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, της οποίας η επιβολή απαγορεύεται ως προς το μέρος του ποσού της που διατίθεται για την αντιστάθμιση η οποία αποβαίνει προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.

3. Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται υπέρ αποκλειστικώς των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση που εκδίδει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως ως τρόπος χρηματοδοτήσεως κρατικής ενισχύσεως.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-114/91,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg van het arrondissement Ieper (Βασίλειο του Βελγίου) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά του

Gerard Jerome Claeys,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro

γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Van Hellemont, διευθυντή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις B. Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, και L. Tan, Oλλανδή δημόσια υπάλληλο αποσπασμένη στη Νομική Υπηρεσία στο πλαίσιο του συστήματος ανταλλαγών υπαλλήλων,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξε ο R. C. Fischer, νομικός σύμβουλος, εκπρόσωπος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου του ίδιου έτους, το Rechtbank van eerste aanleg van het arrondissement Ieper υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Βελγικού Δημοσίου και μιας επιχειρήσεως που επιδίδεται στο εμπόριο χοίρων η οποία αφορά τη νομιμότητα της υποχρεωτικής εισφοράς που επιβάλλεται στο Βέλγιο κατά τη σφαγή ή την εξαγωγή χοίρων υπέρ της εθνικής υπηρεσίας προωθήσεως των πωλήσεων γεωργικών και οπωροκηπευτικών προϊόντων.

3 Με τον βελγικό νόμο της 27ης Δεκεμβρίου 1983 (Belgisch Staatsblad της 26.1.1939), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 11ης Απριλίου 1983 (Belgisch Staatsblad της 24.9.1983), ιδρύθηκε μία εθνική υπηρεσία προωθήσεως των πωλήσεων γεωργικών και οπωροκηπευτικών προϊόντων (στο εξής: Υπηρεσία) η οποία έχει ως σκοπό την προώθηση των πωλήσεων γεωργικών, οπωροκηπευτικών και αλιευτικών προϊόντων στο εξωτερικό και το εσωτερικό.

4 Στο άρθρο 4 του εν λόγω νόμου προβλέπεται ότι η Υπηρεσία "μπορεί να επιβάλλει υποχρεωτική εισφορά ανά προϊόν ή κατηγορία προϊόντων (...) σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παράγουν, μεταποιούν, μεταφέρουν, πωλούν ή εμπορεύονται γεωργικά, οπωροκηπευτικά ή αλιευτικά προϊόντα".

5 Διευκρινίζοντας τις υποχρεωτικές αυτές εισφορές, το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 31ης Ιανουαρίου 1985 (Belgisch Staatsblad της 1.3.1985), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 23ης Απριλίου 1986 (Belgisch Staatblad της 28.5.1986), ορίζει τα ακόλουθα:

"Οι υποχρεωτικές εισφορές που ορίζονται για την προώθηση των πωλήσεων προϊόντων του συμβουλευτικού τμήματος 'xοίροι' καθορίζονται ως εξής:

1) 'Οποιος σφάζει χοίρους ή προβαίνει στη σφαγή χοίρων σε δημόσιο ή ιδιωτικό σφαγείο καταβάλλει εισφορά πέντε φράγκων ανά σφαζόμενο χοίρο.

2) Στον προμηθευτή των χοίρων χρεώνονται από το ποσό αυτό δύο φράγκα και πενήντα σεντς ανά σφαγμένο χοίρο. Το ποσό αυτό αναγράφεται χωριστά στο τιμολόγιο.

(...)

4) Η είσπραξη των αναφερομένων στην περίπτωση 1 εισφορών διενεργείται από τα δημόσια και ιδιωτικά σφαγεία τα οποία επιβαρύνονται με τα έξοδα. Οι εισφορές μεταβιβάζονται στην εθνική υπηρεσία προωθήσεων των πωλήσεων γεωργικών και οπωροκηπευτικών προϊόντων.

(...)

5) Ο εξαγωγέας ζώντων χοίρων καταβάλλει εισφορά 0,04 % επί της αξίας εξαγωγής των εξαγομένων χοίρων.

(...)"

6 Δυνάμει των άρθρων 4c και 8 του προαναφερθέντος νόμου, η παράβαση του άρθρου 3 συνιστά ποινικώς κολάσιμη πράξη.

7 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος νόμου και του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος, η Υπηρεσία ζήτησε από την επιχείρηση Westvlees, η οποία ανήκει στον G. Claeys να της καταβάλει το ποσό των 2 011 425 βελγικών φράγκων (ΒFR). Δεδομένου ότι ο G. Claeys αρνήθηκε ότι οφείλει να καταβάλει το ποσό αυτό, λόγω του ότι αυτό αφορά χοίρους που εισάγονται από τις Κάτω Χώρες, ενήχθη ενώπιον του Rechtbank van eerste aanleg van het arrondissement Ieper ενώπιον του οποίου υποστήριξε ότι οι σχετικές εθνικές διατάξεις αντιβαίνουν προς τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.

8 Υπό αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς:

"Επί της ερμηνείας των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως δε επί του ζητήματος εάν οι λέξεις 'εισαγωγικοί δασμοί' και/ή 'επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος' αναφέρονται στις εισφορές οι οποίες δυνάμει του νόμου της 27ης Δεκεμβρίου 1938, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 11ης Απριλίου 1983, και του βασιλικού διατάγματος της 31ης Ιανουαρίου 1985, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 23ης Απριλίου 1986, επιβάλλονται ως προς τους χοίρους που εισάγονται στο Βέλγιο από το εξωτερικό."

9 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς η σχετική εθνική ρύθμιση και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται κατωτέρω μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

10 Με το ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται αποκλειστικά στην ερμηνεία των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης. Πάντως, στο πλαίσιο του συστήματος που έχει θεσπισθεί με το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο οφείλει, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, να δώσει στο εθνικό δικαστήριο λυσιτελή απάντηση για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης.

11 Προς τον σκοπό αυτό, και ενόψει του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για μία υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και επιβάλλεται υπό τις ίδιες προϋπόθεσεις στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, το προϊόν της οποίας διατίθεται καταρχήν προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων, πρέπει καταρχάς να εξεταστούν οι διατάξεις των άρθρων 12 επ. και 95 της Συνθήκης, κατόπιν δε του άρθρου 92 της Συνθήκης.

Επί των άρθρων 12 επ. και 95 της Συνθήκης

12 Οι διατάξεις της Συνθήκης περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι διατάξεις περί εσωτερικών φόρων που συνιστούν διάκριση δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικώς (βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1975, 94/74, IGAV, Συλλογή τόμος 1975, σ. 213, και της 11ης Ιουνίου 1992, C-149/91 και C-150/91, Sanders, Συλλογή 1992, σ. Ι-3899), πρέπει να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής καθεμιάς από αυτές τις διατάξεις.

13 Τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης περιέχουν την απαγόρευση εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, καθώς και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. 'Οσον αφορά τους δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, το Δικαστήριο τόνισε (αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72, Capolongo, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 567 της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Compagnie Commerciale de l' Ouest Συλλογή 1992, σ. Ι-1873, και της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders, προαναφερθείσας) ότι, καταρχήν, η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε επιβάρυνση που απαιτείται επ' ευκαιρία ή λόγω της εισαγωγής και η οποία πλήττει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν, εξαιρουμένου του ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος. Δέχθηκε επίσης ότι τα χρηματικά βάρη που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου μπορούν να αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.

14 Το Δικαστήριο διευκρίνισε στις ίδιες αποφάσεις ότι κατά την ερμηνεία της έννοιας της "επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό" πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός των επιβαλλομένων χρηματικών βαρών. Πράγματι, όταν ένα τέτοιο χρηματικό βάρος ή μια τέτοια εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων μπορεί ενδεχομένως η γενική εισφορά που επιβάλλεται, με βάση τα ίδια κριτήρια, στο εισαγόμενο και το εγχώριο προϊόν να αποτελεί παρά ταύτα πρόσθετο καθαρό χρηματικό βάρος για το ένα προϊόν, ενώ για το άλλο να αποτελεί στην πραγματικότητα την αντιπαροχή για τα πλεονεκτήματα ή τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί γι' αυτό, Κατά συνέπεια, μια εισφορά που εμπίπτει σ' ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που περιλαμβάνει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, με βάση τα ίδια κριτήρια, μπορεί παρά ταύτα να αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν το προϊόν της εισφοράς αυτής διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων.

15 Το άρθρο 95, εξάλλου, απαγορεύει σε κράτος μέλος να πλήττει άμεσα ή έμμεσα προϊόντα των άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους ανώτερους από αυτούς που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ή που μπορούν να έχουν προστατευτικά αποτελέσματα για άλλου είδους προϊόντα της εγχώριας παραγωγής. Το κριτήριο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι, κατά συνέπεια, η φύση του εσωτερικού φόρου ως μέτρου που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 25).

16 Προκειμένου για επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση πανομοιότυπα κριτήρια, θα πρέπει ενδεχομένως, κατά πάγια νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός του προϊόντος της επιβαρύνσεως. 'Ετσι, όταν το προϊόν μιας τέτοιας επιβαρύνσεως προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων, είναι δυνατόν η εισφορά που επιβάλλεται με βάση τα ίδια κριτήρια να αποτελεί εντούτοις φορολογία που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, στο μέτρο που το φορολογικό βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα εξουδετερώνεται από τα οφέλη των οποίων καθιστά δυνατή τη χρηματοδότηση, ενώ το βάρος που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρό βάρος (αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 137, σκέψη 15, και Compagnie Commerciale de l' Ouest, προαναφερθείσα, σκέψη 26).

17 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, όταν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος της εν λόγω εισφοράς αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει το εγχώριο προϊόν κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο, η εισφορά αυτή συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό αντίθετη προς τα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει το βάρος που πλήττει το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιβάρυνση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, απαγορεύεται στο μέτρο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του εισαγομένου προϊόντος, δηλαδή στο μέτρο που αντισταθμίζει εν μέρει το βάρος που πλήττει το φορολογούμενο προϊόν (βλ. τελευταία την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders).

18 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν το βάρος που υφίσταται το εγχώριο προϊόν αντισταθμίζεται πλήρως ή εν μέρει μέσω της χρησιμοποιήσεως των εσόδων από την εν λόγω επιβάρυνση (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 28).

19 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται υπέρ αποκλειστικώς των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνο το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.

20 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van Gend & Loos, Συλλογή τόμος 1954-1964 σ. 861, της 19ης Ιουνίου 1979, Capolongo προαναφερθείσα και της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli, Συλλογή τόμος 1977, σ. 171).

Επί των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης

21 Προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελής απάντηση προς τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η επίδικη επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να απαγορεύεται είτε από τα άρθρα 12 και 13 είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν αποκλείεται η διάθεση του προϊόντος της επιβαρύνσεως αυτής υπέρ των εγχωρίων προϊόντων να μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders).

22 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απαλλαγμένο αιρέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας στο άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας την ευθύνη φέρει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνο το άρθρο 92, να αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι συμβιβάζεται μια ενίσχυση με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητήσουν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, Iannelli, προαναφερθείσα 78/76, Steinike και Weinlig, Συλλογή τόμος 1977, σ. 171 και αποφάσεις Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders, προαναφερθείσες).

23 Ωστόσο, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές παραβλέπουν, ενδεχομένως, την απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα. 'Οταν τα εθνικά δικαστήρια διαπιστώνουν μια τέτοια παράβαση, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από ιδιώτες οι οποίοι μπορούν να επικαλούνται την απαγόρευση αυτή, τα εθνικά δικαστήρια αυτά οφείλουν να συνάγουν όλες τις συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων με τις οποίες υλοποιούνται οι ενισχύσεις όσο και την ανάκτηση των οικονομικών στηρίξεων που χορηγήθηκαν. 'Ομως, όταν εκδίδουν απόφαση επ' αυτού, τα εθνικά δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί της συμφωνίας των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η τελική εκτίμηση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur, Συλλογή 1991, σ. Ι-5505, και την προαναφερθείσα απόφαση Sanders).

24 Εναπόκειται ομοίως στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των ιδιωτών, συνάγοντας όλες τις συνέπειες, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά το κύρος των πράξεων με τις οποίες υλοποιούνται οι ενισχύσεις καθώς και η επιστροφή των χορηγηθέντων ποσών, στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει, με απόφαση εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το ασυμβίβαστο ενισχύσεως με την κοινή αγορά (προαναφερθείσα απόφαση Steinike και Weinlig).

25 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί απάντηση ότι επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η εκτίμηση αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση που εκδίδει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως ως τρόπου χρηματοδοτήσεως κρατικής ενισχύσεως.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Rechtbank van eerste aanleg van het arrondissement Ieper, με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1991, αποφαίνεται:

1) Μία υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθεται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνο την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.

2) Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.

3) Μία τέτοια επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει, με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, ότι δεν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως προς χρηματοδότηση κρατικής ενισχύσεως.