61991C0199

ΚΟΙΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ DARMON ΤΗΣ 17ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - FOYER CULTUREL DU SART-TILMAN ASBL ΚΑΙ IRI ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-199/91 ΚΑΙ C-334/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-02667


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


++++

1. Οι δύο προσφυγές ακυρώσεως που έχουν υποβληθεί στην κρίση σας αφορούν τη διαδικασία χρηματοδοτήσεως την οποία εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (στο εξής: Ταμείο), όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 (1), από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της ίδιας ημερομηνίας (2), και από την απόφαση 83/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983 (3).

2. Έχω εκθέσει λεπτομερώς το νομοθετικό πλαίσιο και τον "μηχανισμό" της πιο πάνω διαδικασίας χρηματοδοτήσεως, με τις προτάσεις που ανέπτυξα επί των υποθέσεων Infortec, Consorgan και Cipeke (4). Ας μου επιτραπεί να αναφερθώ σ' αυτές και να περιοριστώ στις ακόλουθες παρατηρήσεις.

3. Το Ταμείο, το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 123 της Συνθήκης ΕΟΚ και διοικείται από την Επιτροπή (5), έχει "ως αποστολή να προωθεί εντός της Κοινότητας τις δυνατότητες απασχολήσεως και τη γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα των εργαζομένων". Συμμετέχει ιδίως στη χρηματοδότηση (6) προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως, τα οποία εφαρμόζονται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πολιτικής που ασκούν τα κράτη αυτά στην αγορά εργασίας, και ειδικών δραστηριοτήτων οι οποίες αναπτύσσονται με σκοπό να ευνοηθεί η εφαρμογή σχεδίων που αποτελούν καινοτομίες (7).

4. Οι αιτήσεις χρηματικής συνδρομής υποβάλλονται επ' ονόματι του ενδιαφερομένου κράτους μέλους από τον δημόσιο φορέα ο οποίος συγχρηματοδοτεί το σχέδιο.

5. Η έγκριση της αιτήσεως συνεπάγεται την προκαταβολή είτε του 50 % είτε του 30 % της χορηγουμένης συνδρομής (8). Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως οι διοργανωτές του υποβάλλουν στην Επιτροπή, μέσω του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού, η οποία περιλαμβάνει λεπτομερή έκθεση. Το κράτος μέλος πιστοποιεί την ακρίβεια των πραγματικών και λογιστικών στοιχείων που περιλαμβάνουν οι αιτήσεις αυτές (9). Η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε ελέγχους, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της συνδρομής, με τη βοήθεια του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, το οποίο ενημερώνει την Επιτροπή επί της εξελίξεως της εφαρμογής των προγραμμάτων (10).

6. Οσάκις η συνδρομή δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στην εγκριτική απόφαση όρους, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναστολή, μείωση ή ανάκλησή της, αφού προηγουμένως παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του (11). Τα καταβληθέντα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με την εγκριτική απόφαση αναζητούνται (12).

7. Αφού εξέθεσα το νομικό πλαίσιο των δύο αυτών υποθέσεων, θα ήθελα να τις εξετάσω τη μία μετά την άλλη.

8. Στην υπόθεση C-334/91 τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:

9. Στις 7 Μαρτίου 1985, το σωματείο χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό Innovation et Reconversion Industrielle (Βιομηχανική Ανανέωση και Αναδιάρθρωση, στο εξής: IRI) υποβάλλει στο Ταμείο, μέσω των βελγικών αρχών, αίτηση χορηγήσεως συνδρομής για ένα πρόγραμμα εκπαιδεύσεως υποψηφίων επιχειρηματιών στη δημιουργία και διαχείριση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η μέση διάρκεια συμμετοχής κάθε εκπαιδευομένου προβλέπεται να ανέλθει σε 39 εβδομάδες, με μέσο όρο ωρών εκπαιδεύσεως 7 ώρες την εβδομάδα, ενώ προβλέπεται συγχρόνως η δυνατότητα προσαρμογής του προγράμματος προς τον διαθέσιμο χρόνο των εκπαιδευομένων (13).

10. Με την απόφαση C(85) 937 τελικό/2, της 19ης Ιουνίου 1985, η Επιτροπή εγκρίνει την αίτηση συνδρομής (φάκελος υπ' αριθ. 850209 Β6) για χρονικό διάστημα 2 ετών και για ποσό 27 381 000 βελγικών φράγκων (BFR) και για την εκπαίδευση 196 ατόμων (14).

11. Στις 10 Ιουλίου 1985 καταβάλλεται προκαταβολή ανερχόμενη στο 30 % του εγκριθέντος ποσού, ήτοι σε 8 214 300 BFR. Στις 15 Ιουνίου 1986 η IRI υποβάλλει αίτηση νέας προκαταβολής, καθιστώντας συγχρόνως γνωστό ότι συντρέχει λόγος μειώσεως της συνδρομής σε 20 000 000 BFR. Στις 4 Ιουλίου 1986 το υπουργείο ζητεί συμπληρωματικά στοιχεία, προκειμένου να ελέγξει αν οι δαπάνες μπορούν να καταλογιστούν στο Ταμείο (15). Στις 27 Ιουλίου 1986 η IRI δίδει απάντηση ανανεώνοντας το αίτημά της για καταβολή δεύτερης προκαταβολής, το οποίο παραμένει αναπάντητο (16). Στις 16 Ιουνίου 1987 η IRI υποβάλλει αίτηση καταβολής του υπολοίπου, μειώνοντας την εκτίμηση του συνολικού ποσού της συνδρομής σε 14 783 755 BFR (17). Στις 28 Νοεμβρίου 1987 η Επιτροπή επισημαίνει με επιστολή της προς τις βελγικές αρχές ότι η αίτηση καταβολής του υπολοίπου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Στις 9 Δεκεμβρίου 1987 οι βελγικές αρχές παρέχουν στην Επιτροπή τα παρασχεθέντα από την IRI στοιχεία. Στις 17 Μαρτίου 1987 ο φάκελος που υπέβαλε η IRI υποβάλλεται σε επιτόπου έλεγχο από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, παρουσία εκπροσώπων του βελγικού Υπουργείου Απασχολήσεως.

12. Στις 6 Νοεμβρίου 1991, με το υπ' αριθ. 015036 έγγραφό της προς το βελγικό Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας, η Επιτροπή του καθιστά γνωστό ότι το ποσό της συνδρομής του Ταμείου τροποποιείται και θα ανέλθει στα 25/197 του ποσού που αναγράφεται στην αίτηση καταβολής του υπολοίπου, ήτοι σε 1 833 588 BFR. Η Επιτροπή διευκρινίζει εξάλλου ότι, λαμβανομένης υπόψη της καταβληθείσας προκαταβολής, θα πρέπει να της αποδοθεί ποσό 6 380 712 BFR (18). Στις 15 Νοεμβρίου 1991 το έγγραφο αυτό κοινοποιείται στην IRI από το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας. Η αιτιολογία είναι η εξής: "(η Επιτροπή) θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα 172 άτομα έχουν εκπαιδευτεί, δεδομένου ότι παρακολούθησαν λιγότερες από 100 ώρες επαγγελματικής καταρτίσεως και επιμορφώσεως" (19).

13. Στις 2 Δεκεμβρίου 1991 ο δικηγόρος της IRI ερωτά το βελγικό υπουργείο αν του δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 (20). Στις 8 Δεκεμβρίου 1991 το υπουργείο απαντά ότι ο επιτόπου έλεγχος της 17ης Μαρτίου 1989 "πιθανότατα" αποτέλεσε την ευκαιρία να προβούν η IRI και οι υπηρεσίες της Επιτροπής σε ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με τον φάκελο αυτό, παρουσία των εκπροσώπων του υπουργείου (21).

14. Στις 27 Δεκεμβρίου 1991, η IRI καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως που περιέχει το έγγραφο της Επιτροπής της 6ης Νοεμβρίου 1991.

15. Κατά την προσφεύγουσα, η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί, κυρίως επειδή δεν τηρήθηκαν τα οριζόμενα από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83: από την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των βελγικών αρχών δεν αποδεικνύεται ότι δόθηκε στις αρχές αυτές η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους πριν αποφασιστεί η μείωση της συνδρομής.

16. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1991 δεν αποτελεί "σχέδιο αποφάσεως". Κοινοποιεί μία απόφαση, της οποίας αποτελεί το μέσο εξωτερικεύσεως. Τούτο μαρτυρεί η διατύπωσή του: "Το ποσό της συνδρομής του Ταμείου τροποποιείται και θα ανέλθει στα 25/197 του ποσού που αναγράφεται στην αίτηση καταβολής του υπολοίπου (...), δηλαδή σε 1 833 588 BFR. Κατόπιν αφαιρέσεως της προκαταβολής που καταβλήθηκε στον φορέα-διοργανωτή, θα πρέπει να αποδοθεί στην Επιτροπή ποσό 6 380 712 BFR" (22). Είναι αναμφίβολο ότι το έγγραφο αυτό προοριζόταν να καταστήσει γνωστό στη διοργανώτρια ότι δεν θα εισπράξει κανένα συμπληρωματικό ποσό και ότι η Επιτροπή αξίωνε να της αποδοθεί μέρος της προκαταβολής. Το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1991 παρήγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και ήταν ικανό να θίξει τα συμφέροντα της IRI, τροποποιώντας τη νομική κατάστασή της (23).

17. Επισημαίνω επιπλέον ότι μετά το έγγραφο αυτό δεν ακολούθησε καμία πράξη που να συνιστά απόφαση, οπότε το έγγραφο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απλή προπαρασκευαστική πράξη, και ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως ως μη στρεφομένης κατά αποφάσεως.

18. Ελήφθη η απόφαση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83, το οποίο δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να μειώνει τη συνδρομή που δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην εγκριτική πράξη προϋποθέσεις, παρά μόνο αφού παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του;

19. Όπως είδαμε, το κράτος μέλος διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία χορηγήσεως κοινοτικής συνδρομής από το Ταμείο: αποτελεί την απαραίτητη δίοδο για την επικοινωνία μεταξύ Επιτροπής και δικαιούχων επιχειρήσεων και μόνο αυτό συνδιαλέγεται με το Ταμείο. Το Δικαστήριο τόνισε το γεγονός αυτό με την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1984, EISS, ως εξής: (24)

"Στο πλαίσιο της (διαδικασίας χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) οικονομικές σχέσεις υφίστανται αφενός μεν μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, αφετέρου δε μεταξύ του κράτους μέλους αυτού και του οργανισμού στον οποίο χορηγείται η χρηματική συνδρομή" (25).

20. Το κράτος μέλος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί παθητικό διαμεσολαβητή. Συγχρηματοδοτεί τις εγκριθείσες δραστηριότητες (26). Υπέχει ευθύνη για την ακρίβεια των πραγματικών και λογιστικών στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις καταβολής υπολοίπου, την οποία ελέγχει και πιστοποιεί, και μπορεί μάλιστα να υποχρεωθεί να εγγυηθεί το αίσιο πέρας των εκπαιδευτικών προγραμμάτων (27). Επιπλέον, είναι "επικουρικώς υπεύθυνο" για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα εκ μέρους της Επιτροπής ποσά (28).

21. Συνεπώς το αφορά άμεσα μια απόφαση μειώσεως της συνδρομής, ληφθείσα από την Επιτροπή, η οποία θέτει υπό συζήτηση και αμφισβήτηση μια αίτηση καταβολής υπολοίπου, την οποία το κράτος αυτό έχει, τρόπον τινά, εγκρίνει (29).

22. Θα ήθελα να υπογραμμίσω εδώ την όλως ιδιάζουσα βαρύτητα της αποφάσεως αναστολής, μειώσεως ή ανακλήσεως της συνδρομής.

23. Όταν η εγκριτική απόφαση δεν δέχεται πλήρως την αίτηση συνδρομής, ο διοργανωτής μπορεί να προσαρμόσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που πρόκειται να διοργανώσει προς τους όρους και τις επιταγές της εγκριτικής αποφάσεως.

24. Αντιθέτως, όταν η τελική απόφαση της Επιτροπής δεν δέχεται την αίτηση καταβολής του υπολοίπου, η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Καταρχήν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα έχει ήδη διεξαχθεί και έχει υποβληθεί έκθεση των σχετικών εξόδων.

25. Εφόσον πρόκειται περί εκπαιδευτικών προγραμμάτων τα οποία χρηματοδοτούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από δημόσια ή κοινοτικά ταμεία (30), η μείωση που πραγματοποιεί το Ταμείο * κατά μείζονα λόγο το αίτημα αποδόσεως μέρους της προκαταβολής * ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία, ακόμη μάλιστα και την οικονομική επιβίωση, του διοργανωτή, ο οποίος, ας το υπενθυμίσω, έχει εισπράξει σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, προκαταβολή που δεν υπερβαίνει το 30 % του συνολικού κόστους του σχεδίου (31).

26. Είναι συνεπώς απαραίτητο να έχει δοθεί η δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο, ας το ξαναπώ, είναι το μόνο που συνδιαλέγεται με το Ταμείο, να συζητήσει τόσο την αναγκαιότητα της σκοπούμενης μειώσεως όσο και το ύψος της, αφού έχει ενδεχομένως έλθει προηγουμένως σε επαφή με τον διοργανωτή.

27. Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι:

"Λαμβανομένης υπόψη της αποφασιστικής αναμείξεώς του και της σημασίας των ευθυνών που αναλαμβάνει για την υποβολή και τον έλεγχο της χρηματοδοτήσεως των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η δυνατότητα του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη οριστικής αποφάσεως περί μειώσεως της συνδρομής αποτελεί ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως" (32).

28. Επομένως, όταν η Επιτροπή σκοπεύει να μειώσει ή να ανακαλέσει τη συνδρομή, πρέπει να υπάρξει ειδική διαβούλευση με το κράτος μέλος. Αν αντίθετα δεν υπάρξει τέτοιου είδους μείωση ή ανάκληση, δεν απαιτείται να υποβάλει το κράτος μέλος τις παρατηρήσεις του.

29. Αυτή η διαβούλευση δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την ανταλλαγή αλληλογραφίας και πληροφοριών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου του φακέλου (33) ή επ' ευκαιρία της εφαρμογής του προγράμματος, η οποία χωρεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83.

30. Βεβαίως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro με τις προτάσεις του στην υπόθεση Funoc κατά Επιτροπής (34), το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83

"δεν προβλέπει τυπική διαδικασία διαβουλεύσεως" (35).

Πρέπει πάντως να έχει προηγηθεί οπωσδήποτε διαβούλευση, ανεξάρτητα από τη μορφή της.

31. Τούτο είναι αναγκαίο ιδίως οσάκις, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή σκοπεύει να μειώσει τη συνδρομή στο 12,69 % του αιτηθέντος ποσού, πράγμα το οποίο συνεπάγεται όχι μόνο τη μη καταβολή του υπολοίπου, αλλά και την επιστροφή μέρους της καταβληθείσας στον διοργανωτή προκαταβολής (36).

32. Κανένα έγγραφο από τα προσκομισθέντα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύει την ανταλλαγή αλληλογραφίας πριν την επίδικη απόφαση μεταξύ της Επιτροπής και των βελγικών αρχών, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει οιασδήποτε μορφής προηγούμενη διαβούλευση με τις αρχές αυτές επί του ζητήματος της μειώσεως.

33. Βεβαίως, ο επιτόπου έλεγχος της 17ης Μαρτίου 1989 διεξήχθη από τις υπηρεσίες της Επιτροπής παρουσία ενός εκπροσώπου της βελγικής διοικήσεως.

34. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνέταξαν μια έκθεση για την αποστολή αυτή, χωρίς ημερομηνία, με τον χαρακτηρισμό: "απόρρητο" (37). Τίποτε δεν αποδεικνύει ότι αυτή κοινοποιήθηκε προς τους ενδιαφερομένους, ο δε εκπρόσωπος της Επιτροπής ομολόγησε κατά τη συνεδρίαση ότι δεν είχε κοινοποιηθεί. Με την έκθεση αυτή προτείνεται να μη ληφθούν υπόψη παρά μόνο οι εκπαιδευόμενοι οι οποίοι συμπλήρωσαν άνω των εκατό ωρών επαγγελματικής καταρτίσεως και να μειωθεί η συνδρομή του Ταμείου αναλόγως, δηλαδή στο ποσό των 1 833 588 BFR. Ακριβώς αυτό το ποσό θα προβλέπει η τελική απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1991.

35. Κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αποδεικνύει ότι το ποσό αυτό καθορίστηκε και εγκρίθηκε κατά τη διεξαγωγή του ανωτέρου ελέγχου και ότι οι αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν επιτόπου την άποψή τους επ' αυτού. Μάλιστα, στην έκθεση διευκρινίζεται ότι η πρόταση καθορισμού της συνδρομής του Ταμείου στο ποσό αυτό "θα υποβληθεί στη ΓΔ V", δηλαδή στην Επιτροπή, η οποία όφειλε, αν σκόπευε να την υιοθετήσει, να μη λάβει την απόφασή της παρά μόνο αφού διαβουλευόταν με τις βελγικές αρχές.

36. Όταν ερωτήθηκε από τον δικηγόρο της προσφεύγουσας, το βελγικό Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας ισχυρίστηκε ότι ο επιτόπου έλεγχος της 17ης Μαρτίου 1989 αποτέλεσε "πιθανότατα την ευκαιρία να προβείτε εσείς και οι υπηρεσίες της Επιτροπής σε ανταλλαγή πληροφοριών επί του φακέλου σας, παρουσία ενός εκπροσώπου του ΥΑΕ (Υπουργείου Απασχολήσεως και Εργασίας)" (38).

37. Η ανταλλαγή πληροφοριών όμως είναι κάτι διαφορετικό από την παροχή της δυνατότητας στο κράτος μέλος να εκθέσει τις απόψεις του επί της σκοπουμένης μειώσεως. Από κανένα στοιχείο όμως δεν προκύπτει ότι εν προκειμένω η Επιτροπή διαβουλεύτηκε πράγματι με το κράτος μέλος πριν ληφθεί η απόφαση μειώσεως (39).

38. Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην τήρηση της επιτακτικής προϋποθέσεως αυτής * η οποία αποτελεί έκφραση των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας * δεδομένου ότι τη θεωρεί ουσιώδη τύπο, η παράβαση του οποίου μπορεί να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (40).

39. Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση μειώσεως πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει δε η εξέταση των άλλων λόγων τους οποίους επικαλείται η IRI.

40. Θα ήθελα τώρα να εξετάσω την υπόθεση C-199/91.

41. Το σωματείο χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό Foyer culturel du Sart-Tilman (Πολιτιστική Εστία του Sart-Tilman), τελούν σήμερα υπό εκκαθάριση (στο εξής: Sart-Tilman), κατέθεσε στο Ταμείο ένδεκα αιτήσεις συνδρομής για διάφορα προγράμματα επαγγελματικής καταρτίσεως, τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, νέες τεχνολογίες. Οι αιτήσεις αυτές (41) έγιναν εν μέρει δεκτές από το Ταμείο.

42. Στις 9 Δεκεμβρίου 1988 το βελγικό Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας πληροφορεί το Ταμείο για τη λύση της Sart-Tilman και του ζητεί να αναστείλει κάθε πληρωμή (42).

43. Στις 30 Οκτωβρίου 1989, μια ανάλυση λογαριασμού, η οποία συνετάγη, κατά την Επιτροπή, σε συνεννόηση με εκπρόσωπο του υπουργείου αυτού (43), εμφαίνει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1 096 053 BFR, το οποίο διορθώνεται τον Δεκέμβριο του 1989 σε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 571 762 BFR, για το σύνολο των φακέλων που είχε υποβάλει η Sart-Tilman.

44. Στις 18 Οκτωβρίου 1990 το Ταμείο καθιστά γνωστή στις βελγικές αρχές την απόφασή του, με την οποία καθορίζεται το καταβλητέο υπόλοιπο στο δεύτερο ως άνω ποσό (44), και οι αρχές αυτές την κοινοποιούν στους εκκαθαριστές της Sart-Tilman στις 7 Ιουνίου 1991 (45).

45. Στις 31 Ιουλίου 1991 η Sart-Tilman άσκησε προσφυγή, με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό των 21 707 839 BFR, το οποίο αντιπροσωπεύει, κατ' αυτήν, το συνολικό υπόλοιπο για τους εξής έξι φακέλους: 843643 Β6, 850186 Β6, 850077 Β4, 860274 Β2, 870295 Β2 και 870296 Β2.

46. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η προσφυγή είναι εν μέρει απαράδεκτη: η προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης δεν μπορεί να έχει άλλο αντικείμενο παρά μόνο την ακύρωση της πράξεως την οποία προσβάλλει. Σε περίπτωση ακυρώσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να λάβει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 176, τα μέτρα τα οποία συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί το ίδιο να καθορίσει το ύψος του πιθανού πιστωτικού υπολοίπου της Sart-Tilman, χωρίς αυτό να αποτελεί εκ μέρους του υποκατάσταση στις αρμοδιότητες της Επιτροπής και άσκηση αντ' αυτής του έργου που της αναθέτει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2950/83.

47. Επομένως, η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο κατά το αίτημα της μερικής ακυρώσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής.

48. Εξάλλου, θα ήθελα να επισημάνω ότι, όσον αφορά τον φάκελο 843643 Β6, πρέπει να γίνει δεκτή και μία άλλη ένσταση απαραδέκτου, βασιζόμενη στο εκπρόθεσμο.

49. Το σχέδιο (46) το οποίο αφορά ο φάκελος αυτός εγκρίθηκε (47) από την Επιτροπή στις 23 Ιουλίου 1984 για ποσό 31 000 000 BFR (26 035 096 BFR κατά την προσφεύγουσα). Καταβλήθηκε προκαταβολή 9 300 000 BFR. Στις 30 Νοεμβρίου 1988 (στις 5 Ιανουαρίου 1989, κατά την προσφεύγουσα), η Επιτροπή κοινοποίησε απευθείας στη διοργανώτρια μία εντολή αποδόσεως, η οποία αφορούσε την επιστροφή ποσού 926 513 BFR (48).

50. Η απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, η οποία επιβεβαίωσε την εντολή αυτή, αποτελεί, ως προς τον φάκελο αυτό, πράξη επιβεβαιωτική προηγούμενης αποφάσεως και, συνεπώς, δεν επιδέχεται ακύρωση. Επομένως, η προσφυγή ακυρώσεως, ασκηθείσα στις 28 Ιουλίου 1991, είναι εκπρόθεσμη όσον αφορά τον φάκελο αυτό.

51. Η προσφεύγουσα, με το υπόμνημα απαντήσεως (49), συντάσσεται, όσον αφορά τον φάκελο 860274 Β2, με την άποψη της Επιτροπής και παραδέχεται ότι το υπόλοιπο καταβλητέο εκ μέρους της Επιτροπής ποσό ανέρχεται σε 1 431 085 BFR και όχι σε 2 753 907 BFR (50). Δεν υφίσταται συνεπώς πλέον διαφορά επί του κεφαλαίου αυτού της προσφυγής.

52. Παραμένουν προς εξέταση οι αποφάσεις του Ταμείου επί των φακέλων 850186 Β6, 850077 Β4, 870295 Β2 και 870296 Β2.

53. Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 συνάγεται, όπως είδαμε, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αποφασίσει τη μείωση μιας συνδρομής η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από την εγκριτική απόφαση όρους, παρά μόνο αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

54. Τήρησε η Επιτροπή την προϋπόθεση αυτή, όσον αφορά τους τέσσερις αυτούς φακέλους:

55. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε ορισμένο αριθμό αιτήσεων καταβολής υπολοίπου, ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία μέσω των εθνικών αρχών, πριν εκδώσει την απόφαση επί του υπολοίπου οφειλομένου ποσού (51).

56. Αυτές όμως οι αιτήσεις πληροφοριών * οι οποίες δεν μνημονεύουν κάποια μείωση ή ανάκληση συνδρομής * δεν είναι δυνατόν να επέχουν θέση διαβουλεύσεως με το κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1 (52).

57. Κατόπιν δύο αιτήσεων του βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών στις 31 Μαΐου και στις 10 Ιουνίου 1988 (53), το Ταμείο, με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1988 (54), ανακοίνωσε σαφώς στη βελγική διοίκηση την πρόθεσή του να μειώσει το ποσό ορισμένων συνδρομών, μεταξύ των οποίων η συνδρομή για τον φάκελο 85077 Β4. Το έγγραφο αυτό εξέθετε τους λόγους με σαφήνεια (μη τήρηση των όρων της εγκριτικής αποφάσεως). Εξάλλου, ο φάκελος αυτός είχε αποτελέσει αντικείμενο αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και του Υπουργείου Απασχολήσεως και Εργασίας, το οποίο είχε δεχθεί ότι ένα μέρος των δαπανών δεν θα μπορούσε να καταλογιστεί στο Ταμείο (55).

58. Συνεπώς, ως προς τον φάκελο αυτόν, επί του οποίου θα επανέλθω όσον αφορά την ουσία, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83.

59. Τούτο δεν ισχύει, κατά τη γνώμη μου, ως προς τους φακέλους 850186 Β6, 870295 Β2 και 870296 Β2.

60. Θα ήθελα να εξετάσω τον πρώτο από αυτούς. Υποβλήθηκε από την Περιφέρεια της Βαλλονίας, μέσω του βελγικού Υπουργείου Απασχολήσεως και Εργασίας, εγκρίθηκε για ποσό δεκαοκτώ εκατομμυρίων BFR με την απόφαση C 85/937 του Ταμείου (56). Καταβλήθηκε προκαταβολή ύψους 5 400 000 BFR. Το Ταμείο ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία (57), τα οποία του απεστάλησαν στις 23 Νοεμβρίου 1988 από το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας (58). Η εξέταση των εγγράφων αυτών είχε ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του αρμόδιου για τον φάκελο υπαλλήλου της Επιτροπής διαπίστωση σοβαρής αμελείας στην τήρηση των λογιστικών στοιχείων του φακέλου (59). Το Ταμείο, με το χρεωστικό σημείωμα που απέστειλε (60), προσδιόρισε το χρεωστικό υπόλοιπο σε ποσό 5 400 000 BFR, πράγμα το οποίο ισοδυναμούσε με την απαίτηση επιστροφής ολόκληρου του ποσού της προκαταβολής.

61. Κανένα από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν αποδεικνύει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτής της ολικής ανακλήσεως της κοινοτικής συνδρομής. Εξάλλου το υπουργείο της Περιφέρειας της Βαλλονίας σχολίασε εμπεριστατωμένα τον φάκελο αυτό μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως (61).

62. Ο φάκελος 870295 Β2 αφορά μία αίτηση συνδρομής (62) που εγκρίθηκε για ποσό 6 305 005 BFR με την απόφαση της Επιτροπής C 870670, της 31ης Μαρτίου 1987 (63). Καταβλήθηκε προκαταβολή ύψους 3 152 502 BFR. Το υπόλοιπο της κοινοτικής συνδρομής ανερχόταν, κατά τη διοργανώτρια, σε 1 535 019 BFR (64). Το Ταμείο τη μείωσε, χωρίς καμία αιτιολογία, στο ποσό των 1 331 015 BFR (65).

63. Κανένα στοιχείο της δικογραφίας, δεν αποδεικνύει ότι στο κράτος μέλος δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν από την απόφαση μειώσεως (66).

64. Τέλος, η αίτηση συνδρομής η οποία καταχωρίσθηκε με τον αριθμό 870296 Β2 (67) εγκρίθηκε για ποσό 5 707 392 BFR με την απόφαση της Επιτροπής C 87/0670, της 31ης Μαρτίου 1987 (68). Καταβλήθηκε προκαταβολή ύψους 2 853 696 BFR (69). Η διοργανώτρια εκτίμησε το οφειλόμενο από το Ταμείο υπόλοιπο σε 1 880 263 BFR (70). Το Ταμείο το προσδιόρισε σε 1 667 815 BFR (71), για τον λόγο ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν τήρησε την προϋπόθεση περί ελάχιστης διάρκειας 200 ωρών.

65. Ούτε στην περίπτωση αυτή αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο του φακέλου της υποθέσεως η πραγματοποίηση διαβουλεύσεως με το κράτος μέλος πριν από την απόφαση μειώσεως των συνδρομών (72).

66. Εν συμπεράσματι, η απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, καθόσον αφορά τους φακέλους 850186 Β6, 870295 Β2 και 870896 Β2, πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου.

67. Θα ήθελα, ως εκ περισσού, να επισημάνω ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, εν αντιθέσει προς τις αποφάσεις της Επιτροπής, οι οποίες αποφαίνονται επί των αρχικών αιτήσεων συνδρομής

"η απόφαση περί μειώσεως συνδρομής πρέπει να διευκρινίζει με σαφήνεια τους λόγους που δικαιολογούν τη μείωση αυτή σε σχέση με το αρχικώς εγκριθέν ποσό" (73).

68. Από τα προσκομισθέντα έγγραφα όμως προκύπτει ότι οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι μειώσεις σχετικά με τους φακέλους 870295 Β2 και 870296 Β2 ουδέποτε κατέστησαν γνωστοί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και στους ενδιαφερομένους διοργανωτές.

69. Επομένως, όσον αφορά τους δύο αυτούς φακέλους, η απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 είναι άκυρη και λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.

70. Θα ήθελα να επανέλθω στον φάκελο 850077 Β4 και να διερευνήσω αν ήταν δικαιολογημένες οι πραγματοποιηθείσες κρατήσεις.

71. Η σχετική αίτηση συνδρομής (74) εγκρίθηκε από το Ταμείο με δύο αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1985 (για 7 337 241 BFR) και της 23ης Δεκεμβρίου 1985 (για 7 000 000 BFR) (75). Οι κοινοτικές συνδρομές έπρεπε, κατά την προσφεύγουσα, να ανέλθουν στο ποσό των 13 758 080 BFR. Αν ληφθεί υπόψη η προκαταβολή ποσού 7 168 620 BFR, το υπόλοιπο έπρεπε να ανέλθει στο ποσό των 6 589 460 BFR.

72. Το Ταμείο * αποδεχόμενο σιωπηρά δαπάνες ύψους 5 144 154 BFR (76) * αξίωσε από την προσφεύγουσα, ως εισπραχθέν πέραν του οφειλομένου, το ποσό των 2 024 466 BFR για τον ακόλουθο λόγο: "αφαίρεση του αριθμού των προσώπων που δεν ήσαν άνεργα επί μακρό χρονικό διάστημα" (77).

73. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα έπρεπε να αφορά μόνο άτομα τελούντα σε ανεργία επί μακρό χρονικό διάστημα, ηλικίας τουλάχιστον 25 ετών, ενώ η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αίτηση αφορούσε την επιμόρφωση ατόμων τελούντων σε ανεργία επί μακρό χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως ηλικίας.

74. Αρκεί εδώ η διαπίστωση ότι η αίτηση συνδρομής που υπέβαλε η Sart-Tilman προέβλεπε ρητώς στην παράγραφο 5 τα εξής: "το πρόγραμμα αφορά άτομα από είκοσι πέντε ετών και άνω", ενώ δεν είχε συμπληρωθεί με το σημείο Χ το τετραγωνίδιο των νέων κάτω των είκοσι πέντε ετών (78).

75. Επομένως ορθώς * και με σαφή αιτιολογία * το Ταμείο απέκλεισε από τη χρηματοδότηση τα πρόσωπα που δεν ανταποκρίνονταν στις προϋποθέσεις της εγκρίσεως, δηλαδή δώδεκα εκπαιδευομένους (79).

76. Το αίτημα ακυρώσεως που υπέβαλε η Sart-Tilman πρέπει συνεπώς να κριθεί αβάσιμο ως προς αυτό το κεφάλαιο.

77. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:

Ι. Επί της υποθέσεως C-334/91:

1) να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση,

2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

ΙΙ. Επί της υποθέσεως C-199/91:

1) να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή, καθόσον έχει ως αίτημα

* να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει το ποσό των 21 707 839 BFR,

* να ακυρωθεί η απόφαση που ελήφθη επί του φακέλου υπ' αριθ. 843643 Β6,

2) να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά τους φακέλους υπ' αριθ. 850186 Β6, 870295 Β2 και 870296 Β2,

3) να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά,

4) να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ' ισομοιρία.

(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

(1) * Απόφαση για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ L 289, σ. 38).

(2) * Κανονισμός για την εφαρμογή της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ L 289, σ. 1).

(3) * Απόφαση για τη διαχείριση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ L 377, σ. 1).

(4) * Υποθέσεις C-157/90, C-181/90 και C-189/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-3525, Ι-3557 και Ι-3573. Βλ. ειδικότερα τα σημεία 3 έως 21 των προτάσεών μου (σ. Ι-3532).

(5) * Άρθρο 124, παράγραφος 1, της Συνθήκης.

(6) * Απόφαση 83/516/ΕΟΚ, άρθρο 1, παράγραφος 2.

(7) * Όπ.π., άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2.

(8) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 2950/83, άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2.

(9) * Όπ.π., άρθρο 5, παράγραφος 4.

(10) * Όπ.π., άρθρο 7.

(11) * Όπ.π., άρθρο 6, παράγραφος 1.

(12) * Όπ.π., άρθρο 6, παράγραφος 2.

(13) * Παράρτημα 2 της προσφυγής.

(14) * Παράρτημα 3.

(15) * Παράρτημα 7.

(16) * Παράρτημα 8.

(17) * Παράρτημα 9.

(18) * Παράρτημα 1.2.

(19) * Παραρτήματα 1.1 και 1.2.

(20) * Παράρτημα 12.

(21) * Παράρτημα 13.

(22) * Τα έγγραφα του Ταμείου τα οποία κοινοποιούν αποφάσεις του τύπου αυτού έχουν συνήθως τη διατύπωση αυτή. Βλ. το σημείο 43 των προτάσεών μου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Infortec (C-157/90), Consorgan (C-181/90) και Cipeke (C-189/90).

(23) * Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψεις 8 και 9).

(24) * Απόφαση 310/81 (Συλλογή 1984, σ. 1341), η οποία εκδόθηκε υπό την κανονιστική ρύθμιση του 1977.

(25) * Σκέψη 15.

(26) * Η συνδρομή του Ταμείου δεν μπορεί, πλην εξαιρέσεων, να υπερβαίνει το ποσό της χρηματικής συνεισφοράς του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (άρθρο 5 της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ).

(27) * Βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-291/89, Interhοtel (Συλλογή 1991, σ. Ι-2257, σκέψη 16).

(28) * Άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83.

(29) * Βλ. σημείο 13 των προτάσεών μου επί των προπαρατεθεισών υποθέσεων Infortec, Consorgan και Cipeke.

(30) * Βλ. το παράρτημα της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ, δήλωση στο άρθρο 5, παράγραφος 1.

(31) * Βλ. τα σημεία 81 και 82 των προτάσεών μου επί των προπαρατεθεισών υποθέσεων Infortec, Consorgan και Cipeke.

(32) * Απόφαση Interhοtel, προπαρατεθείσα, σκέψη 17, η υπογράμμιση δική μου.

(33) * Βλ. επί παραδείγματι, την αίτηση πληροφοριών της 20ής Νοεμβρίου 1987 (παράρτημα 3 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής), η οποία δεν αφορά τη μείωση της συνδρομής.

(34) * Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, C-200/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3669, σημείο 7 των προτάσεων).

(35) * Η υπογράμμιση δική μου.

(36) * Η έγκριση είχε χορηγηθεί για 27 381 000 ΒFR. Το αιτηθέν υπόλοιπο ανερχόταν σε 14 448 667 BFR, το διορθωθέν υπόλοιπο σε 1 833 588 BFR. Λαμβανομένης υπόψη της προκαταβολής, έπρεπε να αποδοθούν στην Επιτροπή 6 380 712 BFR (βλ. το έγγραφο της Επιτροπής της 6ης Νοεμβρίου 1991, παράρτημα 1.2 της προσφυγής).

(37) * Παράρτημα ΙΙ του υπομνήματος αντικρούσεως.

(38) * Παράρτημα 13 της προσφυγής.

(39) * Η Βελγική Κυβέρνηση δεν απάντησε στην ερώτηση του Δικαστηρίου αν υπήρξε διαβούλευση σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83.

(40) * Απόφαση Interhοtel, προπαρατεθείσα, σκέψη 14.

(41) * Αιτήσεις των οποίων ο πίνακας περιλαμβάνεται στη σελίδα 2 της προσφυγής.

(42) * Παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως, έγγραφο 7.6.

(43) * Όπ.π., έγγραφο 7.7.

(44) * Σελίδες 104 και 25 του παραρτήματος της προσφυγής.

(45) * Σελίδα 20 του παραρτήματος της προσφυγής.

(46) * Αίτηση συνδρομής, παράρτημα της προσφυγής, σ. 29.

(47) * Εγκριτική απόφαση, έγγραφο 1.1 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(48) * Παράρτημα της προσφυγής, σ. 24.

(49) * Σελίδα 8.

(50) * Βλ. προσφυγή, σ. 7.

(51) * Βλ., επί παραδείγματι, παράρτημα 1 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής.

(52) * Εξάλλου, η ανάλυση λογαριασμού της 30ής Οκτωβρίου 1989 (έγγραφο 7.7, συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως) ουδόλως αποδεικνύει ότι η Επιτροπή διαβουλεύτηκε με το κράτος μέλος.

(53) * Έγγραφο 7.1, συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(54) * Όπ.π., έγγραφα 3.9 και 7.2.

(55) * Βλ. έγγραφο της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 1987, και έγγραφο του βελγικού υπουργείου, της 11ης Μαρτίου 1987, τα οποία έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα ανταπαντήσεως (βλ. επίσης τα παραρτήματα 3.6 και 3.7 του υπομνήματος αντικρούσεως).

(56) * Έγγραφο 2.1 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(57) * Έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 1988, συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως ως παράρτημα 2.2.

(58) * Έγγραφο 2.4 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως και σ. 111 του παραρτήματος της προσφυγής.

(59) * Σημείωμα της 6ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τον φάκελο, έγγραφο 2.5 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(60) * Σελίδες 22 και 115 του παραρτήματος της προσφυγής. Προβληθείσα αιτιολογία: Οι ληφθείσες απαντήσεις είναι ανεπαρκείς. Ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες στις 23 Σεπτεμβρίου 1988 .

(61) * Σελίδα 110 του παραρτήματος της προσφυγής.

(62) * Παράρτημα της προσφυγής, σ. 53.

(63) * Έγγραφο 5 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(64) * Παράρτημα 3 του υπομνήματος απαντήσεως.

(65) * Προσφυγή, σ. 2, και παράρτημα της προσφυγής, σ. 25.

(66) * Το έγγραφο του Ταμείου, της 30ής Ιουνίου 1988 (έγγραφο 7.2 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως) δεν λαμβάνει θέση επί του φακέλου αυτού κατά την ημερομηνία αυτή δεν του είχε ακόμη διαβιβασθεί η αίτηση καταβολής.

(67) * Παράρτημα της προσφυγής, σ. 72.

(68) * Έγγραφο 7 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(69) * Βλ. παράρτημα 4 του υπομνήματος απαντήσεως.

(70) * Προσφυγή, σ. 8, έγγραφο 6 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως και παράρτημα 2 της απαντήσεως της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

(71) * Παράρτημα της προσφυγής, σ. 25.

(72) * Το έγγραφο του Ταμείου, της 30ής Ιουνίου 1988 (έγγραφο 7.2 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως) δεν λαμβάνει θέση επί του φακέλου αυτού κατά την ημερομηνία αυτή δεν του είχε ακόμη διαβιβασθεί η αίτηση καταβολής.

(73) * Σκέψη 18 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 4ης Ιουνίου 1992, Cipeke.

(74) * Παράρτημα της προσφυγής, σ. 43, και έγγραφο 3.1 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(75) * Βλ. έγγραφο 3.4 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(76) * Βλ. έγγραφο 3.11 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.

(77) * Σελίδα 21 του παραρτήματος της προσφυγής.

(78) * Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 69.

(79) * Βλ. το σημείωμα της 17ης Νοεμβρίου 1991, σχετικά με τον φάκελο, έγγραφο 3.11 συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως.