Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 18ης Νοεμβρίου 1992. - VERONICA OMROEP ORGANISATIE ΚΑΤΑ COMMISSARIAAT VOOR DE MEDIA. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: RAAD VAN STATE - ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ - ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-148/91.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-00487
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00017
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00017
++++
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van State αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 59 και 67 της Συνθήκης, καθώς και της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 1960, περί της εφαρμογής του άρθρου 67 της Συνθήκης (1) (στο εξής η πρώτη οδηγία) και της οδηγίας 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης (2) (στο εξής δεύτερη οδηγία).
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν πράγματι το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο το άρθρο 57, παράγραφος 1, του ολλανδικού νόμου της 21ης Απριλίου 1987 που περιέχει τους κανόνες σχετικά με την εκπομπή ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, τη συμμετοχή στο ραδιοτηλεοπτικό σύστημα και την ενίσχυση στους οργανισμούς τύπου (3) (στο εξής Mediawet). Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι "oργανισμοί στους οποίους έχει παρασχεθεί χρόνος εκπομπής δεν προβαίνουν, πλην των περιπτώσεων που αφορούν τις ανάγκες του προγράμματός τους, σε κανενός είδους άλλες δραστηριότητες εκτός από τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο ή για τις οποίες έχει δώσει την έγκρισή του το Commissariaat voor de Media".
2. Αναφερόμενος ως προς τις λεπτομέρειες στην έκθεση ακροατηρίου, υπενθυμίζω ότι οι κύριες διατάξεις στις οποίες στηρίζεται το σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή με τον Mediawet, σύστημα το οποίο εξάλλου δεν είναι τελείως άγνωστο στο Δικαστήριο, (4), οφείλονται στην επιδίωξη διασφαλίσεως ενός μη εμπορικού και πολυφωνικού ραδιοτηλεοπτικού συστήματος. Συνεπεία ακριβώς αυτού του σκοπού ο χρόνος εκπομπών επί εθνικού επιπέδου κατανέμεται ως επί το πλείστον μεταξύ των omroepverenigingen (οργανισμών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών), σωματείων ακροατών ή τηλεθεατών που έχουν νομική προσωπικότητα και αποτελούνται από τουλάχιστον 150 000 μέλη κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα προγράμματα να αντανακλούν τις διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές συνιστώσες της ολλανδικής κοινωνίας. Επιπλέον, οι οργανισμοί αυτοί, η χρηματοδότηση των οποίων καλύπτεται κατά 100 % από το δημόσιο, οφείλουν να τηρούν μία σειρά προϋποθέσεων που αφορούν τόσο τη δομή τους όσο και το περιεχόμενο των προγραμμάτων. Το Veronica Omroep Organisatie (στο εξής Veronica), προσφεύγον της κύριας δίκης, είναι ακριβώς ένας οργανισμός ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών κατά την έννοια του Mediawet.
Ας έρθουμε τώρα στα περιστατικά που έδωσαν την αφορμή για την υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως. Στις 4 Ιουλίου 1990, το Commissariaat voor de Media, επικαλούμενο παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 57 του Mediawet, έλαβε μια απόφαση σε βάρος του Veronica με την οποία του αφήρεσε τον χρόνο εκπομπής για δεκατρείς εβδομάδες και του επέβαλε πρόστιμο ύψους 50 000 ολλανδικών φιορινίων (ΗFL). Οι δραστηριότητες που προσάπτονταν στο Veronica, ως απαγορευόμενες από την εν λόγω διάταξη, συνίσταντο κατ' ουσίαν στη χρησιμοποίηση ορισμένων δημοσίων πόρων για την εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο ενός εμπορικού τηλεοπτικού σταθμού, προοριζόμενου να εκπέμπει ιδίως προς τις Κάτω Χώρες.
Η κρίση του Commissariaat voor de Media στηρίζεται σε τρία γεγονότα: ο πρόεδρος και ο γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του Veronica είχαν καταρτίσει, αντιστοίχως, ένα σχέδιο (businessplan) και είχαν παράσχει νομική αρωγή για τη δημιουργία μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας κατά το δίκαιο του Λουξεμβούργου με την ονομασία RTL-Veronique η οποία επρόκειτο να εκμεταλλευθεί έναν εμπορικό τηλεοπτικό σταθμό στο Λουξεμβούργο. Επιπλέον, το Veronica συνέστησε με δικό του κίνδυνο τραπεζική εγγύηση για τη διασφάλιση μιας πιστώσεως υπέρ του RTL-Veronique και, τέλος, ανέλαβε, μέσω μιας τρίτης εταιρίας, κατά μειοψηφία συμμετοχής το κεφάλαιο του τηλεοπτικού αυτού σταθμού.
3. Το Veronica άσκησε κατά της αποφάσεως του Commissariaat voor de Media προσφυγή ενώπιον του Raad van State, το οποίο, για να διαπιστώσει αν η απαγόρευση διενέργειας πράξεων αυτού του είδους συμβιβάζεται με τους σχετικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα προς τα άρθρα 59 και 67 της Συνθήκης, υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
Πριν αρχίσω την εξέταση των διαφόρων ερωτημάτων, πρέπει να υπογραμμιστεί * όπως διευκρινίζεται στη Διάταξη περί παραπομπής * ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Mediawet προκύπτει ότι η επίμαχη διάταξη έχει την έννοια ότι, εκτός από τις δραστηριότητες που είναι συμφυείς με την πραγματοποίηση των προγραμμάτων τους, οι οργανισμοί ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών μπορούν να ασκούν ελεύθερα μόνο παρεπόμενες δραστηριότητες που επιτρέπονται ευθέως από τον Mediawet (δημοσίευση περιοδικών που περιέχουν πληροφορίες ως προς τα προγάμματα, παραγωγή και κυκλοφορία βοηθητικού υλικού για τις εκπαιδευτικές εκπομπές, εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του δημιουργού) ή επιτρέπονται ρητώς από το Commissariaat voor de Media, το οποίο έχει εν προκειμένω ορισμένη διακριτική ευχέρεια υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται ο βασικός σκοπός του νόμου, δηλαδή η διατήρηση ενός μη εμπορικού πολυφωνικού ραδιοτηλεοπτικού συστήματος. Θεωρούνται σε τελευταία ανάλυση μη νόμιμες όλες οι παρεπόμενες δραστηριότητες που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συνήθεις οικονομικές δραστηριότητες που είναι συμφυείς με την άσκηση της κύριας δραστηριότητας (πραγματοποίηση των προγραμμάτων).
4. Με τα τρία πρώτα ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η απαγόρευση που επιβάλλεται σε οργανισμό ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών να ασκεί δραστηριότητες όπως η συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιρίας ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που έχει δημιουργηθεί ή πρόκειται να δημιουργηθεί σε άλλο κράτος μέλος και η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως από τον ίδιο αυτό οργανισμό ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών υπέρ μιας τέτοιας εταιρίας συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων (πρώτο ερώτημα) ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (δεύτερο ερώτημα) και αν η επιβαλλόμενη σ' αυτόν τον οργανισμό ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών απαγόρευση καταρτίσεως ενός businessplan και παροχής νομικών συμβουλών σε ένα τηλεοπτικό σταθμό που πρόκειται να ιδρυθεί σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (τρίτο ερώτημα).
'Ομως, είναι ασφαλώς αναμφισβήτητο ότι πράξεις όπως η συμμετοχή στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως και η σύσταση ασφαλείας που συνδέεται με πίστωση περιλαμβάνονται στις κινήσεις κεφαλαίων που έχουν ελευθερωθεί. Πράγματι, πρόκειται για πράξεις που περιέχονται ήδη στον κατάλογο Α του παραρτήματος Ι της πρώτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 86/566/ΕΟΚ, (5), στο οποίο ακριβώς απαριθμούνται οι κινήσεις κεφαλαίων ως προς τις οποίες τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν καταργήσει κάθε περιορισμό. Οι πράξεις αυτές επανελήφθησαν στη συνέχεια και εξειδικεύθηκαν αργότερα στο παράρτημα Ι της δεύτερης οδηγίας, που προβλέπει ρητά, μεταξύ των πράξεων που έχουν πλήρως ελευθερωθεί, την "συμμετοχή σε νέες ή υφιστάμενες επιχειρήσεις με σκοπό τη δημιουργία ή τη διατήρηση σταθερών οικονομικών δεσμών" υπό τον τίτλο Ι, "άμεσες επενδύσεις", καθώς και, υπό τον τίτλο ΙΧ, "ασφάλειες, λοιπές εγγυήσεις και δικαιώματα ενεχύρου που χορηγούνται από κατοίκους σε μη κατοίκους".
Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι οι δραστηριότητες που συνίστανται στην παροχή νομικών υπηρεσιών και/ή αφορούν την κατάρτιση ενός businessplan * δραστηριότητες που αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου ερωτήματος * πρέπει να χαρακτηρίζονται ως παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59. Το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για την περίπτωση "εξαγωγής" υπηρεσιών, δηλαδή υπηρεσιών που παρέχονται μέσα σε ένα κράτος μέλος (τις Κάτω Χώρες) προς αποδέκτες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος (το Λουξεμβούργο), δεν έχει σημασία: πράγματι, για να εμπίπτει η παροχή υπηρεσιών στο άρθρο 59 αρκεί η συγκεκριμένη υπηρεσία να διέρχεται τα σύνορα.
5. Κατόπιν αυτού, πρέπει να διαπιστωθεί αν η απαγόρευση που αναφέρεται στο άρθρο 57 του Mediawet, η οποία δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις και επιβάλλεται μόνο στους εθνικούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, συνιστά περιορισμό της κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της παροχής υπηρεσιών, απαγορευόμενο από τα άρθρα 67 και 59.
Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 57, παράγραφος 1, του Mediawet δεν αποβλέπει ασφαλώς * αυτό καθαυτό * να εμποδίσει την παροχή υπηρεσιών, ακόμη δε λιγότερο να εμποδίσει την κίνηση κεφαλαίων, αλλά αποσκοπεί απλώς στην απαγόρευση της ασκήσεως δραστηριότητων εμπορικής φύσεως που είναι άσχετες με την αποστολή που καθορίζεται από τον νόμο για τους οργανισμούς αυτούς. Με άλλα λόγια, οι κινήσεις κεφαλαίων και η παροχή υπηρεσιών δεν περιορίζονται παρά μόνο εφόσον ανάγονται στην άσκηση δραστηριοτήτων που κρίνονται παράνομες βάσει του Mediawet, ενώ δεν υφίσταται κανένας περιορισμός σε σχέση με τις οικονομικές δραστηριότητες που μπορούν νομίμως να ασκούν οι οργανισμοί ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.
Επομένως, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθούν υπό διαφορετικό πρίσμα τα δεδομένα του προβλήματος που ήδη μας απασχολεί. Εξηγούμαι: αυτό που έχει σημασία να διαπιστωθεί προκαταρκτικά είναι το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει στους εθνικούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που δεν εκτίθενται σε κανένα εμπορικό κίνδυνο * δεδομένου ότι χρηματοδοτούνται πλήρως από το δημόσιο * δέσμευση σε σχέση με τον προορισμό των πόρων, θέτοντας ταυτόχρονα ως προϋπόθεση την μη επίτευξη κερδοσκοπικού σκοπού, αυτό δε, όπως εξυπακούεται, λαμβανομένου υπόψη του στόχου τον οποίο επιδιώκει το κράτος αυτό, δηλαδή την διασφάλιση ενός μη εμπορικού και πολυφωνικού ραδιοτηλεοπτικού συστήματος, στόχου που θα μπορούσε να διακυβευθεί αν, π.χ., οι εν λόγω πόροι χρησιμοποιούνταν κατά καταστρατήγηση του σκοπού αυτού για την άσκηση άλλων (εμπορικών) δραστηριοτήτων.
6. Στην πραγματικότητα, το εφαρμοστέο εν προκειμένω κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει κανένα περιορισμό. Αρκεί επί του παρόντος να υπομνηστεί ότι στην δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (6) ρητώς εκτίθεται ότι με την οδηγία αυτή "δεν θίγεται η δικαιοδοσία των κρατών μελών και των αρχών τους ως προς την οργάνωση, η οποία περιλαμβάνει και συστήματα εκχώρησης δικαιωμάτων, χορήγησης διοικητικής άδειας, ή φορολόγησης, και τη χρηματοδότηση των εκπομπών καθώς και το περιεχόμενο των προγραμμάτων ότι έτσι διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία στην πολιτική [πολιτιστική] εξέλιξη κάθε κράτους μέλους και η πολιτιστική ποικιλομορφία της Κοινότητας".
Εξάλλου, το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του της 25ης Ιουλίου 1991 (7), στις οποίες επρόκειτο ακριβώς για ορισμένους όρους που επιβάλλονταν με τον Mediawet στους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, δέχθηκε ότι "προκειμένου να εξασφαλίσει την πολυφωνία την οποία επιθυμεί να διατηρήσει, η Ολλανδική Κυβέρνηση μπορεί κάλλιστα να περιοριστεί στην προσήκουσα διαρρύθμιση του καθεστώτος των οργανισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία της". Αυτό ακριβώς είχε κάνει η Ολλανδική Κυβέρνηση.
'Ομως, στο μέτρο που γίνεται δεκτό ότι τα κράτη μέλη είναι τα μόνα αρμόδια ως προς την οργάνωση και τη χρηματοδότηση των τηλεοπτικών τους σταθμών και ότι ένα κράτος μέλος προκρίνει, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (εν προκειμένω της διατηρήσεως της πολυφωνίας), ένα μη εμπορικό σύστημα, δεν αντιλαμβάνομαι τελικά πώς θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητα μιας απαγορεύσεως όπως αυτή που μας απασχολεί. Πράγματι, είναι προφανές ότι ο μόνος τρόπος να διασφαλιστεί ο μη εμπορικός χαρακτήρας του συστήματος είναι ακριβώς η απαγόρευση στους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών να ασκούν οικονομικές δραστηριότητες άσχετες προς την αποστολή που τους έχει ανατεθεί. Το σημαντικό, από την άποψη για την οποία πρόκειται εδώ, είναι ότι οι δραστηριότητες που οφείλουν να ασκούν οι οργανισμοί αυτοί (ή εν πάση περιπτώσει που επιτρέπεται να ασκούν) πρέπει να πραγματοποιούνται τηρουμένων των ελευθεριών που διασφαλίζονται από τη Συνθήκη.
Δεν είναι περιττό να υπογραμμιστεί ότι περιορισμοί όπως αυτοί κατά των οποίων βάλλει το Veronica είναι, εκ φύσεως, κοινοί, π.χ., στο σύνολο των δημοσίων οργανισμών στο μέτρο που οι οργανισμοί αυτοί οφείλουν να τηρούν την αποστολή και τους σκοπούς που τους έχουν ανατεθεί βάσει του καταστατικού τους. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει επιπλέον να προστεθεί ότι οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από τη Συνθήκη δεν μπορούν να προβάλλονται για την αποφυγή της εφαρμογής εθνικών κανόνων που συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και την, κατά οποιοδήποτε τρόπο, καταστρατήγηση της εφαρμογής αυτής.
Θεωρώ σε τελευταία ανάλυση ότι μια ρύθμιση όπως η παρούσα είναι απολύτως νόμιμη από απόψεως κοινοτικού δικαίου στο μέτρο που δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις και περιορίζεται στην επιβολή απαγορεύσεως στους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, οι οποίοι χρηματοδοτούνται πλήρως με δημόσιους πόρους, να ασκούν οποιαδήποτε δραστηριότητα που είναι άσχετη, μάλιστα δε αντίθετη, προς την αποστολή που τους έχει ανατεθεί.
7. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα καθιστά πράγματι περιττή, ως προς τη λύση που πρέπει να δοθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, την απάντηση στα δύο τελευταία ερωτήματα. Πάντως, για να είμαι πλήρης και για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε αντιθέτως ότι οι περιορισμοί στους οποίους αναφέρεται το Veronica είναι καταρχήν αντίθετοι προς τα άρθρα 59 και 67, φρονώ ότι πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η εν λόγω απαγόρευση δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος (τέταρτο ερώτημα) και αν η διατήρηση ενός μη εμπορικού πολυφωνικού συστήματος μπορεί να αποτελεί μια τέτοια δικαιολογία (πέμπτο ερώτημα).
Η απάντηση είναι πολύ απλή, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών. Πράγματι, το Δικαστήριο αναγνώρισε, ειδικότερα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, ότι ενδεχόμενοι περιορισμοί που απορρέουν από την εφαρμογή μέτρων που εφαρμόζονται αδιακρίτως "εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59, εφόσον η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσία επί των παρεχόντων υπηρεσίες αλλοδαπών προσώπων δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος" (8). Πράγματι, δεν υπάρχει κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι το ίδιο συμπέρασμα δεν ισχύει ομοίως στην περίπτωση κατά την οποία οι παρέχοντες τις υπηρεσίες είναι ημεδαποί και κατά την οποία η υπηρεσία (...) μετακινείται προς το εξωτερικό.
8. Πιο λεπτά είναι τα σημεία που αφορά η αντιπαράθεση απόψεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Καίτοι συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι είναι σκόπιμο, για λόγους ομοιομορφίας, να εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες όπως αυτοί που αφορούν τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες, λέγω αμέσως ότι δεν πιστεύω ότι η δυνατότητα δικαιολογήσεως μέτρων τα οποία, διαφορετικά, θα ήταν ασυμβίβαστα προς το άρθρο 67 μπορεί να συναχθεί από το γράμμα του άρθρου 4 της δεύτερης οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα "να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή των παραβάσεων των νόμων και των κανονιστικών τους πράξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας ή της προσεκτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και να προβλέπουν διαδικασίες δήλωσης των κινήσεων κεφαλαίων για λόγους διοικητικής ή στατιστικής ενημέρωσης". Η κατ' αυτόν τον τρόπο παρεχόμενη ευχέρεια στα κράτη μέλη δεν μπορεί πάντως "να οδηγεί σε παρεμπόδιση των κινήσεων κεφαλαίων, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου". Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 4 αφορά πράγματι μόνο παραβάσεις εθνικών νόμων ή κανονιστικών πράξεων που αφορούν ρητώς πράξεις επί κεφαλαίων και όχι, όπως φαίνεται αντιθέτως να θεωρεί η Επιτροπή, τη δυνατότητα απαγορεύσεως καταρχήν αθέμιτων κινήσεων κεφαλαίων.
Ενόψει πάντως όλων των παραμέτρων, η έλλειψη ομοιομορφίας είναι μόνο επιφανειακή. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι το ίδιο το άρθρο 67 προβλέπει ότι η κατάργηση των περιορισμών στις κινήσεις των κεφαλαίων πραγματοποιείται "κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς", πράγμα που συνεπάγεται ότι η ελευθέρωση των κεφαλαίων αποτελεί συνάρτηση με την άσκηση των άλλων ελευθεριών (πρόσωπα, εμπορεύματα, υπηρεσίες): επομένως, μπορεί να υφίσταται περιορισμούς, όταν οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν την άμεση συνέπεια θεμιτών περιορισμών που είναι συμφυείς με τις άλλες ελευθερίες που διασφαλίζονται από τη Συνθήκη. Εξάλλου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε προσφάτως με το ίδιο πνεύμα στην απόφαση Bachmann (9) , με την οποία δέχθηκε ότι "το άρθρο 67 δεν απαγορεύει περιορισμούς που δεν αφορούν την κίνηση κεφαλαίων αλλά απορρέουν εμμέσως από περιορισμούς των άλλων θεμελιωδών ελευθεριών".
'Ομως, καθόσον οι κινήσεις κεφαλαίων επιδέχονται περιορισμούς συνεπεία των (νόμιμων περιορισμών) που είναι συμφυείς με την ελευθερία με την οποία συνδέονται, πολλώ μάλλον, κατά τη γνώμη μου, στις κινήσεις αυτές κεφαλαίων θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιβάλλονται περιορισμοί, όταν δικαιολογούνται για λόγους γενικού συμφέροντος ή έστω για επιτακτικούς λόγους.
9. Αφού διευκρινίστηκε το σημείο αυτό, δεν απομένει παρά να εξεταστεί αν η απαγόρευση που αναφέρεται στο άρθρο 57, παράγραφος 1, του Mediawet μπορεί να δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως ενός μη εμπορικού και πολυφωνικού ραδιοτηλεοπτικού συστήματος και αν είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Κατά τη διαδικασία, τόσο η Επιτροπή όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση έλαβαν ως δεδομένο ότι ο μη εμπορικός χαρακτήρας συνιστά επιτακτικό λόγο, όπως το ίδιο το Δικαστήριο δέχθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και Collectieve Antennevoorziening Gouda και περιορίστηκαν, κατά συνέπεια, να εξετάσουν την αναλογικότητα του εν λόγω μέτρου. Θεωρώ σκόπιμο να κάνω εν προκειμένω μια διευκρίνιση: στις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά μόνο στην πολυφωνία, δεχόμενο ιδίως ότι "η διατήρηση της πολυφωνίας την οποία επιζητεί να εξασφαλίσει η πολιτική αυτή της Ολλανδικής Κυβερνήσεως συνδέεται προς την ελευθερία εκφράσεως, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 10 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που συγκατελέγεται μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εξασφαλίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως" (10).
Νομίζω ότι μια τέτοια κρίση δεν διατυπώθηκε ελαφρά τη καρδία. Ο μη εμπορικός χαρακτήρας ενός ραδιοτηλεοπτικού συστήματος δεν μπορεί, πράγματι, να θεωρηθεί * αυτός καθεαυτός * ως άξιος προστασίας σκοπός επί κοινοτικού επιπέδου, ώστε να είναι δυνατό να δικαιολογεί ενδεχόμενους περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών και/ή στην κυκλοφορία των κεφαλαίων: αντιθέτως, αποτελεί ένα μέσο για την εξασφάλιση, όπως εν προκειμένω, μιας επιδιώξεως πολιτιστικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, ο μη εμπορικός χαρακτήρας του ολλανδικού συστήματος δεν μπορεί να δικαιολογεί περιορισμούς παρά μόνο καθόσον αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για τη διασφάλιση της πολυφωνίας.
'Ομως, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει γενικώς δεκτό ότι κάθε παροχή υπηρεσιών ή κάθε κίνηση κεφαλαίων που πραγματοποιούνται από έναν οργανισμό ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορούν να διακυβεύσουν την πολυφωνία τη διατήρηση της οποίας επιδιώκει το ολλανδικό σύστημα. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι οι εν λόγω δραστηριότητες μπορούν να εμφανίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε ουδόλως να επηρεάζουν την πραγματοποίηση του εν λόγω σκοπού (π.χ. πώς θα μπορούσε να επηρεάσει τον σκοπό αυτό η συμμετοχή στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως κατασκευών;). Επομένως, η απαγόρευση ασκήσεως εμπορικών δραστηριοτήτων δεν έχει λόγο υπάρξεως * όπως εκτίθεται στη Διάταξη περί παραπομπής * παρά μόνο σε σχέση με δραστηριότητες που μπορούν να διακυβεύσουν τον εν λόγω σκοπό. Επομένως, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το πρόβλημα πρέπει να περιοριστεί μόνο στις δραστηριότητες, θεωρούμενες στο σύνολό τους, του είδους που ασκεί το Veronica.
10. Εν προκειμένω παρατηρώ καταρχάς ότι το γεγονός ότι ένας εθνικός οργανισμός ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών συμβάλλει στη δημιουργία μιας τηλεοπτικής εταιρίας που είναι εγκατεστημένη στην αλλοδαπή, αλλά εκπέμπει κυρίως προς τις Κάτω Χώρες, εταιρίας στην οποία έχει (σημαντικά) συμφέροντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει επίπτωση στην ισορροπία που έχει πραγματοποιηθεί με τον Mediawet μεταξύ των διαφόρων οργανισμών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Πράγματι, μια τέτοια κατάσταση συνεπάγεται ότι ο εν λόγω οργανισμός ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών θα έχει de facto μεγαλύτερο χρόνο εκπομπής από αυτόν που του έχει εγκριθεί και ο οποίος παραχωρείται σε συνάρτηση με τον αριθμό των μελών κάθε οργανισμού και κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η εκπροσώπηση όλων των κοινωνικών συνιστωσών. Επιπλέον, οι άλλοι οργανισμοί περιέρχονται σε δυσμενή μοίρα από άποψη χρηματοδοτήσεως ως προς το μέρος που προκύπτει από τα έσοδα από διαφημίσεις. Πρόκειται για μια κατάσταση που νομίζω ότι είναι απαράδεκτη ενόψει των ειδικών τρόπων χρηματοδοτήσως ενός συστήματος με τα χαρακτηριστικά του ολλανδικού συστήματος. Οι δραστηριότητες που ασκεί το Veronica, θεωρούμενες στο σύνολό τους, μπορούν επομένως πράγματι να διακυβεύσουν την πολυφωνία την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει ο εν λόγω νόμος.
Υπό το πρίσμα αυτό, η νομολογία του Δικαστηρίου που θεμελιώθηκε με την απόφαση Van Binsbergen (11) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Κατά τη νομολογία αυτή, "δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί από ένα κράτος μέλος το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα παρακωλύοντα τον παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητες εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο έδαφός του, να εκμεταλλεύεται την ελευθερία, η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο 59, για να διαφεύγει τους επαγγελματικούς κανόνες, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν σ' αυτόν, αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους αυτού." Ομοίως, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναγνωριστεί η δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει στους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών την υποχρέωση τηρήσεως ορισμένων προϋποθέσεων για τη διασφάλιση της διατηρήσεως της πολυφωνίας, να θεσπίζει κανόνες προς αποτροπή του ενδεχομένου οι οργανισμοί αυτοί να μπορούν να διακυβεύσουν τη διατήρηση του σκοπού για τον οποίο πρόκειται, εγκαθιστάμενοι σε άλλο κράτος μέλος και αποκτώντας σημαντικό μερίδιο συμμετοχής σε ένα τηλεοπτικό σταθμό που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος αλλά έχει ειδικά ως σκοπό να εκπέμπει προς το εν λόγω κράτος.
Σε τελευταία ανάλυση, η απαγόρευση ασκήσεως δραστηριοτήτων, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, πέραν του ότι είναι αναγκαία για τη διατήρηση της πολυφωνίας του ραδιοτηλεοπτικού συστήματος, είναι επίσης ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικούς κανόνες.
Συμπέρασμα
11. Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω εκτιμήσεων, περαίνω, προτείνοντας στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Raad van State ως εξής:
"Οι διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ειδικότερα τα άρθρα 59 και 67 της Συνθήκης, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία απαγορεύεται, κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, στους εθνικούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, που χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους και δεν έχουν κερδοσκοπικό σκοπό, η άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων που είναι άσχετες ή εν πάση περιπτώσει αντίθετες προς την αποστολή που τους έχει ανατεθεί σύμφωνα με το καταστατικό τους."
Επικουρικώς, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση.
"Οι διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, ειδικότερα τα άρθρα 59 και 67, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία απαγορεύεται σε οργανισμό ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό να συμμετέχει στο κεφάλαιο εμπορικής τηλεοπτικής εταιρίας, που είναι εγκατεστημένη ή πρόκειται να ιδρυθεί σε άλλο κράτος μέλος, να προβαίνει στη σύσταση ασφαλείας υπέρ του σταθμού αυτού και να ασκεί συμβουλευτικές δραστηριότες εμπορικού ή νομικού χαρακτήρα, πάντοτε για τον σκοπό της ιδρύσεως του εν λόγω εμπορικού σταθμού, όταν η δέσμη αυτή δραστηριοτήτων κατευθύνεται προς την ίδρυση ενός εμπορικού τηλεοπτικού σταθμού που προορίζεται να εκπέμπει, ιδίως, προς το έδαφος του πρώτου από τα εν λόγω κράτη και υπό την προϋπόθεση ότι η απαγόρευση για την οποία πρόκειται είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του πολυφωνικού και μη εμπορικού χαρακτήρα του συστήματος και ότι είναι ανάλογη σε σχέση προς τον σκοπό αυτό."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001 σ. 4.
(2) * ΕΕ L 178, σ. 5.
(3) * Staatsblad 1987, σ. 249.
(4) * Το Δικαστήριο έχει πράγματι αποφανθεί κατ' επανάληψη επί της ολλανδικής ρυθμίσεως σχετικά με τις εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων: βλ. τις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-4069), και C-288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouca (Συλλογή 1991, σ. Ι-4007). Βλ. επιπλέον, την απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Βond van Adverteerders (Συλλογή 1988, σ. 2085).
(5) * Οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 1986, για τροποποίηση της πρώτης οδηγίας της 11ης Μαΐου 1960 περί της εφαρμογής του άρθρου 67 της Συνθήκης (ΕΕ L 332, σ. 22).
(6) * ΕΕ L 298, σ. 23.
(7) * Απόφαση Collectieve Antennevoorziening Gouda, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 4, σκέψη 24, καθώς και απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 4, σκέψη 42.
(8) * Απόφαση κατά Κάτω Χωρών, προαναφερθείσα, σκέψη 17, και απόφαση Collectieve Antennevoorziening Gouda, προαναφερθείσα, σκέψη 13.
(9) * Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-204/90 Συλλογή 1992, σ. Ι-249, σκέψη 34).
(10) * Απόφαση Collectieve Antennevoorziening Gouda, προαναφερθείσα, σκέψη 23.
(11) * Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, (Racc. 1974, σ. 1299, σκέψη 13). Με το ίδιο πνεύμα, βλ. τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors (Racc. 1979, σ. 399) της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84 (Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 22) της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 130/88, Van de Bijl (Συλλογή 1989, σ. 3039, σκέψη 26).