ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 15ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
|
1. |
Στην υπό κρίση υπόθεση η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής 90/644/ΕΟΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (το Ταμείο) κατά το μέρος που αφορά τους λογαριασμούς τους οποίους υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με ορισμένους τομείς. |
|
2. |
Της υποθέσεως αυτής προηγήθηκε σειρά άλλων υποθέσεων με επίμαχο ζήτημα τις ενέργειες των ελληνικών αρχών κατά τη διαχείριση γεωργικών προϊόντων. Βλ. ιδίως υπόθεση C-259/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2845, υπόθεση C-334/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2849, υπόθεση C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3125, υπόθεση C-335/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2875, υπόθεση C-32/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1321, υπόθεση C-110/89, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1991, σ. I-2659, υπόθεση C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. Ι-2407 και υπόθεση C-385/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I-3225 Υπάρχει πάντως η προοπτική, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, ότι η σειρά αυτή θα τερματιστεί με την παρούσα υπόθεση. |
|
3. |
Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 και από το παράρτημα της επίδικης απόφασης (στο εξής: η προσβαλλομένη απόφαση), η δαπάνη με την οποία η προσφεύγουσα ήθελε να επιβαρύνει το Ταμείο στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών για το 1988 ήταν ύψους 169057420413 δραχμών. Από το ποσό αυτό η Επιτροπή αναγνώρισε ως χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο το ποσό των 167404485562 δραχμών, δεν αναγνώρισε δηλαδή το ποσό των 1652934851 δραχμών, το οποίο βαρύνει την προσφεύγουσα. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό περιλαμβάνει επιμέρους ποσά τα οποία η Επιτροπή όφειλε να αναγνωρίσει σε βάρος του Ταμείου. |
|
4. |
Πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τη διάρκεια διμερών συζητήσεων, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα σχετικά με τις διορθώσεις που επρόκειτο να επιφέρει στους λογαριασμούς της. Οι λόγοι για τη θέση που έλαβε η Επιτροπή διευκρινίζονται στη συνοπτική έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση λογαριασμών και για το οικονομικό έτος 1988, αποσπάσματα της οποίας επισυνάπτονται στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. |
|
5. |
Η Ελληνική Κυβέρνηση προέβαλε με την προσφυγή της οκτώ χωριστούς λόγους ακυρώσεως, πλην όμως κατά τη διάρκεια της δίκης παραιτήθηκε από δύο. Θα εξετάσω επομένως τους λοιπούς έξι. |
Α — Πώληση μαλακού σίτου: συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-259/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής
|
6. |
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε δεόντως προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-259/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2845. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο για το 1983 (απόφαση 87/368, ΕΕ 1987, L 195, σ. 43) κατά το μέρος που η Επιτροπή δεν αναγνώρισε σε βάρος του Ταμείου τη δαπάνη που δήλωσε η Ελλάδα για την πώληση δύο παρτίδων 30000 τόνων μαλακού σίτου. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή δέχθηκε να επιβαρύνει το Ταμείο στο πλαίσιο της εκκαθάρισης για το οικονομικό έτος 1988, με το ποσό των 596040000 δραχμών του έτους 1983. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή οφείλει να αναγνωρίσει σε βάρος του Ταμείου όλη τη δαπάνη που πραγματοποιήθηκε για την εν λόγω πώληση που ανήλθε σε 875015976 δραχμές με τους νόμιμους τόκους. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση κατά το μέρος που αναγνωρίζει το μικρότερο ποσό. Επικουρικώς η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι το μόνο ποσό που δεν πρέπει να αναγνωριστεί σε βάρος του Ταμείου είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πωλήσεως των δύο παρτίδων. Στην περίπτωση αυτή το μη αναγνωριζόμενο ποσό είναι 83340000 δραχμές και όχι 278975976 δραχμές, όπως υπολόγισε η Επιτροπή. |
|
7. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πραγματική τιμή στην οποία πωλήθηκαν οι δύο παρτίδες είναι 596040000 δραχμές και ότι σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, αυτό το ποσό πρέπει να επιστραφεί στην Ελλάδα. |
|
8. |
Κατά τη γνώμη μου, ο ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτός. Όπως τονίζει η Επιτροπή, θα όφειλε να πιστώσει την Ελλάδα με ολόκληρη τη δαπάνη για την πώληση των δύο παρτίδων μόνο αν η πώληση αυτή είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Στην υπόθεση C-259/87 το Δικαστήριο έκρινε ότι η πώληση των δύο παρτίδων δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου και κατά συνέπεια η Επιτροπή δικαιολογημένα δεν αναγνώρισε ένα ποσό ίσο με τη θεωρητική τιμή των παρτίδων, όπως υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2 του κανονισμού 3247/81 του Συμβουλίου (ΕΕ 1981, L 327, σ. 1) συν τη δαπάνη της αποσύρσεως τους από το σύστημα παρεμβάσεως. Το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι η άρνηση της Επιτροπής να αφαιρέσει από το εν λόγω θεωρητικό ποσό τα ποσά που εισπράχθηκαν από τις παράτυπες πωλήσεις είχε ως συνέπεια τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Ταμείου και ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής κατά το μέρος που δεν αναγνώρισε σε βάρος του Ταμείου «ποσό αντίστοιχο προς τα εισπραχθέντα ποσά κατά την πώληση δύο παρτίδων» (βλ. παράγραφο 1 του διατακτικού της αποφάσεως και σκέψη 27). Δεν αμφισβητείται ότι η πώληση των δύο παρτίδων απέδωσε 596040000 δραχμές. Επομένως, η Επιτροπή ορθώς επιβάρυνε το Ταμείο μόνο με αυτό το ποσό. |
|
9. |
Όσον αφορά την αξίωση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για αναγνώριση του εν λόγω ποσού εντόκως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατά πάγια πρακτική οι τόκοι δεν υπολογίζονται στις δοσοληψίες αυτού του είδους μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η πρακτική αυτή αποβαίνει συνολικώς υπέρ των κρατών μελών τα οποία πολύ συχνά κατέχουν παρανόμως και επί μεγάλα χρονικά διαστήματα μεγάλα κοινοτικά ποσά, τα οποία αφαιρούνται ατόκως από τις προκαταβολές των επομένων χρήσεων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν επιδίωξε να προσμετρήσει τόκους επί των ποσών με τα οποία η Ελλάδα παρανόμως επιβάρυνε το Ταμείο σε προηγούμενες χρήσεις. Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα αυτά είναι λυσιτελή και πρέπει να γίνουν δεκτά. Νομίζω επομένως ότι το αίτημα της προσφεύγουσας όσον αφορά τους τόκους πρέπει να απορριφθεί. |
|
10. |
Το συμπέρασμά μου είναι ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν εκτέλεσε δεόντως την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-259/87 είναι απορριπτέος. |
Β — Έξοδα αποθηκεύσεως πυρηνελαίου: συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου C-337/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής
|
11. |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, πατά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρέλειψε να εκτελέσει δεόντως την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-334/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2849 (όπως διορθώθηκε με Διάταξη του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1984 (απόφαση 87/468, ΕΕ 1987, L 262, σ. 23) κατά το μέρος που δεν αναγνώρισε τη δαπάνη που είχε δηλώσει η Ελλάδα για έξοδα αποθηκεύσεως μιας παρτίδας πυρηνελαίου για την περίοδο από 14 Μαρτίου μέχρι 7 Αυγούστου 1984. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή επιβάρυνε το Ταμείο, κατά την εκκαθάριση λογαριασμών για το 1988, με το ποσό των 9389270 δραχμών. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό δεν καλύπτει όλα τα έξοδα που φέρει κανονικά το Ταμείο και ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που δεν αναγνωρίζει σε βάρος του Ταμείου το ποσό των 4704109 δραχμών, το οποίο αντιπροσωπεύει έξοδα αποθηκεύσεως για 48 μέρες επιπλέον. |
|
12. |
Την αφετηρία της αξιώσεως αυτής αποτέλεσε η κατόπιν διαγωνισμού πώληση μιας παρτίδας ελαιολάδου από τα αποθέματα του ελληνικού οργανισμού παρεμβάσεως τον Ιούλιο του 1983. Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2960/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 221) ο υπερθεματιστής όφειλε να παραλάβει το έλαιο εντός 60ημερών από της κοινοποιήσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας. Απαντώντας σε ερώτηση των ελληνικών αρχών η Επιτροπή διευκρίνισε με τηλετύπημα της 8ης Νοεμβρίου 1983 ορισμένα σημεία σχετικά με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Στη συνέχεια, με τηλετύπημα της 20ής Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το Ταμείο θα κάλυπτε τα έξοδα αποθηκεύσεως της παρτίδας μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας παραδόσεως. Κατόπιν του τηλετυπήματος της 8ης Νοεμβρίου 1983 η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε πλέον να υπάρξει ουδεμία αβεβαιότητα ως προς την έννοια των επ του κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, με την απόφαση της για την εκκαθάριση των λογαριασμών του έτους 1984η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει σε βάρος του Ταμείου τα έξοδα αποθηκεύσεως από 1ης Φεβρουαρίου 1984 (δηλαδή από την αρχή του μήνα που ακολούθησε την εκπνοή της προθεσμίας των 60ημερών, η οποία υπολογίστηκε με αφετηρία το τηλετύπημα της 8ης Νοεμβρίου) μέχρι την παράδοση του ελαίου, τον Οκτώβριο του 1984. Ωστόσο στην υπόθεση C-334/87 το Δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις δεν ήταν σαφείς ως προς το αν ο αγοραστής έπρεπε να συστήσει ασφάλεια και πατά συνέπεια ότι η προσφεύγουσα δικαιολογημένα δεν συνέχισε τη συναλλαγή μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει θέση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα έξοδα αποθηκεύσεως για την περίοδο από 14 Μαρτίου, οπότε οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν τη σχετική ερώτηση επί του θέματος αυτού, μέχρι τις 7 Αυγούστου, οπότε η Επιτροπή έδωσε την απάντηση της, βαρύνουν το Ταμείο. |
|
13. |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αφετηρία της προθεσμίας των 60ημερών πρέπει να προσδιοριστεί σε σχέση με το τηλετύπημα της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πρέπει να επιβαρυνθεί με τα έξοδα αποθηκεύσεως από 18 Φεβρουαρίου και όχι από 1ης Φεβρουαρίου, όπως υπολόγισε η Επιτροπή. Το Δικαστήριο πάντως απέρριψε ρητά στη σκέψη 48 της αποφάσεως του τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με την περίοδο μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου και 14ης Μαρτίου 1984. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος. |
|
14. |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση σχετικά με τα έξοδα αποθηκεύσεως δόθηκε στις 9 Αυγούστου και όχι στις 7 Αυγούστου, όπως αναφέρει η απόφαση του Δικαστηρίου. Είναι όμως φανερό ότι με το επιχείρημα αυτό, το οποίο δεν στηρίζεται με κανένα αποδεικτικό στοιχείο, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση αλλά την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως πρέπει να απορριφθεί. |
|
15. |
Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η Επιτροπή επιβάρυνε το Ελληνικό Δημόσιο με τα έξοδα αποθηκεύσεως για 124 μέρες αντί για 76 μέρες όπως όφειλε, προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα όμως δεν προσκομίζει απόδειξη προκειμένου να αντικρούσει τους υπολογισμούς της Επιτροπής, σύμφωνα με τους οποίους το Ελληνικό Δημόσιο επιβαρύνθηκε με τα έξοδα αποθηκεύσεως όπως προβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως και αυτό το επιχείρημα είναι απορριπτέο. |
|
16. |
Το συμπέρασμά μου είναι ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν εκτέλεσε ορθά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-334/87 δεν πρέπει να γίνει δεκτός. |
Γ — Επιστροφές λόγω εξαγωγής για ζωοτροφές
|
17. |
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέτρο που δεν αναγνωρίζει σε βάρος του Ταμείου το ποσό των δραχμών 869296279 ως δαπάνες για επιστροφές λόγω εξαγωγής ζωοτροφών. Για να δικαιολογήσει την απόρριψη αυτή η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις C-35/88, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3125 και C-32/89, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1321. Στην υπόθεση C-35/88 το Δικαστήριο έκρινε βάσει αδιάσειστων στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή ότι μεταξύ του 1981 και του 1984η ΚΥΔΕΠ (Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων) παρενέβαινε στον τομέα των δημητριακών ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, το οποίο και κάλυπτε τα ελλείμματά της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Στην υπόθεση C-32/89, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ήλεγχε τις ενέργειες της ΚΥΔΕΠ και κάλυπτε τα ελλείμματα της και κατά το οικονομικό έτος 1986. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη για το ότι έχει μεταβληθεί η σχέση μεταξύ του Δημοσίου και της ΚΥΔΕΠ. Αντιθέτως, σύμφωνα με μια έκθεση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος της 26ης Ιανουαρίου 1990 σχετικά με τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ, η υπηρεσία αυτή είχε κατά το 1988 έλλειμμα (όπως και κατά τα οικονομικά έτη 1985 έως 1987) λόγω της δραστηριότητας που ανέπτυξε στον τομέα των ζωοτροφών. Το έλλειμμα αυτό χαρακτηρίζεται στα βιβλία της ΚΥΔΕΠ ως «απαίτηση από το Δημόσιο». Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε να της επιτρέψει, όπως ζήτησε επανειλημμένα, να διενεργήσει διοικητικό και λογιστικό έλεγχο στην ΚΥΔΕΠ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αφού δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει αν οι επιστροφές λόγω εξαγωγής ζωοτροφών πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο, δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση παρά να απορρίψει ολόκληρο το ποσό για το 1988. |
|
18. |
Η προσφεύγουσα αναπτύσσει ορισμένα επιχειρήματα για να αντικρούσει την απόρριψη αυτή. Πρώτον, υποστηρίζει ότι κάθε οικονομικό έτος είναι αυτοτελές. Οι αποδείξεις που αφορούν προηγούμενα οικονομικά έτη δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση της αναγνωρίσεως δαπανών που πραγματοποιήθηκαν το 1988. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις C-35/88 και C-32/88 αφορούσαν προηγούμενα οικονομικά έτη, ενώ η υπό κρίση διαφορά αναφέρεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το 1988 το Ελληνικό Δημόσιο δεν επιδότησε τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ στον τομέα των ζωοτροφών. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού η προσφεύγουσα προσκομίζει το από 24 Ιανουαρίου 1991 έγγραφο του γενικού διευθυντή της ΚΥΔΕΠ προς το Υπουργείο Γεωργίας. Προσκομίζει επίσης αντίγραφο της εκθέσεως λογαριασμών ισολογισμού για το 1988 και απόσπασμα της ετησίας εκθέσεως των οικονομικών υπηρεσιών της ΚΥΔΕΠ. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόρριψη του εν λόγω ποσού στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «κρατική ενίσχυση». Παρατηρεί δε ότι η μνημονευόμενη στην έκθεση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ως απαίτηση της ΚΥΔΕΠ από το Δημόσιο δεν αποτελεί «κρατική ενίσχυση» κατά την έννοια 92 της Συνθήκης. |
|
19. |
Πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι με τα υπομνήματα που κατέθεσε στην υπόθεση C-35/88, η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνώρισε η ίδια ότι οι επιδοτήσεις που χορηγούνται στην ΚΥΔΕΠ αποτελούν κρατικές ενισχύσεις. Επί της βάσεως αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα σχέδια ενισχύσεων προς την ΚΥΔΕΠ για την αγορά και την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράφραφος 3 της Συνθήκης. Όπως προανέφερα, στην υπόθεση C-32/89 το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρακτική αυτή εξακολούθησε και κατά το οικονομικό έτος 1986: βλ. επίσης υπόθεση C-61/90, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, όπ.π. Είναι δηλαδή σαφές ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ καλύπτονταν επί σειρά ετών με κρατικούς πόρους. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η ΚΥΔΕΠ είχε ελλείμματα λόγω της δραστηριότητας που ανέπτυξε στον τομέα των ζωοτροφών κατά το 1988 ούτε ότι τα ελλείμματα αυτά χαρακτηρίστηκαν ως «απαίτηση από το Δημόσιο» στον ισολογισμό της ΚΥΔΕΠ, αλλά όπως προανέφερα, υποστηρίζει ότι το Δημόσιο δεν επιδότησε καμιά δραστηριότητα της ΚΥΔΕΠ στον εν λόγω τομέα κατά το έτος εκείνο. Νομίζω όμως ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν κάλυψε το εν λόγω έλλειμμα της ΚΥΔΕΠ, αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ΚΥΔΕΠ δεν παρενέβη στην αγορά ζωοτροφών κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και κατά το διάστημα το οποίο αφορά η προσβαλλομένη απόφαση. Αν ληφθεί υπόψη η πάγια πρακτική των προηγουμένων ετών, η μνεία στον ισολογισμό της ΚΥΔΕΠ των «απαιτήσεων από το Δημόσιο» σημαίνει ότι το έλλειμμα της ΚΥΔΕΠ εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως οικονομική ευθύνη του Δημοσίου και αποτελεί ισχυρή ένδειξη του ότι η ΚΥΔΕΠ συνεχίζει να παρεμβαίνει στον τομέα των ζωοτροφών, εκτελώντας οδηγίες του Δημοσίου και προσδοκώντας ότι οι ζημίες της θα καλυφθούν με κρατικούς πόρους. |
|
20. |
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, με έγγραφο της 3ης Απριλίου 1990 η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι πρόθυμη να τροποποιήσει το ποσό που δεν αναγνωρίζει αν οι ελληνικές αρχές προσκομίσουν σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία και επιτρέψουν στην Επιτροπή να διενεργήσει έλεγχο στην ελληνική αγορά ζωοτροφών και στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης με το εν λόγω έγγραφο να παρασχεθούν τα σχετικά στοιχεία και να δοθεί η έγκριση για τη διεξαγωγή ελέγχου μέχρι τις 30 Απριλίου 1990 ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προχωρήσει στην εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1988 τηρώντας το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Με έγγραφο της 4ης Μαΐου 1990 η Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε να επιτρέψει τον έλεγχο με την αιτιολογία ότι η ΚΥΔΕΠ αποτελεί οργανισμό ιδιωτικού δικαίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-35/88 ότι η προσφεύγουσα, αρνούμενη να κοινοποιήσει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία της ΚΥΔΕΠ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τον Μάρτιο του 1991 κάλεσε την Επιτροπή να διενεργήσει έλεγχο σχετικά με την ΚΥΔΕΠ. Παρατηρεί δε ότι αν ο έλεγχος αυτός είχε διεξαχθεί τον Ιούνιο του 1991, όπως συμφώνησε αρχικά η Επιτροπή, η προσφεύγουσα θα ήταν σε θέση να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Ωστόσο, η Επιτροπή ισχυρίζεται, και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν την αντικρούει, ότι οι ελληνικές αρχές ζήτησαν ρητά να γίνει ο έλεγχος για τα επόμενα οικονομικά έτη και όχι για το έτος που αφορούσε η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος. |
|
21. |
Βάσει των σχετικών αποδείξεων, φρονώ συνεπώς ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι η δαπάνη την οποία δήλωσε η προσφεύγουσα για επιστροφές λόγω εξαγωγής ζωοτροφών και για το οικονομικό έτος 1988 πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, ορθώς δεν ενέκρινε το σχετικό ποσό. |
|
22. |
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει περαιτέρω ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι άκυρη λόγω σχετικής ελλείψεως αιτιολογίας και λόγω παραβιάσεως του «δικαιώματος υπερασπίσεως», δηλαδή του δικαιώματος της Ελληνικής Κυβερνήσεως να διατυπώσει την άποψή της. Όπως όμως προκύπτει σαφώς από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, η Επιτροπή διευκρίνισε τους λόγους της μη εγκρίσεως του εν λόγω ποσού ενώ η προσφεύγουσα συμμετέσχε ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της συνοπτικής εκθέσεως και της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Αυτό προκύπτει σαφώς μετάξι άλλων από το έγγραφο της 3ης Απριλίου 1990 και το τηλετύπημα της 16ης Ιουνίου 1990 της Επιτροπής προς την Ελληνική Κυβέρνηση. Εξάλλου, λόγω του ότι η αντιδικία σχετικά με την οικονομική σχέση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΚΥΔΕΠ εκκρεμεί επί αρκετά έτη και αποτέλεσε το αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Δικαστηρίου, το επιχείρημα ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της άμυνας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. |
|
23. |
Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή γνωστοποίησε αρχικά ότι το μη εγκρινόμενο ποσό είναι 8200000 δραχμές, στη συνέχεια όμως το αύξησε σε 869296279 δραχμές χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Όπως όμως προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία, το εν λόγω ποσό των 8200000 δραχμών οφείλεται σε λάθος που εμφανίζεται μόνο στο ελληνικό κείμενο του από 3ης Απριλίου 1990 εγγράφου της Επιτροπής προς την Ελληνική Κυβέρνηση. Το ορθό ποσό γνωστοποιήθηκε στην Ελλάδα με το από 16 Ιουνίου 1990 τηλετύπημα. Επιπλέον η Επιτροπή έστειλε στις 3 Αυγούστου 1990 διορθωμένο αντίγραφο του ελληνικού κειμένου της επιστολής. Συνεπώς το επιχείρημα αυτό είναι επίσης απορριπτέο. |
|
24. |
Το συμπέρασμά μου είναι ότι η αιτίαση της προσφεύγουσας σχετικά με τη μη έγκριση των δαπανών για επιστροφές λόγω εξαγωγών στις ζωοτροφές πρέπει να απορριφθεί. |
Δ — Εισφορά συνυπευθυνότητας στα σιτηρά
|
25. |
Η προσφεύγουσα ζητεί επίσης την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που δεν εγκρίνει το ποσό των 215156000 δραχμών για εισφορά συνυπευθυνότητας στα σιτηρά. Αρχικά η αιτίαση αυτή της προσφεύγουσας περιελάμβανε τρεις περιπτώσεις και συγκεκριμένα την εκπρόθεσμη είσπραξη της εισφοράς, την τροποποίηση των στατιστικών στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή στο Eurostat και τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλομένη απόφαση θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της Κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Επιτροπή συμφώνησε να επιφέρει διόρθωση στην εκκαθάριση λογαριασμών για το 1989 ώστε να λάβει υπόψη το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως, οι δε διάδικοι συμφώνησαν να εξετάσουν το τρίτο σκέλος στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1990. Επομένως, οι διάδικοι εξακολουθούν να αντιδικούν μόνο ως προς τα στατιστικά στοιχεία που παρέσχε η Ελλάδα στο Eurostat. |
|
26. |
Η μέθοδος την οποία χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να ελέγχει την είσπραξη της εισφοράς συνυπευθυνότητας από τα κράτη μέλη εξετάστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-385/89, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, απόφαση της 20ής Μαΐου 1992. Κατά τα ουσιώδη, η μέθοδος στηρίζεται σε στατιστικά στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη στο Eurostat. Η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλομένη άρνηση εγκρίσεως στα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από το Eurostat στις 6 Δεκεμβρίου 1989. Αρνήθηκε δε να λάβει υπόψη τα αναθεωρημένα στοιχεία που υπέβαλε η Ελλάδα στις 6 Φεβρουαρίου 1990. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα πρώτα στατιστικά στοιχεία ήταν απλώς προσωρινά, ενώ τα κοινοποιηθέντα στη συνέχεια ήταν οριστικά. Παρατηρεί δε ότι η διάκριση μεταξύ προσωρινών και οριστικών στατιστικών στοιχείων γίνεται ευρέως αποδεκτή και είναι λογικό να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ αυτών. Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της Επιτροπής να δεχθεί τη δεύτερη κατηγορία στοιχείων ήταν παράνομη. |
|
27. |
Θα υπενθυμίσω ότι παρόμοιο επιχείρημα ανέπτυξε η προσφεύγουσα στην υπόθεση C-385/89 σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη τα διορθωμένα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν στο Eurostat για την εκκαθάριση των λογαριασμών του 1987. Το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 14 της αποφάσεως: ( 1 ) «Επ' αυτού πρέπει να σημειωθείο ότι σε περιπτώσει όπως η προκειμένη, όπου οι εθνικές αρχές τροποποιούν εκ των υστέρων και δη σημαντικά ορισμένα στατιστικά στοιχεία που είναι αποφασιστικής σημασίας για τον υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας, φέρουν το βάρος να παράσχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν τη μεταβολή αυτή.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η πρώτη σειρά στατιστικών στοιχείων διαβιβάστηκε περισσότερο από ένα έτος μετά τη συγκομιδή των ποσοτήτων των δημητριακών τα οποία αφορούσε. Από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε στην Επιτροπή όταν παρέσχε τα στοιχεία αυτά ότι ήταν προσωρινά. Νομίζω επομένως ότι η Επιτροπή ορθώς τα θεώρησε οριστικά. Η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δείχνει την αιτία των διορθώσεων ή το ότι τα νέα στατιστικά στοιχεία είναι περισσότερο αξιόπιστα. Συνεπώς, η Επιτροπή ορθώς αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα νέα στοιχεία. |
|
28. |
Επιπροσθέτως, δεν αντιλαμβάνομαι πώς τα νέα αυτά στοιχεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν την προσφεύγουσα. Η Επιτροπή προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία, τα οποία, σε συνδυασμό με τα νέα στατιστικά στοιχεία, αυξάνουν κατά 21000 τόνους την ποσότητα των δημητριακών για τα οποία έπρεπε να εισπραχθεί εισφορά συνυπευθυνότητας. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον αριθμό αυτό, πλην όμως δεν απέδειξε, ούτε βάσει των δικών της υπολογισμών, ότι η εν λόγω ποσότητα δεν αυξήθηξε. Δεν απέδειξε δηλαδή κατά ποίο τρόπο τα νέα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλε·υπαγορεύουν μείωση του ποσού που δεν εγκρίθηκε. |
|
29. |
Το συμπέρασμά μου είναι ότι η αιτίαση κατά της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την εισφορά συνυπευθυνότητας στα σιτηρά είναι απορριπτέα. |
Ε — Κατάπτωση εγγυήσεως πωλήσεως κρέατος
|
30. |
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που δεν εγκρίνει το ποσό των 245233 δραχμών λόγω λανθασμένου υπολογισμού της εγγυήσεως που κατέβαλε η ελληνική εταιρία «Θράκη Α.Ε.» για την πώληση κρέατος παρεμβάσεως. |
|
31. |
Ο κανονισμός της Επιτροπής 2182/77 θέτει λεπτομερείς κανόνες για την πώληση κατεψυγμένων βοείων κρεάτων τα οποία προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως και προορίζονται για μεταποίηση εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98). Το άρθρο 4 προβλέπει ότι πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως ο υποψήφιος αγοραστής καταθέτει εγγύηση που σκοπεί να εξασφαλίσει ότι τα προϊόντα θα μεταποιηθούν. Από τα υπομνήματα των διαδίκων προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές ειδοποίησαν την εταιρία Θράκη Α.Ε., που είχε αγοράσει βόειο κρέας παρεμβάσεως αλλά δεν το μεταποίησε εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ότι, λόγω της παραλείψεως αυτής, θα κατέπυιτε ολόκληρο το ποσό της εγγυήσεως που είχε συστήσει (868909 δραχμές). Ξστερα από διαμαρτυρία της εταιρίας η Επιτροπή έστειλε στον ελληνικό οργανισμό παρεμβάσεως το από 20 Νοεμβρίου 1987 έγγραφο στο οποίο αναφέρει: «Οι υπηρεσίες της Επιτροπής σημειώνουν ότι ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως σωστά εφαρμόζει τις διατάξεις του κανονισμού 2182/87. Ωστόσο η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή η αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, υπό τον όρο ότι θα επιβεβαιωθεί η πλήρωση της κύριας προϋπόθεσης, δηλαδή της μεταποιήσεως κρέατος, η κατάπτωση της εγγυήσεως μπορεί να υπολογιστεί εκ νέου βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 3 του κανονισμού 2182/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1709/87». Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, βάσει του εγγράφου αυτού, ο οργανισμός παρεμβάσεως μείωσε το αρχικό ποσό της καταπτώσεως σε 623676 δραχμές. Η Επιτροπή όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη διαφορά μεταξύ του αρχικού και του μειωθέντος ποσού σε βάρος του Ταμείου. Η Ελλάδα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που δεν εγκρίνεται το ποσό αυτό. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό της Επιτροπής 2182/77 σε συνδυασμό με τον κανονισμό της Επιτροπής 2220/85 (ΕΕ 1985, L 205, σ. 5), η εγγύηση δεν ελευθερώνεται αν δεν πληρωθούν δύο προϋποθέσεις: πρώτον, πρέπει να ολοκληρωθεί η μεταποίηση του κρέατος και, δεύτερον, να διενεργηθεί έλεγχος εντός της τασσομένης προθεσμίας μετά τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι συμβάσεις πωλήσεως υπογράφηκαν στις 12 Απριλίου 1986, αλλά, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου της 27ης Ιανουαρίου 1988, ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1988, δηλαδή πολύ καιρό μετά την παρέλευση της προθεσμίας. Η Επιτροπή συνάγει ότι δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι, όταν απέστειλε το προαναφερθέν έγγραφο στον ελληνικό οργανισμό παρεμβάσεως, δεν είχε πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών. Ισχυρίζεται δε ότι η προσφεύγουσα παρερμήνευσε την πρόταση της. Κατά την Επιτροπή, η πραγματική έννοια του εγγράφου ήταν ότι η ίδια θα ήταν διατεθειμένη να δεχθεί την ελευθέρωση της εγγυήσεως αν είχαν πληρωθεί οι δύο προϋποθέσεις, ακόμη και αν ελάμβανε εκπροθέσμως τα σχετικά παραστατικά έγγραφα. |
|
32. |
Δεν νομίζω ότι το έγγραφο της Επιτροπής μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον τρόπο που προτείνει ήδη η Επιτροπή. Είναι ευκολότερο να ερμηνευθεί το έγγραφο κατά την έννοια ότι επιτρέπει στον ελληνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβεί σε νέο υπολογισμό του ποσού της εγγυήσεως υπό μόνο τον όρο ότι το κρέας έχει πράγματι μεταποιηθεί. Καίτοι οι απαιτήσεις του κοινοτίκού δικαίου δεν τηρήθηκαν πλήρως, όπως η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε, υπήρχαν πάντως αμφιβολίες σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Συνεπώς, έχω τη γνώμη ότι η Ελληνική Κυβέρνηση ευλόγως μείωσε το ποσό της καταπεσούσας εγγυήσεως βάσει του εν λόγω εγγράφου. |
|
33. |
Το συμπέρασμά μου είναι ότι η αιτίαση της προσφεύγουσας σχετικά με τον υπολογισμό της εγγυήσεως που κατέθεσε η εταιρία Θράκη Α.Ε. πρέπει να γίνει δεκτή. |
ΣΤ — Ποιότητα καπνών αποθεματοποιημένων στην παρέμβαση
|
34. |
Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1987η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει σε βάρος του Ταμείου τις δαπάνες τις σχετικές με τις ευρισκόμενες στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως ποσότητες καπνών της ποικιλίας burley και καπνών ανατολικού τύπου με την αιτιολογία ότι οι ποικιλίες αυτές δεν εμφάνιζαν τις συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές. Η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως για την εκκαθάριση των λογαριασμών όσον αφορά αυτό το σημείο. Με την απόφαση στην υπόθεση C-3 85/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή. Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1988η Επιτροπή επέφερε διόρθωση ύψους 528931426 δραχμών για τις ποσότητες καπνού της ποικιλίας burley και ανατολικού τύπου που είχαν πωληθεί το 1988. Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που την επιβαρύνει με τη δημοσιονομική διόρθωση, για δύο λόγους: πρώτον, για τον λόγο ότι κατά τον έλεγχο που προηγήθηκε της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1987η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας της δεύτερον, για τον λόγο ότι η δημοσιονομική διόρθωση αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. |
|
35. |
Σχετικά με τον πρώτο λόγο, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μέθοδος δειγματοληψίας που ακολούθησε η Επιτροπή κατά τους ελέγχους που προηγήθηκαν της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1987 δεν ήταν η κατάλληλη και έρχεται σε αντίθεση με τη διεθνώς εφαρμοζόμενη. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού η προσφεύγουσα επικαλείται την από 18 Δεκεμβρίου 1988 έκθεση ενός εκπροσώπου του ελληνικού οργανισμού καπνού που ήταν παρών κατά τη διάρκεια των ελέγχων της Επιτροπής. Η προσφεύγουσα παρατηρεί επίσης ότι η ανάλυση των δειγμάτων από το εργαστήριο SEITΑ στο Bergerac είχε ευνοϊκότερα αποτελέσματα από τα αποτελέσματα της αναλύσεως της Επιτροπής όσον αφορά την ποιότητα του καπνού. Κατά των επιχειρημάτων αυτών αρκεί να σημειωθεί ότι με την απόφαση στην υπόθεση C-385/89 το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, ότι δηλαδή οι μέθοδοι δειγματοληψίας που ακολούθησε η Επιτροπή δεν ήταν οι κατάλληλες. Επιπλέον το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εν λόγω ποικιλίες καπνού πληρούσαν τις συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές. Επομένως, το σχετικό επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί. |
|
36. |
Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συνοπτική έκθεση που προηγήθηκε της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1987 δεν διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότηυα δημοσιονομικής διορθώσεως στο μέλλον. Επομένως η εκκαθάριση των λογαριασμών ήταν οριστική και η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να επιφέρει διόρθωση εκ των υστέρων, δηλαδή στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1988. |
|
37. |
Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά την εκκαθάριση λογαριασμών για το 1987η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα καπνά της ποικιλίας burley και ορισμένες ποσότητες καπνών ανατολικού τύπου που βρίσκονταν στην παρέμβαση δεν πληρούσαν τις συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές. Όπως προανέφερα, το Δικαστήριο δέχθηκε τη διαπίστωση αυτή στην υπόθεση C-385/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής. Αναγκαία συνέπεια της διαπιστώσεως αυτής ήταν ότι για τον υπολογισμό της ποσότητας καπνών που εξήλθε του συστήματος παρεμβάσεως κατά το 1988η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τις πωλήσεις καπνών που δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προδιαγραφές και επομένως δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά στην παρέμβαση. Το στοιχείο ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε επιφύλαξη κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1987 δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της άρνησης εγκρίσεως. Η έλλειψη επιφυλάξεως τότε μόνο θα είχε κάποια σημασία αν η Επιτροπή επανεξέταζε λογαριασμούς που είχαν ήδη εκκαθαριστεί. Εν προκειμένω η δημοσιονομική διόρθωση έγινε στους λογαριασμούς του 1988 και αφορούσε ποσότητες καπνών που πωλήθηκαν εκείνο το έτος. Δεν είχε αναδρομικό χαρακτήρα. Δεν νομίζω ότι εν προκειμένω οι ενέργειες της Επιτροπής παραβίασαν τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. |
|
38. |
Το συμπέρασμα μου είναι ότι η αιτίαση της προσφεύγουσας σχετικά με την ποιότητα των καπνών παρεμβάσεως είναι απορριπτέα. |
Γενικές παρατηρήσεις
|
39. |
Θα πρέπει ίσως να τονίσω και πάλι στο σημείο αυτό το καθήκον των κρατών μελών να συνεργάζονται με την Επιτροπή, όπως προβλέπει το άρθρο 5 της Συνθήκης, προκειμένου να γίνεται καλή χρησιμοποίηση των κοινοτικών πόρων. Όπως παρατήρησα στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-32/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1321, παράγραφος 52 έως 54, τα κράτη μέλη, κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως τους να μεριμνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων, ενεργούν στην ουσία ως διαχειριστές του Ταμείου και υπό την ιδιότητα αυτή έχουν το καθήκον να φροντίζουν ώστε η δαπάνη να πραγματοποιείται, όσο είναι δυνατό, υπό συνθήκες διαφάνειας. |
|
40. |
Η σειρά των υποθέσεων που μνημόνευσα στην παράγραφο 4 ανωτέρω, οι οποίες αφορούν τις ενέργειες των ελληνικών αρχών, πήγασαν εν μέρει από τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπισε η Επιτροπή όσον αφορά τη συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών από τις εν λόγω αρχές, η δε υπό κρίση υπόθεση αναδεικνύει για μια φορά ακόμα τις δυσκολίες που προκύπτουν από την έλλειψη της κατάλληλης ενημέρωσης. Ειδικότερα οι δραστηριότητες και οι ενέργειες της ΚΥΔΕΠ καθώς και οι σχέσεις της με το Ελληνικό Δημόσιο υπήρξαν κάθε άλλο παρά διαφανείς. |
|
41. |
Υπό τις συνθήκες αυτές δίνει λαβή για ικανοποίηση η δήλωση της Επιτροπής, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι δηλαδή η Ελλάδα αποδέχθηκε πρόσφατα τον έλεγχο της ΚΥΔΕΠ από τους ελεγκτές του ΕΓΤΠΕ και ότι διενεργήθηκαν ήδη δύο έλεγχοι. Η Επιτροπή μάλιστα δήλωσε ότι εγκαινιάζεται μια νέα εποχή στις σχέσεις Ελλάδας και Κοινότητας όσον αφορά τη διαχείριση της κοινής αγροτικής πολιτικής, η οποία δεν μπορεί παρά να έχει ευνοϊκά αποτελέσματα για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μηδέ του Δικαστηρίου εξαιρουμένου, δεδομένου ότι αναμένεται να μειωθούν σημαντικά οι πιθανότητες αντιδικίας μεταξύ της Επιτροπής και της Ελλάδας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Δημοκρατίας δήλωσε ότι έχει την εντύπωση ότι είναι η τελευταία φορά που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ασήμαντα ζητήματα όπως τα επίδικα και εξέφρασε την ελπίδα ότι στο μέλλον οι διαφορές αυτού του είδους θα λύνονται με διαβουλεύσεις με την Επιτροπή. |
|
42. |
Το Δικαστήριο μπορεί να εκφράσει την ικανοποίηση του για τις εξελίξεις αυτές. |
Πρόταση
|
43. |
Στην υπό κρίση υπόθεση κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή μόνο ως προς ένα σημείο. Αφού κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα άλλα κεφάλαια, η προσφεύγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. |
|
44. |
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
|
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στην αγγλική.