ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ
της 21ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-23/90 R,
Automobiles Peugeot SA,
και
Peugeot SA με έδρα το Παρίσι, εκπροσωπούμενες από τον Xavier de Roux, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jacques Bourgeois, επικουρούμενο από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Ecosystem με έδρα τη Rouen ( Γαλλία ), εκπροσωπούμενη από τους Collin, δικηγόρο Παρισιού, και Decker, δικηγόρο Λουξεμβούργου, τον οποίο διόρισε και αντίκλητο στο Λουξεμβούργο, 16, avenue Marie-Thérèse,
και το
Bureau européen des unions des consommateurs (BEUC), διεθνές σωματείο βελγικού δικαίου με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενο από τους Bentley και Αδαμαντό-πουλο του δικηγορικού γραφείου Stanbrook and Hooper, Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο Stanbrook and Hooper, 3, rue Thomas Edison,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Μαρτίου 1990 σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/33.157 Ecosystem/Peugeot — προσωρινά μέτρα),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
|
1 |
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 24 Απριλίου 1990, οι εταιρίες Automobiles Peugeot SA και Peugeot SA άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Μαρτίου 1990 σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ ( IV/33.157 Ecosystem/Peugeot — προσωρινά μέτρα ). |
|
2 |
Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα, οι ανωτέρω εταιρίες υπέβαλαν επίσης, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούν την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης απόφασης. |
|
3 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Μαΐου 1990 η εταιρία Ecosystem ζήτησε να της επιτραπεί να παρέμβει στην υπόθεση Τ-23/90 R υπέρ της καθής. |
|
4 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Μαΐου 1990, το Bureau européen des unions de consommateurs ( BEUC ) ζήτησε επίσης να του επιτραπεί να παρέμβει στην υπόθεση Τ-23/90 R υπέρ της καθής. |
|
5 |
Με Διάταξη του προέδρου του Πρωτοδικείου της 11ης Μαΐου 1990 επετράπη στην Ecosystem και στο BEUC να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. |
|
6 |
Η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως αναστολής στις 10 Μαΐου 1990. Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις στις 16 Μαΐου 1990. |
|
7 |
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αίτησης αναστολής, πρέπει να υπομνηστεί εν συντομία το πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και, ειδικότερα, τα διάφορα πραγματικά στοιχεία που οδήγησαν την Επιτροπή στην έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινών μέτρων της οποίας την αναστολή ζητούν οι προσφεύγουσες. |
|
8 |
Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε στην Επιτροπή η εταιρία Ecosystem στις 19 Απριλίου 1989, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η Peugeot SA και η θυγατρική της στο Παρίσι, Automobiles Peugeot SA, παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον από τον Μάρτιο του 1989 παρεμπόδισαν στο Βέλγιο και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου την άσκηση της δραστηριότητας της Ecosystem ως εντολοδόχου ενεργούσας για λογαριασμό των γάλλων τελικών καταναλωτών που προτίθενται να αγοράσουν οχήματα Peugeot μέσω της Ecosystem. |
|
9 |
Η καταγγελία στρεφόταν αρχικά κατά της εταιρίας Automobiles Peugeot SA, που εθεωρείτο υπεύθυνη για την προαναφερθείσα παρεμπόδιση, καθώς και κατά τριών εξουσιοδοτημένων μεταπωλητών της στο Βέλγιο, λόγω του ότι οι τελευταίοι δεν εκτελούσαν τις συμβάσεις πωλήσεως που είχαν συναφθεί μέσω της Ecosystem. Εν τω μεταξύ, η εταιρία Peugeot SA κυκλοφόρησε στις 9 Μαΐου 1989 εγκύκλιο με την οποία ζητούσε από τους αντιπροσώπους και εξουσιοδοτημένους μεταπωλητές τους στη Γαλλία, στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο να αναστείλουν τις παραδόσεις τους προς την Ecosystem και να μη δέχονται πλέον παραγγελίες νέων οχημάτων σήματος Peugeot προερχόμενες από την εν λόγω εταιρία, είτε αυτή ενεργεί για δικό της λογαριασμό είτε για λογαριασμό των εντολέων της. |
|
10 |
Η Ecosystem ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να διατάξει προσωρινά μέτρα για να θέσει τέρμα στη σοβαρή ζημία που προέκυπτε από τα προαναφερθέντα εμπόδια, ιδίως από την εγκύκλιο της 9ης Μαΐου 1989. |
|
11 |
Με απόφαση της 26ης Μαρτίου 1990, και μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας που κινήθηκε κατόπιν της καταγγελίας της Ecosystem, η Επιτροπή διέταξε τις προσφεύγουσες, επ' απειλή χρηματικής ποινής, να απευθύνουν εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων, σε όλους τους αντιπροσώπους και πράκτορες τους έγγραφο αναστέλλον την εκτέλεση της εγκυκλίου της 9ης Μαΐου 1989 και καθόρισε την ποσόστωση — 1211 οχήματα ετησίως που δεν μπορούν να υπερβούν τα 150 μηνιαίως — των συναλλαγών που θα μπορεί να πραγματοποιήσει η Ecosystem, για λογαριασμό των πελατών της και βάσει προηγούμενης γραπτής εντολής, με το δίκτυο Peugeot και στις οποίες δεν θα μπορούν να αντιταχθούν οι προσφεύγουσες. Η Επιτροπή διέταξε επίσης τις προσφεύγουσες να δώσουν εντολή στα εξουσιοδοτημένα μέλη του δικτύου τους στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον αριθμό και τους τύπους των οχημάτων που πωλούνται μέσω της Ecosystem. |
|
12 |
Στην αιτιολογία της αποφάσεως της η Επιτροπή δικαιολογεί τη θέσπιση προσωρινών μέτρων με τη σκέψη ότι, βάσει αβέβαιων πραγματικών περιστατικών, η παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, είναι αρκετά πιθανή και ότι μπορούν να προκληθούν σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες στην Ecosystem, αν δε διαταχθούν συντηρητικά μέτρα και, επομένως, υπάρχει επείγουσα ανάγκη λήψεως τέτοιων μέτρων. |
|
13 |
Η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει τον ετήσιο όγκο των συναλλαγών που θα μπορεί να πραγματοποιεί η Ecosystem με το δίκτυο Peugeot, στηρίχθηκε στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της 9ης Μαΐου 1989, ημερομηνία αποστολής της ανωτέρω εγκυκλίου της Peugeot. Ο έλεγχος των συναλλαγών αυτών θα γίνεται με « διπλή ανακοίνωση, αφενός, εκ μέρους των οικείων αντιπροσώπων προς την Επιτροπή — που θα ενημερώνει την Peugeot χωρίς να αποκαλύπτει την ταυτότητα των αγοραστών — και, αφετέρου, εκ μέρους της Ecosystem, που θα ενημερώνει παράλληλα την Επιτροπή, σύμφωνα με την ανειλημμένη υποχρέωση ενημερώσεως αιτήσει της Επιτροπής » ( βλέπε παραγράφους 1 και 3, σ. 18 της αποφάσεως ). |
Νομικό μέρος
|
14 |
Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο δύναται να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του. |
|
15 |
Το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου που εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου μέχρις ενάρξεως της ισχύος του δικού του κανονισμού διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 11, τρίτο εδάφιο, της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου, προβλέπει ότι οι αιτήσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 186 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας. |
|
16 |
Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες, προς στήριξη της αιτήσεως τους, ισχυρίζονται ότι τα προσωρινά μέτρα που αποφάσισε η Επιτροπή:
|
|
17 |
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στη Διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1980, Camera Care κατά Επιτροπής (792/79 R, Rec. 1980, σ. 119), στην Επιτροπή απόκειται, κατά την άσκηση του ελέγχου που της αναθέτει στον τομέα του ανταγωνισμού η Συνθήκη και ο κανονισμός 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), να αποφασίζει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, αν απαιτείται η λήψη προσωρινών μέτρων, εφόσον της έχει υποβληθεί σχετική αίτηση. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει, πάντως, να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και να περιορίζονται στο μέτρο του εκάστοτε αναγκαίου. |
|
18 |
Συνεπώς, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί το σύνολο των ισχυρισμών των προσφευγουσών κατά των προσωρινών μέτρων που αποφάσισε η Επιτροπή — ισχυρισμών τους οποίους εκθέτουν, άλλωστε, οι προσφεύγουσες και στην προσφυγή τους στην κύρια δίκη και των οποίων η εξέταση εμπίπτει στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν — στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξεταστεί, αφενός, αν οι νομικοί και πραγματικοί ισχυρισμοί των οποίων γίνεται επίκληση δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, αν η διατήρηση της ισχύος της αποφάσεως της Επιτροπής μέχρι την έκδοση της αποφάσεως από το Πρωτοδικείο επί της ουσίας μπορεί να προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στις προσφεύγουσες. |
|
19 |
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής της ευχέρειας. Κατά την άποψη τους, επειδή η διανομή ( πώληση ) αυτοκινήτων έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης με τον κανονισμό 123/85, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων ( ΕΕ 1985, L 15, σ. 16 ), στην Επιτροπή απόκειται να ορίσει ότι η επίμαχη εγκύκλιος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και, ακριβέστερα, να καθορίσει την έννοια της δραστηριότητας που ισοδυναμεί με μεταπώληση, πριν αποφασίσει ότι, κατά συνέπεια, δεν έχει εφαρμογή ο κανονισμός περί εξαιρέσεως και ότι στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. |
|
20 |
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, VAG France κατά Magne, 10/86, Συλλογή 1986, σ. 4071, σκέψη 12) « ο κανονισμός 123/85, ως κανονισμός εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, περιορίζεται στο να παρέχει στους επιχειρηματίες του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων ορισμένες δυνατότητες που τους επιτρέπουν, παρά την ύπαρξη ορισμένων ρητρών αποκλειστικότητας και μη ανταγωνισμού στις συμφωνίες τους διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση, την εξαίρεση των εν λόγω συμφωνιών από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 ». |
|
21 |
Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η διανομή αυτοκινήτων εξαιρέθηκε γενικά από την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, και ότι, κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή έπρεπε, πριν λάβει προσωρινά μέτρα, να ορίσει ότι η εγκύκλιος της 9ης Μαΐου 1989 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 123/85. |
|
22 |
Δεν πρέπει ωστόσο να αγνοηθεί ότι ορισμένα από τα ζητήματα που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση θέτουν σοβαρά ερμηνευτικά προβλήματα. Αυτό συμβαίνει ιδίως ως προς το ζήτημα αν και σε ποιο βαθμό η κατ' επάγγελμα άσκηση της δραστηριότητας του εντολοδόχου, ακολουθούντος ενεργό πολιτική προωθήσεως των πωλήσεων και διαφημίσεως τύπων οχημάτων ορισμένου σήματος μπορεί να αποτελέσει άσκηση δραστηριότητας ισοδύναμης προς μεταπώληση. Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι η ίδια η Επιτροπή, στην ανακοίνωση 85/C 17/03 σχετικά με τον κανονισμό 123/85 (ΕΕ C 17, σ. 4, σημείο Ι 3 ), αναγνωρίζει ότι οι επιχειρήσεις δικτύου διανομής είναι δυνατό να υπέχουν την υποχρέωση να μη πωλούν κανένα καινουργές όχημα της σειράς των προϊόντων που αναφέρεται στη συμφωνία προς τρίτον που ασκεί δραστηριότητα ισοδύναμη προς μεταπώληση. |
|
23 |
Ωστόσο, ακόμη και αν οι σκέψεις αυτές μπορούν να δικαιολογήσουν αναστολή εκτελέσεως της επίδικης απόφασης, δεν είναι από μόνες τους επαρκείς. |
|
24 |
Πράγματι — λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση της Επιτροπής συνιστά απλώς και μόνον προσωρινό μέτρο — πρέπει να εξεταστεί επίσης αν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος τα ζημιογόνα αποτελέσματα της εν λόγω αποφάσεως να υπερβούν, σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της, τα αποτελέσματα του συντηρητικού μέτρου και να προξενήσουν στο μεσοδιάστημα ζημίες υπερβαίνουσες αισθητώς τις αναπόφευκτες αλλά παροδικές δυσχέρειες που συνεπάγεται ένα τέτοιο μέτρο ( Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 3091, σκέψεις 11 και 14 ). |
|
25 |
Στο σημείο αυτό οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, καταρχάς, ότι μια τέτοια ζημία προκύπτει από την κατάργηση της στεγανότητας του δικτύου αποκλειστικών διανομέων της Peugeot, εφόσον η απόφαση της Επιτροπής ισοδυναμεί με προσωρινή αναστολή των δικαιωμάτων που αναγνωρίστηκαν στα μέλη του δικτύου διανομής με τον κανονισμό 123/85 και, συνεπώς, στην εξάλειψη του λόγου υπάρξεως του δικτύου αποκλειστικής διανομής Peugeot. |
|
26 |
Η επίδικη απόφαση περιορίζεται ωστόσο να επιβάλει στις προσφεύγουσες την υποχρέωση να αναστείλουν την εφαρμογή της εγκυκλίου της 9ης Μαΐου 1989 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της τελικής αποφάσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση η Ecosystem να πραγματοποιήσει, για λογαριασμό των πελατών που θα της το ζητήσουν και βάσει προηγουμένων γραπτών εντολών, ετήσιο όγκο συναλλαγών ίσο προς εκείνο που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των δώδεκα μηνών που προηγήθηκαν της κοινοποιήσεως της εν λόγω εγκυκλίου οδηγίας στα μέλη του δικτύου. Τα προσωρινά μέτρα αφορούν μόνο τις συναλλαγές με την Ecosystem. Δεν στερούν από τις προσφεύγουσες τη δυνατότητα να αρνηθούν την πώληση σε τρίτον που ασκεί δραστηριότητα ισοδύναμη προς μεταπώληση. |
|
27 |
Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι, βάσει των αριθμών που ανέφερε η καθής και δεν αμφισβητήθηκαν από τις προσφεύγουσες, ο όγκος των συναλλαγών που θα μπορέσει να πραγματοποιήσει προσωρινά η Ecosystem αντιπροσωπεύει μόνο το 0,24% του συνολικού αριθμού των ταξινομήσεων αυτοκινήτων Peugeot στη Γαλλία το 1988, ενώ ο ίδιος όγκος συναλλαγών αποτελεί το 34,29 % του συνολικού αριθμού των οχημάτων που εισήχθησαν στη Γαλλία από την Ecosystem κατά την ίδια περίοδο. |
|
28 |
Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις δεν μπορεί, επομένως, να αντληθεί το συμπέρασμα ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, ο κίνδυνος εξαλείψεως της στεγανότητας του δικτύου Peugeot μπορεί να προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία και, επομένως, να δικαιολογήσει αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
29 |
Οι προσφεύγουσες επικαλούνται, δεύτερον, την ύπαρξη καταστάσεως δυνάμενης να προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, καθόσον τα προσωρινά μέτρα τα οποία έλαβε η Επιτροπή θίγουν την εικόνα του σήματος Peugeot. |
|
30 |
Δεν αποδείχθηκε σε ποιο βαθμό η εφαρμογή της επίδικης απόφασης θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρή και ανεπανόρθωτη διατάραξη δυνάμενη να θίξει την εικόνα του σήματος Peugeot. Το αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει η απόφαση της Επιτροπής περιορίζεται, στο παρόν στάδιο, στην προσωρινή εξακολούθηση προϋφισταμένης καταστάσεως προς όφελος μόνο της Ecosystem που δεν θα μπορέσει να επιφέρει από μόνη της, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, «... την αναπόφευκτη αύξηση του αριθμού ... των ενδιαμέσων επιχειρήσεων που εμπορεύονται κάθε είδους οχήματα, χωρίς να λαμβάνουν καθόλου υπόψη την ιδιαιτερότητα των προϊόντων ορισμένου σήματος ». |
|
31 |
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, τρίτον και τελευταίον, ότι το επείγον της αναστολής των προσωρινών μέτρων που αποφασίστηκαν από την Επιτροπή απορρέει επίσης από το γεγονός ότι με την επίδικη απόφαση επαπειλείται χρηματική ποινή ύψους 1000 Ecu ημερησίως. |
|
32 |
Η επιβολή χρηματικής ποινής 1000 Ecu ημερησίως, που προβλέπεται στο άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους των προσφευγουσών των διαταγών που τους απευθύνθηκαν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιχείρημα αποδεικνύον το επείγον της αναστολής των αποφασισθέντων προσωρινών μέτρων. Η χρηματική ποινή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση μη συμμορφώσεως των προσφευγουσών προς την απόφαση. Όμως ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτή η χρηματική ποινή είναι δυσανάλογη — πράγμα που, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι βέβαιο — αρκεί να διαπιστωθεί ότι, εφόσον οι προσφεύγουσες τηρήσουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλονται με την απόφαση, δεν θα τους επιβληθεί χρηματική ποινή και, επομένως, δεν θα τους προξενηθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. |
|
33 |
Δεν υφίσταται, επομένως, σοβαρός κίνδυνος ώστε τα ζημιογόνα αποτελέσματα των προσωρινών μέτρων που αποφάσισε η Επιτροπή να προξενήσουν στο μεσοδιάστημα ζημίες υπερβαίνουσες τις αναπόφευκτες αλλά παροδικές δυσχέρειες που ανακόπτουν από μέτρα αυτού του είδους. |
|
34 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις λήψεως του ζητουμένου προσωρινού μέτρου και ότι, επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. |
|
Για τους λόγους αυτούς, Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ, αποφαινόμενος επί προσωρινών μέτρων, διατάσσει: |
|
|
|
Λουξεμβούργο, 21 Μαΐου 1990. Ο γραμματέας Η. Jung Ο πρόεδρος J. L. Cruz Vilaça |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.