61990J0312

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 30ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1992. - ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ - ΕΓΓΡΑΦΟ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 93, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 - ΠΡΑΞΗ ΔΥΝΑΜΕΝΗ ΝΑ ΠΡΟΣΒΛΗΘΕΙ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-312/90.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-04117


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή - Πράξεις παράγουσες έννομα αποτελέσματα - Απόφαση υπαγωγής κρατικής ενισχύσεως στη διαδικασία εξετάσεως του συμβιβαστού με την κοινή αγορά νέων ενισχύσεων

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 93 PAR 3, και 173)

Περίληψη


Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία ελέγχου του συμβιβαστού κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά, που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, οπόθεν προκύπτει αυτομάτως η υποχρέωση αναστολής καταβολής της ενισχύσεως, παράγει έννομα αποτελέσματα εφόσον συνεπάγεται την επιλογή της Επιτροπής μεταξύ του χαρακτηρισμού ενισχύσεως ως υφισταμένης και του χαρακτηρισμού της ως νέας ενισχύσεως, σε εκατέρα των οποίων αντιστοιχεί διαφορετική διαδικασία.

Μια τέτοια απόφαση δεν συνιστά, εξάλλου, απλό προπαρασκευαστικό μέτρο κατά της ελλείψεως νομιμότητας του οποίου η προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως που περατώνει τη διαδικασία εξασφαλίζει προστασία, διότι, αφενός, η απόφαση που διαπιστώνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ή η προσφυγή που μπορεί να ασκηθεί κατά αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστό της δεν επιτρέπουν τη ματαίωση των μη ανατρεψίμων συνεπειών που προκύπτουν από την καθυστέρηση της καταβολής της ενισχύσεως, οφειλομένη στην τήρηση της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση και, αφετέρου, όταν τα χαρακτηρισθέντα από την Επιτροπή μέτρα ως νέες ενισχύσεις έχουν τεθεί σε εφαρμογή, τα έννομα αποτελέσματα που συνδέονται μ' αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι οριστικά, κατά την έννοια ότι είναι αδύνατη η εκ των υστέρων τακτοποίηση των πράξεων εφαρμογής της ενισχύσεως που έχουν παραβεί την επιβαλλομένη με το άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, απαγόρευση.

Γι' αυτόν τον λόγο μια τέτοια απόφαση συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-312/90,

Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τον Carlos Bastarreche Saguees, μετέπειτα από τον Alberto Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή του νομικού και θεσμικού κοινοτικού συντονισμού και από τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Πρεσβείας της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,

προσφεύγον,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Antonino Abate, κύριο νομικό σύμβουλο και τον Daniel Calleja, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1990 για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με φερομένη ενίσχυση, χορηγηθείσα από τις ισπανικές αρχές στον ιδιωτικό όμιλο κατασκευαστών ηλεκτρικών εξοπλισμών Cenemesa, Conelec και Cademesa,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven

γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1990, το Βασίλειο της Ισπανίας, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1990 για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με φερομένη ενίσχυση, χορηγηθείσα από τις ισπανικές αρχές στον ιδιωτικό όμιλο κατασκευαστών ηλεκτρικών εξοπλισμών Cenemesa, Conelec και Cademesa.

2 Η Επιτροπή, αφού έλαβε γνώση της προθέσεως των ισπανικών αρχών να χορηγήσουν οικονομική υποστήριξη σε κατασκευαστές ηλεκτρικών εξοπλισμών, ζήτησε, με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990, λεπτομερείς πληροφορίες για τις εν λόγω παρεμβάσεις.

3 Οι ισπανικές αρχές, επανειλημμένα, βεβαίωσαν ότι αυτές οι παρεμβάσεις δεν αποτελούσαν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Με έγγραφα της 14ης και 28ης Φεβρουαρίου, καθώς και της 5ης Απριλίου 1990, ανακοίνωσαν στην Επιτροπή πληροφορίες, κατά τις οποίες οι εν λόγω παρεμβάσεις συνίσταντο, αφενός, στην ανάληψη από το κράτος μέρους των αποζημιώσεων και άλλων κοινωνικών εισφορών, προβλεπομένων σε περίπτωση μειώσεως των θέσεων εργασίας και, αφετέρου, στον συμψηφισμό των χρεών έναντι ορισμένων δημοσίων ιδρυμάτων και οργανισμών. Οι ισπανικές αρχές γνωστοποίησαν, επίσης, στην Επιτροπή τους όρους συμφωνίας εκκαθαρίσεως του εν λόγω ιδιωτικού ομίλου και επέμειναν, μ' αυτή την ευκαιρία, επί της ανάγκης ταχείας εξετάσεως του φακέλου από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

4 Στις 15 Ιουνίου 1990, το βασιλικό διάταγμα 810/1990 ενέκρινε την εξώδικη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των πιστωτών δημοσίου δικαίου, των χρεωμένων επιχειρήσεων και της ομάδας των αγοραστών των εγκαταστάσεων των εν λόγω επιχειρήσεων. Την ίδια ημέρα, οι ισπανικές αρχές, αναφερόμενες στη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Rec. 1973, σ. 1471), απηύθυναν στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο ανήγγειλαν τη θέση σε εφαρμογή των μέτρων. Είναι βέβαιο ότι η εφαρμογή άρχισε στις 3 Ιουλίου 1990.

5 Με έγγραφο της 3ης Αυγούστου 1990, η Επιτροπή αποφάσισε την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας στρέφεται κατά της εν λόγω αποφάσεως.

6 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή πρότεινε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι η απόφασή της της 3ης Αυγούστου 1990 δεν αποτελούσε βλαπτική πράξη δυναμένη να προσβληθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 173. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, αποτελεί εξεταστική πράξη προπαρασκευαστική της τελικής αποφάσεως, η οποία, μη μεταβάλλοντας τη νομική θέση των ενδιαφερομένων, δεν μπορεί να τους θίγει. Εξάλλου, η υποχρέωση αναστολής της καταβολής της σχεδιαζομένης ενισχύσεως δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τη λήψη της αποφάσεως περί του παραδεκτού της προσφυγής, διότι αυτό το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτη συνέπεια απορρέουσα, βάσει της Συνθήκης, από την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας.

7 Η Επιτροπή αναφέρει, τέλος, ότι στην περίπτωση που η προσφυγή γίνει τύποις δεκτή, θα αλλοιωθεί το θεσπισθέν με το άρθρο 93 σύστημα ελέγχου. Το Δικαστήριο θα υποχρεούται να αποφαίνεται περί του αν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ενίσχυση που δεν θα έχει ακόμα αποτελέσει αντικείμενο πλήρους και οριστικής εξετάσεως εκ μέρους της Επιτροπής. Η τελευταία εκφράζει, τέλος, τον φόβο μήπως η ευνοϊκή απόφαση περί του παραδεκτού προκαλέσει τον πολλαπλασιασμό προσφυγών ακυρώσεως κατά αποφάσεων κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2.

8 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί να εξεταστεί η ένσταση απαραδέκτου από κοινού με την ουσία της υποθέσεως υποστηρίζοντας ότι η απόφαση της

Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1990 πρέπει να θεωρείται πράξη δυναμένη να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Οι ισπανικές αρχές κοινοποίησαν εγκαίρως, τον Φεβρουάριο 1990, τις οικονομικές παρεμβάσεις προς την Επιτροπή, η οποία άφησε να παρέλθουν δύο και πλέον μήνες πριν σχηματίσει μια πρώτη γνώμη περί του αν το κοινοποιηθέν σχέδιο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Η παρέλευση αυτής της προθεσμίας είχε ως συνέπεια να επιτρέψει στην Ισπανική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, Lorenz, να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο αφού, με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1990, ενημέρωσε περί αυτού την Επιτροπή. Από τη θέση σε εφαρμογή, στις 3 Ιουλίου 1990, η εν λόγω ενίσχυση δεν είναι πλέον νέα ενίσχυση, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 93, αλλά υφισταμένη ενίσχυση, κατά την έννοια της παραγράφου 1, της οποίας η Επιτροπή δεν μπορεί να διατάξει την αναστολή. Επομένως, η βαλλομένη απόφαση, εμποδίζοντας τη θέση σε εφαρμογή του σχεδίου, παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της Ισπανίας.

9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

10 'Οπως σαφώς προκύπτει από την προβληθείσα επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η προσφυγή ακυρώσεως αφορά τη βαλλομένη απόφαση κατά το ότι αναστέλλει την καταβολή χρηματοδοτήσεως που οι ισπανικές αρχές είχαν ήδη θέσει σε εφαρμογή και δεν αφορά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς το εάν η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Η εξέταση του Δικαστηρίου θα περιοριστεί, επομένως, σ' αυτή την πρώτη πλευρά της αποφάσεως.

11 Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής, πρέπει, κατά πρώτον, να υπομνηστεί ότι μία πράξη μπορεί να προσβληθεί βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνον εάν παράγει έννομα αποτελέσματα (βλ. την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, καλουμένη "AETR", Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Rec. 1971, σ. 263).

12 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρατηρείται καταρχάς ότι η απόφαση της 3ης Αυγούστου 1990 για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, που κοινοποιήθηκε στην Ισπανική Κυβέρνηση, περιελάμβανε για την τελευταία απαγόρευση καταβολής των σχεδιαζομένων ενισχύσεων πριν η εν λόγω διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση.

13 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, η εν λόγω απαγόρευση απορρέει από σκόπιμη απόφασή της. Αυτό σαφώς φαίνεται όταν η επίμαχη πράξη ενταχθεί στο σύνολο του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 93.

14 Οι διαδικαστικοί κανόνες της Συνθήκης ποικίλλουν ανάλογα με το εάν οι ενισχύσεις είναι υφιστάμενες ή νέες. Ενώ οι πρώτες υπάγονται στο άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 2, οι δεύτερες διέπονται από τις παραγράφους 2 και 3 της ιδίας διατάξεως.

15 'Οσον αφορά τις υφιστάμενες ενισχύσεις, η προαναφερθείσα παράγραφος 1 του άρθρου 93, δίδει αρμοδιότητα στην Επιτροπή να προβαίνει στη διαρκή τους εξέταση σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτής της εξετάσεως, η Επιτροπή προτείνει στα τελευταία τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη ή η λειτουργία της κοινής αγοράς. Η παράγραφος 2 ορίζει περαιτέρω ότι, εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση δεν συμβιβάζεται

με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια ορίζει.

16 Ως προς τις νέες ενισχύσεις, η παράγραφος 3 της προαναφερθείσας διατάξεως ορίζει ότι η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις ώστε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η Επιτροπή προβαίνει τότε σε μια πρώτη εξέταση των σχεδιαζομένων ενισχύσεων. Αν, κατά το πέρας της εν λόγω εξετάσεως, κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Σ' αυτή την περίπτωση, η τελευταία φράση της παραγράφου 3 απαγορεύει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να θέσει σε εφαρμογή τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η εν λόγω διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση. Οι νέες ενισχύσεις υπόκεινται, επομένως, σε προληπτικό έλεγχο ασκούμενο από την Επιτροπή και δεν μπορούν, καταρχήν, να τεθούν σε εφαρμογή ενόσω το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν αποφανθεί ότι είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη.

17 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η απόφαση με την οποία τάσσεται προθεσμία στους ενδιαφερομένους και η οποία επισημαίνει την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, παράγει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το εάν η εξεταζόμενη ενίσχυση είναι νέα ενίσχυση ή υφισταμένη ενίσχυση. Ενώ, στην πρώτη περίπτωση, το κράτος εμποδίζεται να θέσει σε εφαρμογή το υποβαλλόμενο στην Επιτροπή σχέδιο ενισχύσεως, η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση υφισταμένης ήδη ενισχύσεως.

18 Κατά την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης συνεπάγεται ότι αν η Επιτροπή,

αφού ενημερωθεί από κράτος μέλος για σχέδιο θεσπίσεως ενισχύσεως, παραλείψει να κινήσει τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 93, το εν λόγω κράτος μπορεί, μετά την παρέλευση προθεσμίας δύο μηνών, να θέσει το σχεδιαζόμενο σχέδιο σε εφαρμογή υπό τον όρο να προειδοποιήσει περί αυτού την Επιτροπή, η δε εν λόγω ενίσχυση υπάγεται στο εξής στο καθεστώς των υφισταμένων ενισχύσεων.

19 Στην υπό κρίση υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν ότι η διαφορά μεταξύ Ισπανικής Κυβερνήσεως και Επιτροπής αφορά τον χαρακτηρισμό της επίμαχης ενισχύσεως. Η Επιτροπή αποφάσισε, πράγματι, να θεωρήσει νέες ενισχύσεις αυτές που η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρούσε υφιστάμενες λόγω του ότι οι ισπανικές αρχές τις χορήγησαν αφού τις κοινοποίησαν στην Επιτροπή και ειδοποίησαν την τελευταία σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973.

20 Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως απορρέει αυτομάτως από τη Συνθήκη. Η βαλλομένη απόφαση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, συνεπαγομένη προδήλως επιλογή ως προς τον χαρακτηρισμό της ενισχύσεως και τους σχετικούς διαδικαστικούς κανόνες, παράγει έννομα αποτελέσματα.

21 Δεύτερον, πρέπει να ελεγχθεί αν η βαλλομένη απόφαση αποτελεί απλό προπαρασκευαστικό μέτρο κατά της ελλείψεως νομιμότητας του οποίου η προσφυγή κατά της αποφάσεως που περατώνει τη διαδικασία εξασφαλίζει επαρκή προστασία (βλ. την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, ΑΚΖΟ, Συλλογή 1986, σ. 1990, σκέψη 20).

22 Συναφώς, παρατηρείται ότι η απόφαση που διαπιστώνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ή η προσφυγή που μπορεί να ασκηθεί κατά αποφάσεως της Επιτροπής διαπιστώνουσας ότι είναι ασυμβίβαστη προς

τη Συνθήκη δεν επιτρέπουν τη ματαίωση των μη δυναμένων να ανατραπούν συνεπειών που προκύπτουν από την καθυστέρηση καταβολής της ενισχύσεως, οφειλομένη στην τήρηση της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση.

23 Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τα χαρακτηρισθέντα από την Επιτροπή μέτρα ως νέες ενισχύσεις έχουν τεθεί σε εφαρμογή, τα συνδεόμενα μ' αυτόν τον χαρακτηρισμό έννομα αποτελέσματα είναι οριστικά. 'Οπως προκύπτει από την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur des produits alimentaires κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-5505) και αυτή ακόμα η τελική απόφαση της Επιτροπής, η δεχομένη ότι οι εν λόγω ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, δεν θα είχε ως συνέπεια την εκ των υστέρων τακτοποίηση των πράξεων εφαρμογής που θα πρέπει να θεωρούνται ως ληφθείσες κατά παράβαση της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση.

24 Πρέπει, κατά συνέπεια, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση, ως συνεπαγομένη την επιλογή από το υπεύθυνο θεσμικό όργανο διαδικασίας ελέγχου, της οποίας ένα από τα χαρακτηριστικά συνίσταται στην αναστολή καταβολής της σχεδιαζομένης ενισχύσεως, συνιστά πράξη δυναμένη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης.

25 Για να δοθεί απάντηση στην αντίρρηση που η Επιτροπή αντλεί από τον κίνδυνο της πρόωρης συζητήσεως επί του ζητήματος αν η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, διευκρινίζεται, επιπλέον, ότι στο πλαίσιο της εξετάσεως της ουσίας της υπό κρίση διαφοράς, εναπόκειται αποκλειστικώς στο Δικαστήριο να αποφασίσει αν ενίσχυση χορηγηθείσα υπό τις προκείμενες περιστάσεις συνιστά νέα ενίσχυση, υποκειμένη στην απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.

26 'Εχοντας υπόψη τις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί η προταθείσα βάσει του άρθρου 91, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου και να γίνει τύποις δεκτή η προσφυγή.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

27 Ενδείκνυται να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προταθείσα από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ένσταση απαραδέκτου.

2) Θα συνεχιστεί η διαδικασία επί της ουσίας της υποθέσεως.

3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.