61990J0179

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 10ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1991. - MERCI CONVENZIONALI PORTO DI GENOVA SPA ΚΑΤΑ SIDERURGICA GABRIELLI SPA. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: TRIBUNALE DI GENOVA - ΙΤΑΛΙΑ. - ΛΙΜΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-179/90.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1991 σελίδα I-05889
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00507
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00537


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Έννοια - Ώπαρξη συνεταιρικής σχέσεως μεταξύ των μισθωτών της ίδιας επιχειρήσεως - Δεν ασκεί επιρροή

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 48)

2. Ανταγωνισμός - Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα - Μονοπώλιο εκτελέσεως λιμενικών εργασιών - Μονοπώλιο καταλήγον σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως - Δεν επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 86 και 90 PAR 1)

3. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εθνική ρύθμιση διευκολύνουσα την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως διά της παρεμποδίσεως των εισαγωγών εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)

4. Ανταγωνισμός - Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα - Κανόνες της Συνθήκης - Άμεσο αποτέλεσμα

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30, 48, 86 και 90)

5. Ανταγωνισμός - Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος - Κρίνονται βάσει της ιδιορρυθμίας της δραστηριότητας που ασκούν - Υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης - Εξαίρεση - Προϋποθέσεις

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 90 PAR 2)

Περίληψη


1. Η έννοια του εργαζομένου, κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης, προϋποθέτει ότι ένα πρόσωπο παρέχει, επί τινα χρόνο, σε άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού, την εργασία του, εις αντάλλαγμα της οποίας λαμβάνει αμοιβή. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν θίγεται από το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, ενώ τελεί σε σχέση εξαρτήσεως έναντι της επιχειρήσεως, συνδέεται ταυτόχρονα με τους λοιπούς εργαζομένους αυτής με συνεταιρική σχέση.

2. Καίτοι το γεγονός και μόνον της δημιουργίας δεσπόζουσας θέσεως διά της χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν είναι αυτό καθαυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 86 της Συνθήκης, ένα κράτος μέλος παραβαίνει και τις δύο αυτές διατάξεις, όταν η άσκηση και μόνο των αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στην οικεία επιχείρηση την άγει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της ή όταν τα δικαιώματα αυτά είναι ικανά να δημιουργήσουν μια τέτοια κατάσταση, που την οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μια τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά.

Αυτό, ειδικότερα, συμβαίνει όταν η επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί το μονοπώλιο της εκτελέσεως λιμενικών εργασιών άγεται είτε στο να απαιτεί αμοιβή για υπηρεσίες μη αιτηθείσες, είτε στο να χρεώνει δυσανάλογες τιμές, είτε στο να αρνείται να χρησιμοποιήσει τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας, είτε ακόμη στο να παραχωρεί εκπτώσεις τιμών σε ορισμένους χρήστες, ενώ ταυτόχρονα αντισταθμίζει τις εκπτώσεις αυτές με αύξηση των τιμών που χρεώνει σε άλλους χρήστες.

3. Μια εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα να διευκολύνει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, δυνάμενη να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κανονικά δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δαπανηρότερες και, κατά συνέπεια, να παρεμποδίζει τις εισαγωγές εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη.

4. Ακόμη και στο πλαίσιο του άρθρου 90 της Συνθήκης, οι διατάξεις των άρθρων 30, 48 και 86 της Συνθήκης παράγουν άμεσα αποτελέσματα και γεννούν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν.

5. Οι λιμενικές εργασίες, κατ' αρχήν, δεν άπτονται κάποιου γενικού οικονομικού συμφέροντος εμφανίζοντος ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία τις διακρίνουν από άλλες δραστηριότητες της οικονομικής ζωής, και ικανού να τις υπαγάγει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η δημόσια εξουσία έχει αναθέσει σε μια επιχείρηση τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν αρκεί, βάσει της παραπάνω διατάξεως, για να την απαλλάξει από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τους κανόνες της Συνθήκης αυτό μπορεί να συμβεί μόνον αν η εφαρμογή αυτών των κανόνων μπορεί να εμποδίσει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί και εφόσον δεν πλήττεται έτσι το συμφέρον της Κοινότητας.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-179/90,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Merci Convenzionali Porto di Genova SpA

και

Siderurgica Gabrielli SpA,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 30, 85, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven,

γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η Merci Convenzionali Porto di Genova SpA, εκπροσωπούμενη από τους Sergio Medina και Giuseppe Ferraris, δικηγόρους Γένουας,

- η Siderurgica Gabrielli SpA, εκπροσωπούμενη από τους Giuseppe Conte και Giuseppe Michele Giacomini, δικηγόρους Γένουας,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Enrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Renzo Maria Morresi, δικηγόρο της Bologna,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Merci Convenzionali Porto di Genova SpA, της Siderurgica Gabrielli SpA και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαΐου 1991,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1991,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 6ης Απριλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 1990, το Tribunale di Genova υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 30, 85, 86 και 90 της Συνθήκης αυτής.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Merci Convenzionali Porto di Genova SpA (στο εξής: Merci) και της εταιρίας Siderurgica Gabrielli SpA (στο εξής: Siderurgica) σχετικά με την εκτέλεση εργασιών εκφορτώσεως εμπορευμάτων στον λιμένα της Γένουας.

3 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο, στην Ιταλία, οι εργασίες φορτώσεως, εκφορτώσεως, μεταφορτώσεως, αποθηκεύσεως και εν γένει μετακινήσεως των εμπορευμάτων και παντός υλικού εντός του λιμένα ανατίθενται αποκλειστικά, δυνάμει του άρθρου 110 του Codice della Navigazione [Ναυτιλιακού Κώδικα], σε λιμενεργατικές συντεχνίες, των οποίων οι εργαζόμενοι - οι οποίοι είναι άλλωστε και εταίροι τους - πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 152 και 156 του Regolamento per la Navigazione Maritima [Κανονισμού Θαλασσίας Ναυτιλίας], να έχουν την ιταλική ιθαγένεια. Η προσβολή των αποκλειστικών δικαιωμάτων των λιμενεργατικών συντεχνιών επισύρει τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 1172 του Ναυτιλιακού Κώδικα.

4 Η οργάνωση λιμενικών εργασιών για λογαριασμό τρίτων παραχωρείται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 111 του Ναυτιλιακού Κώδικα, σε λιμενικές επιχειρήσεις. Για την εκτέλεση των λιμενικών εργασιών, οι επιχειρήσεις αυτές, που είναι, κατά κανόνα, συνεστημένες με τη μορφή εταιριών ιδιωτικού δικαίου, υποχρεούνται να καταφεύγουν αποκλειστικά στις υπηρεσίες των λιμενεργατικών συντεχνιών.

5 Κατ' εφαρμογήν της ιταλικής ρυθμίσεως, η Siderurgica αποτάθηκε στη Merci, επιχείρηση που είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να διενεργεί, εντός του λιμένα της Γένουας, τις εργασίες τις σχετικές με τα συμβατικά εμπορεύματα, για την εκφόρτωση παρτίδας χάλυβα, την οποία εισήγε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παρ' όλο που η εκφόρτωση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί απευθείας από το πλήρωμα του πλοίου. Για την εκτέλεση των εργασιών εκφορτώσεως, η Merci, αποτάθηκε, με τη σειρά της, στη λιμενεργατική συντεχνία της Γένουας.

6 Η διαφορά μεταξύ της Siderurgica και της Merci ανέκυψε από την καθυστέρηση της εκφορτώσεως των εμπορευμάτων, που οφειλόταν ειδικότερα σε απεργίες των εργαζομένων της λιμενεργατικής συντεχνίας. Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, η Siderurgica ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της καθυστερήσεως, καθώς και την απόδοση των ποσών που είχε καταβάλει, τα οποία θεώρησε υπέρογκα σε σχέση προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Το Tribunale di Genova, που επελήφθη της διαφοράς, αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη, έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:

"1) Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, σε περίπτωση εισαγωγής διά θαλάσσης στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΟΚ εμπορευμάτων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος της εν λόγω Κοινότητας, απονέμουν οι διατάξεις του άρθρου 90 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ και οι απαγορεύσεις των άρθρων 7, 30, 85 και 86 της ίδιας Συνθήκης στα υποκείμενα της κοινοτικής έννομης τάξης δικαιώματα τα οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προστατεύουν, στην περίπτωση που η εκτέλεση των εργασιών φορτώσεως και εκφορτώσεως των εμπορευμάτων στους εθνικούς λιμένες ανατίθεται, αποκλειστικώς και έναντι αμοιβής υποκειμένης σε διατίμηση, σε λιμενική επιχείρηση και/ή σε λιμενεργατική συντεχνία, αποτελούμενη αποκλειστικώς από ημεδαπούς λιμενεργάτες, έστω και αν υπάρχει η δυνατότητα εκτελέσεως των εργασιών αυτών με τα τεχνικά μέσα και το πλήρωμα του πλοίου;

2) ή, μήπως, μια λιμενική επιχείρηση ή λιμενεργατική συντεχνία, αποτελούμενη αποκλειστικώς από ημεδαπούς λιμενεργάτες, στην οποία έχει ανατεθεί, αποκλειστικώς και έναντι αμοιβής υποκειμένης σε διατίμηση, η εκτέλεση των εργασιών φορτώσεως και εκφορτώσεως των εμπορευμάτων στους εθνικούς λιμένες, συνιστά επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, έναντι της οποίας η εφαρμογή της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 90 και των απαγορεύσεων των άρθρων 7, 30, 85 και 86 της εν λόγω Συνθήκης μπορεί να την εμποδίσει στην εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί;"

7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί του πρώτου ερωτήματος

8 Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο επιδιώκει, κατ' ουσίαν, να πληροφορηθεί αν αντιβαίνει προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 7, 30 και 86 της Συνθήκης αυτής, μια νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους που αναθέτει σε επιχείρηση εγκατεστημένη στο κράτος αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα να οργανώνει τις λιμενικές εργασίες και την υποχρεώνει να καταφεύγει, για την εκτέλεση των εργασιών αυτών, στις υπηρεσίες λιμενεργατικής συντεχνίας αποτελουμένης αποκλειστικώς από ημεδαπούς εργαζομένους και αν οι διατάξεις αυτές γεννούν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν.

9 Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το - αναδιατυπωμένο ως άνω - ερώτημα, πρέπει, ευθύς εξ αρχής, να σημειωθεί ότι μια λιμενική επιχείρηση που έχει το αποκλειστικό προνόμιο της οργανώσεως των λιμενικών εργασιών για λογαριασμό τρίτων, όπως και μια λιμενεργατική συντεχνία που έχει το αποκλειστικό προνόμιο της εκτελέσεως των λιμενικών εργασιών για λογαριασμό τρίτων, πρέπει να θεωρείται ως επιχείρηση στην οποία το κράτος χορηγεί αποκλειστικά δικαιώματα, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης.

10 Η διάταξη αυτή ορίζει, ως προς τις επιχειρήσεις αυτές, ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης, και ιδίως προς τους κανόνες του άρθρου 7 και τους κανόνες του ανταγωνισμού.

11 Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση της ιθαγένειας, η οποία επιβάλλεται για τους εργαζομένους της λιμενεργατικής συντεχνίας, πρέπει, ευθύς εξ αρχής, να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 7 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων (βλ. π.χ. απόφαση της 30ής Μαΐου 1989 στην υπόθεση 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψεις 12 και 13 απόφαση της 7ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-10/90, Masgio, Συλλογή 1991, σ. I-1119, σκέψη 12).

12 Όσον αφορά τους μισθωτούς, η αρχή αυτή υλοποιείται και συγκεκριμενοποιείται με το άρθρο 48 της Συνθήκης.

13 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης δεν επιτρέπει, πρώτ' απ' όλα, κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που επιφυλάσσει μόνο στους ημεδαπούς το δικαίωμα να εργάζονται σε επιχείρηση του κράτους αυτού, όπως είναι η λιμενεργατική συντεχνία του λιμένα της Γένουας, το οποίο εμπλέκεται στην ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεση. Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (βλ. π.χ. απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, στην υπόθεση 66/85, Lawrie-Blum, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 17), η έννοια του εργαζομένου, κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης, προϋποθέτει ότι ένα πρόσωπο παρέχει, επί τινα χρόνο, σε άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού, την εργασία του, εις αντάλλαγμα της οποίας λαμβάνει αμοιβή. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν θίγεται από το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, ενώ τελεί σε σχέση εξαρτήσεως έναντι της επιχειρήσεως, συνδέεται ταυτόχρονα με τους λοιπούς εργαζομένους αυτής με συνεταιρική σχέση.

14 Δεύτερον, ως προς την ύπαρξη αποκλειστικών δικαιωμάτων, πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 86 της Συνθήκης, γίνεται, κατά πάγια νομολογία, δεκτό ότι επιχείρηση που απολαύει, εκ του νόμου, μονοπωλίου επί σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, στην υπόθεση C-41/90, Hoefner, Συλλογή 1991, σ. I-1979, σκέψη 28 απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, στην υπόθεση C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 31).

15 Όσον αφορά την οριοθέτηση της οικείας αγοράς, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, πρόκειται για την αγορά της οργανώσεως, για λογαριασμό τρίτων, λιμενικών εργασιών επί συνήθους φορτίου εντός του λιμένα της Γένουας και της εκτελέσεως των εργασιών αυτών. Αν ληφθεί υπόψη ιδίως ο όγκος των εμπορευμάτων που διακινούνται μέσω του εν λόγω λιμένα και η σημασία του λιμένα αυτού σε σχέση προς το σύνολο των δραστηριοτήτων θαλασσίας εισαγωγής και εξαγωγής στο οικείο κράτος μέλος, η αγορά αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς.

16 Στη συνέχεια, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γεγονός και μόνον της δημιουργίας δεσπόζουσας θέσεως διά της χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν είναι αυτό καθαυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 86.

17 Όπως, όμως, είχε ήδη την ευκαιρία να κρίνει το Δικαστήριο, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις απαγορεύσεις και των δύο αυτών διατάξεων, όταν η άσκηση και μόνο των αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στην οικεία επιχείρηση την άγει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, Hoefner, σκέψη 29) ή όταν τα δικαιώματα αυτά είναι ικανά να δημιουργήσουν μια τέτοια κατάσταση, που οδηγεί εκ των πραγμάτων την επιχείρηση αυτή σε μια τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, ΕΡΤ, σκέψη 37).

18 Κατά το άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α, β και γ, της Συνθήκης, τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά υπάρχει ιδίως όταν επιβάλλονται στον ζητούντα τις οικείες υπηρεσίες μη δίκαιες τιμές αγοράς ή άλλοι μη δίκαιοι όροι συναλλαγής, όταν περιορίζεται η τεχνολογική ανάπτυξη επί ζημία των καταναλωτών ή όταν εφαρμόζονται, έναντι των εμπορικώς αντισυμβαλλομένων, άνισοι όροι επί ισοδυνάμων παροχών.

19 Συναφώς, όπως προκύπτει από τις περιστάσεις οι οποίες περιγράφονται από το εθνικό δικαστήριο και συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της επίδικης εθνικής ρυθμίσεως, αποκλειστικά δικαιώματα άγονται, γι' αυτόν τον λόγο, είτε στο να απαιτούν αμοιβή για υπηρεσίες μη αιτηθείσες, είτε στο να χρεώνουν δυσανάλογες τιμές, είτε στο να αρνούνται να χρησιμοποιήσουν τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας, πράγμα που συνεπάγεται διόγκωση του κόστους των εργασιών και επιμήκυνση του χρόνου εκτελέσεώς τους, είτε ακόμη στο να παραχωρούν εκπτώσεις τιμών σε ορισμένους χρήστες, ενώ ταυτόχρονα αντισταθμίζουν τις εκπτώσεις αυτές με αύξηση των τιμών που χρεώνουν σε άλλους χρήστες.

20 Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος δημιουργεί μια κατάσταση αντικείμενη προς το άρθρο 86 της Συνθήκης όταν θεσπίζει μια νομοθετική ρύθμιση, σαν την επίδικη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δυνάμενη να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, πράγμα που συμβαίνει όντως στη διαφορά της κύριας δίκης, αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με τη σημασία της διακινήσεως εμπορευμάτων μέσω του λιμένα της Γένουας.

21 Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, αρκεί να υπομνηστεί ότι μια εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα να διευκολύνει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, δυνάμενη να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κανονικά δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο αυτό, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, καθώς και κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος (βλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977, στην υπόθεση 13/77, Inno, Racc. 1977, σ. 2115, σκέψη 35), εφόσον μια τέτοια ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δαπανηρότερες και, κατά συνέπεια, να παρεμποδίζει τις εισαγωγές εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη.

22 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι η εκφόρτωση των εμπορευμάτων θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί, με λιγότερα έξοδα, από το πλήρωμα του πλοίου επομένως, η υποχρεωτική προσφυγή στις υπηρεσίες των δύο επιχειρήσεων που κατείχαν αποκλειστικά δικαιώματα δημιούργησε πρόσθετες δαπάνες και ήταν, επομένως, στοιχείο ικανό, μέσω της επιδράσεώς του επί των τιμών των εμπορευμάτων, να έχει αντίκτυπο επί των εισαγωγών.

23 Τρίτον, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμη και στο πλαίσιο του άρθρου 90, οι διατάξεις των άρθρων 30, 48 και 86 της Συνθήκης παράγουν άμεσα αποτελέσματα και γεννούν υπέρ των πολιτών δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν (βλ. ιδίως, ως προς το άρθρο 86 της Συνθήκης, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, στην υπόθεση 155/73, Sacchi, Racc. 1977, σ. 409, σκέψη 18).

24 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκε, πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

- το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 30, 48 και 86 της ίδιας Συνθήκης, δεν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να αναθέτει με τη νομοθεσία του σε επιχείρηση εγκατεστημένη στο κράτος αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα να οργανώνει τις λιμενικές εργασίες, ούτε να υποχρεώνει την επιχείρηση αυτή να χρησιμοποιεί, για την εκτέλεση των εργασιών αυτών, τις υπηρεσίες λιμενεργατικής συντεχνίας αποτελουμένης αποκλειστικά από ημεδαπούς εργαζομένους

- τα άρθρα 30, 48 και 86 της Συνθήκης, σε συνδυασμό προς το άρθρο 90 της Συνθήκης, γεννούν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

25 Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο, επιδιώκει, κατ' ουσίαν, να πληροφορηθεί αν, κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, μια λιμενική επιχείρηση και/ή λιμενεργατική συντεχνία που βρίσκονται στη θέση που περιγράφεται με το πρώτο ερώτημα πρέπει να θεωρούνται ως επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

26 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνηστεί ότι, για να χωρήσει, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, παρέκκλιση από την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης αυτής, δεν αρκεί να έχει αναθέσει η δημόσια εξουσία στην οικεία επιχείρηση τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, αλλά πρέπει, επί πλέον, η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης να εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην επιχείρηση αυτή και να μη πλήττεται το συμφέρον της Κοινότητας (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, στην υπόθεση 311/84, CBEM, Συλλογή 1985, σ. 3261, σκέψη 17 προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, Hoefner, σκέψη 24).

27 Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ούτε από τη διαβιβασθείσα από το εθνικό δικαστήριο δικογραφία, ούτε από τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις προκύπτει ότι οι λιμενικές εργασίες άπτονται κάποιου γενικού οικονομικού συμφέροντος εμφανίζοντος ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία τις διακρίνουν από άλλες δραστηριότητες της οικονομικής ζωής και αν ακόμη αυτό συνέβαινε, δεν προκύπτει ότι η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης, και ειδικότερα των κανόνων περί ανταγωνισμού και ελεύθερης κυκλοφορίας, θα μπορούσε να εμποδίσει την εκπλήρωση μιας τέτοιας αποστολής.

28 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια λιμενική επιχείρηση και/ή λιμενεργατική συντεχνία, όπως αυτές που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα, δεν μπορούν να θεωρηθούν, τουλάχιστον βάσει των στοιχείων που περιέχονται στην περιγραφή αυτή, ως επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Απριλίου 1990 το Tribunale di Genova, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 30, 48 και 86 της ίδιας Συνθήκης, δεν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να αναθέτει με τη νομοθεσία του σε επιχείρηση εγκατεστημένη στο κράτος αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα να οργανώνει τις λιμενικές εργασίες, ούτε να υποχρεώνει την επιχείρηση αυτή να χρησιμοποιεί, για την εκτέλεση των εργασιών αυτών, τις υπηρεσίες λιμενεργατικής συντεχνίας αποτελουμένης αποκλειστικά από ημεδαπούς εργαζομένους.

2) Τα άρθρα 30, 48 και 86 της Συνθήκης, σε συνδυασμό προς το άρθρο 90 της Συνθήκης, γεννούν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν.

3) Το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια λιμενική επιχείρηση και/ή λιμενεργατική συντεχνία, όπως αυτές που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα, δεν μπορούν να θεωρηθούν, τουλάχιστον βάσει των στοιχείων που περιέχονται στην περιγραφή αυτή, ως επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.