ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 20ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1993. - EMERALD MEATS LTD ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΟ ΒΟΕΙΟ ΚΡΕΑΣ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-106/90, C-317/90 ΚΑΙ C-129/91.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-00209
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Κοινό δασμολόγιο * Κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις * Κατεψυγμένο βόειο κρέας * Διαχείριση των ποσοστώσεων * Κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών μελών και Κοινότητας
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 3889/89 και 3838/90 κανονισμοί της Επιτροπής 4024/89 και 3885/90)
2. Κοινό δασμολόγιο * Κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις * Κατεψυγμένο βόειο κρέας * Προθεσμία ανακοινώσεως από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή των ποσοτήτων για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις * Δεν είναι δεσμευτική * Υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί σε ανακατανομή
(Κανονισμός 3889/89 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
3. Κοινό δασμολόγιο * Κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις * Κατεψυγμένο βόειο κρέας * Κατανομή της κύριας ποσόστωσης μεταξύ των διαφόρων εισαγωγέων που υπέβαλαν αίτηση * Πλείονες εισαγωγείς που δηλώνουν ότι εισήγαγαν την ίδια ποσότητα αναφοράς * Διαχειριστικές εξουσίες της Επιτροπής * Επιβολή στους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς της υποχρεώσεως συστάσεως ασφαλείας * Επιτρέπεται
(Κανονισμοί 3885/90 της Επιτροπής, άρθρο 5 και 519/91, άρθρο 2)
1. Με τους κανονισμούς 3889/89 και 3838/90, για το άνοιγμα και τη διαχείριση, για τα έτη 1990 και 1991, αντιστοίχως, κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας, καθώς και με τους κανονισμούς εφαρμογής 4024/89 και 3885/90, θεσπίστηκε, όσον αφορά τη διαχείριση αυτών των ποσοστώσεων, σύστημα κατανομής των υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, εναπόκειται στις αρχές που ορίζουν τα κράτη μέλη να παραλαμβάνουν τις αιτήσεις και να καταρτίζουν κατάλογο αυτών που μπορούν να υπαχθούν στο σύστημα, με τις ποσότητες που μπορούν να ληφθούν υπόψη, βάσει αποδεικτικών εγγράφων που υποβάλλονται στις εν λόγω αρχές. Το έργο της Επιτροπής περιορίζεται στον έλεγχο της τυχόν μνείας του ιδίου αιτούντος σε περισσότερους του ενός καταλόγους και στον προσδιορισμό, με βάση τις ποσότητες που δηλώνονται στους διαφόρους εθνικούς καταλόγους και την προς κατανομή συνολική ποσόστωση, της αναλογίας κατά την οποία οι εθνικές αρχές μπορούν να ικανοποιήσουν τις αιτήσεις που παρέλαβαν. Η Επιτροπή δεν έχει ούτε την υποχρέωση ούτε τη δυνατότητα να ελέγχει την ακρίβεια των καταλόγων ή των στοιχείων που της υποβάλλουν οι αρχές των κρατών μελών, ούτε προβαίνει η ίδια σε κατανομή ή σε ανακατανομή των ποσοτήτων αυτών στους δικαιούχους.
Μια τέτοια κατανομή δεν αντιβαίνει στην πρόθεση του Συμβουλίου, όπως αυτή εκφράστηκε στις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών 3889/89 και 3838/90, να θεσπίσει σύστημα κοινοτικής διαχειρίσεως των συγκεκριμένων δασμολογικών ποσοστώσεων. Πράγματι, το σύστημα αυτό δεν θίγεται από την ύπαρξη αποκεντρωμένης διαχείρισης, στην οποία μετέχουν οι αρχές των κρατών μελών, εφόσον οι επιχειρηματίες είναι ελεύθεροι να καταθέτουν τις αιτήσεις τους στο κράτος μέλος επιλογής τους, οι δε αιτήσεις αυτές εξετάζονται βάσει ενιαίων κανόνων εφαρμοζομένων σε ολόκληρη την Κοινότητα. Εξάλλου, το σύστημα αυτό δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει αναγκαστικώς να μπορεί να διορθώνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πεπλανημένες αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί.
2. Η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 3 του κανονισμού 3889/89 στα κράτη μέλη προκειμένου να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις ποσότητες της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής κατά τους οκτώ πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους, ώστε αυτές να ανακατανεμηθούν, δεν αποτελεί επιτακτική προθεσμία, η δε μη τήρησή της, από κράτος μέλος, δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να προβεί, στο μέτρο του δυνατού, σε ανακατανομή όλων των ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν, ώστε να διασφαλίσει την πλήρη χρησιμοποίηση της ετήσιας ποσόστωσης.
3. Το άρθρο 5 του κανονισμού 3885/90, το οποίο, στο πλαίσιο της διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας, επιτρέπει στην Επιτροπή, όταν ο ίδιος αιτών υποβάλλει περισσότερες της μιας αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, να θεωρεί απαράδεκτες όλες τις σχετικές αιτήσεις, δεν αφορά την περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός αιτούντες υποβάλλουν αιτήσεις που αφορούν τις ίδιες ποσότητες αναφοράς σε δύο κράτη μέλη. Προκειμένου να αποφευχθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, το ενδεχόμενο πραγματοποιήσεως δύο εισαγωγών βάσει της ίδιας ποσότητας αναφοράς, το άρθρο 2 του κανονισμού 519/91, που καθορίζει κατά πόσο μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν, νομίμως προβλέπει ότι δεν μπορούν να χορηγηθούν πιστοποιητικά εισαγωγής γι' αυτήν την ποσότητα αναφοράς παρά μόνο κατόπιν συστάσεως, εκ μέρους των ενδιαφερομένων εισαγωγέων, ασφάλειας, το ποσό της οποίας ισούται με τη βασική εισφορά κατά την εισαγωγή για τα συγκεκριμένα κρέατα, αυξημένη κατά 10%, η οποία αποδεσμεύεται μόλις καθοριστεί οριστικώς ότι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας ήταν ο εισαγωγέας της σχετικής ποσότητας αναφοράς.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-106/90, C-317/90 και C-129/91,
Emerlad Meats Ltd, εταιρία ιρλανδικού δικαίου, με έδρα το Δουβλίνο, εκπροσωπούμενη από τον John Ratliff, barrister of the Middle Temple, και την Elisabethann Wright, barrister of the Inn of Court of Northern Ireland, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβρούργο το δικηγορικό γραφείο Stanbrook and Hooper, 12, boulevard de la Foire,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τον Peter Oliver και κατόπιν από τους Thomas van Rijn και Christopher Docksey, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχουν ως αντικείμενο :
* στην υπόθεση C-106/90:
* αφενός μεν, την ακύρωση:
* της αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4024/89 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 του Συμβουλίου για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0206 29 91 (ΕΕ L 382, σ. 53), και με την οποία αυτή καθόρισε τον βαθμό μέχρι του οποίου μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για την κοινοτική δασμολογική ποσόστωση κατεψυγμένου βοείου κρέατος για το 1990,
και/ή
* του τμήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/90 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1990, που καθορίζει σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που κατατίθενται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4024/89 στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 37, σ. 11), το οποίο στηρίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση,
* αφετέρου δε, το να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να καταβάλει αποζημίωση στην Emerald Meats για τις ζημίες που υπέστη ή θα υποστεί λόγω της μη προσήκουσας οργανώσεως και διαχειρίσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως εκ μέρους της Επιτροπής
* στην υπόθεση C-317/90:
* την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2983/90 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1990, για την κατανομή των μη ζητηθεισών ποσοτήτων της ποσοστώσεως εισαγωγής κατεψυγμένου βοείου κρέατος που άνοιξε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 (ΕΕ L 283, σ. 36),
και/ή
* το να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να αποζημιώσει την Emelard Meats για τις ζημίες που υπέστη ή θα υποστεί λόγω της παραλείψεως της Επιτροπής να οργανώσει και να διαχειριστεί το τμήμα της κοινοτικής ποσοστώσεως που αφορά τους "νέους εισαγωγείς".
* στην υπόθεση C-129/91:
* αφενός μεν, την ακύρωση
* της αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3885/90 της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3838/90 του Συμβουλίου για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0206 29 91 (ΕΕ L 367, σ. 136), και με την οποία καθόρισε τον βαθμό μέχρι του οποίου μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για την κοινοτική δασμολογική ποσόστωση κατεψυγμένου βοείου κρέατος για το 1991,
* του κανονισμού (ΕΟΚ) 519/91 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1991, περί προσδιορισμού των όρων για την αποδοχή των αιτήσεων εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που έχουν υποβληθεί βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3885/90 στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 56, σ. 12), κατά το μέτρο που ο εν λόγω κανονισμός θέτει σε ισχύ την προαναφερθείσα απόφαση, και,
* αφετέρου το να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να αποζημιώσει την Emerald Meats για τις ζημίες που υπέστη ή θα υποστεί λόγω της μη προσήκουσας οργανώσεως και διαχειρίσεως της κατανομής, για το 1991, της ανωτέρω κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 1992, κατά την οποία η Emerald Meats Ltd εκπροσωπήθηκε από τους John Ratliff και Elisabethann Wright, καθώς από τον Paul Gallagher, Senior Counsel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Απριλίου 1990, στις 22 Οκτωβρίου 1990 και στις 9 Μαΐου 1991, αντιστοίχως, η Emerald Meats Ltd (στο εξής: Emerald Meats), εταιρία ιρλανδικού δικαίου, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, και των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αφενός μεν, να ακυρωθούν ορισμένες πράξεις που εξέδωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και για τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0206 29 91, οι οποίες ανοίχθηκαν για τα έτη 1990 και 1991 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 378, σ. 16) και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3838/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990 (ΕΕ L 367, σ. 3), αντιστοίχως, αφετέρου δε, να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να αποζημιώσει την Emerlad Meats για τις ζημίες που υπέστη ή θα υποστεί λόγω της μη προσήκουσας οργανώσεως και διαχειρίσεως των εν λόγω δασμολογικών ποσοστώσεων εκ μέρους της Επιτροπής.
2 Στο άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 3889/89, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης για το κατεψυγμένο κρέας βοοειδών που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0206 29 91 (1990) (στο εξής: βασικός κανονισμός) προβλέπεται το άνοιγμα κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως ύψους 53 000 τόνων για το έτος 1990.
3 Κατά το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού η ποσότητα αυτή διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο, ίσο προς το 90 % του συνόλου (στο εξής: κύρια ποσόστωση), κατανέμεται μεταξύ των εισαγωγέων οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, έχουν εισαγάγει κατεψυγμένα κρέατα υπαγόμενα στους προαναφερθέντες κωδικούς, ενώ το δεύτερο μέρος, ίσο προς το 10 % του συνόλου (στο εξής: ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς), κατανέμεται μεταξύ των εμπορευομένων οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι για μια ελάχιστη ποσότητα και κατά τη διάρκεια περιόδου που θα καθοριστεί, πραγματοποίησαν συναλλαγές με τρίτες χώρες με αντικείμενο βόεια κρέατα, εκτός εκείνων που αποτελούν αντικείμενο του παρόντος καθεστώτος εισαγωγής ή αντικείμενο εργασιών τελειοποίησης για επανεξαγωγή ή επανεισαγωγή.
4 Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ορίζεται ότι οι ποσότητες για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί αίτηση πιστοποιητικού εισαγωγής μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990 αποτελούν αντικείμενο νέας κατανομής κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του ιδίου έτους, κατά περίπτωση, χωρίς να ληφθεί υπόψη η κατανομή που αναφέρεται στο άρθρο 2. Δυμάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 1990, τις ποσότητες οι οποίες δεν έχουν ζητηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου του ιδίου έτους.
5 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 21 Δεκεμβρίου 1989, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4024/89, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που προλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 του Συμβουλίου για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0206 29 91 (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής, ΕΕ L 382, σ. 53), στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του οποίου επαναλαμβάνονται τα κριτήρια κατανομής των δύο μερών της δασμολογικής ποσοστώσεως όπως αυτά είχαν οριστεί στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, με την προσθήκη ότι η ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς προορίζεται για τους ενδιαφερομένους που μπορούν να αποδείξουν ότι εισήγαγαν και/ή εξήγαγαν κατά τη διάρκεια του 1988 και 1989 ποσότητα βοείου κρέατος ίση τουλάχιστον με 50 τόνους ετησίως.
6 Στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής ορίζεται ότι "η απόδειξη που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 παρέχεται μέσω του τελωνειακού εγγράφου ελεύθερης κυκλοφορίας" και ότι "τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η απόδειξη αυτή υποβάλλεται από τον κάτοχο που αναφέρεται στο τετραγωνίδιο 4 του πιστοποιητικού εισαγωγής".
7 Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπεται ότι οι εισαγωγείς υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την αίτηση εισαγωγής συνοδευόμενη από την απόδειξη που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, το αργότερο στις 19 Ιανουαρίου 1990 και ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 1990, τον κατάλογο των εισαγωγέων που περιλαμβάνει το όνομα και τη διεύθυνση των αιτούντων και την ποσότητα του εισαχθέντος στο πλαίσιο της ποσόστωσης κρέατος κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, οι ίδιες προθεσμίες ισχύουν για τις αιτήσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για τους νέους εισαγωγείς.
8 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, "η Επιτροπή αποφασίζει σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις". Στην ίδια διάταξη προβλέπεται επίσης ότι, "με την επιφύλαξη αυτής της απόφασης αποδοχής των αιτήσεων από την Επιτροπή, τα πιστοποιητικά εισαγωγής εκδίδονται από τις 9 Φεβρουαρίου 1990."
9 Τον Ιανουάριο του 1990, η Emerald Meats, η οποία εισάγει στην Κοινότητα από το 1983 προϊόντα με βάση το κρέας, υπέβαλε στο ιρλανδικό Υπουργείο Γεωργίας και Τροφών (στο εξής: Υπουργείο Γεωργίας) αιτήσεις εισαγωγής που αφορούσαν τόσο την κύρια ποσόστωση όσο και την ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς. Προς στήριξη των αιτήσεών της αυτών η Emerald Meats υπέβαλε ορισμένα αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 1, παραγράφος 3, του κανονισμού εφαρμογής.
10 Το Υπουργείο Γεωργίας απέρριψε τις αιτήσεις που αφορούσαν την κύρια ποσόστωση, καθόσον στηρίζονταν σε εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη αναφοράς 1987 και 1988, επειδή η Emerald Meats πραγματοποίησε αυτές τις εισαγωγές ως εκπρόσωπος εγκεκριμένων εταιριών μεταποιήσεως κρέατος στις οποίες είχαν χορηγηθεί τα πιστοποιητικά εισαγωγής. Κατά συνέπεια, στις 31 Ιανουαρίου 1990 απέστειλε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, κατάλογο ο οποίος, αφενός μεν, περιελάμβανε την Emerald Meats μόνο για τις ποσότητες που είχε δηλώσει για το 1989, αφετέρου δε, περιελάμβανε τις εν λόγω εταιρίες μεταποιήσεως κρέατος για τις ποσότητες που η Emerald Meats ισχυριζόταν ότι είχε εισαγάγει κατά τα έτη 1987 και 1988.
11 Κατόπιν αυτού, η Emerald Meats προσέφυγε στο High Court in Dublin κατά της αποφάσεως του Υπουργείου Γεωργίας που αρνήθηκε να τη θεωρήσει εισαγωγέα ως προς τις ποσότητες που είχε δηλώσει για τα έτη 1987 και 1988. Παράλληλα, πληροφόρησε την Επιτροπή ότι ο κατάλογος που της είχε αποστείλει το Υπουργείο Γεωργίας δεν ήταν ακριβής, της απέστειλε δε ορισμένα έγγραφα προκειμένου να αποδείξει ότι έπρεπε να θεωρηθεί η ίδια ως εισαγωγέας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού εφαρμογής, των ποσοτήτων που είχαν δηλωθεί για τα τρία έτη αναφοράς.
12 Στις 6 Φεβρουαρίου 1990 η Επιτροπή ζήτησε, με τηλεομοιοτυπία, εξηγήσεις από το Υπουργείο Γεωργίας υπογραμμίζοντας ότι, στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για το 1989, το Υπουργείο είχε αναφέρει την Emerald Meats ως εισαγωγέα σημαντικών ποσοτήτων κατά τα έτη 1987 και 1988.
13 Στις 8 Φεβρουαρίου 1990 η Επιτροπή, η οποία δεν είχε λάβει απάντηση από το Υπουργείο Γεωργίας, εξέδωσε, βάσει των στοιχείων που περιελάμβανε ο κατάλογος που της απέστειλε το Υπουργείο Γεωργίας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 337/90, με τον οποίο καθορίστηκε σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που κατατίθενται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4024/89 στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 37, σ.11, στο εξής: κανονισμός κατανομής 1990). Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζεται ότι κάθε αίτηση πιστοποιητικού εισαγωγής που αφορά την κύρια ποσόστωση ικανοποιείται μέχρι συμπληρώσεως 321,581 kg ανά τόνο που έχει εισαχθεί κατά τη διάρκεια των ετών 1987, 1988 και 1989, ενώ κάθε αίτηση πιστοποιητικού εισαγωγής που αφορά την ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς, ικανοποιείται μέχρι συμπληρώσεως 16,56 τόνων ανά αίτηση. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, "τα κράτη μέλη εκδίδουν τα πιστοποιητικά εισαγωγής από τις 9 Φεβρουαρίου 1990".
14 Η Emerald Meats απευθύνθηκε επανειλημμένως στην Επιτροπή ζητώντας της να μεριμνήσει για την άρση των πλημμελειών στις οποίες υπέπεσε το Υπουργείο Γεωργίας κατά την εκτέλεση του κανονισμού εφαρμογής και για τη χορήγηση των πιστοποιητικών εισαγωγής που είχε εν τω μεταξύ ζητήσει. Στο πλαίσιο αυτό η Emerald Meats εξέφρασε, επίσης, την ανησυχία της επειδή δεν είχε ακόμα λάβει το πιστοποιητικό εισαγωγής που αφορούσε την αίτηση που είχε υποβάλει στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για τους νέους εισαγωγείς, μολονότι το Υπουργείο Γεωργίας την είχε αποδεχθεί περιλαμβάνοντάς την στον κατάλογο που απέστειλε, στις 31 Ιανουαρίου 1990, στην Επιτροπή, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, και παρά το ότι κατά τον επίμαχο κανονισμό τα κράτη μέλη έπρεπε να αρχίσουν την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής από τις 9 Φεβρουαρίου 1990.
15 Επειδή τα διαβήματά της προς την Επιτροπή δεν απέφεραν συγκεκριμένα αποτελέσματα, η Emerald Meats άσκησε τις 18 Ιουλίου 1990 την προσφυγή στην υπόθεση C-106/90, με την οποία ζητεί, να υποχρεωθεί η Κοινότητα να την αποζημιώσει και να ακυρωθεί η απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή προς εκτέλεση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, με την οποία καθορίστηκε σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που αφορούν την κοινοτική δασμολογική ποσόστωση κατεψυγμένου βοείου κρέατος για το 1990, και/ή το μέρος εκείνο του κανονισμού εφαρμογής 1990 που στηρίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση.
16 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουλίου 1990, η Emerald Meats κατέθεσε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας, αφενός μεν, να ανασταλεί η εκτέλεση των πράξεων κατά των οποίων στρέφεται τη προσφυγή ακυρώσεως, αφετέρου δε, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να χορηγηθεί στην Emerald Meats το μερίδιο της δασμολογικής ποσοστώσεως που ισχυρίζεται ότι δικαιούται. Με Διάταξή του της 14ης Αυγούστου 1990, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
17 Στις 23 Ιουλίου 1990 το Υπουργείο Γεωργίας ενημέρωσε την Emerald Meats ότι ορισμένα από τα αποδεικτικά έγγραφα που αφορούσαν τις πραγματοποιηθείσες κατά τα έτη 1988 και 1989 εισαγωγές, τα οποία είχε υποβάλει προς στήριξη της αιτήσεώς της για πραγματοποίηση εισαγωγής στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για τους νέους εισαγωγείς, δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά, οπότε η αίτησή της έπρεπε να απορριφθεί.
18 Με σειρά επιστολών που απηύθυνε στην Επιτροπή κατά τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1990, η Emerald Meats εξέφρασε την ανησυχία της μήπως το μερίδιο της ποσοστώσεως για τους νέους εισαγωγείς που κατά τη γνώμη της δικαιούται επειδή η αίτησή της είχε αρχικώς περιληφθεί στον κατάλογο του Υπουργείου Γεωργίας και είχε γίνει δεκτή από την Επιτροπή όταν αυτή αποφάσισε, με τον κανονισμό κατανομής 1990, σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του κανονισμού εφαρμογής, κατανεμηθεί εκ νέου, κατά το άρθρο 3 του βασικού κανοινισμού, στο πλαίσιο κατανομής των ποσοστώσεων για τις οποίες δεν είχε υποβληθεί αίτηση πιστοποιητικού εισαγωγής μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990.
19 Παράλληλα, στις 8 Οκτωβρίου 1990, η Emerald Meats προσέφυγε ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων ζητώντας την έκδοση διαταγής που θα υποχρεώνει το Υπουργείο Γεωργίας να της χορηγήσει το πιστοποιητικό εισαγωγής που είχε ζητήσει αναφορικά με την ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς. Ενημέρωσε επισήμως την Επιτροπή για την ενέργειά της αυτή με επιστολή της 15ης Οκτωβρίου 1990.
20 Εν τω μεταξύ, στις 11 Οκτωβρίου 1990, το Υπουργείο Γεωργίας το οποίο στις 26 Σεπτεμβρίου 1990 είχε δηλώσει στην Επιτροπή ότι στην Ιρλανδία δεν υπήρχε ποσότητα που να μην έχει ζητηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990, κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, απέστειλε με τηλεομοιοτυπία στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο της ανακοίνωσε ότι δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποσότητα 16,56 τόνων.
21 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού η Επιτροπή εξέδωσε, κατόπιν αυτού, στις 15 Οκτωβρίου 1990, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2983/90, για την κατανομή των μη ζητηθεισών ποσοτήτων της ποσοστώσεως εισαγωγής κατεψυγμένου βοείου κρέατος που άνοιξε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 (ΕΕ L 283, σ. 36, στο εξής: κανονισμός ανακατανομής).
22 Θεωρώντας ότι οι 16,56 τόνοι που ισχυριζόταν ότι δικαιούται δυνάμει του κανονισμού κατανομής για το 1990 περιελήφθησαν στη συνολική ποσότητα των 35 τόνων, την κατανομή των οποίων ρυθμίζει ο κανονισμός ανακατανομής, η Emerald Meats άσκησε, στις 22 Οκτωβρίου 1990, την προσφυγή στην υπόθεση C-317/90, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να την αποζημιώσει και να ακυρωθεί ο κανονισμός ανακατανομής.
23 Στις 20 Δεκεμβρίου 1990 το Συμβούλιο, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3838/90, άνοιξε νέα κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για το έτος 1990 ύψους 53 000 τόνων. Στις 27 Δεκεμβρίου 1990 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (EOK) 3885/90 για τoν καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπει ο κανονισμός 3838/90 του Συμβουλίου για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0206 29 91 (1990) (ΕΕ L 367, σ. 136). Οι λεπτομέρειες εφαρμογής είναι κατ' ουσίαν όμοιες με εκείνες που προέβλεπαν ο βασικός κανονισμός και ο κανονισμός εφαρμογής για το 1990.
24 Φοβούμενη ότι το Υπουργείο Γεωργίας δεν θα δεχθεί και πάλι, στο πλαίσιο της ποσοστώσεως του 1991, τις ποσότητες που είχε δηλώσει ότι εισήγαγε το έτος 1988 και ότι δεν θα θεωρήσει ότι εισήγαγε το 1990 τις ποσότητες που ισχυρίζεται ότι είχε δικαίωμα να εισαγάγει αλλά δεν της δόθηκε άδεια εισαγωγής, η Emerald Meats υπέβαλε, τον Ιανουάριο του 1991, τις αιτήσεις εισαγωγής στο πλαίσιο της ποσοστώσεως του 1991 στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι βρετανικές αρχές, μολονότι έκριναν ότι όλες οι υποβληθείσες από την Emerald Meats αιτήσεις ήταν έγκυρες, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, εντόπισαν, σε έγγραφό τους της 12ης Φεβρουαρίου 1991, τις ποσότητες εκείνες για τις οποίες υπήρχε ενδεχόμενο να υποβληθούν διπλές αιτήσεις, τόσο από την Emerald Meats στο Ηνωμένο Βασίλειο, όσο και στην Ιρλανδία από τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως κρέατος στις οποίες το Υπουργείο Γεωργίας είχε αναγνωρίσει την ιδιότητα του εισαγωγέα για τις ποσότητες που η Emerald Meats είχε δηλώσει ότι εισήγαγε κατά το έτος 1988 και στις οποίες είχε χορηγήσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής που ζητούσε η Emerald Meats στο πλαίσιο της ποσοστώσεως του 1990.
25 Την 1η Μαρτίου 1991 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 519/91, περί προσδιορισμού των όρων για την αποδοχή των αιτήσεων εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που έχουν υποβληθεί βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3885/90 στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 56, σ. 12, στο εξής: κανονισμός κατανομής 1991). Προκειμένου να αποφευχθεί, στην περίπτωση που δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ισχυρίζονταν ότι εισήγαγαν κατά τα προηγούμενα έτη την ίδια ποσότητα αναφοράς, το ενδεχόμενο να ληφθεί η ποσότητα αυτή υπόψη περισσότερο από μία φορά κατά την κατανομή της κύριας ποσόστωσης μεταξύ των εισαγωγέων που υπέβαλαν σχετική αίτηση, στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζεται ότι πιστοποιητικά εισαγωγής σχετικά με αυτήν την ποσότητα αναφοράς μπορούν να χορηγηθούν μόνο υπό την προϋπόθεση συστάσεως, εκ μέρους των οικείων εισαγωγέων, ασφάλειας ποσού ίσου προς τη βασική εισφορά κατά την εισαγωγή για τα εν λόγω κρέατα, αυξημένη κατά 10 %, η οποία θα αποδεσμεύεται μετά την οριστική αναγνώριση του οικείου επιχειρηματία ως εισαγωγέα της συγκεκριμένης ποσότητας αναφοράς.
26 Θεωρώντας ότι κατά τον κανονισμό κατανομής του 1991 τα δικαιώματα που προβάλλει στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσοστώσεως για το 1991 εξαρτώνται από απόφαση των εθνικών αρχών που θα της αναγνωρίζει την ιδιότητα του εισαγωγέα για τις ποσότητες που προβάλλεται ότι αποτέλεσαν αντικείμενο διπλών αιτήσεων, η Emerald Meats άσκησε, στις 9 Μαΐου 1991, την προσφυγή στην υπόθεση C-129/91, στο πλαίσιο της οποίας ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να την αποζημιώσει και να ακυρωθούν, αφενός μεν, η απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3885/90, με την οποία καθορίστηκε σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως κατεψυγμένου κρέατος για το 1991, αφετέρου δε, ο κανονισμός κατανομής του 1991, κατά το μέτρο που με τον κανονισμό αυτόν τίθεται σε ισχύ η προαναφερθείσα απόφαση.
27 Με διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1992 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να ενώσει τις τρεις υποθέσεις προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
28 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται λεπτομερώς η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
29 Καταρχάς διαπιστώνεται ότι οι αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, των κανονισμών εφαρμογής, με τις οποίες καθορίστηκε ο βαθμός στον οποίο μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής, περιέχονται στους κανονισμούς κατανομής 1990 και 1991 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αιτήματα ακυρώσεως στις υποθέσεις C-106/90 και C-129/91 στρέφονται, στην πράξη, αποκλειστικώς κατά των εν λόγω κανονισμών.
30 Προς στήριξη των προσφυγών της η Emerald Meats προβάλλει πολλούς λόγους και επιχειρήματα που στηρίζονται στη σκέψη ότι η αναγκαιότητα κοινοτικής διαχειρίσεως των εν λόγω δασμολογικών ποσοστώσεων συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση να διαχειρίζεται και να οργανώνει τις ποσοστώσεις αυτές βάσει ενιαίων αρχών και κοινών κανόνων, καθοριζομένων στις σχετικές κοινοτικές ρυθμίσεις, και να μεριμνά ώστε οι πράξεις που εκδίδει στο πλαίσιο αυτής της διαχειρίσεως να είναι σύμφωνες προς τις αρχές αυτές και τους κανόνες. Στο πλαίσιο αυτό έχει, ιδίως, την υποχρέωση να ελέγχει ειδικώς την ακρίβεια των στοιχείων που της παρέχουν οι εθνικές αρχές, ιδίως με τους υποβαλλόμενους κατά τα άρθρα 4 των κανονισμών εφαρμογής καταλόγους των αιτούντων, για τα οποία γνωρίζει ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει ότι είναι ανακριβή ή ότι οφείλονται σε παράνομη ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως και επί των οποίων δεν μπορεί να στηρίξει, σε καμία περίπτωση, εγκύρως τις δικές της πράξεις.
31 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί, πρώτον, ότι δυνάμει των σχετικών βασικών κανονισμών και κανονισμών εφαρμογής, οι συγκεκριμένες δασμολογικές ποσοστώσεις κατανέμονται μεταξύ των επιχειρηματιών που αποδεικνύουν ότι είχαν πραγματοποιήσει εισαγωγές κατεψυγμένου βοείου κρέατος επί ορισμένα έτη αναφοράς. Στο άρθρο 1, παράγραφος 3, των κανονισμών εφαρμογής ορίζεται ο επιτρεπόμενος τύπος αποδείξεως, στο άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 5, διευκρινίζεται ότι η κατανομή πραγματοποιείται, όσον αφορά την κύρια ποσόστωση, κατ' αναλογία των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη αναφοράς, όσον δε αφορά την ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς, κατ' αναλογία των ποσοτήτων που ζητήθηκαν.
32 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, των κανονισμών εφαρμογής, αποκλείονται από την κατανομή της ποσοστώσεως οι επιχειρηματίες που δεν δραστηριοποιούνται πλέον στον τομέα του βοείου κρέατος κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους για το οποίο ανοίγεται η ποσόστωση.
33 Επιβάλλεται, εξάλλου, να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 4 των κανονισμών εφαρμογής, ότι οι εισαγωγείς οφείλουν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνοδευόμενες από τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα και ότι οι εν λόγω αρχές αποστέλλουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των εισαγωγέων, στον οποίο αναφέρεται ιδίως το όνομα και η διεύθυνσή τους, καθώς και οι ποσότητες κρέατος που εισήχθησαν κατά τη διάρκεια του καθενός από τα έτη αναφοράς.
34 Επιβάλλεται, ακόμα, να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, των κανονισμών εφαρμογής, οι αιτήσεις εισαγωγής γίνονται δεκτές μόνον εφόσον ο αιτών δηλώσει εγγράφως ότι δεν υπέβαλε * και αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην υποβάλει * αιτήσεις που αφορούν το ίδιο ειδικό καθεστώς σε άλλα κράτη μέλη εκτός από εκείνο στο οποίο κατατέθηκε η αίτηση. Σε περίπτωση υποβολής από τον ίδιο ενδιαφερόμενο αιτήσεων που αφορούν το ίδιο ειδικό καθεστώς σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, δεν γίνεται δεκτή καμία αίτηση.
35 Τέλος, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, των κανονισμών εφαρμογής, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποφασίζει κατά πόσον μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν και ότι, υπό την επιφύλαξη αυτής της αποφάσεως, εναπόκειται στα κράτη μέλη να χορηγούν τα πιστοποιητικά εισαγωγής που ζητήθηκαν.
36 'Οπως προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις, με τη σχετική κοινοτική ρύθμιση θεσπίστηκε μεν κοινοτικό σύστημα ως προς τις συγκεκριμένες δασμολογικές ποσοστώσεις, αλλά, ως προς τη διαχείριση των ποσοστώσεων αυτών, οι αρμοδιότητες κατανεμήθηκαν μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτής της κατανομής, εναπόκειται στις αρχές που ορίζουν τα κράτη μέλη να παραλαμβάνουν τις αιτήσεις και να καταρτίζουν κατάλογο αυτών που μπορούν να υπαχθούν στο σύστημα, με τις ποσότητες που μπορούν να ληφθούν υπόψη, βάσει των αποδεικτικών εγγράφων που υποβάλλονται στις εν λόγω αρχές. Το έργο της Επιτροπής περιορίζεται στον έλεγχο της τυχόν μνείας του ιδίου αιτούντος σε περισσότερους του ενός καταλόγους και στον προσδιορισμό, με βάση τις ποσότητες που δηλώνονται στους διαφόρους εθνικούς καταλόγους και την προς κατανομή συνολική ποσόστωση, της αναλογίας κατά την οποία οι εθνικές αρχές μπορούν να ικανοποιήσουν τις αιτήσεις που παρέλαβαν.
37 Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί, όπως υπογράμμισε και ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 35 των προτάσεών του, ότι ούτε οι ίδιες οι αιτήσεις ούτε τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα αποστέλλονται στην Επιτροπή. Εξάλλου, όσον αφορά την εκ νέου κατανομή, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του αντιστοίχου έτους, των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, των βασικών κανονισμών προβλέπεται απλώς ότι οι αρχές των κρατών μελών ανακοινώνουν στην Επιτροπή, πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου του αντιστοίχου έτους, τις ποσότητες που δεν είχαν ζητηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου του ιδίου έτους, χωρίς να επιβάλλεται η υποχρέωση αποστολής άλλων διευκρινίσεων που να αφορούν, ιδίως, την ταυτότητα των οικείων επιχειρηματιών ή τους λόγους για τους οποίους δεν χρησιμοποιήθηκαν οι δηλούμενες ποσότητες.
38 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την κοινοτική ρύθμιση, η Επιτροπή δεν έχει ούτε την υποχρέωση ούτε, εξάλλου, τη δυνατότητα να ελέγχει την ακρίβεια των καταλόγων ή των στοιχείων που της υποβάλλουν οι αρχές των κρατών μελών και ότι, εφόσον η αρμοδιότητά της περιορίζεται στον καθορισμό της αναλογίας κατά την οποία μπορούν να ικανοποιύνται οι αιτήσεις που ενέκριναν οι εθνικές αρχές, δεν προβαίνει η ίδια σε κατανομή ή σε ανακατανομή των ποσοτήτων αυτών στους δικαιούχους και ότι δεν έχει, ειδικότερα, την εξουσία να υποκαθιστά τις εθνικές αρχές κατά τη χορήγηση των πιστοποιητικών εισαγωγής.
39 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Εmerald Meats, το συμπέρασμα αυτό δεν αντιβαίνει στην πρόθεση του Συμβουλίου, όπως αυτή εκφράστηκε στις αιτιολογικές σκέψεις των βασικών κανονισμών, να θεσπίσει σύστημα κοινοτικής διαχειρίσεως των συγκεκριμένων δασμολογικών ποσοστώσεων. 'Ενα τέτοιο σύστημα διαχειρίσεως δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή λαμβάνει όλες τις αποφάσεις, αλλά μπορεί επίσης να συνεπάγεται αποκεντρωμένη διαχείριση, στην οποία να μετέχουν οι αρχές των κρατών μελών, εφόσον οι επιχειρηματίες είναι ελεύθεροι να καταθέτουν τις αιτήσεις τους στο κράτος μέλος επιλογής τους, οι δε αιτήσεις αυτές εξετάζονται βάσει ενιαίων κανόνων εφαρμοζομένων σε ολόκληρη την Κοινότητα.
40 Εξάλλου, η διαχείριση σε κοινοτικό επίπεδο δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει αναγκαστικώς να μπορεί να διορθώνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πεπλανημένες αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές στο πλαίσιο αυτής της διαχειρίσεως, καθόσον η τήρηση των κοινών κανόνων και η ενιαία εφαρμογή τους, σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, μπορεί να διασφαλιστεί είτε μέσω της προβλεπόμενης από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως, είτε στο πλαίσιο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το άρθρο 177 της Συνθήκης.
41 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι λόγοι και τα επιχειρήματα της Emerald Meats σχετικά με την υποχρέωση της Επιτροπής να ελέγξει, στην προκειμένη περίπτωση, την ακρίβεια των στοιχείων που της διαβίβασαν οι ιρλανδικές αρχές και να μην τα ενσωματώσει σε δικές της πράξεις, πρέπει να απορριφθούν.
42 Η Emerald Meats προβάλλει, επίσης, τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 3 του προαναφερθέντος βασικού κανονισμού 3889/89, αποδεχόμενη την επιστροφή ορισμένων ποσοτήτων που επρόκειτο να ανακατανεμηθούν, μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 1990, δηλαδή μετά την ημερομηνία ανακοινώσεως εκ μέρους των κρατών μελών στην Επιτροπή των ποσοτήτων που δεν είχαν ζητηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου του ιδίου έτους.
43 Επιβάλλεται σχετικώς να διαπιστωθεί, πρώτον, ότι σε καμία ειδική διάταξη της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως δεν προβλέπονται συνέπειες σε περίπτωση μη τηρήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προθεσμίας.
44 Επιβάλλεται, επίσης, να υπογραμμισθεί ότι οι ποσότητες που οφείλουν να ανακοινώνουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή είναι εκείνες για τις οποίες δεν υποβλήθηκε αίτηση μέχρι τις 31 Αυγούστου και ότι η ημερομηνία της 16ης Σεπτεμβρίου αποτελεί απλώς ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την ανακοίνωση στην Επιτροπή της υφισταμένης στα κράτη μέλη καταστάσεως κατά τις 31 Αυγούστου. Συνεπώς, ανακοίνωση που γίνεται μετά τις 16 Σεπτεμβρίου δεν μπορεί να επηρεάσει την υφιστάμενη κατά τις 31 Αυγούστου του ιδίου έτους κατάσταση, ούτε να θίξει τα συμφέροντα των επιχειρηματιών.
45 Γενικότερα, επιβάλλεται να τονισθεί ότι, όπως αναφέρεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, σκοπός της ανακατανομής, κατά τη διάρκεια του έτους, είναι η πλήρης χρησιμοποίηση της ετησίας ποσοστώσεως, προς όφελος τόσον των οικείων επιχειρηματιών της Κοινότητας όσον και των εταίρων της Κοινότητας στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
46 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προθεσμία της 16ης Σεπτεμβρίου 1990 δεν είναι δεσμευτική και ότι η μη τήρησή της, από κράτος μέλος, δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να προβεί, στο μέτρο του δυνατού, σε ανακατανομή όλων των ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν, ώστε να διασφαλίσει την πλήρη χρησιμοποίηση της ποσοστώσεως.
47 Συνεπώς, ούτε ο λόγος αυτός μπορεί να γίνει δεκτός.
48 Τέλος, η Emerald Meats ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση συστάσεως ασφαλείας για την αποφυγή διπλών εισαγωγών στηριζομένων στις ίδιες ποσότητες αναφοράς, η οποία επιβλήθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού κατανομής 1991, είναι, αφενός μεν, παράνομη, καθόσον η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση να εξακριβώνει η ίδια την ύπαρξη αιτήσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διπλές εισαγωγές και να απορρίπτει όσες αιτήσεις δεν είναι έγκυρες, αφετέρου δε, δυσανάλογη, δεδομένου ότι η Emerald Meats δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η σύσταση ασφαλείας.
49 Επιβάλλεται σχετικώς να τονισθεί, πρώτον, ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε ως προς τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν για την ποσόστωση 1991 δεν είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του κανονισμού εφαρμογής. Πράγματι, ενώ η διάταξη αυτή αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος αιτών υποβάλλει περισσότερες της μιας αιτήσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, η κατάσταση που αντιμετώπισε η Επιτροπή το 1991 ήταν ότι περισσότεροι του εντός αιτούντες υπέβαλαν αιτήσεις σε δύο κράτη μέλη, οι οποίες αφορούσαν τις ίδιες ποσότητες αναφοράς.
50 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει απλώς, κατά το άρθρο 5 του κανονισμού εφαρμογής, απαράδεκτες όλες τις εν λόγω αιτήσεις. Εξάλλου, δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τις αρχές των κρατών μελών και να διορθώσει τους καταλόγους που της είχαν αποστείλει, ούτε να αποδεχθεί δύο φορές τις ίδιες ποσότητες αναφοράς, μειώνοντας παρανόμως τις ποσότητες που θα μπορούσαν να κατανεμηθούν σε άλλους επιχειρηματίες της Κοινότητας με βάση τις ποσότητες που αυτοί απέδειξαν ότι εισήγαγαν κατά τα έτη αναφοράς.
51 Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογο ότι, προς αποφυγή διπλών εισαγωγών βάσει των ιδίων ποσοτήτων αναφοράς, η Επιτροπή επέβαλε με το άρθρο 2 του κανονισμού κατανομής 1991 το σύστημα της συστάσεως ασφαλείας.
52 Εξάλλου, ούτε το ποσό της ασφαλείας αυτής μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο, δεδομένου ότι, υπό την επιφύλαξη της αυξήσεως κατά 10 % προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι πιθανές διακυμάνσεις του συντελεστή εισφοράς, το ποσό αυτό ισούται με τη βασική εισφορά κατά την εισαγωγή για τα εν λόγω κρέατα, την οποία, εν πάση περιπτώσει, θα καταβάλει ο επιχειρηματίας εκείνος του οποίου οι αιτήσεις τελικώς θα απορριφθούν.
53 Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
54 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι όλα τα αιτήματα ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.
55 'Οσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως, επιβάλλεται να τονισθεί ότι κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και του δικαιώματος προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας εξαρτώνται από τη συγκέντρωση ενός συνόλου προϋποθέσεων, δηλαδή την έλλειψη νομιμότητας της προσαπτομένης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας (βλ. σχετικώς απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-55/90, Cato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-2533, σκέψη 18).
56 Από τις ανωτέρω σκέψεις, όμως, προκύπτει ότι ουδεμία παρανομία των προσβαλλομένων πράξεων της Επιτροπής διαπιστώθηκε δυναμένη να γεννήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
57 Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή προβαίνοντας σε συνεχή διαβήματα προς τις ιρλανδικές αρχές και επιφέροντας διάφορες τροποποιήσεις στις δικές της πράξεις, σύμφωνα με την εξέλιξη των διαδικασιών που κίνησε η Emerald Meats ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων, παρέσχε προς την Emerald Meats αρωγή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που όφειλε να της παράσχει στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
58 Κατά συνέπεια, και χωρίς να υπάρχει λόγος να ελεγχθεί αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η γένεση της ευθύνης της Κοινότητας, τα αιτήματα αποζημιώσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν.
59 Συνεπώς, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, σχετικώς, ότι η Επιτροπή κινώντας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης κατά της Ιρλανδίας και τροποποιώντας, μετά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση C-317/90 R, τον κανονισμό ανακατανομής, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντα που προέβαλε η Emerald Meats αναφορικά με την ποσόστωση για τους νέους εισαγωγείς, ενίσχυσε στην Emerald Meats την πεποίθηση ότι τα αιτήματά της ήταν βάσιμα.
61 Επομένως, κάθε διάδικος θα πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση C-106/90 R.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2) Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση C-106/90 R.