61990J0062

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 8ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΕΣ - ΟΡΙΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-62/90.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02575
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00029
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00059


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση στους ιδιώτες να εισάγουν στο κράτος μέλος εισαγωγής φάρμακα χορηγούμενα με συνταγή ιατρού, τα οποία έχουν χορηγηθεί από ιατρό και αγοραστεί σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους - Αιτιολογία - Προστασία της δημοσίας υγείας - Δεν συντρέχει

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 επ.)

2. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Σεβασμός τους εκ μέρους του κράτους μέλους το οποίο ασκεί το δικαίωμα περιορισμού μιας των διασφαλιζομένων με τη Συνθήκη ελευθεριών - Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δικαιολογούμενοι από λόγους γενικού συμφέροντος - 'Ελεγχος της εκ μέρους των ιδιωτών εισαγωγής φαρμάκων για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας - Επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος που έγκειται στο ιατρικό απόρρητο - Προϋποθέσεις

Περίληψη


1. Οσάκις κράτος μέλος απαγορεύει τις εκ μέρους ιδιώτη εισαγωγές, έστω και σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες, φαρμάκων που, πωλούμενα αποκλειστικώς με συνταγή ιατρού στο κράτος μέλος εισαγωγής, έχουν χορηγηθεί από ιατρό και αγοραστεί σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους, παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης. Πράγματι, η σχετική απαγόρευση δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας και ζωής των ανθρώπων, εφόσον η χορήγηση φαρμάκου με συνταγή ιατρού και η αγορά του σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους πρέπει να λογίζονται ως παρέχουσες εγγυήσεις ισοδύναμες προς εκείνες που διασφαλίζουν τη χορήγηση του φαρμάκου με συνταγή ιατρού και την πώλησή του σε φαρμακείο του κράτους μέλους απ' όπου το εισήγαγε ιδιώτης, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στα επαγγέλματα του ιατρού και φαρμακοποιού, καθώς και οι λεπτομέρειες ασκήσεώς τους, αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοτικών οδηγιών.

2. 'Oταν ένα κράτος μέλος επικαλείται τις διατάξεις της Συνθήκης για να δικαιολογήσει εθνική ρύθμιση που μπορεί να παρακωλύσει την άσκηση δικαιώματος που έγκειται σε διασφαλιζομένη από τη Συνθήκη ελευθερία, η δικαιολόγηση αυτή, η οποία προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα μεταξύ των οποίων το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και για προστασία του ιατρικού απορρήτου ως πτυχής του πρώτου. Τα δικαιώματα, πάντως, αυτά δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά μπορούν να περιέχουν περιορισμούς υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε την ίδια την ουσία των ούτως διασφαλιζομένων δικαιωμάτων. Μεταξύ των στόχων που μπορούν να δικαιολογήσουν παρόμοιους περιορισμούς συγκαταλέγεται η προστασία της δημοσίας υγείας και της ζωής των ανθρώπων.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι θεμιτό τα κράτη μέλη να ελέγχουν, για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας, την εκ μέρους των ιδιωτών εισαγωγή φαρμάκων που χορηγούνται αποκλειστικώς κατόπιν συνταγής ιατρού στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής, εφόσον οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται κατά τρόπο ικανοποιούντα τις ανάγκες προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-62/90,

Eπιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Joern Sack, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τη Renate Kubicki, εθνική δημόσια υπάλληλο αποσπασμένη στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης αρχικώς από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, και τον Gerhard Leibrock, Oberregierungsrat στο ίδιο Υπουργείο, στη συνέχεια δε μόνον από τον πρώτο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22 avenue Emile Reuter,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας στους ιδιώτες, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 2, σημεία 6 και 6α, του νόμου της 24ης Αυγούστου 1976, περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (Gesetz zur Neuordnung des Arzneimittelrechts, Arzneimittelgesetz), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον νόμο της 11ης Απριλίου 1990, να εισάγουν, σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες, φάρμακα χορηγούμενα μόνον κατόπιν συνταγής ιατρού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας που έχουν αγοραστεί σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους: O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που ανέπτυξαν τις προτάσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, η οποία, κατά την τελική διατύπωσή της, έχει ως αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας στους ιδιώτες, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 2, σημεία 6 και 6α, του νόμου της 24ης Αυγούστο 1976 περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (Arzneimittelgesetz, στο εξής: AMG, BGBl.I, σ. 2445), όπως είναι διατυπωμένο στον τροποποιητικό νόμο της 11ης Απριλίου 1990 (ΒGBl.I, σ. 717), να εισάγουν, σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες, φάρμακα χορηγούμενα μόνο κατόπιν συνταγής ιατρού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τα οποία έχουν αγοραστεί από φαρμακείο άλλου κράτους μέλους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2 Κατά το άρθρο 73, παράγραφος 1, του AMG, όπως έχει μετά τον νόμο της 11ης Απριλίου 1990:

"Tα υποκείμενα σε έγκριση ή καταχώριση φάρμακα δεν μπορούν να εισάγονται εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του παρόντος νόμου - εκτός από τις ελεύθερες ζώνες με εξαίρεση τη νήσο Ελιγολάνδη - παρά μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί ή καταχωριστεί προς κυκλοφορία εντός της επικρατείας ή εφόσον έχουν εξαιρεθεί από προηγουμένη έγκριση ή καταχώριση και υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. αν το προϊόν εισάγεται από χώρα μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο αποδέκτης πρέπει να είναι είτε φαρμακευτική επιχείρηση, χονδρέμπορος, κτηνίατρος, είτε να έχει την εκμετάλλευση φαρμακείου

(...)"

3 Πάντως, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου:

"2) Η πρώτη παράγραφος δεν εφαρμόζεται επί φαρμάκων τα οποία:

(...)

6. φέρουν οι ιδιώτες κατά την είσοδό τους στο έδαφος εφαρμογής του παρόντος νόμου, σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες

6α. χορηγούνται χωρίς συνταγή ιατρού, επιτρέπεται η θέση τους σε κυκλοφορία εντός της χώρας προελεύσεως και αγοράζονται σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες

7. μεταφέρονται εντός οχημάτων με σκοπό την αποκλειστική χρήση και κατανάλωσή τους εκ μέρους των προσώπων που επιβαίνουν στα εν λόγω οχήματα

8. προορίζονται προς κατανάλωση ή χρήση σε πλοία θαλάσσης και καταναλώνονται επ' αυτών

(...)"

4 Η Επιτροπή, η οποία είναι της γνώμης ότι η εισαγωγή φαρμάκων από ιδιώτες για τις προσωπικές ανάγκες τους πρέπει να είναι ελεύθερη, εφόσον τα εν λόγω φάρμακα έχουν χορηγηθεί νομότυπα κατόπιν συνταγής ιατρού σε άλλο κράτος μέλος (απάντηση στη γραπτή ερώτηση 2640/85 του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Rogalla, ΕΕ 1986, C 182, σ. 44), φρονεί ότι η γερμανική νομοθεσία αντίκειται προς τις διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ στον βαθμό που επιτρέπει την εισαγωγή αυτή μόνο σε πολύ περισσότερο περιορισμένες περιπτώσεις.

5 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία παραβάσεως κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης. Αφού προηγουμένως απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως ζητώντας την υποβολή των παρατηρήσεών της, η Επιτροπή διατύπωσε στις 23 Νοεμβρίου 1988 αιτιολογημένη γνώμη. Θεωρώντας την απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως ως μη ικανοποιητική, άσκησε την παρούσα προσφυγή, το αιτητικό της οποίας, όμως, περιόρισε με το υπόμνημα απαντήσεώς της, στη συνέχεια δε με τη γραπτή απάντηση στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

6 Τα αιτήματά της περιορίζονται του λοιπού στην εισαγωγή εκ μέρους των ιδιωτών, για τις προσωπικές ανάγκες τους, φαρμάκων τα οποιά χορηγούνται μόνο κατόπιν συνταγής ιατρού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, για τα οποία έχει εκδοθεί συνταγή από ιατρό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και τα οποία έχουν αγοραστεί σε φαρμακείο εντός άλλου κράτους μέλους. Πάντως, απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν είχε την πρόθεση να περιορίσει την προσφυγή της μόνο στην περίπτωση αποστολής ταχυδρομικώς των εν λόγω φαρμάκων.

7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

8 Πρέπει, κατ' αρχάς, να υπογραμμιστεί ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή και παραδέχεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η απαγόρευση σε ιδιώτες να εισάγουν φάρμακα, υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων νομοθετικώς εξαιρέσεων, συνιστά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή.

9 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν η απαγόρευση αυτή δικαιολογείται υπό το φως του άρθρου 36 της Συνθήκης.

10 Συγκεκριμένα, αφενός, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των αγαθών ή συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 36 της Συνθήκης, την πρώτη θέση κατέχουν η υγεία και η ζωή των ανθρώπων εναπόκειται δε στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, να αποφασίζουν για το επίπεδο προστασίας που επιθυμούν να διασφαλίζουν και, ιδίως, τον βαθμό αυστηρότητας των διενεργουμένων ελέγχων. Εξάλλου, το άρθρο 36 εξακολουθεί να ισχύει ενόσω δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί πλήρως η εναρμόνιση των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα παραγωγής και εμπορίας των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1989 στην υπόθεση 215/87, Schumacher, Συλλογή 1989, σ. 617, σκέψη 15, και της 16ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-347/89, Eurim-Pharm, Συλλογή 1991, σ. Ι-1747, σκέψη 26).

11 Πάντως, όπως προκύπτει από το άρθρο 36, εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει τις εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την

αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική δεν εμπίπτει στις ευεργετικές περί παρεκκλίσεως διατάξεις του άρθρου 36 οσάκις η υγεία και η ζωή των ανθρώπων μπορούν να προστατευθούν εξ ίσου αποτελεσματικά με τη λήψη λιγότερο περιοριστικών για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές μέτρων.

12 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προβλεπομένη στη γερμανική νομοθεσία απαγόρευση εισαγωγής δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και ζωής των ανθρώπων. Ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η έκδοση συνταγής από ιατρό του κράτους μέλους εξαγωγής και η χορήγηση του φαρμάκου από φαρμακοποιό του κράτους αυτού διασφαλίζουν τέτοια προστασία της δημόσιας υγείας και ζωής των ανθρώπων, ώστε να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του κράτους μέλους εισαγωγής. Η Επιτροπή τονίζει περαιτέρω ότι το γεγονός ότι το φάρμακο χρησιμοποιείται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου αγοράστηκε δεν αποτελεί εμπόδιο ούτε για την απρόσκοπτη ιατρική παρακολούθηση του ασθενούς από τον εκδώσαντα τη συνταγή ιατρό ούτε για την παροχή εκ μέρους του φαρμακοποιού του κράτους μέλους εξαγωγής οδηγιών σε εκείνον που αγοράζει το φάρμακο.

13 Αντίθετα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η προβλεπομένη στη νομοθεσία της απαγόρευση εισαγωγής, η οποία στην πράξη αφορά πλέον μόνον την ταχυδρομική αποστολή φαρμάκων, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Κατ' αυτήν, φάρμακο για το οποίο πρέπει να χορηγείται συνταγή ιατρού ενέχει κινδύνους για τη δημόσια υγεία και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται με απόλυτη ασφάλεια αν αγοράζεται σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, το ότι η επισήμανση και οι οδηγίες χρήσεως έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και το ότι ο ιατρός που εξέδωσε τη σχετική συνταγή και ο φαρμακοποιός που πώλησε το φάρμακο βρίσκονται μακριά δημιουργούν τον κίνδυνο το εισαχθέν φάρμακο να μη χρησιμοποιηθεί ορθά από τον αγοραστή και υπό την έννοια αυτή να είναι επικίνδυνο για την υγεία του.

14 Επ' αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί, πρώτον, ότι, για την κατάργηση των εμποδίων στις συναλλαγές φαρμακευτικών προϊόντων, χωρίς παράλληλα να θίγεται ο θεμελιώδης στόχος που έγκειται στην προστασία της δημοσίας υγείας, η οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25), όπως είχε πριν από την έκδοση της οδηγίας 89/341/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989 (ΕΕ 1989, L 142, σ. 11), προέβλεπε ότι ένα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά κράτους μέλους χωρίς έγκριση χορηγουμένη κατόπιν αιτήσεως περιέχουσας πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη σύνθεση του προϊόντος, τη χρήση του, τις ιδιότητές του, καθώς και τους ελέγχους στους οποίους υποβάλλεται η παρασκευή του. Η ίδια οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αρνούνται τη χορήγησή της ή να ανακαλούν την άδεια όταν το ιδιοσκεύασμα είναι βλαβερό υπό συνήθεις όρους χρήσεως, όταν στερείται θεραπευτικών ιδιοτήτων ή όταν αυτές δεν δικαιολογούνται ή ακόμη όταν δεν διενεργούνται οι προβλεπόμενοι έλεγχοι.

15 Επειδή η προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή αφορά μόνο τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που είναι εγκεκριμένα στο κράτος μέλος εξαγωγής και στο κράτος μέλος εισαγωγής, τα επίδικα προϊόντα, στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, δεν μπορούν, ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων της οδηγίας, να θεωρηθούν ως επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία υπό συνήθεις όρους χρήσεως.

16 Πρέπει να υπογραμμιστεί, δεύτερον, ότι οι όροι προσβάσεως στο ιατρικό επάγγελμα και οι λεπτομέρειες ασκήσεώς του αποτέλεσαν αντικείμενο της οδηγίας 75/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών,

κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196 και 209 αντίστοιχα), όπως τροποποιήθηκαν για τελευταία φορά με την οδηγία 89/594/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ 1989, L 341, σ. 19). 'Οσον αφορά τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού και τις λεπτομέρειες ασκήσεώς του, αυτές αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαμακευτικής, και της οδηγίας 85/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων φαρμακευτικής, οδηγιών που περιλαμβάνουν μέτρα προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως για ορισμένες δραστηριότητες του τομέα της φαρμακευτικής (ΕΕ 1985, L 253, σ. 34 και 37 αντίστοιχα).

17 Με την προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Μαρτίου 1989 στην υπόθεση Schumacher, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 20, ότι η αγορά φαρμάκου από φαρμακείο άλλου κράτους μέλους παρέχει εγγυήσεις ισοδύναμες με εκείνες που θα διασφάλιζε η πώληση του φαρμάκου από φαρμακείο του κράτους μέλους στο οποίο εισήγαγε το φάρμακο ιδιώτης και ότι η διαπίστωση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο επιβεβλημένη αν ληφθεί υπόψη ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού και οι λεπτομέρειες ασκήσεώς του έχουν εναρμονιστεί με τις προαναφερθείσες οδηγίες 85/432 και 85/433.

18 Ομοίως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματοποιηθείσα με τις οδηγίες 75/362 και 75/363, όπως έχουν τροποποιηθεί, εναρμόνιση, σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του ιατρού και τις λεπτομέρειες ασκήσεώς του, η χορήγηση φαρμάκου με συνταγή ιατρού άλλου κράτους μέλους λογίζεται ως παρέχουσα εγγυήσεις ισοδύναμες προς εκείνες που διασφαλίζουν τη χορήγηση του φαρμάκου με συνταγή ιατρού του κράτους εισαγωγής.

19 Το γεγονός ότι ο ιατρός που εξέδωσε τη συνταγή ή ο φαρμακοποιός που πώλησε το φάρμακο είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο το φάρμακο χρησιμοποιείται δεν αποτελεί εμπόδιο, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, για την εκ μέρους των εν λόγω επαγγελματιών διενέργεια ελέγχου ως προς τη χρήση του εισαγομένου φαρμάκου, ενδεχομένως με τη συνδρομή συναδέλφου εγκατεστημένου στο κράτος μέλος εισαγωγής.

20 Εξάλλου, ο ιατρός ή ο φαρμακοποιός του άλλου κράτους μέλους έχουν τη δυνατότητα, στα πλαίσια χορηγήσεως του φαρμάκου, να καλύπτουν τις ανεπάρκειες που εμπεριέχουν ενδεχομένως η επισήμανση ή οι οδηγίες χρήσεώς του και που οφείλονται ιδίως στο ότι παρατίθενται σε γλώσσα διαφορετική από εκείνη του ασθενούς.

21 Περαιτέρω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει δύο επιχειρήματα. Αφενός, δεν είναι δυνατόν, κατά τη διέλευση των συνόρων, να ελέγχεται αν τα φάρμακα εισάγονται σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις προσωπικές ανάγκες και παράλληλα να μη παραβιάζεται το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής και, ιδίως, το δικαίωμα προστασίας του ιατρικού απορρήτου. Αφετέρου, επειδή η επίθεση της σφραγίδας του φαρμακοποιού επί της συνταγής του ιατρού δεν είναι υποχρεωτική σε όλα τα κράτη μέλη και η σχετική υποχρέωση δεν τηρείται πάντοτε, οσάκις προβλέπεται, είναι ανέφικτη η διασφάλιση τόσο αποτελεσματικής προστασίας της υγείας όσο εκείνη της γερμανικής νομοθεσίας που επιτρέπει την άπαξ μόνο χρησιμοποίηση της συνταγής ιατρού για την αγορά φαρμάκων.

22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, αφενός, ότι το ιατρικό απόρρητο ως δικαίωμα δεν μπορεί να εμποδίζει τον έλεγχο των εισαγομένων ποσοτήτων φαρμάκων. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι η επίθεση της σφραγίδας του φαρμακείου στη συνταγή ιατρού είναι συνήθης πρακτική στα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει τον έλεγχο της χορηγουμένης βάσει της συνταγής αυτής ποσότητας φαρμάκων. Η Επιτροπή προσθέτει

ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παράσχει συγκεκριμένα δείγματα καταχρήσεως λόγω μη τηρήσεως της πρακτικής αυτής σε ορισμένα κράτη μέλη.

23 Η ιδιωτική ζωή ως δικαίωμα που πρέπει να γίνεται σεβαστό και η προστασία του ιατρικού απορρήτου, μια άλλη πτυχή του δικαιώματος αυτού, συνιστούν θεμελιώδη δικαιώματα προστατευόμενα από την κοινοτική έννομη τάξη (βλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 136/79, National Panasonic κατά Επιτροπής, Sml 1980, σ. 2033). 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-260/89, ΕΡΤ AE, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925), όταν ένα κράτος μέλος επικαλείται τις διατάξεις της Συνθήκης για να δικαιολογήσει εθνική ρύθμιση που μπορεί να παρακωλύσει την άσκηση ενός δικαιώματος που έγκειται σε διασφαλιζομένη από τη Συνθήκη ελευθερία, η δικαιολόγηση αυτή, η οποία προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα δικαιώματα, πάντως, αυτά δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά μπορούν να περιέχουν περιορισμούς υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε την ίδια την ουσία των ούτως διασφαλιζομένων δικαιωμάτων (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 265/87, Schraeder, Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 15). Μεταξύ των στόχων που μπορούν να δικαιολογήσουν παρόμοιους περιορισμούς συγκαταλέγεται η προστασία της δημοσίας υγείας και της ζωής των ανθρώπων.

24 Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι θεμιτό οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να ελέγχουν, για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας, την εισαγωγή φαρμάκων που χορηγούνται αποκλειστικώς κατόπιν συνταγής ιατρού στο κράτος μέλος εισαγωγής. Πάντως, οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να διενεργούνται κατά τρόπο που να ικανοποιούνται οι ανάγκες προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως προεκτέθηκαν.

25 Η Γερμανική Κυβέρνηση, προκειμένου να θεμελιώσει τους δύο ισχυρισμούς της, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η ίδια βρισκόταν σε αδυναμία να λάβει μέτρα ελέγχου ανταποκρινόμενα σε ό,τι, κατά τις γερμανικές αρχές, συνιστούν τις απαιτήσεις προστασίας της δημοσίας υγείας και της ζωής των ανθρώπων και δεν θίγουν υπερβολικά το ιατρικό απόρρητο. Συνεπώς, η επιχειρηματολογία της είναι απορριπτέα.

26 Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο γερμανός νομοθέτης προέβλεψε στο άρθρο 73, παράγραφος 2, σημεία 6, 7 και 8, του AMG ότι η απαγόρευση εισαγωγής δεν ισχύει για τα φάρμακα που εισάγουν τα εισερχόμενα στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής του AMG άτομα σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες τους, για τα φάρμακα που μεταφέρονται επί οχημάτων ή πλοίων και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ή καταναλωθούν αποκλειστικά από τα επιβαίνοντα στα εν λόγω οχήματα ή πλοία άτομα. Υπό την έννοια αυτή, ο Γερμανός νομοθέτης δεν έκρινε αναγκαίο να επιβάλει στις κατά το άρθρο 73, παράγραφο 2, του AMG εισαγωγές, μολονότι εμφανίζουν στον αυτό βαθμό δυσχέρειες ελέγχου, απαγόρευση όπως αυτή της παρούσας δίκης.

27 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας στους ιδιώτες, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 2, σημεία 6 και 6α, του νόμου της 24ης Αυγούστο 1976, περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (Arzneimittelgesetz, στο εξής: AMG, BGBl.I, σ. 2445), όπως ισχύει μετά τον τροποποιητικό του νόμο της 11ης Απριλίου 1990 (ΒGBl.I, σ. 717), να εισάγουν, σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες, φάρμακα χορηγούμενα μόνο κατόπιν συνταγής ιατρού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τα οποία έχουν αγοραστεί από φαρμακείο άλλου κράτους μέλους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας στους ιδιώτες, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 2, σημεία 6 και 6α, του νόμου της 24ης Αυγούστο 1976, περί φαρμάκων (Arzneimittelgesetz), όπως ισχύει μετά τον τροποποιητικό του νόμο της 11ης Απριλίου 1990, να εισάγουν, σε ποσότητες μη υπερβαίνουσες τις συνήθεις προσωπικές ανάγκες, φάρμακα χορηγούμενα μόνο κατόπιν συνταγής ιατρού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τα οποία έχουν αγοραστεί από φαρμακείο άλλου κράτους μέλους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.

2) Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.