ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-58/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Κατόπιν της καταγγελίας που της υπέβαλε ένας Βέλγος υπήκοος, ο Philip Dudál, που ζήτησε ανεπιτυχώς της αναγνώριση στην Ιταλία διπλώματος φυσικοθεραπευτή και θεραπευτή με ειδίκευση στις παθήσεις των οστών αποκτηθέντος στο εξωτερικό, καθώς και αιτήσεως που υποβλήθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή έλαβε γνώση του ιταλικού νόμου αριθ. 752, της 8ης Νοεμβρίου 1984 (GURI αριθ. 311 της 12.11.1984, σ. 9427).
Το εν λόγω κείμενο, όπως συμπληρώθηκε με το εκτελεστικό διάταγμα της 16ης Ιουλίου 1986 (GURI αριθ. 302 της 31.12.1986, σ. 24), παρέχει μόνο στους Ιταλούς υπηκόους τη δυνατότητα αναγνωρίσεως διπλωμάτων κτηθέντων στην αλλοδαπή που επιτρέπουν την άσκηση παραϊατρικών επαγγελμάτων, ήτοι βοηθητικά του ιατρικού επαγγέλματα και επαγγέλματα τεχνικοϊατρικής φύσεως για τα οποία δεν απαιτείται πανεπιστημιακός τίτλος. Το γεγονός ότι αποκλείονται του εν λόγω δικαιώματος οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών κάτοχοι των ιδίων διπλωμάτων αποδεικνύεται από το έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1987 του Υπουργείου Υγείας προς τον Philip Dudál, όπου επιβεβαιώνεται ότι ο προαναφερθείς νόμος προβλέπει « ως προϋπόθεση sine qua non » της αναγνωρίσεως « την κατοχή της ιταλικής ιθαγένειας ».
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 1988, κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών, κατόπιν δε, ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους των ιταλικών αρχών, εξέδωσε, στις 15 Ιουλίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών.
ΙΙ — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαρτίου 1990. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά αλλά, με έγγραφο της της 7ης Αυγούστου 1990 προς το Δικαστήριο, η Ιταλική Κυβέρνηση παραιτήθηκε του δικαιώματος καταθέσεως υπομνήματος ανταπαντήσεως.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παρέχοντας μόνο στους Ιταλούς υπηκόους τη δυνατότητα αναγνωρίσεως στην Ιταλία διπλωμάτων κτηθέντων στην αλλοδαπή που επιτρέπουν την άσκηση παραϊατρικών επαγγελμάτων, ειδικοτήτων βοηθητικών του ιατρικού επαγγέλματος και επαγγελμάτων τεχνικοϊατρικής φύσεως για τα οποία δεν απαιτείται πανεπιστημιακός τίτλος, παρέβη της υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ· |
|
— |
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Η Ιταλική Δημοκρατία δηλώνει απλώς ότι η διάκριση την οποία η Επιτροπή προβάλλει ως παράβαση των άρθρων 48, 52 και 59 της Συνθήκης είναι βέβαιον ότι αποκλείεται να υπάρξει στο μέλλον.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επινροπή θεωρεί ότι ο υπό κρίση ιταλικός νόμος εισάγει προφανή διάκριση βασιζόμενη στην ιθαγένεια, που αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την πρόσβαση στις επαγγελματικές δραστηριότητες για τις οποίες πρόκειται υπό την ιδιότητα του μισθωτού ( άρθρο 48 ) ή μη μισθωτού εργαζομένου ( άρθρο 52 ), καθώς και για την παροχή υπηρεσιών (άρθρο 59), ενώ το εμπόδιο αυτό δεν υφίσταται για τους Ιταλούς υπηκόους που είναι κάτοχοι των ιδίων διπλωμάτων. Με έγγραφο του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της 19ης Σεπτεμβρίου 1988, ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής αναφέρεται στη σαφή και πάγια σχετική νομολογία του Δικαστηρίου από της εκδόσεως της αποφάσεως της 21ης Ιουνίου 1974, υπόθεση 2/74, Revners (Race. 1974, σ. 631).
Στο εν λόγω έγγραφο καθώς και στην από 15 Ιουνίου 1988 αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το διάταγμα της 16ης Ιουλίου 1986 εξαρτά την αναγνώριση των διπλωμάτων από την ύπαρξη συμφωνίας περί αμοιβαιότητας με το ενδιαφερόμενο κράτος. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των όρων προσβάσεως στα επαγγέλματα για τα οποία πρόκειται, τα κράτη μέλη δικαιούνται να καθορίζουν τις γνώσεις και τα προσόντα που είναι αναγκαία για την άσκηση των εν λόγω επαγγελμάτων και να απαιτούν την προσκόμιση διπλώματος με το οποίο να βεβαιώνεται η ύπαρξη αυτών των γνώσεων και προσόντων. Ωστόσο, εκτιμά, βάσει της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 222/86, Heylens ( Συλλογή 1987, σ. 4097 ), ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να επιβάλει, σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους κάτοχο διπλώματος αποκτηθέντος σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος υποδοχής, να αποκτήσει δίπλωμα στο τελευταίο αυτό κράτος χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι γνώσεις και τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί στο άλλο κράτος μέλος και έχουν κατοχυρωθεί με σχετικό δίπλωμα. Κατά την Επιτροπή, το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να καθορίσει μία διαδικασία επιτρέπουσα τη σύγκριση των αποκτηθέντων σε άλλο κράτος μέλος προσόντων του ενδιαφερομένου με τα προσόντα που απαιτούνται στο κράτος υποδοχής- εξάλλου, το κράτος υποδοχής μπορεί να αξιώνει την ύπαρξη των ελλιπόντων μόνο προσόντων, υπό τον όρον ότι αυτά είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων για τα οποία πρόκειται. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω υποχρέωση, που απορρέει από το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαρτάται από τον όρο της αμοιβαιότητος, καθόσον αυτός δεν συνιστά αρχή του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, υπόθεση 78/76, Steinicke και Weinling, Race. 1977, σ. 595 ).
Η ΙναΑική Κυβέρνηση αναφέρεται κυρίως στα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην υποβολή της καταγγελίας του Philip Dudál στην Επιτροπή. Επισημαίνει ότι το διοικητικό δικαστήριο της περιφερείας του Latium ακύρωσε την υπουργική απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως για αναγνώριση του διπλώματος ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το Υπουργείο Υγείας παραιτήθηκε της εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, υποχρεούται να επανεξετάσει την αίτηση του ενδιαφερομένου και να προχωρήσει στην αναγνώριση του διπλώματος υπό τους όρους που ισχύουν για τους Ιταλούς υπηκόους.
Γενικότερα, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, βάσει της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, τα δεσμευτικά αποτελέσματα της αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου εκτείνονται στη μέλλουσα εφαρμογή του νόμου του 1984 επί αναλόγων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση αντίθετη προς τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης στο μέλλον.
Η Επιτροπή επιχαίρει για το αποτέλεσμα αυτό. Ωστόσο, παρατηρεί ότι η εν λόγω εξέλιξη δεν έθεσε τέλος στην παράβαση. Αναφερόμενη σε σχετική και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, θεωρεί ότι η συνεπαγόμενη διακρίσεις ρύθμιση.του νόμου 1984 παρατείνει « μία κατάσταση αβεβαιότητος ως προς τις δυνατότητες επικλήσεως του κοινοτικού δικαίου » και, επομένως, « μία αβέβαιη πραγματική κατάσταση για τους ενδιαφερομένους», την οποία και επιτείνει η πρόσφατη θέσπιση του εν λόγω νόμου.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
της 25ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-58/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Giulliano Marenco, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο δικαστικού των διπλωματικών υπηρεσιών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιταλική πρεσβεία, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παρέχοντας μόνο στους Ιταλούς υπηκόους τη δυνατότητα αναγνωρίσεως, στην Ιταλία, τίτλων αποκτηθέντων στην αλλοδαπή που επιτρέπουν την άσκηση παραϊατρικών επαγγελμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, T. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές αναπτύξεις της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ιδίας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παρέχοντας μόνο στους Ιταλούς υπηκόους τη δυνατότητα αναγνωρίσεως, στην Ιταλία, τίτλων αποκτηθέντων στην αλλοδαπή που επιτρέπουν την άσκηση των παραϊατρικών επαγγελμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. |
|
2 |
Οι επίδικες εθνικές διατάξεις περιέχονται στον ιταλικό νόμο 752, της 8ης Νοεμβρίου 1984 (GURI αριθ. 311 της 12.11.1984, σ. 9427), όπως συμπληρώθηκε με το εκτελεστικό διάταγμα της 16ης Ιουλίου 1986 ( GURI αριθ. 302 της 31.12.1986, σ. 24 ). |
|
3 |
Κατόπιν καταγγελίας Βέλγου υπηκόου, που ζήτησε ανεπιτυχώς την αναγνώριση στην Ιταλία διπλώματος φυσικοθεραπευτή και θεραπευτή με ειδίκευση σε παθήσεις των οστών αποκτηθέντος στο Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, και κατόπιν αιτήσεως υποβληθείσας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφο οχλήσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 1988, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία. Μη λαβούσα απάντηση, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 15 Ιουνίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα απαραίτητα μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών. Δεδομένου ότι και τη φορά αυτή δεν έλαβε απάντηση, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή. |
|
4 |
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, τα της εξελίξεως της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται στη συνέχεια παρά μόνο καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου. |
|
5 |
Προς υποστήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει δύο επιχειρήματα. Πρώτον, αναφέρεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, όπως αυτή που προβλέπεται από την ιταλική νομοθεσία όσον αφορά την πρόσβαση στις επαγγελματικές δραστηριότητες για τις οποίες πρόκειται, υπό την ιδιότητα του μισθωτού ( άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ ) ή μη μισθωτού εργαζομένου ( άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ ) καθώς και στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών ( άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ ), αποτελούν εμπόδια στην άσκηση των ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη. |
|
6 |
Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι το ιταλικό διάταγμα της 16ης Ιουλίου 1986 εξαρτά, σε αντίθεση προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, την αναγνώριση των αποκτηθέντων στην αλλοδαπή τίτλων από την ύπαρξη συμφωνίας αμοιβαιότητας με το ενδιαφερόμενο κράτος. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των όρων προσβάσεως στα επαγγέλματα για τα οποία πρόκειται, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τις γνώσεις και τα προσόντα που είναι αναγκαία για την άσκηση των εν λόγω επαγγελμάτων και να απαιτούν την κατοχή του αντιστοίχου διπλώματος. Φρονεί, ωστόσο, ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν επιτρέπεται να επιβάλει στον υπήκοο άλλου κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος χορηγηθέντος σε άλλο κράτος μέλος, την κατοχή του διπλώματος που προϋποθέτει η άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος στο κράτος υποδοχής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι γνώσεις και τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί και κατοχυρωθεί με δίπλωμα στο άλλο αυτό κράτος μέλος ( απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens, Συλλογή 1987, σ. 4097 ). |
|
7 |
Αναφερόμενη στην καταγγελία που υπέβαλε στην Επιτροπή ο Βέλγος υπήκοος, τα διπλώματα του οποίου δεν αναγνωρίστηκαν στην Ιταλία, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το tribunale amministrativo regionale del Lazio ακύρωσε την επίδικη υπουργική απόφαση αντίθετη με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Προσθέτει ότι τα αποτελέσματα της δικαστικής αυτής αποφάσεως εκτείνονται στην εφαρμογή του νόμου σε ανάλογες περιπτώσεις στο μέλλον, οπότε θα αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση αντίθετη προς τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης στο μέλλον. |
|
8 |
Δεν αμφισβητείται ότι οι εθνικές διατάξεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή δεν συμβιβάζονται προς τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης. |
|
9 |
Υπενθυμίζεται, κατ' αρχάς, ότι η γενική αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που καθιερώνεται από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης στους ειδικούς τομείς που διέπονται από τα εν λόγω άρθρα έχει την έννοια ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών συνεπάγονται την πρόσβαση στις μισθωτές ή μη μισθωτές δραστηριότητες και την άσκηση τους υπό τις συνθήκες που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής για τους ιδίους υπηκόους του ( απόφαση της 4ης Απριλίου 1974, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 167/73, Rec. 1974, σ. 359' απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Revners, Rec. 1974, σ. 631 απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen, Rec. 1974, σ. 1299). |
|
10 |
Πρέπει να τονιστεί εξάλλου ότι, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος που εξαρτά την πρόσβαση των υπηκόων άλλων κρατών μελών σε ορισμένα επαγγέλματα από τον όρο της αμοιβαιότητας παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ( απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986, 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1986, σ. 2945 ). |
|
11 |
Επιπλέον, η εκτίμηση της ισοτιμίας διπλώματος αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να γίνεται αποκλειστικώς βάσει του βαθμού των γνώσεων και των προσόντων που το δίπλωμα αυτό επιτρέπει να θεωρηθεί ότι συγκεντρώνει κατά τεκμήριο ο κάτοχος του, ενόψει της φύσεως και της διάρκειας των σπουδών και των πρακτικών ασκήσεων των οποίων πιστοποιεί την πραγματοποίηση, (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1987, προαναφερθείσα, σκέψη 13.). |
|
12 |
Τέλος, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να απαλλαγεί της υποχρεώσεως προσαρμογής της εθνικής της νομοθεσίας στις επιταγές της Συνθήκης, επικαλούμενη ορισμένη διοικητική ή δικαστική πρακτική ή επικαλούμενη την εξομοίωση στο μέλλον των υπηκόων των άλλων κρατών μελών προς τους Ιταλούς υπηκόους. Ειδικότερα, οι συνεπαγόμενες διακρίσεις διατάξεις του νόμου της 8ης Νοεμβρίου 1984 παρατείνουν ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητες επικλήσεως του κοινοτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, μία αβέβαιη κατάσταση πραγμάτων για τους ενδιαφερομένους. |
|
13 |
Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις που παρέχουν μόνο στους Ιταλούς υπηκόους τη δυνατότητα αναγνωρίσεως, στην Ιταλία, των αποκτηθέντων στο εξωτερικό τίτλων που τους επιτρέπουν να ασκήσουν παραϊατρικά επαγγέλματα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
14 |
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αποφασίζει: |
|
|
|
Due O'Higgins Moitinho de Almeida Rodríguez Iglesias Stynn Joliét Schockweiler Grèvisse Zulieg Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουλίου 1991. Ο Γραμματέας J.-G. Giraud Ο Πρόεδρος Ο. Due |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.