ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 18ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1992. - WEDDEL & CO BV ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΡΝΗΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΨΕΙ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΝΑ ΕΞΕΤΑΣΤΕΙ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΕ ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-54/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-00871
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Υπάλληλοι - Δικαιώματα και υποχρεώσεις - Αποκάλυψη πληροφοριών υπηρεσιακής φύσεως - Μαρτυρική κατάθεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου - Ανάγκη, σε κάθε περίπτωση, προηγουμένης αδείας της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρο 19)
2. Ευρωπαϊκές Κοινότητες - 'Οργανα - Υποχρεώσεις - Αρωγή οφειλόμενη στις εθνικές αρχές που ενεργούν προς εξασφάλιση τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου - 'Αρνηση παροχής αδείας σε υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας - Παράνομο αρνήσεως
1. Από το άρθρο 19 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (ΚΥΚ) προκύπτει ότι, οσάκις ένας υπάλληλος καλείται να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σχετικά με πληροφορίες που παρέσχε σε τρίτους υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, οφείλει να λάβει προηγουμένως σχετική άδεια από το όργανο στο οποίο υπάγεται, χωρίς να γίνεται διάκριση αναλόγως του αν οι εν λόγω πληροφορίες εκαλύπτοντο ή όχι από το καθήκον εχεμυθείας.
2. Εφόσον η μαρτυρική κατάθεση υπαλλήλου, που ζητείται από εθνικό δικαστήριο και αφορά το αν ο εμπλεκόμενος υπάλληλος έδωσε στις αρμόδιες για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής εθνικές αρχές ορισμένη ερμηνεία ενός κανονισμού, δεν μπορεί να παραβλάψει τις σχέσεις που οι υπηρεσίες της Επιτροπής οφείλουν να διατηρούν με τις διοικήσεις των κρατών μελών, η Επιτροπή δεν δύναται να αρνηθεί να παράσχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 19 του ΚΥΚ άδεια.
Στην υπόθεση C-54/90,
Weddel & Co. BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου με έδρα το Ρότερνταμ (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον G. van der Wal, δικηγόρο παρά τω Hoge Raad der Nederlanden, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Aloyse May, 31 Grand-Rue,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης αρχικώς από τον R. Barents, στη συνέχεια δε από τον P. van Nuffel, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παράσχει σε έναν από τους υπαλλήλους της την άδεια να εμφανιστεί ως μάρτυρας σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη,
G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου, που τροποποιήθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 17ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 1991,
εκδίδει την παρούσα
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μαρτίου 1990, η εταιρία Weddel & Co. BV ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990, με την οποία η πρώτη αρνήθηκε να επιτρέψει σε έναν από τους υπαλλήλους της να καταθέσει ως μάρτυρας σε δίκη διεξαγόμενη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
Το ιστορικό της διαφοράς
2 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2539/87 της Επιτροπής, της 24ης Αυγούστου 1987, περί της ποσότητος βοείου κρέατος υψηλής ποιότητος που μπορεί να εισαχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά στο πλαίσιο του καθεστώτος που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3928/86
(ΕΕ L 241, σ. 6), κινήθηκε διαδικασία δημοπρασίας. Στο άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού προβλεπόταν ότι μπορούσαν να υποβληθούν αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής για συνολική ποσότητα 4 617 τόνων.
3 Στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1987, η προσφεύγουσα υπέβαλε αιτήσεις για συνολική ποσότητα 320 000 τόνων βοείου κρέατος ενώπιον του "Produktschap voor Vee en Vlees" (στο εξής: Produktschap), τον ολλανδικό οργανισμό που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής.
4 Αφού της κοινοποιήθηκε από τον Produktschap το συνολικό ποσό που αντιπροσώπευαν οι κατατεθείσες στις Κάτω Χώρες αιτήσεις, η Επιτροπή πληροφόρησε στις 15 Σεπτεμβρίου 1987 τον εν λόγω οργανισμό ότι, ενόψει των περιστάσεων και των διατάξεων του κανονισμού 2539/87, όλες οι αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής έπρεπε να αντιστοιχούν σε συνολική ποσότητα μη υπερβαίνουσα την ποσότητα που ήταν διαθέσιμη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
5 Πράγματι, η Επιτροπή αποφάσισε, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2806/87, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα (EE L 268, σ. 59), ότι κάθε αίτηση για τη χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνο μέχρι του 0,2425 % της αιτουμένης ποσότητας και ότι οι αιτήσεις για ποσότητες υπερβαίνουσες το διαθέσιμο των 4 617 τόνων θα ελαμβάνοντο υπόψη μόνο μέχρι της ποσότητος αυτής.
6 Λόγω επιβολής του ανωτάτου αυτού ορίου, η προσφεύγουσα έλαβε πιστοποιητικό εισαγωγής μόνο για 0,2425 % των 4 617 τόνων και, κατά συνέπεια, της παρεσχέθη άδεια να εισαγάγει μόνο 11,196 τόνους.
7 Η προσφεύγουσα άσκησε κατά του κανονισμού 2806/87 προσφυγή ακυρώσεως την οποία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-354/87, Weddel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-3847).
8 Παράλληλα, η προσφεύγουσα υπέβαλε, στις 2 Νοεμβρίου 1989, αίτηση προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον του arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage, σύμφωνα με το άρθρο 214 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, προκειμένου να εκτιμήσει τις πιθανότητες να επιτύχει διά της δικαστικής οδού αποζημίωση εκ μέρους του Produktschap για τη ζημία που θεωρεί ότι υπέστη συνεπεία της απορρίψεως των αιτήσεών της για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής καθόσον αφορά τις πέραν του καθορισθέντος ανωτάτου διαθεσίμου ορίου ποσότητες. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο Produktschap τη διαβεβαίωσε ότι οι αιτήσεις δεν υπόκειντο σε ανώτατο όριο και με τον τρόπο αυτό την ώθησε να υποβάλει αιτήσεις υπερβαίνουσες τις διαθέσιμες ποσοστώσεις. Ο Produktschap, δηλώνει, εξάλλου, ότι είχε λάβει ανεπισήμως διαβεβαιώσεις περί της μη υπάρξεως ανωτάτου ορίου από υπάλληλο της Επιτροπής.
9 Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1989, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει στον εν λόγω υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο προσωρινής εξετάσεως σχετικά με τις πληροφορίες που έδωσε στον Produktschap.
10 Η προσφεύγουσα πληροφόρησε την Επιτροπή, με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1989, ότι το εθνικό δικαστήριο είχε διατάξει προσωρινή εξέταση μαρτύρων, μεταξύ των οποίων συγκατελέγετο και ο εν λόγω υπάλληλος, και ότι η προσφεύγουσα προετίθετο να κλητεύσει με δικαστικό επιμελητή τον εν λόγω υπάλληλο να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου.
11 Με εσωτερικό σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 1990, που απηύθυνε στον υπάλληλό της, η Επιτροπή αρνήθηκε να του παράσχει την άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας με την αιτιολογία ότι:
"(( (...) εφόσον υπόθεση αφορώσα τα ίδια πραγματικά περιστατικά εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Weddel κατά Επιτροπής), στα ερωτήματα επί των οποίων ζητείται η μαρτυρία σας δίδεται η επίσημη απάντηση της Επιτροπής στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης από την εξουσιοδοτημένη αρχή (Νομική Υπηρεσία, εκπρόσωπος της Επιτροπής) ))".
12 Η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα την εν λόγω άρνηση με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990 στο οποίο επισυνάπτετο αντίγραφο του ανωτέρω εσωτερικού σημειώματος.
13 Στις 16 Ιανουαρίου 1990, ο αρμόδιος δικαστής εξέτασε τέσσερις άλλους μάρτυρες που είχαν κληθεί να καταθέσουν και οι οποίοι βεβαίωσαν ότι, απαντώντας σε ερωτήσεις του Produktschap, ο υπάλληλος της Επιτροπής, πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων για χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής, είχε δηλώσει ρητά, επανειλημμένα και ανεπιφύλακτα ότι οι αιτούμενες ποσότητες μπορούσαν να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των διαθεσίμων ποσοτήτων.
14 Το νομικό πλαίσιο, τα πραγματικά περιστατικά, τα της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων αναπτύσσονται διεξοδικά στην έκθεση ακροατηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται στη συνέχεια μόνο καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
15 Κατά την Επιτροπή, η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθότι δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωση προσδιορισμού του αντικειμένου της διαφοράς την οποία επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζεται στην προσφυγή αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι η κοινοποιηθείσα στον υπάλληλο άρνηση της Επιτροπής να του επιτρέψει να καταθέσει ως μάρτυρας ή το έγγραφο που απεστάλη στην προσφεύγουσα.
16 Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα. Η προσφυγή, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενό της, βάλλει κατά της αποφάσεως της 12ης Ιανουαρίου 1990. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε χωρίς δυσκολία να διαπιστώσει ότι αντικείμενο της διαφοράς είναι η πράξη με την οποία η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας για παροχή στον υπάλληλό της αδείας να καταθέσει ως μάρτυρας.
17 'Οσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η προσφεύγουσα ήταν αποδέκτης της απορριπτικής αποφάσεως της 12ης Ιανουαρίου 1990, που της κοινοποιήθηκε με έγγραφο φέρον την ίδια ημερομηνία αποσταλέν σε συνέχεια της από 29 Νοεμβρίου 1989 αιτήσεώς της, και, αφετέρου, ότι η επίδικη πράξη επηρεάζει τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας καθόσον είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει, στο πλαίσιο της προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων, την εξέταση πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμα ενόψει τυχόν ασκήσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας αγωγής αποζημιώσεως κατά του Produktschap.
18 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Ως προς τον κύριο λόγο ακυρώσεως
19 Με τον κύριο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει κακώς ότι η Επιτροπή επικαλείται την εφαρμογή του άρθρου 19 του ΚΥΚ στην προκειμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του καθήκοντος εχεμυθείας που επιβάλλουν στους υπαλλήλους τα άρθρα 214 της Συνθήκης και 17 του ΚΥΚ. Στα πλαίσια του καθήκοντος αυτού απαγορεύεται στους υπαλλήλους να μεταδίδουν εμπιστευτικές πληροφορίες των οποίων έχουν λάβει γνώση από τρίτους ή να κοινοποιούν έγγραφα και πληροφορίες που δεν έχουν δημοσιευθεί σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται να λάβουν γνώση των εν λόγω στοιχείων. Το άρθρο 19 του ΚΥΚ εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των πληροφοριών που καλύπτονται από το καθήκον μυστικότητος. Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν να υποβάλλουν στους υπαλλήλους της Επιτροπής πολλά ερωτήματα και οι εν λόγω υπάλληλοι μπορούν να απαντούν σ' αυτά χωρίς να παραβιάζουν το καθήκον τους εχεμυθείας. Κατά συνέπεια, οι παρεχόμενες κατά τον τρόπο αυτό πληροφορίες ή οι διδόμενες απαντήσεις δεν προϋποθέτουν την παροχή αδείας την οποία αφορά το άρθρο 19 του ΚΥΚ.
20 Η εν λόγω συσταλτική ερμηνεία δεν απορρέει από το γράμμα του προπαρατεθέντος άρθρου 19 του ΚΥΚ. Αντίθετα, από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως ισχύει σε διάφορες γλώσσες, συνάγεται ότι, οσάκις ένας υπάλληλος καλείται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σχετικά με πληροφορίες που παρέσχε σε τρίτους υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, πρέπει προηγουμένως να λάβει σχετική άδεια από το όργανο στο οποίο υπάγεται χωρίς να γίνεται διάκριση αναλόγως του αν οι εν λόγω πληροφορίες καλύπτοντο ή όχι από το καθήκον εχεμυθείας.
Επί του επικουρικού λόγου ακυρώσεως
21 Για την περίπτωση κατά την οποία θα γινόταν δεκτό ότι το άρθρο 19 του ΚΥΚ τυγχάνει εφαρμογής, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, επέβαλλαν να μην επιτραπεί στον υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να μην επιτραπεί στον υπάλληλο να καταθέσει, δεδομένου ότι η άρνησή του να καταθέσει ως μάρτυρας μπορούσε να επάγεται ποινικές ή άλλες ανάλογες συνέπειες για τον εν λόγω υπάλληλο.
22 Ως προς το πρώτο σημείο, επισημαίνεται ότι το μόνο επιχείρημα της Επιτροπής που συναρτάται προς τα συμφέροντα της Κοινότητας αφορά την καλή διαχείριση των κοινών οργανώσεων αγοράς.
23 Πρέπει να τονιστεί σχετικώς ότι η ζητηθείσα μαρτυρική κατάθεση αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να επαληθευθεί αν ο υπάλληλος είχε δώσει στον Produktschap μία ορισμένη ερμηνεία ενός γεωργικού κοινοτικού κανονισμού.
24 Η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να βλάψει τις σχέσεις που οι υπηρεσίες της Επιτροπής οφείλουν να διατηρούν με τις διοικήσεις των κρατών μελών ούτε, κατά συνέπεια, να επηρεάσει δυσμενώς την καλή διαχείριση των κοινών οργανώσεων αγοράς.
25 Επομένως, κακώς έκρινε η Επιτροπή ότι η παροχή στον υπάλληλό της της αδείας να καταθέσει ως μάρτυρας που ζητήθηκε από την προσφεύγουσα αντέκειτο στα συμφέροντα της Κοινότητας.
26 Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απορριπτική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να συντρέχει λόγος να εξεταστεί αν η εν λόγω άρνηση θα μπορούσε να έχει συνέπειες ποινικής φύσεως για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, όπως επιβάλλει, εξάλλου, το άρθρο 19 του ΚΥΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε κατ' ουσία, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1990 της Επιτροπής, με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να επιτρέψει σε έναν από τους υπαλλήλους της να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.