Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Οκτωβρίου 1991. - MUWI BOUWGROEP BV ΚΑΤΑ STAATSSECRETARIS VAN FINANCIEN. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: HOGE RAAD - ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ. - ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΙΣΦΟΡΑΣ - ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΝΟΛΟΥ ΜΕΤΟΧΩΝ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-164/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1991 σελίδα I-06049
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20, στο εξής: οδηγία). Ο σκοπός της οδηγίας συνίσταται στην εναρμόνιση αυτών των φόρων, ειδικότερα δε στην εναρμόνιση του φόρου στον οποίο υπόκεινται οι εισφορές κεφαλαίου σε εταιρίες και επιχειρήσεις (φόρος εισφοράς). Η οδηγία τροποποιήθηκε με την οδηγία 73/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 38), την οδηγία 73/80/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 40) και την οδηγία 74/553/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 42). Οι μετέπειτα τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23), δεν είναι ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση η οποία αφορά συναλλαγές που έγιναν το 1979.
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζει τις πράξεις που υπόκεινται στον φόρο εισφοράς, στις οποίες περιλαμβάνεται η σύσταση κεφαλαιουχικών εταιριών (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), και η αύξηση κεφαλαίου μέσω εισφοράς κάθε είδους αγαθών (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ). Η έκφραση "κεφαλαιουχική εταιρία" ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, με αναφορά ιδίως σε εταιρίες διαφόρων μορφών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, το δε άρθρο 3, παράγραφος 2, ορίζει επιπροσθέτως ότι κάθε άλλη
εταιρία, ένωση ή νομικό πρόσωπο που επιδιώκει κερδοσκοπικούς σκοπούς θεωρείται ως κεφαλαιουχική εταιρία, παρόλο που κράτος μέλος μπορεί να μη τη θεωρήσει ως τέτοια από απόψεως επιβολής φόρου εισφοράς. Δεν αμφισβητείται ότι η υποκείμενη στον φόρο εταιρία της κύριας δίκης, η οποία είναι μία BV ή besloten vennootschap (εταιρία ιδιωτικού δικαίου), πρέπει να θεωρείται ως κεφαλαιουχική εταιρία από απόψεως επιβολής φόρου εισφοράς.
3. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας καθορίζει τον κανονικό συντελεστή του φόρου εισφοράς, στα στοιχεία όμως β και ββ του άρθρου 7, παράγραφος 1, προβλέπεται μείωση του συντελεστή σε ορισμένες περιπτώσεις. Η μείωση που προβλέπεται στο στοιχείο β είναι υποχρεωτική, τα κράτη μέλη όμως έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν ή να μην εφαρμόσουν τη μείωση που προβλέπεται στο στοιχείο ββ, το οποίο προστέθηκε με την οδηγία 73/79. Με την οδηγία 73/80 του Συμβουλίου προβλέφθηκε, με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1976, ότι ο κανονικός συντελεστής του φόρου εισφοράς είναι 1 %, ο δε μειωμένος συντελεστής που προβλέπεται στα στοιχεία β και ββ του άρθρου 7, παράγραφος 1, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε συντελεστής μεταξύ 0 % και 0,5 %.
4. Η υποχρεωτική μείωση που προβλέπεται στο στοιχείο β του άρθρου 7, παράγραφος 1, εφαρμόζεται όταν
"(...) μία ή περισσότερες κεφαλαιουχικές εταιρίες εισφέρουν το σύνολο της περιουσίας τους ή ένα ή περισσοτέρους τομείς της δραστηριότητός τους, σε μία ή περισσότερες συνιστώμενες ή υφιστάμενες κεφαλαιουχικές εταιρίες"
υπό τον όρο ότι η αντιπαροχή για τις εισφορές κεφαλαίου συνίσταται αποκλειστικά στη χορήγηση εταιρικών μεριδίων των αποκτωσών εταιριών ή (κατά την επιλογή του κράτους μέλους) στη χορήγηση τέτοιων μεριδίων μαζί με καταβολή σε μετρητά μη υπερβαίνουσα το 10 % της ονομαστικής τους αξίας.
5. Η ευχέρεια μειώσεως που προβλέπεται στο στοιχείο ββ εφαρμόζεται
εξάλλου
"(...) όταν μία συνιστωμένη ή υφισταμένη κεφαλαιουχική εταιρία λαμβάνει μερίδια, αντιπροσωπεύοντα τουλάχιστον 75 % του εταιρικού κεφαλαίου, του εκδοθέντος προηγουμένως υπό άλλης κεφαλαιουχικής εταιρίας"
υπό την προϋπόθεση ότι η αντιπαροχή για τα αποκτώμενα εταιρικά μερίδια συνίσταται αποκλειστικά στη χορήγηση μεριδίων της αποκτώσας εταιρίας ή (κατά την επιλογή του κράτους μέλους) στη χορήγηση τέτοιων μεριδίων μαζί με καταβολή σε μετρητά μη υπερβαίνουσα το 10 % της ονομαστικής τους αξίας.
6. Το άρθρο 5 της οδηγίας αφορά τη βάση επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος. Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, ορίζεται, στην περίπτωση συστάσεως κεφαλαιουχικής εταιρίας ή αυξήσεως του κεφαλαίου της ή των περιουσιακών της στοιχείων, ότι ο φόρος επιβάλλεται επί της πραγματικής αξίας των περιουσιακών στοιχειών που εισφέρονται ή πρόκειται να εισφερθούν από τους εταίρους, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί και οι δαπάνες που έχουν προκύψει για την εταιρία. Στο άρθρο 5, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου 74/553, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις αυτές κράτος μέλος μπορεί αντιθέτως να λάβει υπόψη ως βάση για την επιβολή του φόρου εισφοράς την πραγματική αξία των εταιρικών μεριδίων που χορηγούνται ή ανήκουν σε κάθε εταίρο, εφόσον οι εισφορές συνίστανται αποκλειστικά στην καταβολή μετρητών. Το ποσό επί του οποίου επιβάλλεται φόρος δεν πρέπει πάντως να είναι μικρότερο από την ονομαστική αξία των μεριδίων αυτών.
7. Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία β και ββ του άρθρου 7, παράγραφος 1, αφορούν δύο διαφορετικά είδη αποκτήσεως εταιριών. Στην πρώτη περίπτωση ανταλλάσσονται εταιρικά μερίδια της αποκτώσας εταιρίας είτε έναντι του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της αποκτώμενης εταιρίας είτε για έναν τομέα της δραστηριότητάς της. Στο δεύτερο είδος αποκτήσεως, εταιρικά μερίδια ανταλλάσσονται με εταιρικά
μερίδια: η αποκτώσα εταιρία αποκτά τον έλεγχο επί της αποκτωμένης εταιρίας έναντι ανταλλαγής δικών της εταιρικών μεριδίων. Η τελευταία αυτή πράξη αποκαλείται μερικές φορές ως share swap ή exchange of shares. Ο σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη συνίστατο στο να υφίσταται πάντοτε για το πρώτο είδος αυτών των πράξεων το ευεργέτημα του μειωμένου συντελεστή του φόρου, ενώ στη δεύτερη κατηγορία αυτών των πράξεων ο νομοθέτης αρκέστηκε να επιτρέψει σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει τον καθορισμό ή όχι μειωμένου συντελεστή.
8. Οι Κάτω Χώρες όφειλαν επομένως να εφαρμόσουν την υποχρεωτική μείωση του φόρου εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β. 'Οσον αφορά την προαιρετική μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, είναι φανερό ότι οι Κάτω Χώρες προέβησαν στην επιλογή αυτή για ορισμένα είδη πράξεων αλλά όχι για όλα. Η ολλανδική νομοθεσία κάνει διάκριση μεταξύ των "εσωτερικών αναδιαρθρώσεων" και των "συγχωνεύσεων", δηλαδή μεταξύ της αποκτήσεως μιας εταιρίας που ανήκει στον ίδιο όμιλο με την αποκτώσα εταιρία και της αποκτήσεως μιας εταιρίας που ανήκει σε άλλο όμιλο. Στις Κάτω Χώρες η μείωση του φόρου εισφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, εφαρμόζεται μόνο στο δεύτερο αυτό είδος πράξεων: βλ. τα άρθρα 11 και 12 του εκτελεστικού διατάγματος της 22ας Ιουνίου 1971 του νόμου περί φορολογίας συναλλαγών νομικής φύσεως. Είναι βέβαιο ότι η εν λόγω πράξη συνιστά εν προκειμένω εσωτερική αναδιάρθρωση και όχι συγχώνευση. Επομένως, το ζήτημα που ανακύπτει είναι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, ως προς αυτήν την πράξη.
9. Η πράξη για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη αποτελούσε μία φάση ενός ευρύτερου σχεδίου με το οποίο μία ολλανδική κατασκευάστρια εταιρία, η Van der Vorm Beheer BV (στο εξής: Van der Vorm) προετίθετο να αποκτήσει τις δραστηριότητες διαφόρων θυγατρικών μιας άλλης κατασκευάστριας εταιρίας, της Nederhorst Beheer BV (στο εξής: Nederhorst). Θα αναφέρομαι στις ολλανδικές θυγατρικές με την ονομασία "εταιρίες στόχος".
10. Η Van der Vorm συνήψε μία σύμβαση στις 11 Σεπτεμβρίου 1979 για να αποκτήσει τις εταιρίες στόχο. Η σύμβαση αυτή επέτρεπε στη Van der Vorm να προβεί στην απόκτηση, αναλαμβάνοντας τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους είτε η ίδια είτε μέσω εταιριών που θα ίδρυε. Πράγματι, η Van der Vorm επέλεξε τη δεύτερη λύση και έτσι ίδρυσε, στις 2 Οκτωβρίου 1979, τέσσερις νέες εταιρίες που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως όργανα για την επίτευξη αυτού του σκοπού (στο εξής: εταιρίες όργανα):
Α) Nedu, Β) Multi ontwerp, Γ) Muwi Geleen και Δ) Μuwi Rotterdam.
Οι εταιρίες όργανα είχαν ανειλημμένο εταιρικό κεφάλαιο αντιστοίχως:
Α) 50 000 ολλανδικά φιορίνια (HFL), Β) 100 000 HFL, Γ) 6 500 000 HFL και Δ) 3 200 000 HFL.
Η Van der Vorm κατέβαλε σε μετρητά το εταιρικό κεφάλαιο των εταιριών Α, Β και Δ και, στην περίπτωση της Γ, μέσω μεταβιβάσεως όλων των εταιρικών μεριδίων της Α και καταβολής του υπολοίπου σε μετρητά. Οι τέσσερις εταιρίες όργανα αντιπροσωπεύουν έτσι συνολική αξία ενεργητικού 9 800 000 HFL που αντιστοιχούν σε μετρητά τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση από τη Nederhorst των δραστηριοτήτων των εταιριών στόχος.
11. Προκειμένου να ενταχθούν οι δραστηριότητες αυτές, μετά την απόκτησή τους, σε μία ενιαία λειτουργική ενότητα, η Van der Vorm συνέστησε επίσης, στις 2 Οκτωβρίου 1979, μία εταιρία της οποίας η επωνυμία ήταν αρχικά Van der Vorm' s Muwi Beheer BV, κατόπιν δε Muwi Bouwgroep BV (στο εξής: Muwi). Η Muwi είναι η ενάγουσα της κύριας δίκης. Η εταιρία Van der Vorm ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της Muwi που ανερχόταν σε 10 000 000 HFL μέσω μεταβιβάσεως όλων των εταιρικών μεριδίων
των εταιριών όργανα που κατείχε και καταβολής σε μετρητά ως προς τα απομένοντα εταιρικά μερίδια της Muwi. Τα εταιρικά μερίδια των εταιριών όργανα μεταβιβάστηκαν κανονικά στις 30 Οκτωβρίου 1979. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόλις την επομένη, στις 31 Οκτωβρίου 1979, ανελήφθησαν από τις εταιρίες όργανα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού των εταιριών στόχων, οι οποίες είχαν στο μεταξύ καταστεί θυγατρικές της Muwi.
12. Το ζήτημα για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη αφορά το ποσό του φόρου εισφοράς που οφείλεται για την προαναφερθείσα εισφορά κεφαλαίου, δηλαδή τη μεταβίβαση στη Muwi εταιρικών μεριδίων αξίας 9 800 000 HFL και την καταβολή 200 000 HFL σε μετρητά.
13. Υπενθυμίζεται ότι αν η εισφορά κεφαλαίου εμπίπτει στο στοιχείο β του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, η Muwi θα υποχρεούται να καταβάλει τον φόρο εισφοράς με μειωμένο συντελεστή. Αν, αντιθέτως, η συναλλαγή εμπίπτει στο στοιχείο ββ του άρθρου 7, παράγραφος 1, θα πρέπει να επιβληθεί ολόκληρος ο φόρος, εφόσον η ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων των εταιριών όργανα με εταιρικά μερίδια της Muwi θεωρείται ως "εσωτερική αναδιάρθρωση", ως προς την οποία οι Κάτω Χώρες προέβησαν στην επιλογή να μην εφαρμόσουν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ββ της οδηγίας.
14. Πρέπει να σημειωθεί ότι όπου η ολλανδική νομοθεσία προβλέπει μείωση του φόρου εισφοράς, η μείωση πραγματοποιείται μάλλον μέσω περιορισμού της φορολογικής βάσεως παρά μέσω χαμηλότερου φορολογικού συντελεστή. 'Ετσι, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών ο συντελεστής του φόρου εισφοράς στις Κάτω Χώρες ήταν ενιαίως 1 %. Ο περιορισμός της φορολογικής βάσεως προβλεπόταν στο άρθρο 35, παράγραφος 4, του νόμου περί φορολογίας συναλλαγών νομικής φύσεως της 24ης Δεκεμβρίου 1970. Από τη διάταξη αυτή, θεωρούμενη υπό το φως του υπολογισμού που περιέχεται στη σελίδα 5 της αποφάσεως περί παραπομπής, προκύπτει ότι, όταν μία συναλλαγή εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας, ο φόρος επιβάλλεται
επί της διαφοράς μεταξύ Α) της ονομαστικής αξίας των εταιρικών μεριδίων που χορηγούνται από την αποκτώσα εταιρία και Β) της σχέσεως που υφίσταται μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται και του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της εισφέρουσας εταιρίας, εκφραζόμενος κατ' αναλογία προς την ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας αυτής εταιρίας. Στις γραπτές της παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η νομοθεσία της αποβλέπει στην ύπαρξη μηδενικού φορολογικού συντελεστή, όταν δεν υπάρχει αποθεματικό της εισφέρουσας εταιρίας που μετατρέπεται σε ονομαστικό κεφάλαιο της αποκτώσας εταιρίας. 'Οταν, αντιθέτως, υπάρχει μία τέτοια μετατροπή του αποθεματικού, η βάση υπολογισμού περιορίζεται στη διαφορά των ονομαστικών αξιών που προκύπτουν αντιστοίχως ως προς το Α και Β. 'Ετσι, υφίσταται περίπτωση φορολογήσεως βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 4, εφόσον τα εισφερόμενα περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν αποθεματικό της εισφέρουσας εταιρίας. Από τον υπολογισμό που περιέχεται στην απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα εν προκειμένω εισφερθέντα περιουσιακά στοιχεία θεωρήθηκαν πράγματι ότι αντιπροσωπεύουν αποθεματικό της Van der Vorm από απόψεως εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
15. Το Hoge Raad υπέβαλε τα ακόλουθα δύο ερωτήματα στο Δικαστήριο:
"1) 'Οταν στην περιουσία μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας ανήκει ένα πακέτο μετοχών το οποίο αποτελεί κατά 100 % συμμετοχή σε άλλη κεφαλαιουχική εταιρία, μπορεί αυτό το πακέτο μετοχών να θεωρηθεί ως ένας από τους 'τομείς της δραστηριότητος' της εταιρίας που το κατέχει κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, της 7ης Ιουλίου 1969, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η περιουσία της θυγατρικής εταιρίας αποτελείται προσωρινά αποκλειστικά από μετρητά;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάγεται περαιτέρω από την οδηγία ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρέπει να εφαρμοστεί συντελεστής φόρου
εισφοράς ανώτερος από 0,5 % επί 10 000 000 HFL, επομένως δε όχι άνω των 50 000 HFL ή μπορεί εντούτοις να επιβληθεί στην ενδιαφερομένη φόρος 84 849,84 HFL λόγω του ότι η ρύθμιση του άρθρου 35, παράγραφος 4, του Wet op belastingen van rechtsverkeer (ολλανδικός νόμος περί φορολογίας συναλλαγών νομικής φύσεως), σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Uitvoeringsbesluit belastingen van rechtsverkeer (εκτελεστικό διάταγμα του εν λόγω νόμου), θεωρούμενη συνολικώς, συνάδει με την οδηγία;"
Θα εξετάσω στη συνέχεια διαδοχικά τα δύο αυτά ερωτήματα.
Το πρώτο ερώτημα
16. Ο μειωμένος συντελεστής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, εφαρμόζεται σε δύο είδη αποκτήσεως: 1) όταν η αποκτώσα εταιρία αποκτά το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της αποκτώμενης εταιρίας και 2) όταν η αποκτώσα εταιρία αποκτά έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας της αποκτώμενης εταιρίας. Στην πρώτη περίπτωση μεταβιβάζεται το σύνολο της επιχειρήσεως της αποκτώμενης εταιρίας στη δεύτερη περίπτωση μεταβιβάζεται μόνο ένα μέρος. Νομίζω ότι προκύπτει σαφώς από το κείμενο της διατάξεως αυτής ότι ο "τομέας δραστηριότητας" (part of a business) δεν μπορεί να σημαίνει απλώς ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία του ενεργητικού της περιουσίας της επιχειρήσεως πράγματι, αν ήταν έτσι η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε απλώς να αναφέρεται ως "το σύνολο ή ένα μέρος της περιουσίας" των εν λόγω εταιριών. Αυτό που μεταβιβάζεται πρέπει να αποτελεί ένα τμήμα
σχετικά αυτοτελές της δραστηριότητας της εταιρίας και γι' αυτό ακριβώς στο γαλλικό κείμενο της διατάξεως αυτής χρησιμοποιείται η έκφραση "branche d' activite". Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρονται εν προκειμένω στον ορισμό που δίνεται στον όρο "κλάδος δραστηριότητας" (στη γαλλική branche d' activite) στο άρθρο 2, στοιχείο β, της οδηγίας 90/434/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 225, σ. 1). Η διάταξη αυτή ορίζει τον "κλάδο δραστηριότητας" ως εξής:
"(...) 'κλάδος δραστηριότητας' : το σύνολο των στοιχείων τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού ενός τμήματος μιας εταιρίας και τα οποία συνιστούν, από οργανωτική άποψη, αυτόνομη εκμετάλλευση, ένα σύνολο δηλαδή ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα."
17. Η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση ορθώς, όπως νομίζω, θεωρούν ότι πρόκειται για την ίδια έννοια του "τομέα των δραστηριοτήτων" ή "κλάδου δραστηριότητας" που υποδηλούται στην οδηγία 69/335. Ενόψει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας, η μεταβίβαση ενός τομέα δραστηριότητας συνίσταται στη μεταβίβαση ενός μέρους της επιχειρήσεως της εισφέρουσας εταιρίας, μέρος που πρέπει, κατά την άποψή μου, να είναι ικανό να ασκεί το ίδιο μία δραστηριότητα.
18. Επομένως, θεωρώ ότι μία εταιρία της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία συνίστανται αποκλειστικά σε ρευστά δεν μπορεί να αποτελεί κλάδο δραστηριότητας της μητρικής της εταιρίας. 'Ετσι, όταν η εταιρία Van der Vorm ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε εισφορά στη Muwi, μεταβιβάζοντάς της τα εταιρικά της μερίδια των εταιριών όργανα, δεσμεύθηκε να εισφέρει απλώς περιουσιακά στοιχεία που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση των εταιριών στόχο και όχι έναν κλάδο της δραστηριότητάς της. Το γεγονός ότι οι εταιρίες όργανα συστάθηκαν και εφοδιάστηκαν με ρευστά για τον συγκεκριμένο αυτό σκοπό νομίζω ότι στερείται επίσης σημασίας. 'Ενα περιουσιακό στοιχείο δεν καθίσταται "τομέας" δραστηριότητας από το γεγονός
και μόνο ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση μιας επιχειρήσεως. Επομένως, φρονώ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η εν λόγω πράξη εμπίπτει στο στοιχείο ββ και όχι στο στοιχείο β του άρθρου 7, παράγραφος 1.
19. Είναι αλήθεια ότι το πρόβλημα θα είχε κάποια διαφορετική όψη αν τα ίδια γεγονότα είχαν επέλθει με διαφορετική χρονική αλληλουχία. Αν, π.χ., η εταιρία Van der Vorm είχε καταρχάς χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του ενεργητικού των εταιριών όργανα για να αποκτήσει τις δραστηριότητες των εταιριών στόχος και αν μόνο στη συνέχεια είχε μεταβιβάσει στη Muwi τα εταιρικά μερίδια των εν λόγω εταιριών όργανα, θα ανέκυπτε το ζήτημα αν οι εταιρίες αυτές μπορούσαν να θεωρηθούν ως μέρη σχετικά αυτοτελή της επιχειρήσεως Van der Vorm, επομένως ως τομείς της δραστηριότητάς της. Η Επιτροπή και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, καθώς και η Δανική Κυβέρνηση, φρονούν ότι μία τέτοια πράξη πρέπει να θεωρηθεί ως ανταλλαγή μετοχών που εμπίπτει στο στοιχείο ββ και όχι ως μεταβίβαση τομέα δραστηριότητας που εμπίπτει στο στοιχείο β. Τόσο η Επιτροπή όσο και οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και της Δανίας θεωρούν επομένως ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μία εταιρία ασκεί ένα μέρος της δραστηριότητάς της που αποτελεί τομέα δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας, όταν η εν λόγω δραστηριότητα ασκείται μέσω θυγατρικής την οποία αυτή ελέγχει. Η άποψη αυτή νομίζω και πάλι ότι είναι ορθή. Η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, προστέθηκε στην οδηγία 73/79 ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, στην αρχική του μορφή, δεν προέβλεπε μείωση του φόρου εισφοράς σε περίπτωση ανταλλαγής μετοχών. 'Ετσι, όπως διευκρινίζεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της τροποποιητικής οδηγίας, αποφασίστηκε να επιτραπεί η επέκταση του μειωμένου συντελεστή στις πράξεις που συνεπάγονται την ανταλλαγή μετοχών καθώς επίσης και τη μεταβίβαση άλλων περιουσιακών στοιχείων εκτός από μετοχές. 'Οπως διευκρινίζεται στην ίδια αυτή αιτιολογική σκέψη, τα δύο αυτά είδη πράξεων
εξομοιώνονται από οικονομική άποψη. Πάντως, οι πράξεις αυτές εξακολουθούν, από νομική άποψη, να είναι διαφορετικές και γι' αυτό ακριβώς κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθούν νομικές διατάξεις διαφορετικές για τις δύο περιπτώσεις.
20. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε δεν είναι αναγκαίο να κριθεί το γενικότερο ζήτημα αν είναι ή όχι δυνατό να θεωρηθεί ότι μία εταιρία ασκεί ένα τομέα της δραστηριότητάς της μέσω θυγατρικής την οποία ελέγχει. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση νομίζω ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Hoge Raad. Εντούτοις, νομίζω ότι η απάντηση δεν θα πρέπει κατ' ανάγκη να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η περιουσία της θυγατρικής συνίσταται αποκλειστικά σε ρευστά. Ακόμη και αν η θυγατρική είναι ικανή να ασκεί δική της δραστηριότητα, η μεταβίβαση σε μία άλλη εταιρία των μετοχών της θυγατρικής αυτής που κατέχει η μητρική εταιρία δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μεταβίβαση ενός τομέα δραστηριότητας της εν λόγω μητρικής εταιρίας από απόψεως εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας.
Το δεύτερο ερώτημα
21. Ενόψει της απαντήσεως που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο από τα δύο υποβληθέντα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο. Θα εξετάσω εντούτοις τι απάντηση θα μπορούσε να δοθεί στο ερώτημα αυτό αν η απάντηση στο πρώτο ήταν διαφορετική. Το δεύτερο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά το ζήτημα ποιο είναι το μέγιστο ποσό του φόρου εισφοράς, όταν η εισφορά εμπίπτει στο στοιχείο β, του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, ειδικότερα δε, όταν η εισφορά αυτή συνίσταται σε μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ονομαστικής αξίας 9 800 000 HFL που αντιστοιχούν σε περιουσιακά στοιχεία της ίδιας αξίας και σε καταβολή σε μετρητά 200 000 HFL έναντι εταιρικών μεριδίων των οποίων η ονομαστική και πραγματική αξία ανέρχεται σε 10 000 000 HFL.
22. Θα εξετάσχω καταρχάς το ζήτημα αν οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας έχουν άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή εάν είναι επαρκώς ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων ώστε να μπορούν να τις επικαλούνται οι ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να παρεμποδίσουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που είναι ασυμβίβαστες με αυτές τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου: βλ. υπόθεση C-188/89, Foster κατά British Gas (Συλλογή 1990, σ. Ι-3313, σκέψη 16). Σημειώνω ότι το Δικαστήριο δέχθηκε το άμεσο αποτέλεσμα μιας άλλης διατάξεως της οδηγίας, δηλαδή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β, στην υπόθεση C-38/88, Siegen κατά Finanzamt Hagen (Συλλογή 1990, σ. Ι-1447, σκέψη 8).
23. Οι διατάξεις της οδηγίας που ενδιαφέρουν εν προκειμένω για τον υπολογισμό του ύψους του φόρου είναι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, και παράγραφος 2, που καθορίζουν τη βάση επιβολής του φόρου, καθώς και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, που καθορίζουν τους συντελεστές βάσει των οποίων επιβάλλεται ο φόρος.
24. Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε μία από αυτές τις διατάξεις αφήνει στα κράτη μέλη ορισμένη ευχέρεια κατά την εφαρμογή της οδηγίας. 'Ετσι, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, ορίζει ότι η φορολογική βάση είναι η πραγματική αξία των εισφερομένων περιουσιακών στοιχείων, κατόπιν αφαιρέσεως των υποχρεώσεων και των επιβαρύνσεων, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν ως βάση υπολογισμού την πραγματική αξία των χορηγουμένων εταιρικών μεριδίων ή την ονομαστική τους αξία, όταν αυτή είναι μεγαλύτερη. Ομοίως, στην περίπτωση των πράξεων που εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τον φορολογικό συντελεστή σε οποιοδήποτε ύψος μεταξύ 0 και 0,5 %. Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν τα περιορισμένα αυτά όρια διακριτικής ευχέρειας επαρκούν ώστε οι εν λόγω διατάξεις να είναι απαλλαγμένες αιρέσεων από απόψεως αμέσου αποτελέσματος.
25. Μολονότι, όπως προσφάτως υπογράμμισε το Δικαστήριο, μία διάταξη είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, όταν δεν αφήνει στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως (βλ. C-100/89 και C-101/89, Kaefer και Procacci, Συλλογή 1990, σ. Ι-4647, σκέψη 26), ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη μία οδηγία να έχει άμεσο αποτέλεσμα. 'Ετσι, στην υπόθεση 88/79, Εισαγγελική Αρχή κατά Grunert (ECR 1980, σ. 1827), το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες διατάξεις οδηγιών σχετικά με τη χρήση και την εμπορία προσθέτων ουσιών που χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα που προορίζονται για τη διατροφή έχουν άμεσο αποτέλεσμα, ακόμη και όταν οι εν λόγω οδηγίες αφήνουν στα κράτη μέλη πολύ ευρεία ευχέρεια. Οι εν λόγω οδηγίες αφήνουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη χρήση πρόσθετων ουσιών, εφόσον δεν απαγορεύουν πλήρως την εμπορία ή τη χρησιμοποίηση. Στη σκέψη 14 της αποφάσεως το Δικαστήριο δέχθηκε:
"Η απαγόρευση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις προς τον σκοπό αυτό είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβής, ώστε να μπορεί ο ιδιώτης να την επικαλείται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων (...)"
Ομοίως, στην υπόθεση 51/76, Verbond van Nederlandse Ondernemingen κατά Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen (ECR 1977, σ. 113), το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν το επίμαχο εθνικό μέτρο δεν εμπίπτει στο πεδίο εκτιμήσεως που αφήνεται στα κράτη από μία οδηγία και να λάβει υπόψη τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, εφόσον ένα εθνικό μέτρο εφαρμογής δεν βρίσκεται εντός αυτών των ορίων: βλ. σκέψεις 29 και 30.
26. Επομένως, είναι βέβαιο ότι μια διάταξη οδηγίας είναι επαρκώς
απαλλαγμένη αιρέσεων, από απόψεως αμέσου αποτελέσματος, εφόσον τα όρια του πεδίου εκτιμήσεως που αφήνει στα κράτη μέλη είναι και αυτά απαλλαγμένα αιρέσεων και επαρκώς ακριβή. 'Ετσι, όταν μία διάταξη αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή μεταξύ διαφόρων συντελεστών για την επιβολή φόρου, καθορίζοντας συγχρόνως τα όρια εντός των οποίων μπορεί να γίνει η επιλογή αυτή, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το ανώτερο όριο. Ομοίως, όταν μία διάταξη επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέξουν μία φορολογική βάση, μεταξύ περισσοτέρων, για τον υπολογισμό φόρου, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή για να εμποδίσει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως που συνεπάγεται την πληρωμή φόρου που υπολογίζεται επί ευρύτερης φορολογικής βάσεως από αυτές που επιτρέπονται από την οδηγία.
27. Εν προκειμένω, η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία συνεπάγεται την επιβολή του φόρου με φορολογική βάση πράγματι κατώτερη από όλες αυτές που επιτρέπονται από την οδηγία. 'Οπως είδαμε ήδη, η κατάσταση αυτή προέκυψε από το γεγονός ότι οι Κάτω Χώρες επέλεξαν να προβούν στην εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, μέσω μειώσεως της φορολογικής βάσεως αντί της μειώσεως του φορολογικού συντελεστή. Επομένως τίθεται το ζήτημα αν ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επικαλείται εθνικές διατάξεις για να επιτύχει μειωμένη φορολογική βάση, επικαλούμενος συγχρόνως το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, προκειμένου να επιτύχει μειωμένο φορολογικό συντελεστή. (Σημειώνω ότι δεν προκύπτει πράγματι από την απόφαση περί παραπομπής ότι ο υποκείμενος στον φόρο προσπαθεί να επικαλεστεί τόσο τη μειωμένη φορολογική βάση όσο και τον μειωμένο φορολογικό συντελεστή).
28. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιώτης δεν προσπαθεί να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, ούτε οι εθνικές αρχές μπορούν να επικαλούνται υπέρ αυτών την οδηγία για να επιβάλλουν φόρο με ευρύτερη φορολογική βάση απ' αυτή που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία. Αυτό προκύπτει ακριβώς από την αναμφισβήτητη αρχή ότι
η εθνική αρχή δεν μπορεί να επικαλείται μία οδηγία έναντι των ιδιωτών ενώπιον εθνικού δικαστηρίου: βλ. υπόθεση 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3669, σκέψεις 9 και 10). Αντιθέτως, όταν ο ιδιώτης επικαλείται διατάξεις οδηγίας για να επιτύχει μειωμένο φορολογικό συντελεστή, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι συντρέχει επίσης περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της ίδιας οδηγίας που καθορίζουν τη φορολογική βάση. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, νομίζω ότι οι δύο αυτές κατηγορίες διατάξεων μπορούν πράγματι να διαχωριστούν: κάθε μία διευκρινίζει μία από τις δύο παραμέτρους που πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη πριν καταστεί δυνατό να υπολογιστεί ο φόρος. Η άποψη αυτή έχει επίσης το πλεονέκτημα να καταλήγει σε αποτελέσματα που συνάδουν προς την οδηγία η αντίθετη άποψη δεν καταλήγει σε τέτοια αποτελέσματα. Αν η εταιρία Muwi δικαιούται να επικαλεστεί την οδηγία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου πρέπει επομένως, όπως νομίζω, να υπόκειται και στις δύο αυτές διατάξεις οι οποίες, θεωρούμενες σε συνδυασμό μεταξύ τους, καθορίζουν το ποσό του φόρου εισφοράς που μπορεί να επιβληθεί. Κατά συνέπεια, αν η Muwi μπορεί να τύχει του μέγιστου φορολογικού συντελεστή που ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας, η μέγιστη φορολογική βάση που πρέπει να εφαρμοστεί είναι κατ' ανάγκη αυτή που απορρέει από το άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο α, και 2 της οδηγίας και όχι η περιορισμένη φορολογική βάση που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.
29. Στρέφομαι έτσι στην εξέταση του ζητήματος πώς πρέπει να εφαρμοστεί η οδηγία σε μία πράξη που συνίσταται στην εισφορά κεφαλαίου 200 000 HFL σε μετρητά και μετοχών αξίας 9 800 000 HFL έναντι εισφοράς μετοχών πραγματικής και ονομαστικής αξίας 10 000 000 HFL. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να υποτεθεί ότι η εισφορά μετοχών αξίας 9 800 000 HFL πρέπει να θεωρηθεί ως εισφορά τομέα δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β (παρόλο που, όπως είδαμε, δεν θεωρώ την
υπόθεση αυτή ορθή). Αντιθέτως, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει η ίδια υπόθεση ως προς την εισφορά σε μετρητά, που σαφώς διακρίνονται από τα στοιχεία του ενεργητικού των εταιριών όργανα. Η εισφορά σε μετρητά πρέπει επομένως να φορολογείται με τον πλήρη συντελεστή του 1 %, πράγμα που συνεπάγεται ποσό 2 000 HFL. Εξάλλου, δεδομένου ότι η εισφορά συνίσταται σε μετοχές πρέπει να φορολογηθεί με μέγιστο συντελεστή 0,5 % της αξίας των εν λόγω μετοχών, δηλαδή 49 000 HFL. Το μέγιστο ποσό του φόρου που μπορεί να επιβληθεί ανέρχεται επομένως σε 51 000 HFL, αν εφαρμοστεί η φορολογική βάση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
30. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο μέγιστο μέγεθος προέκυπτε αν επιλεγόταν η άλλη φορολογική βάση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. 'Ενα μέρος της εισφοράς μετοχών, αξίας 200 000 HFL, πρέπει έτσι να θεωρηθεί ως αντιπαροχή για την εισφορά σε μετρητά και, κατά συνέπεια, να φορολογηθεί με συντελεστή 1 % το υπόλοιπο της εισφοράς μετοχών, αξίας 9 800 000 HFL, αντιπροσωπεύει την αντιπαροχή για τη μεταβίβαση ενός τομέα δραστηριότητας και άρα φορολογείται με μέγιστο συντελεστή 0,5 %.
31. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εφαρμογή των σχετικών εθνικών διατάξεων συνεπάγεται την επιβολή φόρου εισφοράς μεγαλύτερου ύψους από το προαναφερθέν, δηλαδή 84 849,84 HFL. Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η εθνική ρύθμιση συνάδει προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α, και προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ, της οδηγίας, διατάξεις που αφορούν ένα ποσό φόρου εισφοράς που επιβάλλεται στην περίπτωση κεφαλαιοποιήσεως του αποθεματικού. 'Οπως είδαμε ήδη στην παράγραφο 14, το άρθρο 35, παράγραφος 4, του ολλανδικού νόμου περί φορολογίας συναλλαγών νομικής φύσεως συνεπάγεται την επιβολή φόρου εισφοράς στο μέτρο που η εισφορά συνίσταται στο αποθεματικό της εισφέρουσας εταιρίας. Επομένως, καταφαίνεται ότι η ολλανδική νομοθεσία αντιμετωπίζει
εν μέρει την εισφορά στην οποία προέβη η Van der Vorm προς τη Muwi, έναντι μετοχών της τελευταίας, ως κεφαλαιοποίηση αποθεματικού κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο α. 'Ομως, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α, της οδηγίας δεν εφαρμόζεται σε μία τέτοια πράξη. Η διάταξη αυτή αφορά την περίπτωση της κεφαλαιοποιήσεως των κερδών ή του αποθεματικού μιας εταιρίας μέσω της εκδόσεως μετοχών αυτής της ίδιας εταιρίας και όχι την περίπτωση ανταλλαγής στοιχείων του ενεργητικού που συνίστανται στο αποθεματικό αυτό έναντι μετοχών άλλης εταιρίας. Επομένως, νομίζω ότι δεν έχει σημασία το ότι τα στοιχεία του ενεργητικού που εισέφερε η Van der Vorm μπορούν να θεωρηθούν ότι αντιπροσωπεύουν αποθεματικό της εταιρίας αυτής. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση φόρου εισφοράς βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ, της οδηγίας.
32. Αν ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, το αποτέλεσμα θα ήταν, ενόψει του άμεσου αποτελέσματος των εν λόγω διατάξεων, να υποχρεωθεί το εθνικό δικαστήριο να μη λάβει υπόψη καμία διάταξη του ολλανδικού δικαίου που θα συνεπήγετο μεγαλύτερο φόρο εισφοράς από αυτόν που επιτρέπεται βάσει της οδηγίας. Κατά συνέπεια, καθόσον η εφαρμογή της σχετικής εθνικής διατάξεως συνεπάγεται την επιβολή μεγαλύτερου ποσού από 51 000 HFL, το εθνικό δικαστήριο δεν θα πρέπει να την εφαρμόσει. Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
"Υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Ο οφειλόμενος φόρος εισφοράς για πράξη που εμπίπτει στις προαναφερθείσες διατάξεις δε μπορεί επομένως να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των συντελεστών που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές στη μέγιστη φορολογική βάση που επιτρέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, και από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής."
Πάντως, αν γίνει δεκτή η άποψη που υιοθετώ, απάντηση χρειάζεται να δοθεί μόνο στο πρώτο ερώτημα.
Πρόταση
33. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad ως εξής:
"Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων κεφαλαιουχικής εταιρίας που συνίστανται σε συμμετοχή εντός άλλης κεφαλαιουχικής εταιρίας δεν πρέπει να θεωρείται ως μεταβίβαση ενός ή περισσοτέρων τομέων δραστηριότητας της πρώτης εταιρίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.