Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 14ης Νοεμβρίου 1991. - GOLDSTAR CO LTD ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ANTIΝΤΑΜΠΙΝΓΚ - ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-105/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-00677
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Goldstar Co. Ltd (στο εξής: Goldstar), εταιρία κορεατικού δικαίου, ζητεί την ακύρωση, κατά το μέτρο που την αφορά, του κανονισμού (ΕΟΚ) 112/90 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού (στο εξής: οριστικός κανονισμός) (1). Η Goldstar προβάλλει σχετικώς τρεις λόγους στηριζόμενους κυρίως στην κατά την άποψή της παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός) (2).
Το πλαίσιο της υποθέσεως
2. Η Goldstar ανήκει στον όμιλο Lucky Goldstar. Κατασκευάζει ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές προοριζόμενες τόσο για την εγχώρια κορεατική αγορά όσο και για εξαγωγές. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (από
την 1η Ιουνίου 1986 μέχρι την 31η Μαΐου 1987), η Goldstar πραγματοποίησε στην Κορέα και εντός της Κοινότητας πωλήσεις των ακολούθων πέντε τύπων συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ: GCD 603, GCD 605, GCD 606, GCD 613 και GCD 616. Τα τρία πρώτα μοντέλα - η παραγωγή των οποίων σταμάτησε το 1985 - πωλήθηκαν στην Κορέα και στην Κοινότητα αποκλειστικά υπό το εμπορικό σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας. 'Οσον αφορά τα δύο τελευταία μοντέλα, πωλήθηκαν εντός της Κοινότητας τόσο υπό το εμπορικό σήμα της Goldstar όσο και σε "Κατασκευαστές Αρχικού Εξοπλισμού" (3) (στο εξής: ΚΑΕ), αλλά στην Κορέα τα διέθεσε αποκλειστικά υπό το ίδιο εμπορικό σήμα.
3. Τον Ιούνιο του 1987, η Committee of Mechoptronics Producers and Connected Technologies (στο εξής: Compact) κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία εν ονόματι των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία της κοινοτικής παραγωγής συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ, η οποία αφορούσε τις εισαγωγές στην Κοινότητα των εν λόγω συσκευών καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας.
Η διεξαχθείσα από την Επιτροπή έρευνα κατέληξε στην επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ορισμένων συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2140/89 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 1989 (στο εξής: προσωρινός κανονισμός) (4). Η Επιτροπή όρισε το ύψος του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών των κατασκευαζομένων από την Goldstar προϊόντων σε 32,5 % της καθαρής τιμής ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα. Το ποσό του εν λόγω δασμού αποτελεί συνάρτηση της κανονικής αξίας των εισαγομένων από την Goldstar
προϊόντων, αξία την οποία η Επιτροπή καθόρισε χωριστά για κάθε μοντέλο. Ανάλογα με τις πωληθείσες ποσότητες στην εγχώρια αγορά και τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω πωλήσεις (υπό το ίδιο εμπορικό σήμα ή σε ΚΑΕ), η Επιτροπή, στον προσωρινό κανονισμό, χρησιμοποίησε για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μία από τις τρεις ακόλουθες μεθόδους.
α) 'Οσον αφορά τα μοντέλα GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 που πωλήθηκαν υπό το εμπορικό σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας τόσο στην Κορέα όσο και εντός της Κοινότητας.
Κατά την Επιτροπή, τα εν λόγω μοντέλα πωλήθηκαν σε επαρκείς ποσότητες στην εγχώρια αγορά (ήτοι οι εν λόγω πωλήσεις αντιπροσώπευαν πάνω από 5 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα καθενός από τα μοντέλα για τα οποία πρόκειται) κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. 'Οπως αναφέρεται στην 23η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, η κανονική αξία κάθε μοντέλου προσδιορίστηκε βάσει της μέσης σταθμισμένης τιμής που ίσχυσε στην εγχώρια αγορά για το σύνολο των πωλήσεων του οικείου μοντέλου σε ανεξάρτητους αγοραστές.
β) 'Οσον αφορά το μοντέλο GCD 613 που πωλήθηκε υπό το εμπορικό σήμα της κατασκευάστριας τόσο στην Κορέα όσο και εντός της Κοινότητας.
Ο αριθμός συσκευών του τύπου αυτού που πωλήθηκαν στην εγχώρια αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς υπολειπόταν του 5 % του όγκου των εξαγωγών του μοντέλου αυτού προς την Κοινότητα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προσδιόρισε την κανονική αξία του εν λόγω μοντέλου βάσει της κατασκευασμένης αξίας που υπολογίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 48η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, ήτοι βάσει των σταθμισμένων μέσων όρων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε και των κερδών τα οποία πραγματοποίησε η Goldstar κατά την πώληση των μοντέλων GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 στην κορεατική αγορά.
γ) 'Οσον αφορά τα μοντέλα GCD 613 και GCD 616 που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ αποκλειστικά εντός της Κοινότητας.
'Οπως αναφέρει στις αιτιολογικές σκέψεις 51 και 52 του προσωρινού κανονισμού, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ΚΑΕ στους οποίους η Goldstar πώλησε συσκευές προοριζόμενες για εξαγωγή προς την Κοινότητα αποτελούσαν ξεχωριστή κατηγορία πελατών. Προκειμένου να προσδιορίσει την κανονική αξία των μοντέλων που πωλήθηκαν στους εν λόγω ΚΑΕ, προέβη σε εκτίμηση/υπολογισμό των διαφορών που θα υφίσταντο μεταξύ των τιμών των διατεθεισών υπό το ίδιο εμπορικό σήμα του κατασκευαστού συσκευών και των τιμών των συσκευών που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ, αν οι τελευταίοι είχαν πραγματοποιήσει πωλήσεις στην κορεατική αγορά. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έλαβε υπόψη περιθώριο κέρδους αντιπροσωπεύον 30 % του περιθωρίου κέρδους που αντιστοιχούσε στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην εγχώρια αγορά υπό το ίδιο εμπορικό σήμα του κατασκευαστού.
4. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως του οριστικού κανονισμού, η Goldstar προέβαλε αντιρρήσεις σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την καθορισμό της κανονικής αξίας των μοντέλων που πωλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση. Οι αντιρρήσεις αυτές συμπίπτουν ως επί το πλείστον με τις ενστάσεις της Goldstar στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως του προσωρινού κανονισμού. 'Οπως και η Επιτροπή, το Συμβούλιο απέρριψε τις ενστάσεις της Goldstar. Προσδιόρισε την κανονική αξία των μοντέλων για τα οποία πρόκειται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιγραφείσες μεθόδους και καθόρισε τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ επί των πραγματοποιουμένων από την Goldstar εισαγωγών σε 26,1 % της καθαρής τιμής ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα.
Ο πρώτος λόγος
5. Η Goldstar ισχυρίζεται ότι κακώς το Συμβούλιο έλαβε τις ισχύσασες στην εγχώρια αγορά τιμές ως βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας των μοντέλων GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 που πωλήθηκαν υπό το εμπορικό της σήμα τόσο στην Κορέα όσο και εντός της Κοινότητας. Κατά την Goldstar, οι πωλήσεις των εν λόγω μοντέλων στην κορεατική αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς δεν έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συνήθων
εμπορικών πράξεων και επομένως δεν επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση, ως εκ τούτου δε το Συμβούλιο θα έπρεπε να καθορίσει την κανονική αξία βάσει της κατασκευασμένης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού. Προς υποστήριξη της θέσεώς της η Goldstar προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων που μπορούν να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες.
Η Goldstar υποστηρίζει, καταρχάς, ότι οι έννοιες "συνήθεις εμπορικές πράξεις" και "έγκυρη σύγκριση" προϋποθέτουν επαρκή όγκο πωλήσεων σε μια αντιπροσωπευτική εγχώρια αγορά. Δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, όσον αφορά καθένα από τα μοντέλα GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616, ο αριθμός των πωληθέντων στην κορεατική αγορά συσκευών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς υπερβαίνει το 5 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα. Εξάλλου, αποδέχεται την πρακτική των κοινοτικών οργάνων σύμφωνα με την οποία ο υπολογισμός της κανονικής αξίας δεν στηρίζεται στα μεγέθη που αφορούν τις πωλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην εγχώρια αγορά, οσάκις οι τελευταίες δεν ξεπερνούν το προαναφερθέν κατώτατο όριο του 5 %, οπότε χρησιμοποιείται η κατασκευασμένη αξία. Ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να χρησιμοποιούν τη μέθοδο της κατασκευασμένης αξίας και στην περίπτωση κατά την οποία οι πωλήσεις υπερβαίνουν το όριο του 5 %, εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο αριθμός συσκευών των εν λόγω τύπων που έχουν πωληθεί στην εγχώρια αγορά είναι αμελητέος σε απόλυτα μεγέθη (λόγω του εμπιστευτικού τους χαρακτήρα, δεν θα αναφερθούν εν προκειμένω ακριβείς αριθμοί). Επιπλέον, η Goldstar φρονεί ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ο συνολικός όγκος της εγχώριας αγοράς πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη. Εν προκειμένω, ο συνολικός όγκος της κορεατικής αγοράς είναι αμελητέος (η Goldstar υπολογίζει σε 5 000 μονάδες περίπου τον συνολικό αριθμό συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ που πωλήθηκαν στην Κορέα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς), γεγονός που οφείλεται ιδίως στο ότι, κατά την περίοδο αυτή, ο αριθμός των ηχογραφήσεων σε δίσκους λέιζερ έργων στην κορεατική γλώσσα ήταν ακόμη περιορισμένος. Η Goldstar προσάπτει στο Συμβούλιο ότι εφήρμοσε τυφλά τον κανόνα του κατωφλίου του 5 %, δηλαδή χωρίς να λάβει υπόψη τον αριθμό
συσκευών που πωλήθηκαν από την Goldstar στην κορεατική αγορά - σε απόλυτα μεγέθη - ούτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το συνολικό μέγεθος της εν λόγω αγοράς. Για τον ίδιο λόγο, το Συμβούλιο παρέβη επίσης την υποχρέωσή του για αιτιολόγηση της εκδοθείσης πράξεως.
Δεύτερον, η Goldstar παρατηρεί ότι διέκοψε την παραγωγή των μοντέλων GCD 603, GCD 605 και GCD 606 κατά τη διάρκεια του έτους 1985, ήτοι προ της ενάρξεως της περιόδου αναφοράς. Η τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα πεπαλαιωμένα αυτά μοντέλα στην εγχώρια αγορά κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν επιτρέπει, κατά τη γνώμη της, έγκυρη σύγκριση.
6. Η επιχειρηματολογία της Goldstar δεν είναι κατά την άποψή μου αρκετά πειστική.
Καταρχάς, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, ως κανονική αξία νοείται
"η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής".
'Αλλα στοιχεία απαριθμούμενα στο στοιχείο β, σημεία i και ii, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κανονική αξία
"όταν καμία πώληση ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση".
'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου (5), στη σκέψη 11, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι το στοιχείο που λαμβάνεται κατά προτεραιότητα υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας
είναι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων στην εγχώρια αγορά τιμή και ότι οι άλλες λύσεις προβλέπονται απλώς επικουρικώς. Κατά συνέπεια, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να καθορίζουν την κανονική αξία επί τη βάσει των πράγματι ισχυουσών τιμών στην εγχώρια αγορά και δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από την εν λόγω μέθοδο παρά μόνον εφόσον συντρέχει προφανώς μία τουλάχιστον από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού περιπτώσεις.
7. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων. Υπάρχει, καταρχάς, η περίπτωση όπου "καμία πώληση ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων στην εγχώρια αγορά". 'Οπως συνάγεται από τα διδόμενα στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού παραδείγματα, πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εμπορικές συναλλαγές αυτές καθαυτές δεν είναι συνήθεις, ιδίως όταν ένα προϊόν πωλείται σε τιμές κατώτερες του κόστους παραγωγής του ή όταν πραγματοποιούνται αγοραπωλησίες μεταξύ μερών που συνδέονται μεταξύ τους ή έχουν συνάψει συμψηφιστικό διακανονισμό. Η Goldstar δεν υποστήριξε και ούτε, κατά μείζονα λόγο, απέδειξε ότι οι πωλήσεις τις οποίες πραγματοποίησε στην κορεατική αγορά ήταν αυτές καθαυτές ασυνήθεις. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να στηρίξει στο εν λόγω χωρίο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού κανένα επιχείρημα δικαιολογούν απόκλιση από τον κατά προτεραιότητα εφαρμοζόμενο κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η κανονική αξία καθορίζεται με βάση τις τιμές στην εγχώρια αγορά.
8. Κατόπιν, αναφέρεται η περίπτωση κατά την οποία οι πραγματοποιηθείσες στην εγχώρια αγορά πωλήσεις "δεν επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση". 'Οπως συνάγεται από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ (6), το
ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι μήπως, λόγω της ιδιόμορφης καταστάσεως της αγοράς, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη εμπορικές συναλλαγές που, ωστόσο, αυτές καθαυτές έχουν συνήθη χαρακτήρα. Πράγματι, οι εμπορικές συναλλαγές που έχουν λάβει χώρα στην εγχώρια αγορά πρέπει, ακόμη και συνολικώς θεωρούμενες, να είναι αποτέλεσμα συνήθους συμπεριφοράς των αγοραστών και κανονικής διαμορφώσεως των τιμών. Μόνο υπό τις συνθήκες αυτές οι τιμές της εγχώριας αγοράς μπορούν να συγκριθούν εγκύρως με τις τιμές εξαγωγής.
Προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ελάχιστη αντιπροσωπευτικότητα των τιμών της εγχώριας αγοράς και να προστατεύσουν την ασφάλεια του δικαίου, τα κοινοτικά όργανα έχουν περιορίσει κάπως τη διακριτική ευχέρεια που τους παρείχαν οι προαναφερθείσες διατάξεις υιοθετώντας μια κατευθυντήρια γραμμή, και ακριβέστερα ένα "κατώφλιο αμελητέας ποσότητας". Για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ που αφορούσε τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές καταγωγής Ιαπωνίας (7), έκτοτε δε κατά συστηματικό τρόπο, τα κοινοτικά όργανα έθεσαν ως αρχή ότι ο όγκος των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά του προϊόντος για το οποίο πρόκειται δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας οσάκις υπολείπεται του 5 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα. Στην προαναφερθείσα απόφαση Canon κατά Συμβουλίου, σκέψεις 13 έως 15, καθώς και στην απόφαση Brother κατά Συμβουλίου (8), σκέψεις 11 έως 13, το Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις των διαδίκων σχετικά με την εφαρμογή του κατωφλίου του 5 % και έκρινε ότι το εν λόγω κατώφλιο μπορούσε να εφαρμοστεί σε σχέση με κάθε μοντέλο
(διακρινόμενο με βάση ίδια χαρακτηριστικά) θεωρούμενο μεμονωμένως (9). Επιπλέον, σε μια μεταγενέστερη απόφαση, την απόφαση Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (10), σκέψη 31, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο κατώφλιο του 5 % στο οποίο αναφέρονταν οι αποφάσεις Canon κατά Συμβουλίου και Brother κατά Συμβουλίου για να απορρίψει την ένσταση σύμφωνα με την οποία η αγορά της χώρας αναφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού δεν ήταν αντιπροσωπευτική. Στην πρόσφατη απόφασή του Noelle (11), το Δικαστήριο προσέθεσε ότι το γεγονός και μόνο ότι ο όγκος της παραγωγής του κράτους αναφοράς είναι μικρότερος από 5 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα δεν σημαίνει ότι η επιλογή του εν λόγω κράτους αναφοράς δεν μπορεί να είναι εύστοχη και εύλογη, αλλά ότι μέγεθος της τάξεως του 1,25 % συνιστά ένδειξη μικρής αντιπροσωπευτικότητας της ληφθείσας υπόψη αγοράς.
9. Η Goldstar εύλογα επισημαίνει ότι το γεγονός ότι ο όγκος των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά υπερβαίνει το 5 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι τιμές στην εγχώρια αγορά επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση (όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Noelle, τούτο δεν ισχύει ούτε στην περίπτωση κατά την οποία ο όγκος των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά υπολείπεται του 5 %). Σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την Goldstar, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αμφισβητούν τη θέση αυτή. Η ανάγκη λήψεως υπόψη και άλλων παραγόντων προκύπτει, άλλωστε, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, σύμφωνα με την οποία η κατασκευασμένη κανονική αξία πρέπει να χρησιμοποιείται οσάκις οι τιμές της εγχώριας αγοράς δεν αποτελούν, "για οποιονδήποτε λόγο", κατάλληλη βάση για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ντάμπινγκ.
Φρονώ, ωστόσο, ότι, εφόσον τα κοινοτικά όργανα περιόρισαν τη διακριτική τους ευχέρεια υιοθετώντας μια κατευθυντήρια γραμμή - την οποία
ωστόσο δεν μπορούν να εφαρμόζουν τυφλά - προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ελάχιστη αντιπροσωπευτικότητα των τιμών της εγχώριας αγοράς και να προστατεύσουν την ασφάλεια του δικαίου, δεν μπορούν ούτε οφείλουν να παρεκκλίνουν από τη γραμμή αυτή παρά μόνο σε περίπτωση συνδρομής ειδικών περιστάσεων οι οποίες έχουν ως συνέπεια η τιμή της εγχώριας αγοράς να μην προσφέρεται για έγκυρη σύγκριση με την τιμή εξαγωγής.
10. Ποιες είναι οι ειδικές αυτές περιστάσεις; Συντάσσομαι με την άποψη της Goldstar, σύμφωνα με την οποία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και, ιδίως, το συνολικό μέγεθος της εγχώριας αγοράς μπορούν να αποτελούν τέτοιου είδους περιστάσεις. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο επικύρωσε εμμέσως την άποψη αυτή στις αποφάσεις Brother κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 10, και Silver Seiko κατά Συμβουλίου (12), σκέψη 11. Στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονταν επίσης ότι είχε πωληθεί εξαιρετικά μικρός αριθμός ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην ιαπωνική αγορά σε σύγκριση με τις πωλήσεις στην κοινοτική αγορά. Το Δικαστήριο δεν απέρριψε το επιχείρημα αυτό καθαυτό αλλά έκρινε ότι εστερείτο αντικειμενικού ερείσματος, δεδομένου ότι επωλούντο πολλές δεκάδες χιλιάδων μηχανών ετησίως στην ιαπωνική αγορά και ότι η τελευταία χαρακτηριζόταν εξάλλου από αρκετά έντονο ανταγωνισμό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι ισχύσασες στην ιαπωνική αγορά τιμές ήταν συγκρίσιμες με αυτές που ίσχυσαν στην κοινοτική αγορά.
Νομίζω ότι το προβαλλόμενο εν προκειμένω από την Goldstar επιχείρημα σχετικά με τα χαρακτηριστικά της κορεατικής αγοράς στερείται επίσης αντικειμενικού ερείσματος. Καταρχάς, όσον αφορά το συνολικό μέγεθος (όπου συγκαταλέγονται όλα τα μοντέλα) της αγοράς των συσκευών αναπαραγωγής ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ, η Goldstar δεν απέδειξε ότι, όπως ισχυρίζεται, οι πωλήσεις στην κορεατική αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς δεν ξεπέρασαν τις 5 000 συσκευές. Κατά την επ'
ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι πωλήσεις στην πραγματικότητα ανέρχονταν σε 6 500 συσκευές, ενώ η Compact επικαλέστηκε άρθρα δημοσιευθέντα στον τύπο, σύμφωνα με τα οποία πρόκειται για αγορά 30 000 συσκευών. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και ο αριθμός των 5 000 συσκευών μου φαίνεται αρκετά σημαντικός, σε απόλυτα μεγέθη, όταν αντιπροσωπεύει, σε ποσοστό, μη αμελητέο τμήμα του συνολικού όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα. Κατά το Συμβούλιο, που δεν διαψεύσθηκε επί του σημείου αυτού, οι εν λόγω εξαγωγές αφορούσαν το 1986 λίγο λιγότερες από 34 000 μονάδες. Με άλλα λόγια, ο αριθμός των 5 000 πωλήσεων συσκευών αναπαραγωγής ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ στην κορεατική αγορά, ο οποίος προβάλλεται από την Goldstar και συνιστά ελάχιστο μέγεθος, αντιπροσωπεύει και πάλι 14 % των κορεατικών εξαγωγών συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ προς την Κοινότητα, ποσοστό που δεν είναι αμελητέο.
11. Περαιτέρω, η Goldstar επικαλείται τα μεγέθη (που παραλείπονται εν προκειμένω για λόγους απορρήτου), ελάχιστα κατά την άποψή της, που αφορούν τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά καθενός από τα μοντέλα GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 θεωρούμενα το καθένα ξεχωριστά. Θα κάνω πρώτα μια προκαταρκτική παρατήρηση. Το επιχείρημα, λυσιτελές αυτό καθαυτό, σύμφωνα με το οποίο οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά πρέπει να αφορούν επαρκείς ποσότητες, σε απόλυτα μεγέθη, προκειμένου οι ισχύουσες στην αγορά αυτή τιμές να προσφέρονται για έγκυρη σύγκριση, είναι απόρροια της διαπιστώσεως ότι οι τιμές στην εγχώρια αγορά είναι δυνατόν να διαφέρουν μεταξύ διαφόρων σημείων πωλήσεως. Επιπλέον, οι τιμές αυτές είναι δυνατόν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου αναφοράς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα κοινοτικά όργανα χρησιμοποιούν τις περισσότερες φορές, όπως και εν προκειμένω, μια τιμή που συνιστά τον σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών που ίσχυσαν για το σύνολο των πωλήσεων του οικείου προϊόντος σε ανεξάρτητους αγοραστές. Ωστόσο, για να είναι αντιπροσωπευτικός, ο σταθμισμένος αυτός μέσος όρος πρέπει να στηρίζεται σε έναν ελάχιστο αριθμό πωλήσεων.
Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι, εκτός από το σχετικό "κατώφλιο αμελητέας ποσότητας" (5 %) που προαναφέρθηκε και υπολογίστηκε στην προκειμένη περίπτωση για κάθε μοντέλο ξεχωριστά, τα κοινοτικά όργανα θα
έπρεπε να χρησιμοποιήσουν και ένα δεύτερο, απόλυτο τη φορά αυτή κατώφλιο. Στην πραγματικότητα, ο καθορισμός ενός απολύτου ελαχίστου ορίου γενικής ισχύος στερείται νοήματος, καθότι η αξία ενός απολύτου μεγέθους εξαρτάται σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από τη φύση του προϊόντος. Επομένως, θα πρέπει να εκτιμηθεί, για κάθε προϊόν ή μοντέλο, αν πραγματοποιούνται στην οικεία αγορά αρκετές πωλήσεις σε σταθερές τιμές ώστε η μέση τιμή που υπολογίζεται με τη βάση αυτή να είναι αρκετά αντιπροσωπευτική. Πέραν της γενικής δηλώσεώς της σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην εγχώρια αγορά είναι ελάχιστος, η Goldstar δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα από το οποίο να συνάγεται ότι η εφαρμοσθείσα μέση τιμή δεν είναι αντιπροσωπευτική (13).
Αντίθετα, σχετικά μεγέθη εκφράζοντα, για ένα μόνο προϊόν ή μοντέλο ή για μια κατηγορία ομοειδών προϊόντων, τη σχέση μεταξύ των πωληθεισών ποσοτήτων στην εγχώρια αγορά και των ποσοτήτων που διατέθηκαν σε εξαγωγές μπορούν να καθοριστούν κατά γενικό τρόπο και να εκφράζουν άμεσα τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του μεγέθους της εγχώριας αγοράς και του μεγέθους της αγοράς των εξαγομένων προϊόντων. Δεδομένου ότι η κορεατική αγορά των συσκευών αναπαραγωγής ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ θεωρούμενη στο σύνολό της αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 14 % των εξαγωγών προς την Κοινότητα και οι πραγματοποιηθείσες στην κορεατική αγορά πωλήσεις ξεπερνούν επίσης, για κάθε μοντέλο, το (σχετικό) γενικό "κατώφλιο αμελητέας ποσότητος" του 5 % των εξαγωγών προς την Κοινότητα, υπάρχει κατά τη γνώμη μου επαρκής βάση για να γίνει δεκτό ότι οι τιμές της εγχώριας αγοράς είναι αντιπροσωπευτικές και χρησιμοποιήσιμες.
12. Πέραν του συνολικού όγκου της κορεατικής αγοράς, αφενός, και των προερχομένων απ' αυτήν στοιχείων ως προς τις πωλήσεις ανά μοντέλο, αφετέρου, η Goldstar δεν επικαλείται καμία άλλη ειδική περίσταση με βάση την οποία να μπορεί να αμφισβητηθεί η αντιπροσωπευτικότητα των τιμών στην
εγχώρια αγορά. Ειδικότερα, δεν ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται στην κορεατική αγορά "αρκετά έντονος ανταγωνισμός", στοιχείο που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη στις προαναφερθείσες υποθέσεις Brother κατά Συμβουλίου και Silver Seiko κατά Συμβουλίου, προκειμένου να εκτιμήσει την αντιπροσωπευτικότητα των τιμών. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τα προηγηθέντα, η Goldstar δεν υποστήριξε, ακόμα λιγότερο δε απέδειξε, ότι οι ισχύσασες στην εγχώρια αγορά τιμές θα ήταν χαμηλότερες αν ο όγκος των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων ήταν μεγαλύτερος και ο ανταγωνισμός εντονότερος. Αντίθετα, από τη δικογραφία (14) συνάγεται ότι η Goldstar σκοπίμως προτίμησε σχετικά ηυξημένες τιμές (και περιθώρια κέρδους) στην εγχώρια αγορά, δεδομένου ότι η πολιτική της ήταν να παρουσιάζει τις συσκευές αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ ως προϊόντα πολυτελείας στην κορεατική αγορά.
Αποδίδω μεγάλη σημασία στο στοιχείο αυτό. Ειδικότερα, φρονώ ότι ένας παραγωγός δεν μπορεί να προβάλει ως εξαιρετική περίσταση, προκειμένου να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των τιμών που εφαρμόζει στην εγχώρια αγορά, την απόφαση που έλαβε προσωπικά, μετά από ώριμη σκέψη, να τοποθετήσει το προϊόν του σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς και σε μια συγκεκριμένη κατηγορία τιμών - απόφαση που μπορεί επίσης να εξηγήσει το γεγονός ότι πωλεί λιγότερες συσκευές από τους ανταγωνιστές του, αν η πολιτική αυτή δεν αποδίδει το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Μόνον οι εξωτερικοί παράγοντες, που επιβάλλονται στους παραγωγούς, μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο αυτό. 'Αλλως, οι παραγωγοί θα μπορούσαν να προκαλούν οι ίδιοι περιστάσεις δικαιολογούσες απόκλιση από την αρχή σύμφωνα με την οποία η κανονική αξία καθορίζεται κατά προτεραιότητα βάσει των πραγματικών τιμών που ισχύουν στην εγχώρια αγορά.
13. Ενόψει των προηγηθεισών σκέψεων, καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι ορθώς το Συμβούλιο θεώρησε ότι ο αριθμός των συσκευών που πωλήθηκαν από την Goldstar στην κορεατική αγορά και το συνολικό μέγεθος της εν λόγω αγοράς
δεν αποτελούν λόγο για να μη ληφθούν υπόψη οι ισχύουσες στην εγχώρια αγορά τιμές ως μη προσφερόμενες για έγκυρη σύγκριση.
Από τα ανωτέρω συνάγεται επίσης ότι τα κοινοτικά όργανα είχαν το δικαίωμα να εφαρμόσουν το "κατώφλιο του 5 %", σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή που έχουν υιοθετήσει και ότι το στηριζόμενο στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ επιχείρημα περί ελλείψεως αιτιολογίας πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί. Πράγματι, η 21η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού παραπέμπει στην 27η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού όπου η Επιτροπή αναφέρει:
"Η Επιτροπή εκτιμά ότι μικρός όγκος πωλήσεων στην εγχώρια αγορά σε απόλυτα μεγέθη δεν μπορεί να συνιστά αυτός καθαυτός επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω πωλήσεις δεν συνιστούν συνήθεις εμπορικές πράξεις και δικαιολογούν απόκλιση από τη συνήθη πρακτική που συνίσταται σε καθορισμό της κανονικής αξίας με βάση τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά μοντέλων τα οποία, σε ποσότητα, υπερβαίνουν το 5 % των εξαγωγών προς την Κοινότητα."
Η αιτιολογία αυτή αντικατοπτρίζει με αρκετή σαφήνεια τη συλλογιστική των κοινοτικών οργάνων.
14. Τέλος, θεωρώ εξίσου αβάσιμο το επιχείρημα που στηρίζει η Goldstar στο γεγονός ότι διέκοψε την παραγωγή των μοντέλων GCD 603, GCD 605 και GCD 606 πριν από την έναρξη της περιόδου αναφοράς. 'Οπως συνάγεται από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι "πωλήσεις" στην εγχώρια αγορά. Η εν λόγω διάταξη δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των προϊόντων, αναλόγως του αν παρασκευάζονται ακόμη ή όχι. Το γεγονός ότι τα πωλούμενα μοντέλα δεν κατασκευάζονται πλέον δεν αποτελεί κατά συνέπεια αυτό καθαυτό λόγο αποκλεισμού από τον υπολογισμό των τιμών στην εγχώρια αγορά των εν λόγω μοντέλων με την αιτιολογία ότι δεν προσφέρονται για έγκυρη σύγκριση. Υιοθέτηση της αντίθετης λύσεως θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια η κανονική αξία σχετικά νέων προϊόντων, όπως οι συσκευές αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ, νέα μοντέλα των οποίων εμφανίζονται διαρκώς στην αγορά, να μη
μπορεί πλέον να καθοριστεί με βάση τις τιμές της εγχώριας αγοράς παρά μόνο κατ' εξαίρεση.
15. Ενόψει των προηγηθεισών σκέψεων, φρονώ, επομένως, ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε από την Goldstar πρέπει να απορριφθεί.
Ο δεύτερος λόγος
16. Δεύτερον, η Goldstar ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, καθόσον καθόρισε την κατασκευασμένη αξία του μοντέλου GCD 613, που πωλήθηκε υπό ορισμένο εμπορικό σήμα στην εγχώρια αγορά και στην Κοινότητα, και ειδικότερα το περιθώριο κέρδους που προστίθεται στο κόστος παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη το μέσο περιθώριο κέρδους που πραγματοποίησε η Goldstar κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς κατά τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά άλλων μοντέλων, ήτοι των μοντέλων GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 (λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα του, ο μέσος αυτός όρος που αποτελεί ποσοστό του κόστους παραγωγής παραλείπεται). 'Οπως επισημάνθηκε ανωτέρω (σημείο 5), η Goldstar δέχεται ότι, για ένα προϊόν όπως το μοντέλο GCD 613, οι πωλήσεις του οποίου δεν ξεπερνούσαν το σχετικό "κατώφλιο αμελητέας ποσότητος" που έχει καθοριστεί σε 5 % του όγκου των εξαγωγών, τα κοινοτικά όργανα μπορούσαν (και όφειλαν) να λάβουν υπόψη την κατασκευασμένη αξία (15). Κατά την Goldstar, το μέσο περιθώριο κέρδους κατά τις πωλήσεις των άλλων μοντέλων δεν αποτελεί χρησιμοποιήσιμο μέγεθος, για τους εξής δύο λόγους. Καταρχάς, υπολογίστηκε επί τη βάσει των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην εγχώρια αγορά και δεν έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων και/ή δεν προσφέρονταν για έγκυρη σύγκριση. Δεύτερον, από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ, συνάγεται
ότι το κέρδος που πραγματοποιείται στην εγχώρια αγορά από συγκεκριμένο εξαγωγέα δεν συνιστά χρησιμοποιήσιμο μέγεθος, οσάκις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ξεπερνά το συνήθως πραγματοποιούμενο κέρδος από την πώληση ομοειδών προϊόντων στην ίδια αγορά.
17. Δεν χρειάζεται πλέον να εξεταστεί το πρώτο επιχείρημα, καθότι, στα πλαίσια της εξετάσεως του πρώτου λόγου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι πωλήσεις των μοντέλων GCD 603, GCD 605, GCD 606 και GCD 616 που πραγματοποιήθηκαν στην εγχώρια αγορά υπό ίδιο εμπορικό σήμα έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων και προσφέρονται για έγκυρη σύγκριση.
Αντίθετα, το δεύτερο επιχείρημα αξίζει να εξεταστεί με προσοχή. Πράγματι, αφ' ης εξεδόθη η απόφαση Nakajima All Precision Co. Ltd κατά Συμβουλίου (16) (ιδίως σκέψεις 26 έως 32), γίνεται γενικά δεκτό ότι οι παραγωγοί μπορούν να αμφισβητούν το κύρος των κανονισμών αντιντάμπινγκ στηριζόμενοι στις διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ.
18. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, η κατασκευασμένη αξία προκύπτει μετά από πρόσθεση του κόστους παραγωγής και ενός ευλόγου περιθωρίου κέρδους. Στην εν λόγω διάταξη προβλέπονται τρεις μέθοδοι υπολογισμού οι οποίες, όπως ανέφερε το Δικαστήριο στην απόφαση Nakajima All Precision Co. Ltd κατά Συμβουλίου, σκέψη 61, πρέπει να εξετάζονται με τη σειρά που εμφανίζονται στην εν λόγω διάταξη (17). Επομένως, το περιθώριο κέρδους υπολογίζεται κατά προτεραιότητα με αναφορά στα κέρδη που πραγματοποιεί ο παραγωγός από επικερδείς πωλήσεις ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Μόνο εφόσον
στοιχεία σχετικά με τα εν λόγω κέρδη δεν είναι διαθέσιμα ή στερούνται αξιοπιστίας ή δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν, το περιθώριο κέρδους υπολογίζεται με βάση τα κέρδη που πραγματοποίησαν άλλοι παραγωγοί στη χώρα καταγωγής από επικερδείς πωλήσεις ομοειδούς προϊόντος. Αν καμία από τις δύο αυτές μεθόδους δεν μπορεί να εφαρμοστεί, το περιθώριο κέρδους υπολογίζεται με αναφορά στις πωλήσεις που πραγματοποίησε ο παραγωγός ή άλλοι παραγωγοί στον ίδιο τομέα οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα καταγωγής ή σε οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση.
19. Η Goldstar υποστηρίζει ότι η πρώτη μέθοδος που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό "δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί", στην περίπτωση κατά την οποία το κέρδος που αποκομίζει ο συγκεκριμένος παραγωγός κατά την πώληση στην εγχώρια αγορά ομοειδούς προϊόντος ξεπερνά το συνήθως πραγματοποιούμενο κέρδος κατά την πώληση ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά για την οποία πρόκειται. Την άποψή της αυτή στηρίζει στην τελευταία περίοδο του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ, η οποία ορίζει τα εξής:
"Κατά κανόνα, η αντιστοιχούσα στα κέρδη προσαύξηση δεν υπερβαίνει το συνήθως πραγματοποιούμενο κέρδος από πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εγχώρια αγορά του κράτους καταγωγής."
Η Goldstar ξεκινά προφανώς από την υπόθεση i) ότι οι λέξεις "συνήθως πραγματοποιούμενο κέρδος" πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρονται στον μέσο όρο των κερδών που πραγματοποιούνται από το σύνολο των παραγωγών της χώρας καταγωγής κατά την πώληση ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά και ii) ότι η πρώτη μέθοδος υπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού ο οποίος αναφέρεται στα κέρδη του παραγωγού για τον οποίο πρόκειται, βρίσκεται σε αντίθεση προς την τελευταία περίοδο του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ, όπως αυτή ερμηνεύεται ανωτέρω.
20. Κατά την άποψή μου, η θέση της Goldstar στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κώδικα αντιντάμπινγκ.
Είναι ακριβές ότι στην τελευταία περίοδο του άρθρου 2, παράγραφος 4, του εν λόγω κώδικα δεν ορίζεται ρητά για τίνος προσώπου το συνήθως πραγματοποιούμενο κέρδος πρόκειται. Ωστόσο, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω κέρδος συνίσταται οπωσδήποτε στο κατά μέσο όρο πραγματοποιούμενο από το σύνολο των παραγωγών κέρδος κατά την πώληση ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Στο υπό συζήτηση κείμενο μπορεί επίσης να αποδοθεί η έννοια ότι η αντιστοιχούσα στο κέρδος προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το κέρδος που πραγματοποιεί συνήθως ο παραγωγός για τον οποίο πρόκειται κατά την πώληση ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι περισσότερο σύμφωνη με τον σκοπό του καθορισμού της κατασκευασμένης αξίας. 'Οπως έχει επανειλημμένως επισημάνει το Δικαστήριο (18), με τον καθορισμό της κανονικής αξίας επιδιώκεται να προσδιοριστεί η τιμή πωλήσεως ορισμένου προϊόντος, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν αν το εν λόγω προϊόν επωλείτο στο κράτος καταγωγής ή εξαγωγής. Η ακριβέστερη δε μέθοδος για να προσδιοριστεί η εν λόγω τιμή συνίσταται στον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας με βάση τις πωλήσεις ομοειδών προϊόντων που έχουν πραγματοποιηθεί στην εγχώρια αγορά από τον ίδιο τον παραγωγό για τον οποίο πρόκειται. Επιπλέον, η Επιτροπή επεσήμανε ορθώς ότι από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ συνάγεται ότι και στον εν λόγω κώδικα δίνεται μάλλον προτίμηση σε μια ατομική παρά συνολική προσέγγιση.
Εξάλλου, στην απόφαση Nakajima All Precision Co. Ltd κατά Συμβουλίου, σκέψη 37, το Δικαστήριο τοποθετήθηκε γενικώς υπέρ της μη υπάρξεως αντιφάσεως προς το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ των μεθόδων υπολογισμού, όπως αυτές "συγκεκριμενοποιήθηκαν" με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού:
"Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του νέου βασικού κανονισμού είναι σύμφωνο με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ, καθόσον, χωρίς να αγνοεί το πνεύμα της τελευταίας αυτής διατάξεως, απλώς συγκεκριμενοποιεί, για τις διάφορες καταστάσεις που ενδέχεται να παρουσιαστούν στην πράξη, τις εύλογες μεθόδους υπολογισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας." (19)
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η Goldstar καθόρισε τις τιμές της για την εγχώρια αγορά στο πλαίσιο πολιτικής σύμφωνα με την οποία οι συσκευές αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ θα επωλούντο στην Κορέα παρουσιαζόμενες σκοπίμως ως προϊόντα πολυτελείας. 'Οπως η Goldstar δεν δικαιούται να προβάλει τις καθορισθείσες από την ίδια κατόπιν ωρίμου σκέψεως τιμές ως ειδική περίσταση συνεπαγόμενη τη μη αντιπροσωπευτικότητα των τιμών της της εγχώριας αγοράς (βλ. σημείο 12 ανωτέρω), δεν μπορεί και να ισχυρίζεται ότι τα μεγάλα περιθώρια κέρδους που προκύπτουν από τις καθορισθείσες κατά τα ανωτέρω από την ίδια τιμές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας του μοντέλου GCD 613.
Ενόψει των προηγηθεισών σκέψεων, και ο δεύτερος λόγος που επικαλείται η Goldstar πρέπει να απορριφθεί.
Ο τρίτος λόγος
21. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται από την Goldstar αφορά την απόφαση του Συμβουλίου να καθορίσει χωριστή κανονική αξία για τα μοντέλα που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ (20). 'Οπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 22 του οριστικού κανονισμού, το Συμβούλιο δέχθηκε ότι
"οι πελάτες αυτοί λειτουργούσαν κατά τρόπο τελείως διαφορετικό από τους πελάτες άλλων κατηγοριών μη συνδεομένων αγοραστών και οι διαφορετικές αυτές λειτουργίες αντικατοπτρίζονται καθαρά, στις αγορές για τις οποίες πρόκειται, στις πωλούμενες ποσότητες και στη δομή των εφαρμοζομένων τιμών".
Η Goldstar υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, καθόσον προέβη στον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας των μοντέλων GCD 613 και GCD 616 που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ προς εξαγωγή στην Κοινότητα λαμβάνοντας υπόψη περιθώριο κέρδους ισοδυναμούν προς 30 % του κέρδους που η εν λόγω εταιρία πραγματοποιούσε κατά την πώληση των μοντέλων αυτών στην εγχώρια αγορά υπό το εμπορικό της σήμα. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, η Goldstar επικαλείται τα ακόλουθα τέσσερα επιχειρήματα:
α) ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ των εξόδων και των κερδών που αντιστοιχούν στις πωλήσεις σε ΚΑΕ και αυτών που αντιστοιχούν σε πωλήσεις προϊόντων που διατίθενται με το εμπορικό σήμα του κατασκευαστού
β) το Συμβούλιο ενήργησε κατά παράβαση προηγουμένης πρακτικής
γ) το ποσοστό του 30 % εφαρμόστηκε αυθαίρετα
δ) το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της ισότητος.
22. Προτού προχωρήσω σε εξέταση των επιχειρημάτων που ανέπτυξε η Goldstar, επιθυμώ να υπενθυμίσω ότι, όπως ήδη επεσήμανα ανωτέρω, με τον καθορισμό της κανονικής αξίας επιδιώκεται να προσδιοριστεί η τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν αν το εν λόγω προϊόν επωλείτο στο κράτος καταγωγής ή εξαγωγής. Σε περιπτώσεις σαν την παρούσα, όπου καθορίστηκε ξεχωριστή κανονική αξία για τα προϊόντα που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ, αυτό σημαίνει ότι η τιμή πωλήσεως του προϊόντος πρέπει να καθοριστεί σαν να επωλείτο το εν λόγω προϊόν σε ΚΑΕ λειτουργούντες στην εγχώρια αγορά.
Ωστόσο, εν προκειμένω, τα κοινοτικά όργανα δεν ήταν δυνατόν να έχουν στη διάθεσή τους οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με πωλήσεις σε ΚΑΕ λειτουργούντες στην κορεατική αγορά, καθότι ούτε η Goldstar ούτε καμία άλλη κορεατική επιχείρηση από τις εμπλεκόμενες στην παρούσα υπόθεση δεν είχε πραγματοποιήσει τέτοιου είδους πωλήσεις. Εξάλλου, στη δικογραφία δεν περιέχεται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η Goldstar ή άλλες κατασκευάστριες επιχειρήσεις λειτουργούσες στον ίδιο τομέα οικονομικής δραστηριότητας πώλησαν τα προϊόντα τους σε ΚΑΕ στην Κορέα. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατασκευασμένη αξία των μοντέλων GCD 613 και GCD 616 που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ προς εξαγωγή στην Κοινότητα έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με την τελευταία μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, και ειδικότερα "με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση".
'Οπως έχει ήδη δεχθεί επανειλημμένως το Δικαστήριο (την τελευταία φορά στη σκέψη 63 της αποφάσεως Nakajima All Precision Co. Ltd κατά Συμβουλίου), το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού παρέχει στα κοινοτικά όργανα ευρεία διακριτική ευχέρεια προκειμένου για την εκτίμηση του αντιστοιχούντος στα έξοδα και τα κέρδη "ευλόγου ποσού", το οποίο πρέπει να συμπεριληφθεί στην κατασκευασμένη αξία.
α) Η σχέση μεταξύ των πωλήσεων σε ΚΑΕ και των πωλήσεων υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή
23. Το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ των εξόδων και των κερδών που αντιστοιχούν στις πωλήσεις σε ΚΑΕ και πραγματοποιούνται στην εγχώρια αγορά και αυτών που αντιστοιχούν σε πωλήσεις προϊόντων πωλουμένων στην ίδια αγορά υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστού στερείται εν γένει ερείσματος. Οι ΚΑΕ που πραγματοποιούν πωλήσεις στην εγχώρια αγορά είναι ανταγωνιστές του παραγωγού που προβαίνει σε πωλήσεις των προϊόντων του στην ίδια εγχώρια αγορά υπό το εμπορικό του σήμα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανές ότι ο ενδιαφερόμενος παραγωγός θα πωλήσει σε ΚΑΕ τα προϊόντα του μόνον εφόσον προφανώς μπορεί με τον τρόπο αυτό να αυξήσει τα κέρδη του. Επομένως, κατά τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως που
θα προσφέρει στους ΚΑΕ, θα λάβει υπόψη όχι μόνο το κόστος παραγωγής, που είναι ταυτόσημο για τις δύο κατηγορίες πωλήσεων αλλά και έναν μεγάλο αριθμό άλλων παραγόντων, ιδίως δε: την αύξηση του κύκλου εργασιών του που καθίσταται δυνατή χάρη στις εν λόγω πωλήσεις σε ΚΑΕ, τα μικρότερα έξοδα που απαιτούν οι πωλήσεις αυτές, ιδίως όσον αφορά τα έξοδα διαφημίσεως, αλλά και τον αυξημένο ανταγωνισμό λόγω της παρουσίας των ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά και τη συνακόλουθη πίεση επί του επιπέδου των τιμών των προϊόντων που ο παραγωγός πωλεί στην ίδια αγορά υπό το εμπορικό του σήμα. Με άλλα λόγια, ένας παραγωγός θα προσφέρει υπό κανονικές συνθήκες σε έναν αγοραστή ΚΑΕ που λειτουργεί στην ίδια με αυτόν αγορά μια τιμή η οποία του επιτρέπει να πραγματοποιήσει κέρδος μεγαλύτερο από αυτό που θα αποκόμιζε εάν πωλούσε τα προϊόντα του στην εν λόγω αγορά αποκλειστικά υπό το εμπορικό του σήμα. Επομένως, υπάρχει αναμφισβήτητα κάποια σχέση μεταξύ, αφενός, της τιμής και του περιθωρίου κέρδους που καθορίζεται για τις πωλήσεις σε ΚΑΕ ενεργούντες στην εγχώρια αγορά και, αφετέρου, της τιμής και του περιθωρίου κέρδους που καθορίζονται για τα προϊόντα που πωλούνται στην εν λόγω αγορά υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή. Ωστόσο, η αφηρημένη αποτίμηση της σχέσεως αυτής είναι περίπλοκη στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία πώληση σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά και πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως προς το θέμα αυτό ορισμένη διακριτική ευχέρεια στα κοινοτικά όργανα.
24. Εν προκειμένω, τα κοινοτικά όργανα εκτίμησαν ότι η σχέση αυτή τους παρείχε τη δυνατότητα να καθορίσουν την κατασκευασμένη αξία ως προς τις (ανύπαρκτες) πωλήσεις σε ΚΑΕ στην κορεατική αγορά με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο του κόστους στο οποίο υποβλήθηκε και του κέρδους το οποίο πραγματοποίησε ο ίδιος παραγωγός κατά την πώληση των μοντέλων τα οποία (πράγματι) πώλησε στην κορεατική αγορά υπό το εμπορικό του σήμα, εξυπακουομένου ότι μόνο ένα τμήμα (30 %) του πραγματοποιηθέντος από τον εν λόγω παραγωγό κέρδους κατά τις τελευταίες αυτές πωλήσεις λήφθηκε υπόψη. Με άλλα λόγια, στηρίζοντας την εκτίμησή τους σε ένα περιθώριο κέρδους μικρότερο κατά ορισμένο ποσοστό, τα κοινοτικά όργανα έκριναν ότι λάμβαναν υπόψη όλες τις δυνατές διαφορές, από την άποψη του κόστους και των κερδών,
μεταξύ των πωλήσεων προς ΚΑΕ και των πωλήσεων από τον οικείο παραγωγό των προϊόντων του υπό το εμπορικό του σήμα.
Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, τα κοινοτικά όργανα δεν υπερέβησαν κατά τη γνώμη μου τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας, πολλώ μάλλον καθόσον η μέθοδος αυτή είναι σύμφωνη προς την πάγια πρακτική τους, όπως προκύπτει από τις τρεις άλλες διαδικασίες αντιντάμπινγκ που επικαλείται η Goldstar (φωτοτυπικά μηχανήματα απλού χάρτου (21), συσκευές μαγνητοσκοπήσεως (22) και έγχρωμοι τηλεοπτικοί δέκτες μικρού μεγέθους (23)). Και στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, τα κοινοτικά όργανα προσδιόρισαν την κατασκευασμένη αξία των προϊόντων ως προς τις πωλήσεις (επίσης ανύπαρκτες) προς ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά με βάση τα δεδομένα που αντιστοιχούσαν σε (όντως) πραγματοποιηθείσες πωλήσεις στην εγχώρια αγορά υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, εφαρμόζοντας ως προς το περιθώριο κέρδους έναν ενιαίο συντελεστή 5 % που ίσχυσε για όλους τους παραγωγούς. Παρά τις διαφορές που υφίστανται σε σχέση με τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και τις οποίες θα εξετάσω στη συνέχεια (βλ. σημείο 25 κατωτέρω), φαίνεται ότι, σε όλες αυτές τις διαδικασίες, τα κοινοτικά όργανα εκκίνησαν από την ίδια αρχή, δηλαδή, προκειμένου να λάβουν υπόψη όλες τις δυνατές διαφορές, από άποψη εξόδων και κερδών, μεταξύ των πωλήσεων προς ΚΑΕ και των άλλων πωλήσεων, έλαβαν υπόψη
ένα μικρότερο περιθώριο κέρδους για τις πωλήσεις σε ΚΑΕ απ' ό,τι για τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά.
Επομένως, φρονώ ότι κακώς προσάπτεται στο Συμβούλιο ότι στην προκειμένη περίπτωση καθόρισε ορισμένη σχέση μεταξύ των πωλήσεων σε ΚΑΕ και των πωλήσεων υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή. 'Αλλωστε, στην προαναφερθείσα απόφαση Nashua Corporation κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 33 (βλ. σημείο 28 κατωτέρω), το Δικαστήριο αναγνώρισε εμμέσως τη βασιμότητα του καθορισμού μιας τέτοιας σχέσεως.
β) Ενήργησε το Συμβούλιο αντίθετα προς προηγούμενη πρακτική;
25. Η Goldstar παρατηρεί ότι, στις τρεις άλλες διαδικασίες αντιντάμπινγκ που προαναφέρθηκαν, τα κοινοτικά όργανα εφήρμοσαν έναν ενιαίο συντελεστή που ίσχυσε για όλους τους παραγωγούς, προκειμένου να καθορίσουν το περιθώριο κέρδους που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της κατασκευασμένης αξίας που αντιστοιχούσε στις (ανύπαρκτες) πωλήσεις σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά συγκρινόμενες προς τις (όντως) πραγματοποιηθείσες στην εν λόγω αγορά πωλήσεις υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, ενώ, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, εφάρμοσαν, ως προς τις πωλήσεις προς ΚΑΕ, περιθώριο κέρδους επίσης προσδιοριζόμενο κατόπιν συγκρίσεως με τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν υπό εμπορικό σήμα αλλά επί τη βάσει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε παραγωγού (24). Η ασυνήθης αυτή μέθοδος είχε εν προκειμένω κατά την Goldstar ως συνέπεια ότι, ως προς αυτήν ειδικά,
λήφθηκε υπόψη αδικαιολόγητα υψηλό περιθώριο κέρδους, ήτοι ψ % (βλ. υποσημείωση 24) του κόστους παραγωγής της εν λόγω εταιρίας.
Δεν βρίσκω πειστικό το επιχείρημα της Goldstar, σύμφωνα με το οποίο, και τη φορά αυτή, ακολουθώντας την προηγούμενη πρακτική του, το Συμβούλιο θα έπρεπε να λάβει υπόψη ένα ενιαίο περιθώριο κέρδους για όλους τους παραγωγούς συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ που ασκούν τη δραστηριότητά τους στην κορεατική αγορά, και όχι ένα ποσοστό ατομικώς προσδιορισμένο για κάθε παραγωγό - εν προκειμένω την Goldstar. 'Οπως παρατηρήθηκε ήδη ανωτέρω (σημείο 20) η πλέον ακριβής μέθοδος προσδιορισμού της κατασκευασμένης αξίας συνίσταται στον υπολογισμό της με βάση τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά του οικείου παραγωγού. Καθότι εν προκειμένω δεν πραγματοποιήθηκε καμία πώληση προς ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά, εναπόκειτο στα κοινοτικά όργανα να καθορίσουν την κατασκευασμένη αξία για τις (ανύπαρκτες πωλήσεις) προς ΚΑΕ λαμβάνοντας υπόψη (όντως) πραγματοποιηθείσες πωλήσεις υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστού, εξυπακουομένου ότι είχαν στο πλαίσιο αυτό την ευχέρεια να δώσουν την προτεραιότητα σε ατομικά δεδομένα αφορώντα τις (όντως) πραγματοποιηθείσες πωλήσεις καθενός από τους ενδιαφερομένους παραγωγούς υπό το εμπορικό τους σήμα. Επομένως, τα κοινοτικά όργανα δεν υποχρεούντο να χρησιμοποιήσουν ενιαίο περιθώριο κέρδους.
26. Αξίζει να επισημανθεί σχετικώς ότι, στην υπόθεση C-172/87 (Mita Industrial κατά Συμβουλίου), που εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου, η Mita υποστηρίζει άποψη εκ διαμέτρου αντίθετη προς αυτήν που προβάλλει η Goldstar στην παρούσα υπόθεση. Η Mita προσάπτει ιδίως στο Συμβούλιο ότι τη μεταχειρίστηκε δυσμενώς καθόσον, στον κανονισμό αντιντάμπινγκ σχετικά με τα φωτοτυπικά μηχανήμα κοινού χάρτου, καθόρισε την κατασκευασμένη αξία σε σχέση με τις (ανύπαρκτες) πωλήσεις σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά χρησιμοποιώντας ενιαίο περιθώριο κέρδους, γεγονός που ευνοούσε τους εξαγωγείς που είχαν πραγματοποιήσει σημαντικά κέρδη κατά τις πωλήσεις τους στην εγχώρια αγορά. Στις προτάσεις (σημείο 12) που ανέπτυξε στις 13
Δεκεμβρίου 1990, ο γενικός εισαγγελέας Mischo προτείνει απόρριψη της αιτιάσεως αυτής, ιδίως ενόψει της διακριτικής ευχερείας που έχει στη διάθεσή του το Συμβούλιο επί του θέματος αυτού.
Η άποψη αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με την άποψη που υποστηρίζεται στις παρούσες προτάσεις. Πράγματι, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να εξετάζουν ατομικά κάθε περίπτωση και να λαμβάνουν υπόψη τις τυχόν διαφορές. Ωστόσο, όπως ορθώς παρατήρησε το Συμβούλιο, υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ της παρούσας διαδικασίας και των τριών άλλων διαδικασιών στις οποίες αναφέρεται η Goldstar, ιδίως όσον αφορά το περιθώριο κέρδους που αντιστοιχεί στις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά που (όντως) πραγματοποιήθηκαν από τους παραγωγούς υπό το εμπορικό τους σήμα. 'Οσον αφορά τη διαδικασία σχετικά με τα φωτοτυπικά μηχανήματα κοινού χάρτου, οι διαφορές που υφίσταντο μεταξύ των περιθωρίων κέρδους του κάθε παραγωγού δεν είναι γνωστές δεν κοινοποιήθηκε παρά ο μέσος όρος των περιθωρίων αυτών (14,6 %). Ωστόσο, στο πλαίσιο των δύο άλλων διαδικασιών, έγινε λόγος για τις διαφορές που υφίσταντο μεταξύ των περιθωρίων κέρδους των διαφόρων παραγωγών κατά τις πωλήσεις που αυτοί πραγματοποίησαν υπό το εμπορικό τους σήμα. Τα εν λόγω περιθώρια κυμαίνονται μεταξύ 8 και 12 % του κόστους παραγωγής στη διαδικασία που αφορά τις συσκευές μαγνητοσκόπησης και μεταξύ 7 και 14 % στη διαδικασία που αφορά τους έγχρωμους τηλεοπτικούς δέκτες μικρού μεγέθους. Πρόκειται για σχετικά μικρές διαφορές και μπορώ να κατανοήσω το ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, τα κοινοτικά όργανα, που έχουν στη διάθεσή τους ορισμένη διακριτική ευχέρεια, δεν επέλεξαν την εξατομικευμένη προσέγγιση.
Η κατάσταση είναι διαφορετική στην παρούσα υπόθεση. Το περιθώριο κέρδους που πραγματοποίησε η Goldstar κατά τις πωλήσεις προϊόντων της στην εγχώρια αγορά υπό το εμπορικό της σήμα υπερβαίνει κατά πολύ τα αντιστοιχούντα στις άλλες διαδικασίες περιθώρια που προαναφέρθηκαν. Επιπλέον, η ίδια η Goldstar αναφέρει ότι το περιθώριο κέρδους της είναι
μεγαλύτερο (και μάλιστα κατά πολύ, απ' όσο μπορώ να κρίνω) από το κατά μέσο όρο πραγματοποιούμενο από τους άλλους παραγωγούς περιθώριο κέρδους. Ενόψει του στοιχείου αυτού, δεν υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, κανένας λόγος παρεκκλίσεως από τον γενικό κανόνα που συνίσταται στην κατά προτίμηση λήψη υπόψη των στοιχείων του ενδιαφερομένου παραγωγού προκειμένου για τον καθορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. 'Αλλωστε, ο καθορισμός ενιαίου περιθωρίου κέρδους για το σύνολο των παραγωγών θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόκληση αδικαιολόγητης ζημίας εις βάρος της άλλης κορεατικής επιχειρήσεως παραγωγής συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ την οποία αφορά ο επίδικος οριστικός κανονισμός και η οποία πραγματοποίησε επίσης πωλήσεις σε ΚΑΕ εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
γ) 'Ηταν αυθαίρετη η εφαρμογή του συντελεστή 30 %;
27. Εφόσον, στην παρούσα διαδικασία, τα κοινοτικά όργανα επέλεξαν να προβούν στον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας ως προς τις πωλήσεις σε ΚΑΕ επί τη βάσει των ατομικών χαρακτηριστικών (εν προκειμένω της Goldstar) και δεν υπάρχουν πραγματικά μεγέθη αφορώντα τα κέρδη, δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία πώληση συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά και ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε καμία εμπειρία, από άλλες διαδικασίες, πωλήσεων σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά, τα κοινοτικά όργανα δεν είχαν άλλη λύση παρά να αποτιμήσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη σχέση μεταξύ του κέρδους από τις πωλήσεις σε ΚΑΕ και του κέρδους από τις πωλήσεις υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή στην κορεατική αγορά. Καθορίζοντας τη σχέση αυτή σε 30 %, τα κοινοτικά όργανα δεν υπερέβησαν, κατά τη γνώμη μου, τα όρια της διακριτικής τους ευχερείας. Πράγματι, τα τρία στοιχεία που παρατίθενται κατωτέρω καταδεικνύουν ότι ο συντελεστής 30 % δεν αποτελεί προϊόν αυθαίρετης εκτιμήσεως.
'Οπως αναφέρθηκε ήδη, στη διαδικασία σχετικά με τα φωτοτυπικά μηχανήματα κοινού χάρτου, υπολογίστηκε μία κατασκευασμένη αξία ως προς τις πωλήσεις σε ΚΑΕ με τη χρησιμοποίηση, για το σύνολο των παραγωγών, ενός
περιθωρίου κέρδους ανερχομένου σε 5 % του κόστους παραγωγής τους. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε ένα τρίτο περίπου του μέσου περιθωρίου κέρδους (που αντιπροσώπευε 14,6 % του κόστους παραγωγής) που πραγματοποίησαν οι εν λόγω παραγωγοί κατά τις πωλήσεις τους στην εγχώρια αγορά. Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι, εάν, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, τα κοινοτικά όργανα είχαν καθορίσει το αντιστοιχούν στα κέρδη ποσό όχι κατά ενιαίο τρόπο αλλά επί ατομικής βάσεως, θα είχαν και πάλι λάβει υπόψη μία σχέση ενός προς τρία μεταξύ του κέρδους από τις πωλήσεις σε ΚΑΕ και του κέρδους κάθε παραγωγού από τις πωλήσεις των προϊόντων του υπό το εμπορικό του σήμα.
Περαιτέρω, τα κοινοτικά όργανα έχουν τώρα στη διάθεσή τους δεδομένα που αφορούν τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρων με πίνακα κουκίδων καταγωγής Ιαπωνίας (25), ιδίως δε πληροφορίες σχετικά με την πώληση των εν λόγω προϊόντων από Ιάπωνες παραγωγούς σε ΚΑΕ ενεργούντες επίσης στην ιαπωνική αγορά. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι το κέρδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις σε ΚΑΕ ισοδυναμεί με το ένα τρίτο περίπου του κέρδους που πραγματοποιείται κατά τις πωλήσεις υπό το εμπορικό σήμα του κατασκευαστού.
Τέλος, επισημαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η ίδια η Goldstar πρότεινε έναν συντελεστή 30 %, υπολογιζόμενο όμως επί τη βάσει του μέσου όρου των κερδών του συνόλου των παραγωγών (26).
28. Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω επίσης ότι, στην προαναφερθείσα υπόθεση Nashua Corporation κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, η προσφεύγουσα
ισχυρίστηκε επίσης ότι τα κοινοτικά όργανα έλαβαν υπόψη ένα αυθαιρέτως καθορισθέν περιθώριο κέρδους (5 %) κατά τη διαμόρφωση της κατασκευασμένης αξίας των προϊόντων που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ (βλ. σκέψεις 32 έως 34). Η προσφεύγουσα φρονούσε ότι το εν λόγω περιθώριο κέρδους εξέφραζε ανεπαρκώς τις διαφορές μεταξύ των πωλήσεων σε ΚΑΕ και των πωλήσεων προϊόντων φερόντων το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή. Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό επικαλούμενο όχι τη διακριτική ευχέρεια των κοινοτικών οργάνων αλλά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού της. 'Ομως, όπως και η Nashua, η Goldstar δεν κατάφερε να αποδείξει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ότι, αν είχε προβεί σε πωλήσεις σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά, οι τιμές της θα ήταν χαμηλότερες από την κατασκευασμένη αξία την οποία καθόρισαν τα κοινοτικά όργανα.
δ) Παρέβη το Συμβούλιο την αρχή της ισότητας;
29. Η Goldstar υποστηρίζει, τέλος, ότι όλοι οι Κορεάτες παραγωγοί βρίσκονται σε παρόμοια θέση, αφού κανένας απ' αυτούς δεν προέβη σε πωλήσεις σε ΚΑΕ στην εγχώρια αγορά. Βάσει της αρχής της ισότητας, το Συμβούλιο θα έπρεπε να λάβει υπόψη για όλους τους Κορεάτες παραγωγούς το ίδιο περιθώριο κέρδους.
Και το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τα κέρδη που αποκόμισε η Goldstar από τις πωλήσεις της στην εγχώρια αγορά ήταν μεγαλύτερα από αυτά των άλλων παραγωγών. Στο πλαίσιο της μεθόδου υπολογισμού που εφήρμοσαν τα κοινοτικά όργανα για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης αξίας των προϊόντων που πωλήθηκαν σε ΚΑΕ, λαμβάνονται υπόψη οι εν λόγω διαφορές ως προς τα κέρδη, ούτως ώστε δεν μπορεί να τους προσαφθεί ότι παραβίασαν την αρχή της ισότητας.
Συμπέρασμα
30. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρεμβαίνουσας Compact. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως τροποποιήθηκε στις 15 Μαΐου 1991, η Επιτροπή πρέπει να φέρει τα έξοδα της παρεμβάσεώς της.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) ΕΕ L 13, σ. 21. Στο πλαίσιο της υποθέσεως C-104/90, η Matsushita Electric Industrial ζητεί επίσης την ακύρωση του κανονισμού 112/90, αλλά για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που προβάλλει η Goldstar.
(2) ΕΕ L 209, σ. 1.
(3) Στις αποφάσεις του της 14ης Μαρτίου 1990, C-133/87 και C-150/87, Nashua Corporation κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-719, σκέψη 3), και C-156/87, Gestetner Holdings κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-781, σκέψη 3), το Δικαστήριο όρισε τους ΚΑΕ ως επιχειρήσεις διαθέτουσες υπό το ίδιο εμπορικό τους σήμα προϊόντα κατασκευαζόμενα από άλλες επιχειρήσεις.
(4) ΕΕ L 205, σ. 5.
(5) 277/85 και 300/85, Συλλογή 1988, σ. 5731.
(6) Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου 6 της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου που κυρώθηκε επ' ονόματι της Κοινότητας με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, που αφορά τη σύναψη των πολυμερών συμφωνιών που προέκυψαν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις των ετών 1973 έως 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 93).
(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3643/84 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ L 335, σ. 43), ιδίως ένατη αιτιολογική σκέψη, και κανονισμός (ΕΟΚ) 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 163, σ. 1), ιδίως πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
(8) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85 (Συλλογή 1988, σ. 5683).
(9) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Canon κατά Συμβουλίου, σκέψη 14.
(10) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-305/86 και C-160/87 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2945).
(11) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-16/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-5163, σκέψη 22).
(12) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 273/85 και 107/86 (Συλλογή 1988, σ. 5927).
(13) Ερωτηθείς από το Δικαστήριο ως προς το επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε να τοποθετηθεί ένα απόλυτο μέγεθος, ο εκπρόσωπος της Goldstar δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ένας αριθμός 50 συσκευών θα μπορούσε να αποτελέσει μια δίκαια βάση.
(14) Βλ., ιδίως, το σημείο 21 του παραρτήματος VI της προσφυγής της Goldstar.
(15) Κατά την εν λόγω επιχείρηση, τα κοινοτικά όργανα θα έπρεπε εξάλλου να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο και όσον αφορά τα άλλα μοντέλα, άποψη που απέρριψα ανωτέρω.
(16) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-2069).
(17) Δεδομένου ότι η Goldstar δεν αμφισβητεί την ακρίβεια του υπολογισμού του κόστους παραγωγής ή του προστιθεμένου σ' αυτό ποσού δίκην εξόδων, στη συνέχεια αναφέρονται μόνο οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου που αφορούν τον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους που πρέπει να προστεθεί στα ανωτέρω ποσά. Χάριν συντομίας, γίνεται λόγος μόνο για τους παραγωγούς και όχι για τους εξαγωγείς.
(18) Βλ. τις αποφάσεις Brother κατά Συμβουλίου, σκέψη 18, Canon κατά Συμβουλίου, σκέψη 26, Silver Seiko κατά Συμβουλίου, σκέψη 16, Nakajima All Precision Co. Ltd κατά Συμβουλίου, σκέψη 64.
(19) Σημείωση του μεταφραστή: Αφορά μόνο τη μετάφραση στα ολλανδικά του παρατιθεμένου κειμένου.
(20) Για τον ορισμό του όρου "ΚΑΕ" (Κατασκευαστές Αρχικού Εξοπλισμού), βλ. υποσημείωση 3.
(21) Κανονισμός (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές φωτοτυπικών μηχανημάτων απλού χάρτου καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12).
(22) Κανονισμός (ΕΟΚ) 501/89 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1989, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συσκευών μαγνητοσκοπήσεως καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού (ΕΕ L 57, σ. 55).
(23) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3232/89 της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1989, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές έγχρωμων τηλεοπτικών δεκτών μικρού μεγέθους καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 314, σ. 1).
(24) Το ενιαίο ποσοστό που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο των τριών ανωτέρω διαδικασιών ανέρχεται σε 5 % του μέσου όρου του κόστους παραγωγής που αντιστοιχεί στα οικεία προϊόντα. Το χρησιμοποιηθέν στην προκειμένη περίπτωση ποσοστό ανέρχεται σε 30 % του x % (όπου το x συμβολίζει το περιθώριο κέρδους της Goldstar κατά τις πωλήσεις που πραγματοποίησε στην εγχώρια αγορά υπό το εμπορικό της σήμα το οικείο μέγεθος παραλείπεται εδώ λόγω του εμπιστευτικού του χαρακτήρα) του κόστους παραγωγής της Goldstar, ήτοι σε (30 % του x % =) ψ %.
(25) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3651/88 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1988, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρων με πίνακα κουκίδων καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 317, σ. 33).
(26) Βλ. την αιτιολογική σκέψη 40 του οριστικού κανονισμού.