ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-356/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, ισχύει, όπως ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, « για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν (...) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού ». Εξάλλου, στο άρθρου 4, παράγραφος 2, διευκρινίζεται ότι ο κανονισμός 1408/71 ισχύει ιδίως «για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά ». Ωστόσο, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, ο κανονισμός δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια.
Εξάλλου, το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι:
« Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας (... ) που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση, επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης. »
2. Εθνικό νομικό πλούσιο
Το άρθρο 37 Α, παράγραφος 1, του Social Security Act 1975 ( Νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως) ορίζει ότι:
« Επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, όποιος πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις ως προς την κατοικία ή τη διαμονή στη Μεγάλη Βρετανία δικαιούται επίδομα κινήσεως για όσο χρόνο πάσχει από σωματική αναπηρία, είναι δηλαδή ανίκανος να βαδίσει. »
Οι προϋποθέσεις κατοικίας ή διαμονής στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω διάταξη καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, των Mobility Allowance Regulations 1975 (διατάξεις περί επιδόματος κινήσεως), σύμφωνα με τις οποίες:
« Οι προϋποθέσεις κατοικίας ή διαμονής στη Μεγάλη Βρετανία που πρέπει να πληροί ο ενδιαφερόμενος για κάθε ημέρα χορηγήσεως του επιδόματος κατά το άρθρο 37 Α είναι:
|
α) |
να έχει τη συνήθη κατοικία του στη Μεγάλη Βρετανία· |
|
β) |
να διαμένει στη Μεγάλη Βρετανία· |
|
γ) |
να έχει παραμείνει συνολικά στη Μεγάλη Βρετανία για διάστημα όχι κατώτερο των πενήντα δύο εβδομάδων κατά τους αμέσως προηγουμένους της ανωτέρω ημερομηνίας 18 μήνες και |
|
δ) |
(...)» |
Εξάλλου, το άρθρο 37 Α, παράγραφος 2, του Social Security Act 1975 διευκρινίζει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα λήψεως επιδόματος κινήσεως μόνον εάν είναι πιθανόν ότι η αδυναμία του να βαδίσει θα διαρκέσει τουλάχιστον 12 μήνες και, κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής, « η κατάσταση του θα είναι τέτοια που θα του επιτρέπει από καιρού εις καιρόν να χρησιμοποιεί τεχνικά μέσα διευκολύνσεως της κινήσεως ».
Το επίδομα κινήσεως αποτελεί υποκατάστατο των μηχανοκινήτων οχημάτων που χορηγούνταν προηγουμένως στα καλυπτόμενα από το άρθρο 37 Α πρόσωπα. Ο Social Security Commissioner επισημαίνει ότι το δικαίωμα λήψεως επιδόματος κινήσεως εξαρτάται από την ανικανότητα του αιτούντος να βαδίσει και όχι την ανικανότητα του να εργαστεί. Δεν καταβάλλεται σε παιδιά κάτω των πέντε ετών. Το δικαίωμα, που αρχικά περιοριζόταν σε πρόσωπα που δεν είχαν φθάσει σε ηλικία συνταξιοδοτήσεως, επεκτάθηκε με τον Social Security Act 1979 σε πρόσωπα ηλικίας 65 έως 75 ετών, υπό τον όρον ότι θα πληρούσαν τις επιβληθείσες αυστηρότερες προϋποθέσεις.
Το επίδομα κινήσεως αποτελεί εβδομαδιαία παροχή σε χρήμα. Συνίσταται στην καταβολή ενός σταθερού ποσού και δεν εξαρτάται από την καταβολή εισφορών εκ μέρους του δικαιούχου ούτε από το εισόδημα του.
3. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τα ερωτήματα τον Social Security Commissioner
O Newton, προσφεύγων της κυρίας δίκης, είναι βρετανός υπήκοος. Κατέβαλλε εισφορές στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως μη μισθωτός εργαζόμενος όταν, στις 12 Δεκεμβρίου 1980, υπήρξε θύμα ατυχήματος. Συνεπεία του ατυχήματος αυτού, πάσχει καθολική τετραπληγία η οποία τον κατέστησε ανίκανο να βαδίσει. O Newton λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας και συμπληρωματική σύνταξη για αναπήρους ενήλικες, καταβαλλόμενες αμφότερες από γαλλικούς ασφαλιστικούς φορείς.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1981, o Newton επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος κινήσεως το οποίο του χορηγήθηκε από 4ης Μαρτίου 1981 (ημερομηνία της αιτήσεως του) μέχρι τις 21 Αυγούστου 2023 (παραμονή συμπληρώσεως του 75ου έτους της ηλικίας του ).
Στις 4 Απριλίου 1984, o Newton μετέβη στη Γαλλία με σκοπό να ζήσει εκεί μονίμως. Το δικαίωμα του για λήψη του επιδόματος κινήσεως του αφαιρέθηκε από την ημερομηνία αυτή με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις κατοικίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου ( 1 ).
O Newton ζητεί να του αναγνωριστεί το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος για το διάστημα μεταξύ της 4ης Απριλίου 1984 και 21ης Αυγούστου 2023. O Social Security Commissioner έκρινε ότι το εν λόγω αίτημα έθετε ζητήματα ερμηνείας κοινοτικού δικαίου και, στις 23 Οκτωβρίου 1989, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
« Στην περίπτωση μισθωτού ή μη μισθωτού που απέκτησε, βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου και μόνον, δικαίωμα λήψεως επιδόματος κινήσεως , κατά το άρθρο 37 Α του Social Security Act του 1975, χωρίς όμως να δικαιούται οποιοδήποτε άλλο επίδομα κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασυλείου:
|
α) |
αποτελεί το επίδομα κινήσεως παροχή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, μη εξαιρούμενη κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4; |
|
β) |
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μπορεί το εν λόγω πρόσωπο να συνεχίσει να λαμβάνει το επίδομα κινήσεως δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, μολονότι κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος; » |
4. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Η απόφαση του Social Security Commissioner περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Κανονισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έγγραφες παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από τους Roger Stanton Newton, εκπροσωπούμενο από τη Vicky Chapman, solicitor, επικουρούμενη από τον Mark Rowland, barrister το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον R. Μ. Caudwell, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τον David Pannick, barrister τη Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Delizee, Υφυπουργό δημοσίας υγείας και πολιτικής επί προσώπων με ειδικές ανάγκες και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 10 Οκτωβρίου 1990, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
II — Έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί τον πρώτου ερωτήματος
Ο προοφεύγο)ν της κυρίας δίκης φρονεί ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Παρατηρεί, καταρχάς, ότι, με τη δήλωση στην οποία προέβη το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 1408/71 ( 2 ), το άρθρο 37 Α του Social Security Act 1975 τέθηκε εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Ωστόσο, επικαλούμενος την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981, 70/80, Vigier (Συλλογή 1981, σ. 229), ισχυρίζεται ότι η εν λόγω δήλωση δεν έχει αποφασιστική σημασία.
Ο προσφεύγων της κυρίας δίκης επισημαίνει στη συνέχεια ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει ορισμό της εννοίας των « παροχών αναπηρίας ». Προσθέτει ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ορισμένη παροχή ως παροχή αναπηρίας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, δεν είναι απαραίτητο η χορήγηση της να εξαρτάται ειδικά από την ανικανότητα προς εργασία του αιτούντος. Τούτο προκύπτει:
|
α) |
από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού, κατά το οποίο παροχές αναπηρίας που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, |
|
β) |
από την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1974, υπόθεση 39/74, Costa ( ECR 1974, σ. 1251 ), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι παροχές αναπηρίας χορηγούμενες σε περίπτωση μερικής ανικανότητας προς εργασία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, |
|
γ) |
από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το παράρτημα VI του κανονισμού 1408/71, ορισμένες προβλεπόμενες από τον Social Security Act 1975 παροχές η χορήγηση των οποίων δεν εξαρτάται ρητά από την ανικανότητα του αιτούντος προς εργασία θεωρούνται ως παροχές αναπηρίας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 10 του κανονισμού και |
|
δ) |
από την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 150/85, Drake (Συλλογή 1986, σ. 1995), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι παροχή που καταβάλλεται σε πρόσωπο που παρέχει φροντίδες σε ανάπηρο αποτελεί παροχή αναπηρίας για τους σκοπούς της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160). |
Ο προσφεύγων εξετάζει, παρά ταύτα, και το ενδεχόμενο ορισμένη παροχή υπέρ αναπήρων να μπορεί να θεωρηθεί ως επίδομα αναπηρίας μόνον στην περίπτωση που ο αιτών έχει μειωμένη ικανότητα προς εργασία, υποστηρίζει δε ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω, καθόσον μόνον τα πρόσωπα με σοβαρή αναπηρία που πρόκειται να διαρκέσει επί ορισμένο χρονικό διάστημα δικαιούνται επιδόματος κινήσεως.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν είναι αναγκαίο ο αιτών να λαμβάνει κάποιο άλλο επίδομα αναπηρίας προκειμένου ορισμένη παροχή υπέρ προσώπων με αναπηρία να θεωρείται ότι αποτελεί παροχή αναπηρίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Τούτο καθίσταται σαφές ενόψει του γεγονότος ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στις αποφάσεις του επί των υποθέσεων 7/75, σύζυγοι F. κατά Βελγικού Δημοσίου (ECR 1975, σ. 679 ), και 63/76, Inzirillo κατά Caisse d'Allocations Familiales de l'Arrondissement de Lyon ( ECR 1976, σ. 2057 ), ο κανονισμός καλύπτει, μεταξύ άλλων, παροχές υπέρ αναπήρων εξαρτωμένων προσώπων μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο, προκειμένου μια παροχή να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, να συνδέεται με προηγούμενη απασχόληση, καθότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ο κανονισμός 1408/71 ισχύει, μεταξύ άλλων, για συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μη στηριζόμενα σε εισφορές.
Ο προσφεύγων φρονεί ότι το επίδομα κινήσεως δεν εμπίπτει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Επικαλείται προς τούτο την απόφαση του Δικαστηρίου, της 13ης Νοεμβρίου 1974, στην υπόθεση Costa, προπαρατεθείσα, και ισχυρίζεται ότι οι απαριθμούμενες στη σκέψη 11 της εν λόγω αποφάσεως προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ορισμένης παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71 πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση: Το άρθρο 37 Α του Social Security Act 1975 παρέχει νομικώς προστατευόμενο δικαίωμα λήψεως παροχής υπέρ αναπήρων που δεν εξαρτάται από το εισόδημα του ενδιαφερομένου, ο δε αιτών είναι μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος καλυπτόμενος από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Η Κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το επίδομα κινήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 37 Α του Social Security Act 1975 δεν αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως καλυπτόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Επισημαίνει ότι σκοπός του επιδόματος κινήσεως δεν είναι να αντισταθμίσει τη μειωμένη ικανότητα βιοπορισμού που οφείλεται στην αναπηρία. Καταβάλλεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μείωση της ικανότητας βιοπορισμού και ανεξάρτητα από το αν ο ενδιαφερόμενος εργάζεται ή είναι ικανός να εργαστεί. Αποτελεί τμήμα ενός γενικότερου συστήματος για τη συντήρηση των πασχόντων από μακροχρόνια αναπηρία, ανεξαρτήτως του αν ανήκαν ποτέ στον επαγγελματικά ενεργό πληθυσμό.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαΐου 1974, στην υπόθεση 187/73, Callemeyn κατά Βελγικού Δημοσίου ( ECR 1974, σ. 553 ), και αναφέρει ότι οι απαριθμούμενες στη σκέψη 11 της εν λόγω αποφάσεως προϋποθέσεις εξομοιώσεως μιας παροχής υπέρ αναπήρων προσώπων προς παροχή αναπηρίας δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Το επίδομα κινήσεως δεν καταβάλλεται ως συμπλήρωμα παροχής αναπηρίας. Καταβάλλεται σε όλα τα πρόσωπα που πληρούν τους όρους της εθνικής νομοθεσίας, ανεξαρτήτως του αν λαμβάνουν οποιαδήποτε παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
Αναφερόμενη, τέλος, στην απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 249/83, Heockx ( Συλλογή 1985, σ. 973), κατά την οποία, για να εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που διέπεται από τον κανονισμό 1408/71, μια νομοθεσία πρέπει να αναφέρεται σε έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Το επίδομα κινήσεως παρέχει στους λήπτες ένα γενικής φύσεως κοινωνικό πλεονέκτημα που σκοπό έχει να βελτιώσει την ποιότητα ζωής ορισμένων αναπήρων προσώπων.
Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί επίσης ότι το επίδομα κινήσεως δεν αποτελεί παροχή καλυπτόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71. Τούτο συνάγεται από τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του εν λόγω επιδόματος ( αδυναμία του προσώπου να βαδίσει, μη σύνδεση με εργασία, καταβολή μόνο μετά την ηλικία των πέντε ετών, κ.λπ. ), από το ότι σκοπός του δεν είναι να αντισταθμίσει την ανικανότητα προς εργασία ή τη μείωση της ικανότητας βιοπορισμού και από το ότι δεν αποτελεί συμπλήρωμα παροχής αναπηρίας στα πλαίσια του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται περί του κύρους διατάξεως εθνικού δικαίου ενόψει κοινοτικού κανόνος, μπορεί όμως να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των εννόμων αποτελεσμάτων μιας τέτοιας διατάξεως ( απόφαση της 17ης Ιουνίου 1975, σύζυγοι F. προπαρατεθείσα ).
Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το επίδομα κινήσεως έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στην κοινωνική πρόνοια (δεν βασίζεται σε περιόδους απασχολήσεως ή ασφαλίσεως ), έχει όμως και ορισμένα χαρακτηριστικά προσιδιάζοντα σε παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως (δεν εξαρτάται από το εισόδημα του ενδιαφερομένου και χορηγείται σε κάθε πρόσωπο που πληροί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις αναγνωρίσεως του δικαιώματος που προβλέπονται από τον νόμο ).
Εξετάζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου που αναφέρεται σε παροχές διττού χαρακτήρα, η Επιτροπή αναφέρει ότι σε πολλές αποφάσεις του το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τέτοιου είδους παροχές εμπίπτουν στην κατηγορία της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, εφόσον αποτελούν συμπλήρωμα παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως και παρέχονται ως αυτοτελές δικαίωμα, χωρίς οποιαδήποτε ατομική εκτίμηση των αναγκών του ενδιαφερομένου εκ μέρους των αρμοδίων φορέων (βλ. τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1972, υπόθεση 1/72, Frilli, ECR 1972, σ. 457 της 28ης Μαΐου 1974, Callemeyn, προπαρατεθείσα της 9ης Οκτωβρίου 1974, 24/74, Biason, ECR 1974, σ. 999, και της 24ης Φεβρουαρίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 379/85, 380/85, 381/85 και 93/86, Giletti, Συλλογή 1987, σ. 955 ). Η Επιτροπή προσθέτει, ωστόσο, ότι, ενόψει της διατυπώσεως του ερωτήματος του Social Security Commissioner, οι εν λόγω αποφάσεις δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση, θεωρεί δε ότι η υιοθετηθείσα από το Δικαστήριο στις εν λόγω υποθέσεις αρχή, σύμφωνα με την οποία μια αμφιλεγόμενης φύσεως παροχή εξομοιώνεται προς την παροχή της οποίας αποτελεί συμπλήρωμα, φαίνεται ότι επελέγη απλώς και μόνο επειδή τα πραγματικά περιστατικά προσφέρονταν για τέτοια προσέγγιση.
Η Επιτροπή επισημαίνει κατόπιν ότι σε πολλές άλλες αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι μια παροχή αμφιλεγόμενου χαρακτήρα έπρεπε να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, εφόσον επρόκειτο για περίπτωση προσώπου διεπομένου από τον κανονισμό ( βλ. τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1974, Costa, της 17ης Ιουνίου 1975, σύζυγοι F., και της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Inzirillo, προπαρατεθείσες ). Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι αποφάσεις αυτές, καθώς και η απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, 139/82, Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427 ), φαίνεται να δέχονται ότι, στην πραγματικότητα, το αποφασιστικό στοιχείο είναι αν το επίδομα καταβάλλεται συνεπεία της υπάρξεως δικαιώματος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Η Επιτροπή τονίζει, ωστόσο, ότι στην απόφαση του της 12ης Ιουλίου 1984, 261/83, Castelli ( Συλλογή 1984, σ. 3199 ), φαίνεται ότι το Δικαστήριο δίστασε να αναγνωρίσει σε πρόσωπο που έχει εργαστεί σε κράτος μέλος το δικαίωμα λήψεως, βάσει του κανονισμού 1408/71, παροχής αμφιλεγόμενου χαρακτήρα προβλεπομένης απο τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το εν λόγω πρόσωπο ήταν εγκατεστημένο αλλά ουδέποτε είχε εργαστεί ή ασφαλιστεί.
Η Επιτροπή, μετά την εξέταση αυτή της νομολογίας του Δικαστηρίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παροχή προβλεπόμενη από τη νομοθεσία κράτους μέλους η οποία καταβάλλεται δυνάμει δικαιώματος αποκτωμένου βάσει σαφώς καθορισμένων κριτηρίων και ανεξαρτήτως των οικονομικών αναγκών του δικαιούχου συνιστά παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, τουλάχιστον όταν καταβάλλεται σε πρόσωπο διεπόμενο από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.
Όσον αφορά ειδικά το επίδομα κινήσεως, η Επιτροπή επισημαίνει δύο περαιτέρω παράγοντες που επιβεβαιώνουν ότι η εν λόγω παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Πρώτον, φαίνεται ότι το επίδομα αποσκοπεί στη βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού προσώπων ικανών προς εργασία και ως εκ τούτου καλύπτεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71. Αυτό μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι το επίδομα σκοπό είχε να παράσχει ένα υποκατάστατο των μηχανοκινήτων οχημάτων, ότι το σχετικό δικαίωμα αρχικά περιοριζόταν σε πρόσωπα που δεν είχαν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως και ότι επιβλήθηκαν αυστηρότερες προϋποθέσεις ως προς τα πρόσωπα ηλικίας 65 έως 75 ετών που επιθυμούσαν να διεκδικήσουν το επίδομα. Δεύτερον, το επίδομα κινήσεως προσομοιάζει προς το επίδομα συμπαραστάσεως (attendance allowance) που προβλέπεται στο άρθρο 35 του Social Security Act 1975. Όπως προκύπτει σαφώς από το παράρτημα VI, τμήμα J, σημείο 5, του κανονισμού 1408/71, το εν λόγω επίδομα πρέπει να θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Επομένως, το ίδιο θα έπρεπε να ισχύσει και για το επίδομα κινήσεως.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, μολονότι, απαντώντας σε έγγραφη ερώτηση της 4ης Φεβρουαρίου 1988 ( ΕΕ 1989, C 36, σ. 11 ), δήλωσε ότι το επίδομα κινήσεως αποτελεί παροχή κοινωνικής και ιατρικής πρόνοιας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, τώρα θεωρεί ότι το εν λόγω επίδομα θα έπρεπε να θεωρηθεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως καλυπτόμενη από τον κανονισμό. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/71 ( 3 ) σύμφωνα με την οποία θα επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αρνούνται να « εξάγουν » ορισμένες αμφιλεγόμενης φύσεως παροχές μη βασιζόμενες σε εισφορές, μεταξύ των οποίων είναι και το επίδομα κινήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τούτο σημαίνει ότι το επίδομα θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Τέλος, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Προκειμένου για μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο που υπάγεται ή υποβλήθηκε κατά το παρελθόν σε νομοθεσία κράτους μέλους και ο οποίος είναι υπήκοος κράτους μέλους, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει παροχή υπέρ αναπήρων προσώπων προβλεπομένη από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, η οποία δεν εξαρτάται από τις οικονομικές ανάγκες του ενδιαφερομένου και η οποία χορηγείται δυνάμει σχετικού δικαιώματος στα πρόσωπα που πληρούν τις προβλεπόμενες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση τέτοιας παροχής. »
Επί τον οεντέρον ερωτήματος
Κατά τον προσφεύγοντα της κυρίας δίκης, από τη διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει σαφώς ότι το επίδομα κινήσεως μπορεί να καταβάλλεται σε μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο που έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα αλλά ο οποίος δεν έχει δικαίωμα λήψεως οποιασδήποτε άλλης παροχής κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος.
Η Κνβέρνηοη τον Ηνωμένον Βασιλείον ισχυρίζεται ότι, ενόψει της απαντήσεως που προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
Επισημαίνει, ωστόσο, ότι εν πάση περιπτώσει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν χορηγεί δικαίωμα λήψεως επιδόματος κινήσεως ενόσω ο αιτών κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1977, στην υπόθεση 32/77, Giuliani (ECR 1977, σ. 1857), προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν επηρεάζει τις προϋποθέσεις κτήσεως δικαιώματος λήψεως παροχής. Η διεκδίκηση επιδόματος κινήσεως είναι δυνατή μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων χορηγήσεως του για κάθε ημέρα για την οποία ζητείται το επίδομα. Η κατοικία και διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια από αυτές τις προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να προβάλει αξίωση για το επίδομα βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για ημέρες κατά τις οποίες δεν κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Περαιτέρω, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει ότι, αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, πράγματι είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων θα μπορούσε να εξακολουθεί να δικαιούται τις καταβαλλόμενες από τους γαλλικούς φορείς συντάξεις καθώς και το επίδομα κινήσεως ακόμη και αν μετέβαινε σε άλλο κράτος μέλος και ελάμβανε εκεί άλλη βασιζόμενη στην κατοικία παροχή. Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, με τον τρόπο αυτό θα παρείχετο στον προσφεύγοντα ένα αδικαιολόγητο πλεονέκτημα, η εφαρμογή δε του άρθρου 10, παράγραφος 1, θα οδηγούσε σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα.
Ενόψει της απαντήσεως που προτείνει για το πρώτο ερώτημα, η Βελγική Κνβέρνηοη απαντά μόνο επικουρικώς στο δεύτερο ερώτημα.
Καταρχάς, η Βελγική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με τις μη βασιζόμενες σε εισφορές αμφιλεγόμενου χαρακτήρα παροχές. Ειδικότερα, το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως των παροχών, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση μη βασιζόμενων σε εισφορές παροχών, καθότι αναφέρεται σε περιόδους ασφαλίσεως. Αλλά και αν ακόμη το άρθρο 12, παράγραφος 2, εφαρμοζόταν στην περίπτωση σωρεύσεως τέτοιων παροχών, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ικανοποιητικό κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, αν γινόταν δεκτό ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 μπορεί να αποτελέσει τη βάση προκειμένου να εξασφαλιστεί η « δυνατότητα εξαγωγής » παροχών υπέρ αναπήρων, και ειδικότερα του επιδόματος κινήσεως, ο προσφεύγων θα εδικαιούτο να λαμβάνει στη Γαλλία όχι μόνο τις καταβαλλόμενες από τους γαλλικούς φορείς συντάξεις [βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1408/71 ή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 34 ) ] αλλά και το επίδομα κινήσεως. Θα μπορούσε επίσης να « εξαγάγει » σε άλλο κράτος μέλος τις παροχές που δικαιούται να λαμβάνει κατά τη γαλλική νομοθεσία. Κατά τη γνώμη της Βελγικής Κυβερνήσεως, το αποτέλεσμα αυτό θα βρισκόταν σε αντίθεση προς το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παροχή υπερβολικής προστασίας στους εργαζομένους, καθώς και προς το πνεύμα του κανονισμού 1408/71, καθότι οι εν λόγω παροχές δεν θα είχαν κανένα αντικειμενικό δεσμό με οποιοδήποτε κράτος μέλος και θα μπορούσε να υπάρξει σώρευση παροχών του ιδίου είδους.
Η Βελγική Κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι δεν έχουν θεσπιστεί ούτε μελετηθεί μέτρα που θα είχαν ως σκοπό να εξασφαλίσουν την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στον τομέα των μη βασιζόμενων σε εισφορές αμφιλεγόμενου χαρακτήρα παροχών. Κατά την άποψη της η « εξαγωγή » των εν λόγω παροχών είναι αδύνατη χωρίς την ύπαρξη τέτοιων μέτρων.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το επίδομα κινήσεως θα έπρεπε, καταρχήν, να θεωρηθεί ως παροχή αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71. Σημειώνει ότι δεν υπάρχει στον κανονισμό 1408/71 καμία διάταξη προβλέπουσα ότι οι παροχές αναπηρίας πρέπει να καταργούνται όταν ο δικαιούχος δεν κατοικεί στο έδαφος του βαρυνομένου με την καταβολή τους κράτους μέλους. Η Επιτροπή συνάγει ότι, άπαξ αποκτηθεί το δικαίωμα λήψεως τέτοιας παροχής κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να αφαιρεθεί για τον λόγο και μόνο ότι ο δικαιούχος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος.
Επομένως, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
« Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει την κατάργηση παροχής (του είδους που περιγράφεται στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα) απλώς και μόνο διότι ο δικαιούχος κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου εδρεύει ο οφειλέτης φορέας. »
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Newton εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο στις 28 Σεπτεμβρίου 1983 προκειμένου να εγκατασταθεί μονίμως στην Γαλλία. Επομένως, απώλεσε το δικαίωμα λήψεως επιδόματος κινήσεως από τις 29 Σεπτεμβρίου 1983.
( 2 ) Βλ. ανακοίνωση του Συμβουλίου περί αντικαταστάσεως της δηλώσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας που προβλέπεται από το άρθρο 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 ( ΕΕ 1980, C 241, σ. 1).
( 3 ) Πρόταση για την έκδοση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 (ΕΕ 1985, C 240, σ. 6).
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 20ής Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-356/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Social Security Commissioner, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Roger Stanton Newton
και
Chief Adjudication Officer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
— |
Ο R. S. Newton, εκπροσωπούμενος από τη V. Chapman, solicitor, επικουρούμενη από τον Μ. Rowland, barrister, |
|
— |
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Μ. Caudwell, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον D. Pannick, barrister, |
|
— |
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Delizee, Υφυπουργό δημοσίας υγείας και πολιτικής έναντι των ατόμων με ειδικές ανάγκες, |
|
— |
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Κ. Banks, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της, |
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που αναπτύχθηκαν από τον R. S. Newton, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Νοεμβρίου 1989, ο Social Security Commissioner υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ). |
|
2 |
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Roger Stanton Newton και του Chief Adjudication Officer κατόπιν της αρνήσεως του δευτέρου να συνεχίσει να χορηγεί στον Newton επίδομα αναπηρίας αποκαλούμενο « επίδομα κινήσεως » ( « mobility allowance » ), που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. |
|
3 |
Ο Newton, Βρετανός υπήκοος, ασκούσε στη Γαλλία δραστηριότητα μη μισθωτού εργαζομένου όταν κατέστη θύμα αυτοκινητικού ατυχήματος στις 12 Δεκεμβρίου 1980. Από τότε ο Newton πάσχει από καθολική τετραπληγία. |
|
4 |
Αφού επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Newton ζήτησε, στις 4 Μαρτίου 1981, να του χορηγηθεί το επίδομα κινήσεως. |
|
5 |
Κατά το άρθρο 37 Α, παράγραφος 1, του Social Security Act 1975 ( Νόμος του 1975 περί κοινωνικής ασφαλίσεως) και το άρθρο 2, παράγραφος 1, των Mobility Allowance Regulations 1975 ( κανονισμοί περί επιδόματος κινήσεως του 1975 ), το επίδομα κινήσεως χορηγείται σε κάθε πρόσωπο που υποφέρει από σωματική αναπηρία η οποία τον καθιστά ανίκανο να βαδίσει, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο παρέμεινε στη Μεγάλη Βρετανία επί ορισμένο διάστημα, εξακολουθεί να παραμένει στο έδαφος της και έχει εκεί τη συνήθη κατοικία του. Το επίδομα κινήσεως αποτελεί εβδομαδιαία παροχή συνιστάμενη στην καταβολή ορισμένου σταθερού ποσού, το ύψος του οποίου δεν εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του δικαιούχου. |
|
6 |
Το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος κινήσεως χορηγήθηκε στον Newton. Στις 4 Απριλίου 1984 ο Newton εγκαταστάθηκε μονίμως στη Γαλλία. Στη συνέχεια, ο Adjudication Officer τον πληροφόρησε ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα λήψεως του επιδόματος κινήσεως λόγω του ότι δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις κατοικίας και διαμονής στη Μεγάλη Βρετανία της εθνικής νομοθεσίας. |
|
7 |
Ο Newton προσέβαλε την εν λόγω απόφαση. Ενώπιον του Social Security Commissioner προέβαλε ιδίως ότι το επίδομα κινήσεως αποτελεί παροχή αναπηρίας διεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71 και ότι, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το δικαίωμα λήψεως της εν λόγω παροχής δεν μπορούσε να του αφαιρεθεί λόγω μεταφοράς της κατοικίας του στη Γαλλία. |
|
8 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων: « Στην περίπτωση μισθωτού ή μη μισθωτού που απέκτησε, βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου και μόνον, δικαίωμα λήψεως “ επιδόματος κινήσεως ”, κατά το άρθρο 37 Α του Social Security Act του 1975, χωρίς όμως να δικαιούται οποιοδήποτε άλλο επίδομα κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου:
|
|
9 |
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας υποθέσεως, οι εθνικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι έγγραφες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται στη συνέχεια παρά μόνο καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου. |
Επί του πρώτου ερωτήματος
|
10 |
Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και, κατά συνέπεια, να χαρακτηρίσει διατάξεις του εθνικού δικαίου σε σχέση με τους κανόνες αυτούς. Μπορεί, ωστόσο, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των εν λόγω διατάξεων. |
|
11 |
Κατά το άρθρο του 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, ο κανονισμός 1408/71 ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίοι έχουν σχέση με τις παροχές αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει, αντίθετα, ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια. |
|
12 |
Όπως έχει κατ' επανάληψη δεχθεί το Δικαστήριο, ναι μεν είναι ευκτέο, από άποψη εφαρμογής της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των νομοθετικών συστημάτων που εμπίπτουν, αντιστοίχως, στην κοινωνική ασφάλιση και στην κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί η πιθανότητα, λόγω του κύκλου των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται, των σκοπών της και του τρόπου εφαρμογής της, μια εθνική νομοθεσία να συνδέεται ταυτόχρονα και με τις δύο αυτές κατηγορίες ( βλ. ιδίως απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85, 380/85, 381/85 και 93/86, Giletti, Συλλογή 1987, σ. 955, σκέψη 9 ). |
|
13 |
Μολονότι, ενόψει ορισμένων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της, η νομοθετική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης προσιδιάζει στην κοινωνική πρόνοια, ιδίως λόγω του ότι η χορήγηση της προβλεπομένης σ' αυτήν παροχής δεν εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένων περιόδων επαγγελματικής δραστηριότητας, υπαγωγής ή εισφορών σε σύστημα ασφαλίσεως, σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζει την κοινωνική ασφάλιση. |
|
14 |
Λαμβανομένης υπόψη της ευρύτητας του κύκλου των δικαιούχων της παροχής για την οποία πρόκειται, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση επιτελεί στην πραγματικότητα διπλή λειτουργία. Αφενός, σκοπό έχει να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο εισόδημα σε πρόσωπα με αναπηρίες που βρίσκονται εντελώς εκτός του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Αφετέρου, παρέχει ένα συμπληρωματικό εισόδημα στους δικαούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που πάσχουν από σωματική αναπηρία επηρεάζουσα την ικανότητα κινήσεως τους. |
|
15 |
Κατά συνέπεια, σε σχέση με μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο ο οποίος καλύπτεται ήδη, λόγω προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους της νομοθεσίας του οποίου γίνεται επίκληση, η υπό συζήτηση νομοθετική ρύθμιση πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και των κανονιστικών ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του, μολονότι η ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση θα μπορούσε να μη τύχει του χαρακτηρισμού αυτού σε σχέση με άλλες κατηγορίες δικαιούχων. |
|
16 |
Συγκεκριμένα, νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους σαν αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και του κανονισμού 1408/71, σε σχέση με πρόσωπα που έχουν υπαχθεί, υπό την ιδιότητά τους ως μισθωτών ή μη μισθωτών εργαζομένων, αποκλειστικά στη νομοθεσία άλλων κρατών μελών. |
|
17 |
Αν μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση εθεωρείτο, σε σχέση με τα εν λόγω πρόσωπα, ως υπαγόμενη στην κοινωνική ασφάλιση κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και του κανονισμού 1408/71, η ισορροπία του συστήματος που έχει θεσπιστεί από τις εθνικές νομοθεσίες, με τις οποίες τα κράτη μέλη επιδεικνύουν την αρωγή τους προς τα πρόσωπα με αναπηρίες που κατοικούν στο έδαφός τους, θα μπορούσε να διαταραχθεί σοβαρά. |
|
18 |
Όμως, με τον κανονισμό 1408/71 δεν θεσπίστηκε ένα κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά κανόνες συντονισμού των διαφόρων εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, οι περιεχόμενες στον εν λόγω κανονισμό διατάξεις πρέπει μεν να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την υλοποίηση του σκοπού αυτού, δεν πρέπει όμως να ερμηνεύονται κατά τρόπο που θα διετάρασσε τη λειτουργία του συστήματος που έχει καθιερωθεί από τις εθνικές νομοθεσίες όπως είναι αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης. |
|
19 |
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί απάντηση ότι, σε σχέση με τα πρόσωπα που υπάγονται ή έχουν υπαχθεί ως μισθωτοί η μη μισθωτοί εργαζόμενοι στη νομοθεσία κράτους μέλους, μια παροχή που προβλέπεται από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους και χορηγείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σε πρόσωπα πάσχοντα από σωματική αναπηρία που επηρεάζει την ικανότητα κινήσεως τους και για τη χορήγηση της οποίας οι ενδιαφερόμενοι έχουν νομικά προστατευόμενο δικαίωμα πρέπει να εξομοιώνεται προς παροχή αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71. |
Επί του δευτέρου ερωτήματος
|
20 |
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι, « εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, εις χρήμα παροχές αναπηρίας ( ... ) που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση ή κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης ». |
|
21 |
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει καμία διάταξη επιτρέπουσα την κατάργηση εις χρήμα παροχών αναπηρίας για τον λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας. |
|
22 |
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίσθηκε ότι οι σχετικές με την κατοικία προϋποθέσεις, από τις οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά την καταβολή της εν λόγω παροχής, αποτελούν προϋποθέσεις αποκτήσεως του δικαιώματος λήψεως της παροχής που πρέπει να πληρούνται κάθε ημέρα για την οποία ζητείται η εν λόγω παροχή. Η άρση των ρητρών κατοικίας που προβλέπεται στο άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 δεν αφορά, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, τις προϋποθέσεις κατοικίας που επιβάλλονται ως προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος λήψεως παροχής. |
|
23 |
Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Giletti, το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ούτε η κτήση ούτε η διατήρηση του δικαιώματος για τις παροχές στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή εμποδίζονται από το γεγονός και μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας. |
|
24 |
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, εφόσον ορισμένο επίδομα υπέρ αναπήρων συνιστά παροχή αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71, το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού δεν επιτρέπει την κατάργηση της εν λόγω παροχής για τον μόνο λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο όπου βρίσκεται ο οφειλέτης φορέας. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
25 |
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και του Βασιλείου του Βελγίου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ), κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε ο Social Security Commissioner, με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1989, αποφαίνεται: |
|
|
|
Mancini O'Higgins Κακούρης Schockweiler Kapteyn Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Ιουνίου 1991. Ο Γραμματέας J.-G. Giraud Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος G. F. Mancini |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.