Υπόθεση C-230/89

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας

«Οινοπνευματώδη ποτά — Φορολόγηση με διαφορετικούς συντελεστές»

Έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 21ης Φεβρουαρίου 1991   1914

Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 1991   1920

Περίληψη της αποφάσεως

Φορολογικές διατάξεις – Εσωτερική φορολόγηση – Σύστημα φορολογήσεως των οινοπνευματωδών ποτών με διαφορετικούς συντελεστές – Ομοειδή ή ανταγωνιστικά προϊόντα – Κριτήρια εκτιμήσεως – Αεν λαμβάνονται υπόψη οι καταναλωτικές συνήθειες – Βαρύτερη φορολόγηση της κατηγορίας που περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά εισαγόμενα προϊόντα – Αεν επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 95)

Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης το κράτος μέλος το οποίο, προκειμένου για φόρο προστιθεμένης αξίας, εφαρμόζει στα οινοπνευματώδη ποτά καθεστώς φορολογήσεως με διαφορετικούς συντελεστές, διαμορφωμένο κατά τρόπον ώστε το σύνολο της εγχώριας παραγωγής να εμπίπτει στην πλέον ευνοϊκή φορολογική κατηγορία, ενώ τα εισαγόμενα ποτά των οποίων δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή να υπάγονται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην βαρύτερα φορολογούμενη κατηγορία.

Πράγματι, μεταξύ των οινοπνευματωδών ποτών υπάρχουν, από πλευράς του προαναφερθέντος άρθρου, είτε ομοιότητα είτε αρκετά έντονα κοινά χαρακτηριστικά ώστε να γίνει δεκτό ότι υφίσταται ανταγωνιστική σχέση, τουλάχιστον μερική ή δυνητική.

Δεν ασκεί επιρροή, από πλευράς της δυνατότητας υποκαταστάσεως που υφίσταται μεταξύ του ποτών, το ότι τα ποτά που υπάγονται στον ευνοϊκό συντελεστή θεωρούνται ως παραδοσιακά εθνικά ποτά, που αποτελούν αντικείμενο ευρείας λαϊκής καταναλώσεως, ενώ τα ποτά που φορολογούνται βαρύτερα θεωρούνται από τους καταναλωτές ως προϊόντα πολυτελείας. Για να εκτιμηθεί αυτή η δυνατότητα υποκαταστάσεως, δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη μόνον οι καταναλωτικές συνήθειες που επικρατούν σε ένα κράτος μέλος ή σε ορισμένη περιοχή. Οι συνήθειες αυτές, οι οποίες αλλάζουν ουσιαστικά με την πάροδο του χρόνου ή από τόπο σε τόπο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αμετάβλητος κανόνας. Η φορολογική πολιτική των κρατών μελών δεν πρέπει να αποβλέπει στην αποκρυστάλλωση δεδομένων καταναλωτικών συνηθειών με στόχο την παγίωση ενός πλεονεκτήματος που έχουν αποκτήσει οι εγχώριες βιομηχανίες τα προϊόντα των οποίων ανταποκρίνονται στις συνήθειες αυτές.