61988J0150

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 23ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1989. - KOMMANDITGESELLSCHAFT IN FIRMA EAU DE COLOGNE & PARFUEMERIE-FABRIK, GLOCKENGASSE N. 4711 ΚΑΤΑ PROVIDE. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: LANDGERICHT KOELN - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΕΣ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 150/88.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 03891
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα 00249
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα 00263


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Ερώτημα που αποσκοπεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους - Ερώτημα στο οποίο μπορεί να δοθεί απάντηση

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)

2. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Καλλυντικά προϊόντα - Συσκευασία και επισήμανση - Οδηγία 76/768 - Πλήρης εναρμόνιση - Εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλει την υποχρέωση αναγραφής ενδείξεων μη προβλεπομένων από την οδηγία - Δεν επιτρέπεται

((Οδηγία του Συμβουλίου 76/768, άρθρα 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), και 2))

Περίληψη


1. Σε περίπτωση υποβολής ερωτημάτων που σκοπός τους είναι να επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει κατά πόσον είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές κανονιστικές διατάξεις, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος που το απασχολεί. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που πρόκειται να κριθεί η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο διατάξεων της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο ανήκει το παραπέμπον δικαστήριο.

2. Η οδηγία 76/768, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών κανόνων συσκευασίας και επισημάνσεως των εν λόγω προϊόντων. Συνεπώς:

- Το άρθρο 6, παράγραφος 2, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε στην επισήμανση, στην προσφορά προς πώληση και στη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν σ' αυτά τα προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχουν, αποκλείει τη θέσπιση εθνικής κανονιστικής διατάξεως που επιβάλλει την αναγραφή ενδείξεως σχετικής με τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία των καλλυντικών προϊόντων που εμπίπτουν στις διατάξεις της οδηγίας

- το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε τα καλλυντικά προϊόντα να μη διατίθενται στην αγορά παρά μόνο εφόσον στις συσκευασίες τους, τα δοχεία ή τις επισημάνσεις τους αναφέρεται, ιδίως, η ονομασία ή η εταιρική επωνυμία και η διεύθυνση ή η έδρα της επιχειρήσεως που τα παρασκευάζει ή είναι υπεύθυνη για τη διάθεσή τους στην αγορά και η οποία είναι εγκατεστημένη εντός της Κοινότητας, αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν, σε περίπτωση εισαγωγής καλλυντικών προϊόντων που έχουν παρασκευασθεί από παραγωγό εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, την υποχρέωση αναγραφής επί των συσκευασιών, κυτίων, ή επισημάνσεων των προϊόντων του ονόματος της επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη εντός του οικείου κράτους μέλους και είναι υπεύθυνη, στο κράτος αυτό, για την εμπορία του προϊόντος.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-150/88,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht Koeln προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Kommanditgesellschaft in Firma Eau de Cologne & Parfuemerie-Fabrik Glockengasse n* 4711, Κολωνία,

και

Provide, Brembate Sopra,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/768 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, F. A. Schockweiler, T. Koopmans, G. F. Mancini και T. F. O' Higgins, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Darmon

γραμματέας: J.-G. Giraud

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η ενάγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο E. Ph. Krings,

- η εναγόμενη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασίας από το δικηγόρο C. Eidam,

- η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από τη Rosario Silva de Lapuerta,

- η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον avvocato dello Stato I. M. Braguglia,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Ιουνίου 1989,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 1989,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαΐου 1988, το Landgericht Koeln υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/768 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 23/004, σ. 145), προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ιταλική κανονιστική ρύθμιση που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γερμανικής εταιρίας Kommanditgesellschaft in Firma Eau de Cologne & Parfuemerie-Fabrik Glockengasse n* 4711 (στο εξής: εταιρία 4711) και της ιταλικής εταιρίας Provide σχετικής με την εκτέλεση συμβάσεως πωλήσεως καλλυντικών προϊόντων.

3 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε τα καλλυντικά προϊόντα να μη διατίθενται στην αγορά παρά μόνον αν οι συσκευασίες τους, τα δοχεία ή οι επισημάνσεις τους αναφέρουν, ιδίως, το όνομα ή την εταιρική επωνυμία και τη διεύθυνση ή την καταστατική έδρα του κατασκευαστή ή του υπεύθυνου για την εμπορία τους, που είναι εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητας. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν, επίσης, κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε στην επισήμανση, στην προσφορά προς πώληση και στη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν σε αυτά τα προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχουν.

4 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α), του ιταλικού νόμου 713, της 11ης Οκτωβρίου 1986, που αποτελεί εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της προαναφερθείσας οδηγίας, όπως ερμηνεύθηκε με υπουργική εγκύκλιο, επιβάλλει την υποχρέωση μνείας του ιταλού παραγωγού ή του υπεύθυνου στην Ιταλία για την εμπορία των καλλυντικών προϊόντων. Για τα προϊόντα που φέρουν ήδη ένδειξη του παραγωγού ή του υπεύθυνου εμπορίας που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, αρκεί η ένδειξη της ιταλικής επιχειρήσεως που είναι υπεύθυνη για την εμπορία στην Ιταλία, την οποία μπορεί να θέτει η ίδια αυτή εταιρία επί της εξωτερικής συσκευασίας του προϊόντος, μετά την εισαγωγή του και πριν από τη διάθεσή του στο κοινό. Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του προαναφερθέντος νόμου, που θεσπίζει διατάξεις για την εκτέλεση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, επιβάλλει την υποχρέωση αναγραφής ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων σχετικών με τις ουσίες που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία του προϊόντος.

5 Η Provide παρήγγειλε στην εταιρία 4711 ποσότητα Vitamol, καλλυντικού προϊόντος στη συσκευασία και τις οδηγίες χρήσεως του οποίου αναφερόταν η ονομασία βιταμινών που περιείχε και, ιδίως, της D. Panthenol. Η εταιρία 4711 εγγυήθηκε, ιδίως, ότι το προϊόν αυτό ήταν σύμφωνο προς τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και ότι μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο στην Ιταλία.

6 Η Provide αρνήθηκε κατόπιν να παραλάβει την παραγγελθείσα ποσότητα με την αιτιολογία ότι τα προϊόντα δεν ήταν σύμφωνα με τις ρήτρες της συμβάσεως. Το προϊόν δεν μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο στην Ιταλία, καθόσον δεν αναφερόταν, αντιθέτως προς τις προαναφερθείσες ιταλικές διατάξεις, ούτε ο ιταλός εισαγωγέας, ούτε η ποσότητα βιταμινών που περιείχε το προϊόν, καίτοι η ονομασία των βιταμινών αναφερόταν ρητώς στη συσκευασία.

7 Η εταιρία 4711 άσκησε ενώπιον του Landgericht Koeln, αρμόδιου δυνάμει ρήτρας της συμβάσεως, αγωγή με την οποία ζητούσε εκτέλεση της συμβάσεως, ισχυριζόμενη, κατ' ουσία, ότι το προσφερθέν προϊόν ήταν απολύτως σύμφωνο προς τις διατάξεις της οδηγίας και, κατά συνέπεια, μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο σε όλα τα κράτη μέλη.

8 Το Landgericht Koeln θεωρεί ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί, ιδίως, ότι μολονότι η υποχρέωση αναφοράς ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων σχετικών με τις ουσίες, συνιστά ένα τρόπο επιτεύξεως του επιδιωκομένου με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας σκοπού, της προστασίας δηλαδή του καταναλωτή από κάθε παραπλάνηση, ωστόσο, η υποχρέωση αυτή είναι υπερβολική και η αποτελεσματικότητά της αμφίβολη.

9 Το Landgericht αποφάσισε, κατά συνέπεια, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) Συμφωνεί το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του ιταλικού νόμου 713 της 11ης Οκτωβρίου 1986 με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976 και με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον απαιτεί τη μνεία 'ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων σχετικών με τις ουσίες' η ύπαρξη των οποίων αναφέρεται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία του προϊόντος;

2) Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α), του ιταλικού νόμου 713, όπως ερμηνεύεται στο σημείο 3 της εγκυκλίου του ιταλικού Υπουργείου Υγείας της 2ας Φεβρουαρίου 1987, συμβιβάζεται με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976 και με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον προβλέπει ότι ακόμα και τα εισαγόμενα στην Ιταλία προϊόντα παραγωγού εγκατεστημένου στην Κοινότητα πρέπει να αναφέρουν στη συσκευασία ή στην επισήμανσή τους την 'επωνυμία της ιταλικής επιχειρήσεως που είναι υπεύθυνη για τη διάθεση στην αγορά του καλλυντικού προϊόντος' ;"

10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

11 Η ιταλική κυβέρνηση τονίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, ο πραγματικός χαρακτήρας της οποίας δεν είναι βέβαιος, σκοπός τους δε είναι να θέσουν υπό την κρίση δικαστηρίου κράτους μέλους το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο κανονιστικής ρυθμίσεως άλλου κράτους μέλους. Αναφερόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia κατά Novello (244/80, Συλλογή 1981, σ. 3045), η ιταλική κυβέρνηση διατυπώνει, κατά συνέπεια, αμφιβολίες ως προς την ορθή χρησιμοποίηση της προδικαστικής διαδικασίας. Υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του ασυμβιβάστου εθνικών κανονιστικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο.

12 Οι αντιρρήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Αφενός μεν, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτουν αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό χαρακτήρα της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε, κατά συνέπεια, ως προς την ορθή χρήση της προδικαστικής διαδικασίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία (βλέπε ιδίως απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, Heineken, 91 και 127/83, Συλλογή 1984, σ. 3435), σε περίπτωση υποβολής ερωτημάτων που σκοπός τους είναι να επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές κανονιστικές διατάξεις, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος που το απασχολεί. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που πρόκειται να κριθεί η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο διατάξεων της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο ανήκει το παραπέμπον δικαστήριο.

Επί του πρώτου ερωτήματος

13 Το ερώτημα αυτό αναφέρεται, κυρίως, στο αν το προαναφερθέν άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής, μέσω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, της υποχρεώσεως αναγραφής ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων σχετικών με τις ουσίες που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία των καλλυντικών προϊόντων.

14 Πρέπει, σχετικώς, να τονισθεί ότι σύμφωνα με μία από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας σκοπός της είναι "να καθορισθούν σε κοινοτικό επίπεδο οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται σχετικά με τη σύνθεση, την επισήμανση και τη συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων". Αποβλέπει, κατά συνέπεια, στην άρση των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων, καθόσον οι διαφορές αυτές έχουν ως συνέπεια να υποχρεώνουν τις κοινοτικές επιχειρήσεις να διαφοροποιούν την παραγωγή τους ανάλογα με το κράτος μέλος προορισμού και να παρακωλύουν, με τον τρόπο αυτό, το εμπόριο των εν λόγω προϊόντων.

15 Προς το σκοπό αυτό, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας παραθέτει τις διάφορες ενδείξεις που πρέπει να φέρουν οι συσκευασίες, τα δοχεία ή οι επισημάνσεις των καλλυντικών προϊόντων μεταξύ των ενδείξεων αυτών δεν περιλαμβάνονται ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία σχετικά με τις ουσίες που αναφέρονται στην παρουσίαση των εν λόγω προϊόντων.

16 Εξάλλου, το άρθρο 7 της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη, στην παράγραφο 1 αυτού, να αρνούνται, απαγορεύουν ή περιορίζουν την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που πληρούν τις επιταγές της οδηγίας, με μόνη επιφύλαξη, προβλεπόμενη στην παράγραφο 2, ότι μπορούν να επιβάλλουν την υποχρέωση ορισμένες από τις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, να διατυπώνονται στις εθνικές ή επίσημες γλώσσες τους.

17 Συνεπώς, ο κατάλογος των ενδείξεων αυτών είναι πλήρης, τα δε κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν την αναγραφή ενδείξεων, μη προβλεπομένων ρητώς από την οδηγία, σχετικών με τα ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στην παρουσίαση των καλλυντικών προϊόντων.

18 Πράγματι, μια τέτοια υποχρέωση μπορεί, ακριβώς, να παρακωλύσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθόσον συνεπάγεται τροποποίηση της συσκευασίας με την οποία τα εμπορεύματα διατίθενται νομίμως στο εμπόριο σε ορισμένα κράτη μέλη. Επιχείρηση διανομής εγκατεστημένη σε ένα από τα κράτη αυτά μπορεί, ακόμα, να αντιμετωπίσει δυσχέρειες εξαγωγής των καλλυντικών προϊόντων προς άλλο κράτος μέλος, όταν το κράτος αυτό απαιτεί την εν λόγω ένδειξη ο δε παραγωγός αρνείται να παράσχει στην επιχείρηση διανομής τα απαιτούμενα στοιχεία.

19 Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε στην επισήμανση, στην προσφορά προς πώληση και στη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν σ' αυτά τα προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχουν, δεν επιτρέπει, ωστόσο, στα κράτη μέλη να απαιτούν την αναγραφή στην επισήμανση ή στη συσκευασία των εν λόγω προϊόντων ενδείξεων μη προβλεπόμενων από την οδηγία.

20 Εξάλλου, ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών, τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο περιοριστικά του κοινοτικού εμπορίου. 'Οπως, πράγματι, προκύπτει από συγκριτική εξέταση των εθνικών κανονιστικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί σχετικώς, ορισμένα κράτη μέλη έχουν απαγορεύσει γενικώς κάθε παραπλανητική ένδειξη. Από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι μια τέτοια γενική απαγόρευση είναι ανεπαρκής για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.

21 Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768 αποκλείει τη θέσπιση εθνικής κανονιστικής διατάξεως που επιβάλλει την αναγραφή ενδείξεως σχετικής με τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία των καλλυντικών προϊόντων που εμπίπτουν στις διατάξεις της οδηγίας.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

22 Το ερώτημα αυτό αφορά, κατ' ουσία, το αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη, σε περίπτωση εισαγωγής καλλυντικών προϊόντων, που έχουν παρασκευασθεί από παραγωγό εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, να επιβάλλουν την υποχρέωση αναγραφής επί των συσκευασιών, κυτίων ή επισημάνσεων των προϊόντων, της ονομασίας της επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος και είναι υπεύθυνη για την εμπορία του προϊόντος.

23 'Οπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), η οδηγία επιβάλλει απλώς την υποχρέωση αναγραφής είτε του παραγωγού, είτε του υπεύθυνου για την εμπορία του καλλυντικού προϊόντος, εφόσον ή ο ένας ή ο άλλος είναι εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητας.

24 Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν την υποχρέωση, σε περίπτωση εισαγομένων προϊόντων που έχουν παρασκευασθεί από παραγωγό εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, αναγραφής επί των συσκευασιών, κυτίων ή επισημάνσεων των προϊόντων του ονόματος της επιχειρήσεως διανομής που είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος και είναι υπεύθυνη για την εμπορία τους.

25 Δεν έχει σχετικώς σημασία το γεγονός ότι το κράτος μέλος περιορίζεται να απαιτήσει την αναγραφή της ενδείξεως της σχετικής με την επιχείρηση διανομής επί της εξωτερικής συσκευασίας του προϊόντος, μετά την εισαγωγή του και πριν τη διάθεσή του στο κοινό και με τρόπο που δεν συνεπάγεται την αποσυσκευασία του προϊόντος.

26 Πράγματι, μια τέτοια υποχρέωση αυξάνει, εν πάση περιπτώσει, το κόστος εμπορίας των προϊόντων και, κατά συνέπεια, αποτελεί εμπόδιο στις συναλλαγές, ενώ σκοπός της οδηγίας είναι ακριβώς η άρση των εμποδίων.

27 Πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, σε περίπτωση εισαγομένων καλλυντικών προϊόντων που έχουν παρασκευασθεί από παραγωγό εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, την υποχρέωση αναγραφής επί των συσκευασιών, κυτίων ή επισημάνσεων των προϊόντων του ονόματος της επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος και είναι υπεύθυνη για την εμπορία τους.

28 Δεδομένου ότι η οδηγία προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών κανόνων περί συσκευασίας και επισημάνσεως των καλλυντικών προϊόντων, παρέλκει η ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις του Βασιλείου της Ισπανίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Landgericht Koeln, με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1988, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768 του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, αποκλείει τη θέσπιση εθνικής κανονιστικής διατάξεως που επιβάλλει την αναγραφή ενδείξεως σχετικής με τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία των καλλυντικών προϊόντων που εμπίπτουν στις διατάξεις της οδηγίας.

2) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της προαναφερθείσας οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, σε περίπτωση εισαγομένων καλλυντικών προϊόντων που έχουν παρασκευασθεί από παραγωγό εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, την υποχρέωση αναγραφής επί των συσκευασιών, κυτίων ή επισημάνσεων των εν λόγω προϊόντων του ονόματος της επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος και είναι υπεύθυνη για την εμπορία τους.