Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 22ας Φεβρουαρίου 1990. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΠΑΡΑΒΑΣΗ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ - ΑΡΘΡΟ 95 - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 132/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1990 σελίδα I-01567
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει
"ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας, μέσω ειδικού φόρου καταναλώσεως και εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους, φορολογικό καθεστώς που συνιστά διάκριση εις βάρος των αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κυβικών εκατοστών ( κ.ε .) που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ".
2 . Δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως περιγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν θα τα υπενθυμίσω εδώ παρά μόνο κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για την κατανόηση της συλλογιστικής μου .
3 . Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή επικαλείται, βασικά, την απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, Ηumblot ( 112/84, Συλλογή 1985, σ . 1367 ), που αφορούσε ειδικό γαλλικό τέλος, επιβαλλόμενο κατ' έτος επί των αυτοκινήτων που υπερέβαιναν ορισμένη φορολογική ιπποδύναμη, σχεδόν πέντε φορές μεγαλύτερο από το μεγαλύτερο ποσό του προοδευτικού φόρου ο οποίος έπρεπε να καταβάλλεται για τα αυτοκίνητα που δεν έφθαναν αυτή τη φορολογική ιπποδύναμη .
4 . Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε, καταρχάς,
"ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να υποβάλουν προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα σε σύστημα τελών κυκλοφορίας, το ύψος των οποίων αυξάνει προοδευτικά βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, όπως η φορολογική ιπποδύναμη, η οποία μπορεί να καθορίζεται κατά διαφορετικούς τρόπους . Ενα τέτοιο, όμως, σύστημα εσωτερικής φορολογίας δεν είναι θεμιτό ενόψει του άρθρου 95 παρά μόνο εφόσον είναι απαλλαγμένο από κάθε αποτέλεσμα που εισάγει διακρίσεις ή είναι προστατευτικό" ( σκέψεις 12 και 13 ).
Εν συνεχεία, αναγνώρισε ότι :
"αν δεν υπεισέρχονταν σκέψεις που έχουν σχέση με το ύψος του ειδικού τέλους, οι αγοραστές που αναζητούν παρόμοια αυτοκίνητα, όσον αφορά, ιδίως, το μέγεθος, την άνεση, την πραγματική δύναμη, τα έξοδα συντηρήσεως, τη μακροβιότητα, την κατανάλωση καυσίμων και την τιμή, θα κατέληγαν φυσικά στο να επιλέξουν μεταξύ αυτοκινήτων που βρίσκονται άνω και αυτοκινήτων που βρίσκονται κάτω από το κρίσιμο κατώφλι της φορολογικής ιπποδυνάμεως που έχει ορίσει η γαλλική νομοθεσία . Εντούτοις, η υπαγωγή στο ειδικό τέλος συνεπάγεται αύξηση της φορολογίας, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα προέκυπτε από την αλλαγή κατηγορίας των αυτοκινήτων σε ένα σύστημα προοδευτικής φορολογίας με ισόμετρες αυξήσεις όπως αυτό στο οποίο αντιστοιχεί το διαφοροποιημένο τέλος" ( σκέψη 15 ).
5 . Τέλος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 95 απαγορεύει την επιβολή τέτοιου τέλους όταν, όπως εν προκειμένω, το τέλος επιβαρύνει μόνο εισαγόμενα, ιδίως από άλλα κράτη μέλη, αυτοκίνητα .
6 . Με την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987,Feldain ( 433/85, Rec . 1987, σ . 3521 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι για νομοθετική ρύθμιση η οποία, μέσω της διαβαθμίσεως των φορολογικών κλιμάκων, έχει ως αποτέλεσμα ότι η κατά τη συνήθη πρόοδο αύξηση του φόρου δεν βαρύνει τα αυτοκίνητα πολυτελείας εγχώριας παραγωγής εισάγει διακρίσεις ή έχει προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ των αυτοκινήτων αυτών κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης .
7 . Στις δύο αυτές υποθέσεις τα εθνικά δικαστήρια ερωτούσαν το Δικαστήριο αν τα συστήματα φορολογήσεως, για τα οποία επρόκειτο, συμβιβάζονταν προς το άρθρο 95 στο σύνολό του, σε αυτή δε τη βάση απάντησε το Δικαστήριο . Στην παρούσα υπόθεση, όμως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο . Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι
"τα επιβατικά αυτοκίνητα είναι προϊόντα ομοειδή, ανεξαρτήτως κυλινδρισμού" ( έγγραφο οχλήσεως παρατιθέμενο στο σημείο Ι . 2, της προσφυγής ).
8 . Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή . Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ομοειδή είναι τα προϊόντα
"που εμφανίζουν για τους καταναλωτές ανάλογες ιδιότητες και ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες" ( 1 ).
Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των πολύ μικρών αυτοκινήτων ( για παράδειγμα, των αυτοκινήτων μήκους κάτω των 3,7 μέτρων με κινητήρα μικρότερο του 1 λίτρου ), αφενός, και των
αυτοκινήτων πολυτελείας ( μήκους άνω των 4,7 μέτρων, με κινητήρα κυλινδρισμού 2 500 κ.ε . ή και άνω ), αφετέρου .
9 . Αντίθετα, μπορούν κάλλιστα να υπάρχουν, εκατέρωθεν ενός συγκεκριμένου ορίου κυλινδρισμού - για παράδειγμα, όπως εν προκειμένω, των 1 800 κ.ε . - αυτοκίνητα τα οποία, παρά την αρκετά σημαντική διαφορά κυλινδρισμού μεταξύ τους, είναι επαρκώς παρόμοια "όσον αφορά, ιδίως, το μέγεθος, την άνεση, την πραγματική δύναμη κλπ ." ( βλέπε απόφαση Ηumblot ), ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνονται στο προαναφερθέν κριτήριο . Είναι ιδίως δυνατόν η τιμή χωρίς φόρο των αυτοκινήτων αυτών, παρά τη διαφορά κυλινδρισμού, να είναι σχεδόν η ίδια . Επομένως, ορθώς η Επιτροπή αναφέρει ως νομική βάση της προσφυγής της το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, καθόσον η αιτίαση αφορά τη φορολόγηση των αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε .
10 . Ας δούμε τώρα τι πρέπει να γίνει δεκτό όσον αφορά τη διαφοροποίηση που παρουσιάζει το ελληνικό σύστημα φορολογήσεως στο όριο των 1 800 κ.ε . Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διαφοροποίηση αυτή είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι τα "αυτοκίνητα που υπερβαίνουν τον κυλινδρισμό αυτό είναι "αυτοκίνητα πολυτελείας ".
11 . Η ελληνική κυβέρνηση επικαλείται σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 200/85, Συλλογή 1986, σ . 3953 ), από την οποία προκύπτει ότι δεν φαίνεται ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο να θεωρούνται ως προϊόντα πολυτελείας τα αυτοκίνητα που υπερβαίνουν ορισμένο κυλινδρισμό και να εφαρμόζεται επ' αυτών υψηλότερος συντελεστής ΦΠΑ, προβλεπόμενος στο φορολογικό σύστημα κράτους μέλους για αυτή την κατηγορία προϊόντων . Με εκπλήσσει το γεγονός ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται, ακόμα και στο υπόμνημά της απαντήσεως ( σημείο ΙΙ . 7 ), ότι
"ο χαρακτηρισμός αυτοκινήτου 1 800 κ.ε . ως πολυτελούς, σε αντίθεση με αυτοκίνητο 1 799 κ.ε . που χαρακτηρίζεται ως μη πολυτελές, είναι αυθαίρετος ".
Προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή αμφισβητεί όχι μόνο το όριο που εφαρμόζει η Ελληνική Δημοκρατία, αλλά, γενικότερα, την ίδια την αρχή της διαφοροποιήσεως της φορολογήσεως πέραν ορισμένου ορίου που καθορίζεται με βάση τον κυλινδρισμό . Η ίδια συλλογιστική θα μπορούσε να ισχύει για οποιοδήποτε όριο, παραδείγματος χάρη τα 2 000 ή τα 2 500 κ.ε .
12 . Στην υπόθεση 200/85, όμως, το Δικαστήριο έκρινε
"ότι η αναφορά σε ορισμένο κυλινδρισμό ως όριο διαφοροποιήσεως μεταξύ δύο φορολογικών συντελεστών αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϊόντων" ( σκέψη 10 ).
Λόγω του γενικότατου χαρακτήρα της διατυπώσεως αυτής, νομίζω ότι μικρή σημασία έχει αν τα αυτοκίνητα που υπερβαίνουν ορισμένο όριο χαρακτηρίζονται ή όχι ως προϊόντα πολυτελείας .
13 . Ας παρατηρηθεί, επίσης, ότι ουδόλως φαίνεται να επιβάλλεται ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως επί της υποθέσεως 200/85 στη συγκεκριμένη περίπτωση και ειδικότερα στον τομέα του ΦΠΑ, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή ( βλέπε σημείο 16 της προσφυγής ), καθόσον μάλιστα στην ιταλική
υπόθεση η αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ μετά το όριο των 2 000 και 2 500 κ.ε ., αντίστοιχα, ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση των δύο ελληνικών φόρων μετά το όριο των 1 800 κ.ε .
14 . Αν, λοιπόν, η Ιταλία μπορούσε να επιλέξει τον κυλινδρισμό 2 000 κ.ε . ( ή 2 500 κ.ε . για τα αυτοκίνητα με κινητήρα ντήζελ ) ως όριο για τη μετάβαση στην κατηγορία υψηλότερης φορολογήσεως, δεν βλέπω για ποιο λόγο η Ελλάδα να μη μπορεί εγκύρως να καθορίσει ως όριο τα 1 800 κ.ε . Το όριο αυτό δεν βρίσκεται στο σημείο ακριβώς όπου σταματάει η εγχώρια παραγωγή, δεδομένου ότι κανένα αυτοκίνητο κυλινδρισμού από 1 600 έως 1 800 κ.ε . δεν κατασκευάζεται στην Ελλάδα . Στη χαμηλότερη φορολογική κλίμακα υπάγονται, ακόμα, κατά το μέτρο που εξάγονται προς την Ελλάδα, άνετα αυτοκίνητα όπως το Αudi 100, με κινητήρα 1 781 κ.ε ., η ΒΜW 518i ( 1 795 κ.ε .), το Οpel Omega 1.8i ( 1 796 κ.ε .), το Ρeugeot 505 SX 1.8 ( 1 796 κ.ε .), το Renault 21 GTS ( 1 721 κ.ε .) ή το Volkswagen Passat ( 1 781 κ.ε .).
15 . Η επιλογή του δευτέρου ορίου μου φαίνεται πολύ λιγότερο αυθαίρετη ή παράλογη καθόσον συνάδει προς το εν λόγω ελληνικό σύστημα φορολογήσεως στο σύνολό του, που εμφανίζει ήδη μια πρώτη διαφοροποίηση του φορολογικού συντελεστή στα 1 200 κ.ε . Η ελληνική κυβέρνηση εξήγησε ότι τα δύο αυτά όρια ανταποκρίνονται
"στην ελληνική - και, σε ορισμένο βαθμό, στην ευρωπαϊκή-κοινωνική πραγματικότητα : τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό μέχρι 1 200 κ.ε . προορίζονται για πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό από 1 201 μέχρι 1 800 κ.ε . αγοράζονται από πρόσωπα μεσαίου εισοδήματος τα αυτοκίνητα των οποίων ο κυλινδρισμός υπερβαίνει τα 1 800 κ.ε . προορίζονται, κυρίως στην Ελλάδα, για τα πρόσωπα που έχουν πολύ υψηλό εισόδημα" ( βλέπε σ . 1574 της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ).
16 . Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι το όριο των 1 200 κ.ε . καθιστά δυνατό τον διαχωρισμό των αυτοκινήτων που προορίζονται για πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος από τα αυτοκίνητα που προορίζονται για πρόσωπα μεσαίου εισοδήματος, δεν είναι κατανοητό γιατί δεν δέχεται το όριο των 1 800 κ.ε . ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ των τελευταίων και των αυτοκινήτων που προορίζονται για τα μεγαλύτερα εισοδήματα .
17 . Είναι αλήθεια ότι, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει όσον αφορά την κατηγορία των αυτοκινήτων άνω των 1 800 κ.ε ., αυτοκίνητα άνω των 1 200 κ.ε . κατασκευάζονται στην Ελλάδα . Μόνο, όμως, το στοιχείο αυτό δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό . Κατά παγία νομολογία ( 2 ),
"το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του δεν περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα έστω και ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως η φύση των χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών ή οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι παραγωγής . Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης έναντι των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής ."
18 . Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις επιτρέπονται και όταν τα φορολογικά πλεονεκτήματα που χορηγούνται υπό μορφήν φορολογικών απαλλαγών ή μειώσεων εξυπηρετούν θεμιτούς κοινωνικούς σκοπούς ( 3 ).
19 . Θα σήμαινε άρνηση της ελευθερίας αυτής των κρατών μελών η αποδοχή της απόψεως ότι μια τέτοια αντικειμενική διαφοροποίηση καθίσταται ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95 απλώς και μόνο διότι ο υψηλότερος φόρος επιβαρύνει στην πράξη μόνον τα εισαγόμενα προϊόντα .
20 . Επί του ζητήματος αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων στις οποίες έκρινε μια διαφοροποιημένη φορολογία ως αντίθετη προς το άρθρο 95, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κριτήριο της διαφοροποιήσεως ήταν τέτοιο, ώστε να έχει ως συνέπεια τον "εκ των προτέρων" αποκλεισμό είτε των εισαγομένων προϊόντων από την εφαρμογή του ευνοϊκού συντελεστή είτε των εγχωρίων προϊόντων από την εφαρμογή του δυσμενέστερου φορολογικού καθεστώτος ( 4 ).
21 . Κατά συνέπεια, νομίζω ότι μία φορολογική διαφοροποίηση που γίνεται βάσει κριτηρίου το οποίο αναγνωρίζεται ως αντικειμενικό δεν χάνει - αίφνης - τον αντικειμενικό της χαρακτήρα και δεν καθίσταται ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95 απλώς και μόνο διότι στην πράξη δεν υπάρχουν εθνικά προϊόντα που να πληρούν τις προϋποθέσεις υψηλότερης φορολογήσεως, εφόσον τα εισαγόμενα προϊόντα δεν είναι "εξ ορισμού", "καθ' υπόθεση" ή "εκ φύσεως" τα μόνα που είναι δυνατόν να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές .
22 . Το Δικαστήριο εφάρμοσε ρητώς τα ανωτέρω στις αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981, "φορολογικό καθεστώς της μετουσιωμένης αλκοόλης", Chemial Farmaceutici κατά DΑF ( 140/79, Συλλογή 1981, σ . 1 ) και Vinal κατά Οrbat ( 46/80, Συλλογή 1981, σ . 77 ), όταν έκρινε ότι :
"Η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος φορολογίας ( που συνίσταται στη βαρύτερη φορολόγηση της μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης από τη μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί έμμεση προστασία της εθνικής παραγωγής αλκοόλης εκ ζυμώσεως κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 2, απλώς και μόνο επειδή έχει ως συνέπεια ότι το προϊόν στο οποίο επιβάλλεται βαρύτερος φόρος είναι, στην πραγματικότητα, προϊόν που εισάγεται αποκλειστικά από τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, αν, εξαιτίας της επιβολής φόρου επί της συνθετικής αλκοόλης, η αποδοτική παραγωγή αυτού του τύπου αλκοόλης δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί στο εθνικό έδαφος ."
23 . Στο ίδιο πλαίσιο θα ήθελα, ακόμα, να επισημάνω, μαζί με τον καθηγητή Εverling ( 5 ), ότι και από την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, Βergandi ( 252/86, Συλλογή 1988, σ . 1343 ) προκύπτει ότι ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας με βάση τις διάφορες κατηγορίες αυτομάτων μηχανημάτων παιγνίων, με το οποίο επιδιώκονται θεμιτοί κοινωνικοί σκοποί, δεν συνιστά διάκριση ούτε έχει προστατευτικό αποτέλεσμα απλώς και μόνο διότι το σύνολο σχεδόν των προϊόντων που φορολογούνται βαρύτερα είναι εισαγόμενα προϊόντα .
24 . Αν το πράγμα είχε έτσι, το Δικαστήριο, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα ως προς το ζήτημα αν απαγορεύεται βάσει του άρθρου 95 η υπό κράτους μέλους επιβολή, σε αυτόματα μηχανήματα παιγνίων αλλοδαπής - κατά το μεγαλύτερο μέρος - προελεύσεως, φόρου τρεις φορές υψηλοτέρου από τον επιβαλλόμενο σε παρόμοια μηχανήματα εγχώριας - κατά το μεγαλύτερο μέρος - παραγωγής, θα μπορούσε να περιοριστεί στο να αναφέρει την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Δανίας, "Φορολογικό σύστημα των αποσταγμάτων",ιδίως σκέψη 36 ( 171/78, Rec . 1980, σ . 447 ), κατά την οποία ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα εμφανίζει αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά που συνιστούν διάκριση ή έχουν προστατευτικό αποτέλεσμα, και αν ακόμα σε ένα ελάχιστο ποσοστό των εισαγομένων προϊόντων εφαρμόζεται ο ευνοϊκότερος φορολογικός συντελεστής και ορισμένο ποσοστό της εγχώριας παραγωγής υπάγεται στην ίδια φορολογική κατηγορία με τα εισαγόμενα προϊόντα . Δεν υπενθύμισε, όμως, απλώς την απόφαση αυτή ( σκέψη 28 ), αλλά αντιπαρέθεσε ρητώς τη νομολογία περί "διαφοροποιημένης φορολογίας", σημειώνοντας ότι
"ωστόσο, ... το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι στο παρόν στάδιο της εξελίξεώς του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των σχετικών διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν διαφοροποιημένο σύστημα φορολογίας ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων, αν οι παρεχόμενες φορολογικές διευκολύνσεις εξυπηρετούν θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς" ( σκέψη 29 ).
Πιο κάτω ( σκέψη 31 ), το Δικαστήριο προσέθεσε ότι,
. Από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Ηumblot και Feldain προκύπτει ότι αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση "ειδικού τέλους", το οποίο
"συνεπάγεται αύξηση της φορολογίας, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα προέκυπτε από την αλλαγή κατηγορίας των αυτοκινήτων σε ένα σύστημα προοδευτικής φορολογίας με ισόμετρες αυξήσεις" ( 6 ).
Με άλλα λόγια, όπως υπογράμμισα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 200/85, ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας, στο πλαίσιο του οποίου ο υψηλότερος φόρος επιβαρύνει αποκλειστικώς και μόνον εισαγόμενα προϊόντα προερχόμενα από τα άλλα κράτη μέλη δεν εισάγει διακρίσεις ( ή δεν είναι προστατευτικός ) παρά μόνον εάν ο οικείος φορολογικός συντελεστής είναι σαφώς υψηλότερος και
"αποτελεί ρήξη ή διακοπή της συνέχειας εν σχέσει προς το γενικό φορολογικό σύστημα στο οποίο υπόκειται η οικεία κατηγορία προϊόντων" ( 7 ).
27 . Προκειμένου να εξακριβωθεί αν αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του ελληνικού συστήματος του οποίου η νομιμότητα αμφισβητείται πρέπει να εξεταστούν χωριστά οι δύο φόροι για τους οποίους πρόκειται .
Α.-Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως
28 . Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως αποτελείται από δύο στοιχεία . Το πρώτο είναι αποκλειστικώς και μόνον συνάρτηση του κυλινδρισμού του αυτοκινήτου και υπολογίζεται ως εξής : 20 δραχμές ανά κ.ε . για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού από 600 μέχρι 1 200 κ.ε . 26 δραχμές ανά κ.ε . για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού από 1 201 μέχρι 1 800 κ.ε . 38 δραχμές ανά κ.ε . για τα αυτοκίνητα των οποίων ο κυλινδρισμός υπερβαίνει τα 1 800 κ.ε . Το πρώτο αυτό στοιχείο έχει ως ανώτατο όριο το ποσό των 100 000 δραχμών .
29 . Το δεύτερο στοιχείο του φόρου καθορίζεται σύμφωνα με τον τύπο :
πρώτο στοιχείο ? 4 ? V
όπου V είναι η αξία του αυτοκινήτου μείον 25 000 δραχμές .
30 . Από το άθροισμα των δύο αυτών στοιχείων προκύπτει το συνολικό ποσό του φόρου καταναλώσεως, που αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως του αυτοκινήτου χωρίς φόρο . Εξαιτίας του πρώτου στοιχείου του φόρου, το ποσοστό αυτό ποικίλλει από κυλινδρισμό σε κυλινδρισμό . Το ελάχιστο ποσοστό του φόρου είναι 48 % για τα αυτοκίνητα 600 κ.ε ., ενώ το μέγιστο 400 % για τα αυτοκίνητα από 2 632 κ.ε . και άνω .
32 . Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι αυτή η παρουσίαση της προοδευτικής αυξήσεως του φόρου μπορεί να γίνει αποδεκτή ως έχει, καθόσον αγνοεί το γεγονός ότι το ελληνικό σύστημα προβλέπει όριο διαφοροποιήσεως και στα 1 200 κ.ε . Αν δούμε τις τρεις κατηγορίες αυτοκινήτων που καθορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο, η προοδευτική αύξηση του φόρου έχει ως εξής :
- από 48 % για τα αυτοκίνητα 600 κ.ε ., ο φόρος αυξάνει κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες κάθε 100 κ.ε . και φθάνει το 96 % στα 1 200 κ.ε .
- σ' αυτό το πρώτο όριο διαφοροποιήσεως αυξάνει απότομα κατά 28,9 μονάδες στα 1 201 κ.ε ., εν συνεχεία περνάει στο 135,2 % στα 1 300 κ.ε ., αυξάνει δε και πάλι κανονικά κατά 10,4 μονάδες κάθε 100 κ.ε . και φθάνει το 187,2 % στα 1 800 κ.ε .
- σ' αυτό το δεύτερο όριο διαφοροποιήσεως εμφανίζει το απότομο άλμα που επισημαίνει η Επιτροπή ( αύξηση κατά 86,5 μονάδες ) φθάνει το 288,8 % στα 1 900 κ.ε ., εν συνεχεία αυξάνει κατά 15,2 μονάδες κάθε 100 κ.ε ., τέλος δε φθάνει το μέγιστο ποσοστό, 400 %, στα 2 632 κ.ε .
33 . Η εξήγηση της σημαντικής αυτής αυξήσεως στα 1 200 κ.ε . και στα 1 800 κ.ε . έγκειται στο γεγονός ( το οποίο η Επιτροπή ανέφερε, για πρώτη φορά, μόνο στο υπόμνημά της απαντήσεως - σημείο ΙΙ.3 ) ότι οι συντελεστές 26 και 38 εφαρμόζονται, αντίστοιχα, σε ολόκληρο τον κυλινδρισμό του αυτοκινήτου, δηλαδή και στο μέρος του κυλινδρισμού που αντιστοιχεί στη μία ή στις δύο κατηγορίες χαμηλότερης φορολογήσεως . Αυτό αποτελεί, κατά την Επιτροπή, "ρήξη της προοδευτικότητας", πράγμα που δεν συμβαίνει σε ένα σύστημα στο οποίο οι αυξημένοι συντελεστές εφαρμόζονται μόνο στο μέρος του κυλινδρισμού που υπερβαίνει τα αντίστοιχα όρια διαφοροποιήσεως και στο οποίο στις αυξήσεις κάτω από τα όρια αυτά εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι κανονικώς εφαρμοζόμενοι επ' αυτών χαμηλότεροι συντελεστές .
34 . Τα ανωτέρω απεικονίζονται στον πίνακα που ακολουθεί, με αντιπαράθεση των συντελεστών που προκύπτουν βάσει αυτής της άλλης, πιο "ισόμετρης", μεθόδου υπολογισμού που προτείνει η Επιτροπή προς τους συντελεστές που εφαρμόζονται κατά το ισχύον σύστημα .
Κυλινδρισμός Ισχύον σύστημα * Αλλο σύστημα *
1 100 88 % 88 %
+ 8 + 8
1 200 96 % 96 %
+ 39.2 + 10,4
1 300 135,2 % 106,4 %
+ 10,4 + 10,4
1 400 145,6 % 116,8 %
+ 10,4 + 10,4
1 500 156 % 127,2 %
+ 10,4 + 10,4
1 600 166,4 % 137,6 %
+ 10,4 + 10,4
1 700 176,8 % 148 %
+ 10,4 + 10,4
1 800 187,2 % 158,4 %
+ 101,6 + 15,2
1 900 288,8 % 173,6 %
+ 15,2 + 15,2
2 000 304 % 188,8 %
+ 15,2 + 15,2
2 100 319,2 % 204 %
+ 15,2 + 15,2
2 220 334,4 219,2 %
+ 15,2 + 15,2
2 300 349,6 % 234,4 %
+ 15,2 + 15,2
2 400 364,8 % 249,6 %
+ 15,2 + 15,2
2 500 380 % 264,8
+ 15,2 + 15,2
2 600 395,2 % 280 %
/ /
36 . Πρέπει, παρά ταύτα, ένα σύστημα που παρουσιάζει απότομη αύξηση της φορολογίας σε δύο διαφορετικά επίπεδα να θεωρηθεί κατ' ανάγκην ως καθ' αυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης;
37 . Ας παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι η υπόθεση Ηumblot αφορούσε ένα "ειδικό τέλος" και ότι η επιβολή αυτού του ειδικού τέλους είχε ως συνέπεια τη "ρήξη της συνεχείας" σε σχέση με το κανονικώς εφαρμοστέο σύστημα φορολογίας . Οπως τόνισα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 200/85,
"το ... γαλλικό τέλος ( που επεβάρυνε μόνο τα εισαγόμενα αυτοκίνητα ) ήταν κατά κάποιο τρόπο ξένο προς το σύνηθες σύστημα φορολογίας των αυτοκινήτων, που συνίστατο σε επιβάρυνση η οποία αύξανε προοδευτικά, ανάλογα με τη φορολογική ιπποδύναμη των αυτοκινήτων" ( Συλλογή 1986, σ . 3966, τελευταία παράγραφος ).
Στην υπό κρίση υπόθεση, η αύξηση του ελληνικού φόρου στο όριο των 1 800 κ.ε ., μετά το οποίο ο φόρος επιβαρύνει μόνο τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, συνάδει προς τη λογική του ελληνικού συστήματος, που προβλέπει παρόμοια αύξηση ήδη στο όριο των 1 200 κ.ε ., η οποία καταλαμβάνει και τα ελληνικά αυτοκίνητα .
38 . Είναι αλήθεια, επίσης, όπως υπογράμμισε η ελληνική κυβέρνηση, ότι ο λόγος των μέσων συντελεστών της τρίτης ( 337 %) και της δεύτερης κατηγορίας ( 156 %), δηλαδή 2,16, ταυτίζεται με τον λόγο των μέσων συντελεστών της δεύτερης και της πρώτης κατηγορίας ( 72 %).
39 . Τέλος, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ακόμα μια φορά ότι η διαφοροποίηση της φορολογίας στο όριο των 1 800 κ.ε . δεν αποβαίνει αποκλειστικώς και μόνον προς όφελος των ελληνικών αυτοκινήτων μικρού κυλινδρισμού, αλλά και προς όφελος των εισαγομένων αυτοκινήτων, ιδίως δε εκείνων που έχουν κυλινδρισμό μεγαλύτερο από 1 600 κ.ε . και μικρότερο από 1 801 κ.ε ., από τα οποία επί του παρόντος κανένα δεν κατασκευάζεται στην Ελλάδα .
40 . Επομένως, θεωρώ ότι η ύπαρξη των δύο ορίων διαφοροποιήσεως της φορολογίας δεν επιδέχεται δυσμενή κριτική . Επιπλέον, αντίθετα προς την περίπτωση της υποθέσεως Feldain, ο τρόπος κατά τον οποίο έχουν τοποθετηθεί τα δύο αυτά όρια δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι έχουν επιλεγεί έτσι ώστε να ευνοούν τα αυτοκίνητα εγχώριας παραγωγής .
41 . Μένει να εξεταστεί αν μπορεί να λεχθεί το ίδιο ως προς τους φορολογικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στις τρεις κατηγορίες αυτοκινήτων . Επ' αυτού, το σύστημα το οποίο αφορούσε η υπόθεση Feldain δεν αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής . Στην προκειμένη υπόθεση, όμως, οδηγούμαστε στις εξής διαπιστώσεις : ο φόρος επί των αυτοκινήτων 1 200 κ.ε . είναι 96 % και ο φόρος επί των αυτοκινήτων 1 201 κ.ε . είναι 124,9 %, ο δε λόγος τους είναι 1 προς 1,30 . Ο φόρος επί των αυτοκινήτων 1 800 κ.ε . είναι 187,2 % και ο φόρος επί των αυτοκινήτων 1 801 κ.ε . είναι 273,7 %. Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος είναι 1 προς 1,46 . Η διαφορά αυτή προκύπτει από την προοδευτική αύξηση των ποσών σε δραχμές τα οποία εφαρμόζονται στις τρεις κατηγορίες αυτοκινήτων ( πρώτο στοιχείο του φόρου ). Υπενθυμίζω ότι για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού μέχρι 1 800 κ.ε . προστίθενται 20 δραχμές ανά κ.ε . Για τα αυτοκίνητα μέχρι 1 800 κ.ε . το ποσό είναι 26 δραχμές ανά κ.ε . και για τα αυτοκίνητα από 1 801 κ.ε . και άνω το ποσό είναι 38 δραχμές ανά κ.ε . Οι λόγοι μεταξύ των ποσών αυτών είναι ίδιοι με των συνολικών ποσών του φόρου, δηλαδή 1 προς 1,46 ( 38/26 ) και 1 προς 1,30 ( 26/20 ). Για να είναι και ο λόγος μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας 1 προς 1,30, το ποσό για την τρίτη κατηγορία θα έπρεπε να είναι 33,8 δραχμές αντί 38 δραχμές . Στην περίπτωση αυτή, το "άλμα" στο όριο των 1 800 κ.ε . δεν θα ήταν πλέον 86,5 μονάδες, αλλά μόνο 56,2 μονάδες, ο δε φόρος θα αυξανόταν εν συνεχεία κατά 13,52 μονάδες κάθε 100 κ.ε . επίπλέον αντί για 15,2 μονάδες .
42 . Νομίζω ότι ένα σύστημα με δύο όρια στα οποία η φορολογία αυξάνει απότομα μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο μόνον εάν στο δεύτερο όριο, όπου ο φόρος επιβαρύνει μόνο τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, η προοδευτική αύξηση δεν είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι η αύξηση που εφαρμόζεται τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια προϊόντα . Αν είναι ανεκτή η ύπαρξη σχέσεως 1 προς 1,46, γιατί να μην ισχύει το ίδιο για τη σχέση 1 προς 2 ή 1 προς 3 ή 1 προς 5, όπως στην περίπτωση της υποθέσεως Ηumblot;
43 . Ενα σύστημα αυτού του τύπου πρέπει να έχει συνοχή από την αρχή μέχρι το τέλος, πρέπει, δηλαδή, να διέπεται από εσωτερική λογική που να μην κάμπτεται σε κανένα επίπεδο φορολογήσεως .
44 . Δεδομένου ότι εν προκειμένω ο συντελεστής ή το ποσοστό αυξήσεως του φόρου που εφαρμόζεται στο όριο των 1 800 κ.ε . δεν είναι ίδιος με τον εφαρμοζόμενο στο όριο των 1 200 κ.ε ., προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως είναι ασυμβίβαστος προς το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης .
Β .- Το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος
45 . Ας εξετάσουμε τώρα πώς έχει η κατάσταση όσον αφορά το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος, που είναι καταβλητέο κατά την πρώτη ταξινόμηση του αυτοκινήτου .
46 . Για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού μέχρι 1 200 κ.ε . το τέλος αυτό ανέρχεται σε 100 δραχμές ανά κ.ε ., οπότε αυξάνει προοδευτικά κατά 10 000 δραχμές κάθε 100 κ.ε . και φθάνει τις 120 000 δραχμές στο όριο των 1 200 κ.ε . Για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού από 1 201 μέχρι 1 800 κ.ε . το τέλος ανέρχεται σε 100 δραχμές ανά κ.ε . για τα πρώτα 1 200 κ.ε . και σε 200 δραχμές ανά κ.ε . για το τμήμα από 1 201 κ.ε . μέχρι 1 800 κ.ε .: είναι, έτσι, 140 000 δραχμές στα 1 300 κ.ε . και αυξάνει κατά 20 000 δραχμές κάθε 100 κ.ε ., για να φθάσει τις 240 000 δραχμές στο όριο των 1 800 κ.ε . Επομένως, πριν και μετά το όριο των 1 200 κ.ε . το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος αυξάνει κανονικά, κατά 100 και 200 δραχμές ανά κ.ε ,. αντίστοιχα . Περαιτέρω, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η διαφοροποίηση αυτή των συντελεστών, κατά το μέτρο που γίνεται βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, του κυλινδρισμού, θα ήταν απολύτως νόμιμη εν αναφορά προς το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, και αν ακόμη η Ελλάδα δεν παρήγε αυτοκίνητα φορολογούμενα βάσει του αυξημένου συντελεστή .
47 . Ομως, όπως και για τον ειδικό φόρο καταναλώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία εφαρμόζει δεύτερη διαφοροποίηση του εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους στο όριο των 1 800 κ.ε .: για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε ., το τέλος ανέρχεται σε 150 δραχμές ανά κ.ε . για τα πρώτα 1 200 κ.ε . και σε 300 δραχμές ανά κ.ε . μετά τα 1 200 κ.ε . Ετσι, από 240 000 δραχμές στα 1 800 κ.ε . γίνεται 360 300 δραχμές στα 1801 κ.ε ., εν συνεχεία δε αυξάνει κατά 300 δραχμές ανά κ.ε .
48 . Αφενός, λοιπόν, όπως συμβαίνει πριν και μετά τα 1 200 κ.ε ., η προοδευτική αύξηση μετά τα 1 800 κ.ε . είναι απολύτως κανονική . Περαιτέρω, το γεγονός ότι η αύξηση είναι 300 δραχμές ανά κ.ε . και επομένως μεγαλύτερη απ' ό,τι πριν τα 1 800 κ.ε . συνιστά διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, η οποία δεν είναι, καθαυτή, καταδικαστέα, καθόσον μάλιστα η ανά κ.ε . αύξηση του τέλους μετά το όριο των 1 800 κ.ε ., πέραν του οποίου υπάρχουν μόνον εισαγόμενα αυτοκίνητα, ταυτίζεται με την αύξηση που γίνεται στο όριο των 1 200 κ.ε ., μετά το οποίο υπάρχουν και ελληνικά αυτοκίνητα, και η ανά κ.ε . προοδευτική αύξηση του τέλους στο όριο των 1 800 κ.ε . είναι μικρότερη ( 1 προς 1,5 ) από την αύξηση στο όριο των 1 200 κ.ε . ( 1 προς 2 ).
49 . Αφετέρου, όμως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε . ο τρόπος υπολογισμού του τέλους δεν είναι ίδιος μ' αυτόν που εφαρμόζεται μετά το όριο των 1 200 κ.ε . Ενώ για ένα αυτοκίνητο κυλινδρισμού άνω των 1 200 κ.ε . ( αλλά μικρότερου ή ίσου των 1 800 κ.ε .) το μεγαλύτερο ποσό αυξήσεως του τέλους, δηλαδή 200 δραχμές ανά κ.ε ., εφαρμόζεται μόνο στο μέρος του κυλινδρισμού που υπερβαίνει αυτό το όριο, για ένα αυτοκίνητο κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε . το ποσό των 300 δραχμών ανά κ.ε . δεν εφαρμόζεται μόνο στο μέρος του κυλινδρισμού που υπερβαίνει τα 1 800 κ.ε ., αλλά και στο μεταξύ 1 200 και 1 800 κ.ε . μέρος . Επιπλέον, για το κάτω των 1 200 κ.ε . μέρος του κυλινδρισμού το ποσό της αυξήσεως δεν είναι 100 δραχμές ανά κ.ε ., όπως είναι για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού κάτω των 1 800 κ.ε . ( είτε ο συνολικός κυλινδρισμός είναι μικρότερος είτε είναι μεγαλύτερος από 1 200 κ.ε .), αλλά 150 δραχμές ανά κ.ε .
50 . Η συνέπεια αυτών των διαφορών ως προς τον τρόπο υπολογισμού είναι η ακόλουθη : ενώ για ένα αυτοκίνητο μέχρι 1 800 κ.ε . το τέλος αυξάνει κατά 200 δραχμές ανά κ.ε ., από το όριο των 1 200 κ.ε . και μετά, για αυτοκίνητο άνω των 1 800 κ.ε ., αυξάνει κατά 300 δραχμές ανά κ.ε ., αφού, όμως, στο όριο ακριβώς των 1 800 κ.ε . έχει σημειώσει απότομο άλμα από 240 000 δραχμές σε 360 000 δραχμές . Με άλλα λόγια, ενώ για ένα αυτοκίνητο 1 201 κ.ε . το τέλος είναι 120 000 δραχμές, δηλαδή κατά 200 δραχμές μόνο μεγαλύτερο απ' ό,τι για ένα αυτοκίνητο 1 200 κ.ε ., για ένα αυτοκίνητο 1 801 κ.ε . οφείλεται τέλος 360 300 δραχμές, που είναι κατά 120 000 + 300 δραχμές μεγαλύτερο απ' ό,τι για αυτοκίνητο 1 800 κ.ε .
51 . Επομένως, και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος εμφανίζει στο όριο των 1 800 κ.ε . "ρήξη της προοδευτικότητας", υπό την έννοια ότι ο τρόπος υπολογισμού που εφαρμόζεται από το όριο αυτό και μετά είναι τέτοιος ώστε η αύξηση της φορολογίας να είναι πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι θα ήταν αν στο όριο αυτό, μετά το οποίο υπάρχουν μόνο εισαγόμενα αυτοκίνητα, εφαρμοζόταν ο ίδιος τρόπος υπολογισμού όπως και στο όριο των 1 200 κ.ε ., μετά το οποίο υπάρχουν και ελληνικά αυτοκίνητα . Πράγματι, αν εναρμονιζόταν η ίδια μέθοδος υπολογισμού, δηλαδή 100 δραχμές για τα πρώτα 1 200 κ.ε ., 200 δραχμές για το τμήμα μεταξύ 1 201 και 1 800 κ.ε . και 300 δραχμές μετά τα 1 800 κ.ε ., το τέλος για ένα αυτοκίνητο 1 801 κ.ε . θα ήταν μόνο 240 300 δραχμές, αντί 360 300 δραχμές . Το απότομο αυτό "άλμα" της φορολογίας, το οποίο δεν υπάρχει στο όριο των 1 200 κ.ε ., αποτελεί ρήξη ή διακοπή της συνεχείας σε σχέση με το κανονικό σύστημα φρολογήσεως . Δεδομένου ότι η υψηλότερη φορολογία επιβαρύνει αποκλειστικώς και μόνον εισαγόμενα αυτοκίνητα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, το εν λόγω φορολογικό σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί "απαλλαγμένο από κάθε αποτέλεσμα που εισάγει διακρίσεις ή είναι προστατευτικό" κατά την έννοια των αποφάσεων Ηumblot και Feldain και συνεπώς δεν είναι νόμιμο εν αναφορά προς το άρθρο 95 της Συνθήκης .
Γ .- Το ζήτημα της φορολογήσεως των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων
52 . Με ένα από τα αιτήματα της προσφυγής της η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το ελληνικό φορολογικό σύστημα περιέχει διάκριση τόσο ως προς τα καινούρια όσο και ως προς τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα . Σημαίνει αυτό ότι, όσον αφορά τη φορολόγηση των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η Επιτροπή προβάλλει τις ίδιες αιτιάσεις και τα ίδια επιχειρήματα όπως αυτά που εξετάστηκαν ανωτέρω σε σχέση με τα καινούρια αυτοκίνητα;
53 . Το λιγότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι επί του ζητήματος αυτού οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είναι κάθε άλλο παρά σαφείς .
54 . Στο σημείο 22 της προσφυγής η Επιτροπή δηλώνει λακωνικότατα ότι
"οι παραπάνω σκέψεις ισχύουν mutatis mutandis και για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ".
Θα ήθελα να ήξερα αν, κατά την Επιτροπή, ευνοούνται σε σχέση με τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα τα καινούρια αυτοκίνητα εγχώριας κατασκευής ή τα ίδια αυτοκίνητα όταν γίνουν μεταχειρισμένα ή και τα δύο . Πρέπει, ωστόσο, να γίνει δεκτό ότι, εφόσον και τα δύο συστήματα φορολογίας περιέχουν εγγενή πλημμέλεια, δηλαδή την υπέρμετρη αύξηση της φορολογίας μετά τα 1 800 κ.ε ., οι συνέπειες αυτής της πλημμέλειας αφορούν όλα τα εισαγόμενα αυτοκίνητα .
55 . Εν συνεχεία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση η Επιτροπή είχε επικρίνει τον τρόπο κατά τον οποίο προσδιορίζεται η φορολογητέα αξία που λαμβάνεται υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό του ειδικού φόρου καταναλώσεως, ο οποίος επιβαρύνει τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα κατά την εισαγωγή . Η αξία αυτή προσδιορίζεται με μείωση της τιμής των αντίστοιχων καινούριων αυτοκινήτων κατά 5 % ανά έτος ηλικίας του οχήματος, πέραν δε του τετάρτου έτους δεν προβλέπεται μείωση, οπότε η συνολική μείωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20 %. Η Επιτροπή θεωρεί ότι από τους κανόνες αυτούς προκύπτει ότι η φορολογητέα αξία των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων
"είναι πάντοτε συγκριτικά υψηλότερη από τη φορολογητέα αξία των εγχώριων αυτοκινήτων που έχουν επιβαρυνθεί με τον ίδιο φόρο κατανάλωσης ως καινούρια" ( αιτιολογημένη γνώμη, σημείο 2.3 ).
Επομένως, η φορολογία των εισαγομένων προϊόντων είναι, κατά την Επιτροπή, υψηλότερη .
56 . Η Επιτροπή δεν επανέλαβε ρητώς την αιτίαση αυτή ούτε στην προσφυγή ούτε στο υπόμνημα απαντήσεως . Απλώς περιέλαβε, στο σημείο 22 της προσφυγής της, τη δήλωση που παρέθεσα προηγουμένως . Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο πληρεξούσιος της Επιτροπής αναφέρθηκε στη φράση αυτή, για να επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή εμμένει στην εν λόγω αιτίαση .
57 . "Οι παραπάνω σκέψεις", όμως, ουδόλως αναφέρονται στο ζήτημα του προσδιορισμού της βάσεως επιβολής του φόρου αυτοκινήτων, αλλ' αποκλειστικώς και μόνον στον τρόπο υπολογισμού των δύο φόρων . Κατά τη γνώμη μου, η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία ήδη κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία είχε αμφισβητήσει το βάσιμο της σχετικής
με τη βάση επιβολής του φόρου αιτιάσεως, δικαιολογημένα θεώρησε ότι η Επιτροπή την εγκατέλειψε, πράγμα που εξηγεί, εξάλλου, γιατί στο υπόμνημα αντικρούσεως και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως δεν έλαβε πλέον θέση επ' αυτού . Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση .
Τελική πρόταση
59 . Καίτοι η Επιτροπή υποστήριξε - εσφαλμένως - κατά την προφορική διαδικασία ότι η προσφυγή της αναφέρεται και στον τρόπο υπολογισμού της φορολογητέας αξίας των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, νομίζω ότι το γεγονός αυτό δεν πρέπει να έχει συνέπειες όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, στα οποία προτείνω να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία .
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου : η γαλλική
( 1 ) Βλέπε, κυρίως, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, Rewe κατά ΗΖΑ Landau, σκέψη 12 ( 45/75, Rec . 1976, σ . 181 ,).
( 2 ) Βλέπε, ιδίως, αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 20 ( 106/84, Συλλογή 1986, σ . 833 ), και της 7ης Απριλίου 1987, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 6 ( 196/85, Συλλογή 1987, σ . 1587 ).
( 3 ) Βλέπε, ιδίως, εκτός από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 7, την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, Ηansen & Balle κατά ΗΖΑ Flensburg, σκέψη 16 ( 148/77, Rec . 1978 σ.1787 ).
( 4 ) Βλέπε απόφαση της 7ης Μαΐου 1981, Rumhans Hansen κατά ΗΖΑ Flensburg ( 153/80, Συλλογή 1981, σ . 1165 ) απόφαση της 27ης Μαΐου 1981, Αdministration des Finances de l' Etat κατά Εssevi και Salengo ( 142 και 143/80, Συλλογή 1981, σ . 1413 ) απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983, Επιτροπή κατά Ιταλίας, "Φορολογία των αποσταγμάτων" ( 319/81, Συλλογή 1983, σ . 601 ) απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Επιτροπή κατά Ιταλίας, "ΦΠΑ - φορολογία αφρωδών οίνων" ( 278/83, Συλλογή 1985, σ . 2503 ) απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Δανίας ( 106/84, Συλλογή 1986, σ . 833 ) απόφαση της 7ης Απριλίου 1987, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 196/85, Συλλογή 1987, σ . 1597 ).
( 5 ) Prof . Dr . Ulrich Everling : "Aktuelle Fragen der europaeischen Steuergerichtsbarkeit", στο Die Steuerberatung, Βόννη, Σεπτέμβριος 1988, σ . 281 και 286 .
( 6 ) Βλέπε απόφαση Ηumblot, σκέψη 15 ( Συλλογή 1985, σ . 1379 ) και απόφαση Feldain, σκέψη 11 ( Συλλογή 1987, σ . 3540 ).
( 7 ) Συλλογή 1986, σ . 3966 ( δεξιά στήλη ).