61988C0004

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 15ης Ιουνίου 1989. - LAMBREGTS TRANSPORTBEDRIJF PVBA ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: RAAD VAN STATE - ΒΕΛΓΙΟ. - ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΑΔΕΙΕΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 4/88.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02583


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


++++

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1. Στην υπό κρίση υπόθεση το βελγικό Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το μέτρο που η διάταξη αυτή επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση υλοποιήσεως της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Το ζήτημα αυτό παρουσιάζει μεγάλη σπουδαιότητα, δεδομένης της ζωτικής οικονομικής σημασίας του τομέα αυτού και της εξέχουσας θέσεως που έχει επιφυλάξει η Συνθήκη τόσο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών όσο και στην καθιέρωση κοινής πολιτικής μεταφορών.

2. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως είναι τα εξής. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η εταιρία Lambregts Transportbedrijf (εφεξής: Lambregts), με έδρα τις Κάτω Χώρες, εκτελούσε μεταφορές προς και από το Βέλγιο και ήταν κάτοχος βελγικών αδειών για εσωτερικές και διεθνείς μεταφορές, συγκεκριμένα δέκα γενικών αδειών για εσωτερικές μεταφορές, ένδεκα γενικών αδειών για διεθνείς μεταφορές και ορισμένων αδειών για μεταφορές στη ζώνη των συνόρων και για μεταφορές μικρών αποστάσεων. Οι γενικές άδειες για τις εσωτερικές και διεθνείς μεταφορές χορηγούνται από τα κράτη μέλη στις επιχειρήσεις μεταφορών για συγκεκριμένα οχήματα, που ανήκουν στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση.

3. Μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία, για τη χορήγηση αδειών για την εκτέλεση μεταφορών προς και από το Βέλγιο είναι ότι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας πρέπει να διαθέτει μια έδρα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ("siege d' operation/Zetel van het bedrijf") στο Βέλγιο? βάσει της βελγικής νομοθεσίας, αυτή η έδρα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων δεν είναι ανάγκη να αποτελεί και τη μοναδική εγκατάσταση της εν λόγω επιχειρήσεως αλλά πρέπει να αποτελεί πραγματικό "κέντρο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων". Για το σκοπό αυτό η Lambregts είχε δηλώσει μια διεύθυνση στο Βaarle-Hertog, στο Βέλγιο. Κατά τα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1981 οι αρμόδιες επί των μεταφορών βελγικές αρχές, έχοντας αρχίσει να υποψιάζονται ότι η διεύθυνση αυτή δεν ήταν πραγματικό "κέντρο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων", διενήργησαν εκεί αιφνιδιαστικούς ελέγχους και διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για ένα κλειδωμένο τροχόσπιτο, χωρίς κανένα εξωτερικό σημείο αναγνωρίσεως, ενώ όλη η αλληλογραφία αποστελλόταν από εκεί σε μια διεύθυνση στη Βreda, στις Κάτω Χώρες. Υστερα από τους ελέγχους αυτούς, οι εν λόγω βελγικές αρχές απέστειλαν σχετικό έγγραφο στη Lambregts, όπου ανέφεραν ότι οι άδειες που της είχαν χορηγηθεί έπρεπε να ανακληθούν, εφόσον η εν λόγω εταιρία δεν διέθετε πραγματικό κέντρο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στο Βέλγιο. Παρά τις διαμαρτυρίες της Lambregts, οι άδειες ανακλήθηκαν στις 24 Φεβρουαρίου 1982.

4. Η Lambregts προσέβαλε την απόφαση περί ανακλήσεως με αίτηση ακυρώσεως που υπέβαλε στις 4 Μαρτίου 1982 ενώπιον του βελγικού Συμβουλίου της Επικρατείας, ζήτησε δε και πέτυχε από το Εφετείο των Βρυξελλών την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακλήσεως, έως ότου αποφανθεί το βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Το εν λόγω δικαστήριο, καίτοι απέρριψε ορισμένους από τους λόγους ακυρώσεως της Lambregts, έκρινε ότι, ως δικάζον σε τελευταίο βαθμό δικαστήριο, υπεχρεούτο, βάσει της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ και κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513), να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προδικαστικό ερώτημα ως προς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών . Κατά συνέπεια, με απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1987, που καταχωρίσθηκε στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 1988, το βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα αυτό, καθώς και ένα άλλο ερώτημα που απέρρεε από το προηγούμενο. Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως εξής:

"1) Παρέχει το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης, καθόσον τουλάχιστον υποχρεώνει το Συμβούλιο να υλοποιήσει την ελευθερία της παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, στους υπηκόους των κρατών μελών δικαιώματα που μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά πράξεων που συνετελέσθηκαν στις 24 Φεβρουαρίου 1982;

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Αντίκειται μήπως στις ανωτέρω διατάξεις το ότι προϋπόθεση για να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι άδειες εσωτερικών ή διεθνών μεταφορών, που έχουν χορηγήσει οι αρχές ενός κράτους μέλους σε μια επιχείρηση μεταφορών εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, είναι να έχει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση στο πρώτο κράτος ένα ?κέντρο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων' ή, με άλλα λόγια, να παρέχει τακτικά εντός του εν λόγω κράτους υπηρεσίες που ανάγονται στις εμπορικές δραστηριότητές της και να αντιπροσωπεύεται στο κράτος αυτό από πληρεξούσιο εξουσιοδοτημένο να αναλαμβάνει έναντι των τρίτων υποχρεώσεις για λογαριασμό της;"

5. Η ελευθερία παροχής υπηρεσιών διέπεται γενικά από τα άρθρα 59 μέχρι και 66 της Συνθήκης. Το άρθρο 59 επιβάλλει την κατάργηση κάθε διακρίσεως σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγενείας του ή του γεγονότος ότι είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο από αυτό όπου πρόκειται να παρασχεθεί η υπηρεσία. Οι επιταγές αυτές ισχύουν άμεσα και ανεπιφύλακτα μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το άρθρο 8 της Συνθήκης (βλέπε την απόφαση 279/80, Webb, Συλλογή 1981, σ. 3305). Εξάλλου, το άρθρο 61, παράγραφος 1, ορίζει ότι "η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές". Ο τίτλος ΙV "Οι μεταφορές" (άρθρα 74 μέχρι και 84), όπως και ο τίτλος ΙΙΙ (ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 59 μέχρι και 66 περί "υπηρεσιών"), περιέχεται στο δεύτερο μέρος της Συνθήκης: "Οι βάσεις της Κοινότητας". Το άρθρο 74, πρώτο άρθρο του τίτλου αυτού, ορίζει τα εξής:

"Τα κράτη μέλη επιδιώκουν τους στόχους της Συνθήκης όσον αφορά το αντικείμενο του παρόντος τίτλου στο πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών."

6. Το άρθρο 75 της Συνθήκης προβλέπει τα εξής:

"1. Για την εφαρμογή του άρθρου 74 και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία των μεταφορών, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως μεν μέχρι το τέλος του δευτέρου σταδίου, με ειδική δε πλειοψηφία ακολούθως:

α) κοινούς κανόνες εφαρμοστέους στις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς την επικράτεια ενός κράτους μέλους ή που διέρχονται από την επικράτεια ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών?

β) τους όρους υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές μεταφορές ενός κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό?

γ) κάθε άλλη χρήσιμη διάταξη.

2. Οι διατάξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της προηγουμένης παραγράφου θεσπίζονται κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

3. ..."

7. Πριν από την ίδρυση της ΕΟΚ, τα κράτη μέλη είχαν συνάψει διμερείς συμφωνίες που προέβλεπαν την αμοιβαία χορήγηση αδειών σε προκαθορισμένο αριθμό εμπορικών οχημάτων για την εκτέλεση των μεταφορών εντός και μεταξύ των εδαφών τους. Η προοδευτική ελευθέρωση των υπηρεσιών οδικών μεταφορών επρόκειτο να επιτευχθεί με την αντικατάσταση των διμερών αυτών συμφωνιών και εθνικών ποσοστώσεων από ένα σύστημα κοινοτικών αδειών, στο πλαίσιο του οποίου θα επιτρεπόταν στα οχήματα από τα κράτη μέλη να εκτελούν μεταφορές μεταξύ όλων των κρατών μελών στο πλαίσιο μιας κοινοτικής ποσοστώσεως που επρόκειτο να κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών. Η πρόοδος της ελευθερώσεως αυτής υπήρξε αδικαιολόγητα βραδεία, η δε Επιτροπή, στις γραπτές της παρατηρήσεις, ανέφερε δύο μόνο κοινοτικά μέτρα που είχαν ληφθεί στον τομέα αυτό, την οδηγία 65/269/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1965 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/01, σ. 35), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3164/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής ποσοστώσεως για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές που εκτελούνται μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/02, σ. 6). Καίτοι αναφέρθηκαν και άλλα κοινοτικά μέτρα, ειδικότερα στις πληρέστατες παρατηρήσεις που υπέβαλε η βελγική κυβέρνηση, είναι γεγονός ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών πόρρω απείχε από του να έχει υλοποιηθεί κατά το χρονικό σημείο της υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος στην υπό κρίση υπόθεση.

8. Η οδηγία του Συμβουλίου 65/269/ΕΟΚ προέβλεψε έντυπα υποδείγματα όσον αφορά τις άδειες για οδικές μεταφορές εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, οι οποίες χορηγούνται για ένα μόνο όχημα και αφορούν είτε ένα μόνο ταξίδι είτε ορισμένο χρονικό διάστημα. Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής όριζε ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε "από την 1η Ιανουαρίου 1966 οι άδειες που απαιτούνται για τις διεθνείς οδικές εμπορευματικές μεταφορές από ή προς την επικράτεια κράτους μέλους ή για τις μεταφορές υπό διαμετακόμιση μέσω ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών να εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το όχημα ((που έχει χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας στο όχημα)) που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τις μεταφορές αυτές". Το κράτος που χορηγεί την άδεια κυκλοφορίας στο όχημα είναι, κατά γενικό κανόνα, το κράτος όπου είναι εγκατεστημένος ο μεταφορέας που το χρησιμοποιεί.

9. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3164/76 του Συμβουλίου θέσπισε κοινοτική ποσόστωση και προέβλεψε ένα σύστημα κοινοτικών αδειών. Οπως τονίζει η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις, το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι κοινοτικές άδειες εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για τους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά τους. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, οι κοινοτικές άδειες επιτρέπουν στους δικαιούχους τους να εκτελούν τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών, εκτός των εσωτερικών μεταφορών στην επικράτεια ενός κράτους μέλους. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η οδηγία όσο και ο κανονισμός στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι υφίσταται εγκατάσταση του μεταφορέα στο κράτος μέλος που χορηγεί την άδεια.

10. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, η Επιτροπή υπέβαλε πλήρη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την πρόσβαση στην αγορά των οδικών εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ C 65,1987, σ. 4)? η πρόταση αυτή προέβλεπε, όσον αφορά το κοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων, ουσιώδεις αυξήσεις μέχρι το 1992 και, μετά την ημερομηνία αυτή, πλήρη κατάργηση των ποσοστώσεων (τόσο των κοινοτικών όσο και των διμερών), καθώς και την έκδοση κοινοτικών αδειών - εφόσον συντρέχουν ορισμένα κριτήρια - που να επιτρέπουν στους μεταφορείς την πρόσβαση στην αγορά των μεταφορών χωρίς κανένα ποσοτικό περιορισμό. Οι άδειες αυτές θα εκδίδονται από τις αρχές του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο μεταφορέας. Κατόπιν της προτάσεως αυτής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1841/88, της 21ης Ιουνίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3164/76 (ΕΕ L 163, 1988, σ. 1), ο οποίος παραπέμπει, στο προοίμιό του, στην απόφαση στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου καθώς και στη συμφωνία του Συμβουλίου για τη δημιουργία μέχρι το 1992 ενιαίας αγοράς χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς στον τομέα των διεθνών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Περιορίζομαι να αναφέρω το άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, με το οποίο προστίθενται στον κανονισμό 3164/76 τα εξής άρθρα:

" Αρθρο 4α

1. Οι κοινοτικές ποσοστώσεις, οι διμερείς ποσοστώσεις μεταξύ κρατών μελών και οι ποσοστώσεις που αφορούν τις υπό διαμετακόμιση μεταφορές προς ή από τρίτες χώρες καταργούνται την 1η Ιανουαρίου 1993 για τους κοινοτικούς μεταφορείς.

2. Από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η πρόσβαση στην αγορά των οδικών διασυνοριακών μεταφορών εμπορευμάτων στην Κοινότητα διέπεται από ένα σύστημα κοινοτικών αδειών που χορηγούνται βάσει ποιοτικών κριτηρίων.

Αρθρο 4β

Το Συμβούλιο, ενεργώντας βάσει προτάσεων της Επιτροπής, θεσπίζει, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991 το αργότερο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 75 της Συνθήκης, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 4α.

Αρθρο 4γ

Οι διμερείς ποσοστώσεις που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν κατά τη μεταβατική περίοδο πρέπει, από την 1η Ιουλίου 1988 και μέχρι την προβλεπόμενη κατάργησή τους, να προσαρμοσθούν κατ' όγκο στις ανάγκες του εμπορίου και των μεταφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμετακόμισης."

11. Αφετηρία για την εξέταση του πρώτου ερωτήματος του βελγικού Συμβουλίου Επικρατείας αποτελεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, στην οποία εξετάστηκαν η έκταση και τα αποτελέσματα των υποχρεώσεων που υπέχει το Συμβούλιο από το άρθρο 75 της Συνθήκης και, ειδικότερα, ο ρόλος της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Το Δικαστήριο δέχθηκε (στη σκέψη 46) ότι δεν υφίστατο ακόμη ενιαίο σύστημα ρυθμίσεων που να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κοινή πολιτική μεταφορών κατά την έννοια των άρθρων 74 και 75 της Συνθήκης. Οσον αφορά ειδικότερα την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο έκρινε ότι στις υποχρεώσεις που επιβάλλει στο Συμβούλιο το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), συμπεριλαμβάνεται και η καθιέρωση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να επεκτείνει την ελευθερία αυτή στον τομέα των μεταφορών πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), κατά το μέτρο που η επέκταση αυτή αφορούσε τις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς το έδαφος κράτους μέλους ή που διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, καθώς και να καθορίσει, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β), και παράγραφος 2, τους όρους υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εσωτερικές μεταφορές κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό (σκέψη 67). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Συμβούλιο, κατά παράβαση της Συνθήκης, παρέλειψε να εξασφαλίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των διεθνών μεταφορών και να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους θα γίνονται δεκτοί στις εσωτερικές μεταφορές κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό.

12. Ωστόσο, στις σκέψεις 62 και 63 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς τον ισχυρισμό ότι η λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το άρθρο 8 της Συνθήκης είχε ως αποτέλεσμα την απευθείας εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης στον τομέα των μεταφορών. Το Δικαστήριο τόνισε ότι, σύμφωνα με τη Συνθήκη, η εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών πρέπει να υλοποιηθεί με την καθιέρωση κοινής πολιτικής μεταφορών και, ειδικότερα, με τη θέσπιση των κοινών κανόνων που θα ισχύουν στις διεθνείς μεταφορές και των όρων για την πρόσβαση στις μεταφορές των μη διαμενόντων στο οικείο κράτος μεταφορέων, κανόνων και όρων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) και οι οποίοι επηρεάζουν κατ' ανάγκη την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

13. Το βελγικό Συμβούλιο Επικρατείας αναγνωρίζει ότι, υπό το φως της αποφάσεως αυτής, δεν μπορεί να γίνει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων επίκληση, όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών, των σχετικών με τις υπηρεσίες διατάξεων της Συνθήκης. Φρονεί, ωστόσο, ότι είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στο Συμβούλιο την υλοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι διατάξεις αυτές περικλείουν συγκεκριμένη υποχρέωση επεκτάσεως της ελευθερίας αυτής στον τομέα των μεταφορών, αποφάνθηκε ότι η υποχρέωση αυτή ήταν αρκούντως σαφής ώστε να μπορεί να διαπιστώσει ότι το Συμβούλιο είχε παραβεί τη Συνθήκη ως προς το σημείο αυτό και έκρινε ότι η υποχρέωση έπρεπε να έχει εκτελεστεί πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.

14. Η συλλογιστική του βελγικού Συμβουλίου Επικρατείας είναι λίαν πειστική, εφόσον από την απόφαση του Δικαστηρίου καταδεικνύεται πράγματι ότι οι διατάξεις του σχετικού με τις μεταφορές τίτλου της Συνθήκης δεν περιορίζονται στο να παρέχουν απλώς γενική νομοθετική εξουσία στο Συμβούλιο, αλλά του επιβάλλουν συγκεκριμένες και σαφείς υποχρεώσεις. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), είχε ως αποτέλεσμα ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το μέτρο που επέβαλλαν στο Συμβούλιο την υποχρέωση υλοποιήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, παρέσχον στους υπηκόους των κρατών μελών δικαιώματα τα οποία μπορούσαν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων για γεγονότα που συνέβησαν στις ή πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 1982, την κρίσιμη εν προκειμένω ημερομηνία. Πρώτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ακριβής έκταση των υποχρεώσεων αυτών καθορίστηκε σε αναφορά με τις σχετικές με τις υπηρεσίες διατάξεις της Συνθήκης και μόνο και ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμά του αναφερόμενο (στη σκέψη 64) στα άρθρα 59 και 60, όπως ερμηνεύθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Webb (υπόθεση 279/80), καθώς και (στη σκέψη 65) στο συνδυασμένο αποτέλεσμα των άρθρων 59, 60, 61 και 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β). Το να θεωρηθεί ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), λαμβανόμενο χωριστά, παρήγε άμεσα αποτελέσματα θα ισοδυναμούσε με το να αναγνωριστούν τέτοια αποτελέσματα στο άρθρο 59 σε σχέση με τις υπηρεσίες μεταφορών, παρά τη ρητή επιφύλαξη του άρθρου 61, παράγραφος 1, και παρά τη σαφή διατύπωση της απόφασης του Δικαστηρίου κατά την οποία το άρθρο 59 δεν είχε απευθείας εφαρμογή, όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα, στο ίδιο τμήμα της αποφάσεώς του, ότι η εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πρέπει να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών και ότι στο Συμβούλιο εναπόκειται (σκέψη 71) να λάβει τα κατά την κρίση του αναγκαία μέτρα που θα συνοδεύσουν τα επιβαλλόμενα μέτρα ελευθερώσεως και μάλιστα κατά τη σειρά που αυτό κρίνει ορθή. Υστερα από αυτή την ανάλυση της αποφάσεως στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), λαμβανόμενο χωριστά, έχει απευθείας εφαρμογή μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου είναι ασυμβίβαστος με το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.

15. Κατά τα λοιπά, το πρώτο ερώτημα του βελγικού Συμβουλίου Επικρατείας αναφέρεται στη νομική κατάσταση που υφίστατο στις 24 Φεβρουαρίου 1982, δηλαδή τρία και πλέον έτη πριν από την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου. Καίτοι θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν η συνεχιζόμενη παράλειψη του Συμβουλίου να ενεργήσει μετά την απόφαση αυτή θα μπορούσε να δικαιολογήσει επανεξέταση του προβλήματος του ενδεχόμενου άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων της Συνθήκης - πρόβλημα στο οποίο θα επανέλθω πιο κάτω - νομίζω ότι, ενόψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούσαν να παράγουν άμεσα αποτελέσματα κατά την κρίσιμη στην προκειμένη υπόθεση ημερομηνία.

16. Φρονώ ότι από την απόφαση αυτή συνεπάγεται ότι, σε σχέση με τις μεταφορές, δεν μπορεί να γίνει επίκληση, όσον αφορά γεγονότα που συνέβησαν στις 24 Φεβρουαρίου 1982, ούτε των διατάξεων της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών ούτε των διατάξεων της Συνθήκης περί μεταφορών, ούτε του συνδυασμένου αποτελέσματος των διατάξεων αυτών, προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις αυτές απονέμουν δικαιώματα τα οποία οι υπήκοοι των κρατών μελών μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.

17. Εξ αυτού επίσης έπεται ότι το δεύτερο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία θα διδόταν καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δεν χρήζει καμιάς απαντήσεως.

18. Πριν περατώσω τις προτάσεις μου, θα ήθελα να επισημάνω ένα σημείο που υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα από την ολλανδική κυβέρνηση. Στην απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν ανάγκη να εξεταστεί ποιες θα ήσαν οι συνέπειες αν το Συμβούλιο, μετά την απόφαση με την οποία θα διαπιστωνόταν η παράλειψή του, εξακολουθούσε να μην προβαίνει στις δέουσες ενέργειες. Το πρόβλημα αυτό είχε ανακύψει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά το Δικαστήριο θεώρησε ότι ήταν καθαρά υποθετικό και ότι θα ετίθετο μόνο σε περίπτωση που το Συμβούλιο αρνούνταν να συμμορφωθεί προς την απόφαση εντός εύλογης προθεσμίας. Η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών φρονεί ότι το αποτέλεσμα εν προκειμένω της αποφάσεως είναι ότι τάχθηκε στο Συμβούλιο προθεσμία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του για την υλοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών και διατείνεται ότι, μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, οι διατάξεις του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 59, 60 και 61 της Συνθήκης, πρέπει να θεωρηθούν ως απευθείας εφαρμοστέες, εφόσον το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το περιεχόμενο και η φύση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών είναι αρκούντως σαφείς. Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι, χάριν της ασφάλειας του δικαίου, το Δικαστήριο θα έπρεπε να διευκρινίσει στην υπό κρίση υπόθεση πότε εκπνέει η εύλογη προθεσμία στην οποία αναφέρθηκε στην προηγούμενη απόφασή του.

19. Στις απαντήσεις της σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την προφορική διαδικασία, η εν λόγω κυβέρνηση δεν ανέφερε κανένα κριτήριο για τον καθορισμό του χρονικού σημείου λήξεως της εύλογης προθεσμίας, αλλά ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υπογράμμισε ότι, εφόσον η Επιτροπή έχει υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο, πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο εύλογη προθεσμία για να εξετάσει την πρόταση αυτή. Ο εν λόγω εκπρόσωπος έθιξε επίσης, αναφερόμενος στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1841/88, το ζήτημα αν το Συμβούλιο μπορούσε να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς ενέργεια εντός εύλογης προθεσμίας θεσπίζοντας ένα μεταβατικό σύστημα στο πλαίσιο του οποίου θα προβλεπόταν η τελική ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να συντελεσθεί η ελευθέρωση των υπηρεσιών.

20. Είμαι σύμφωνος με την άποψη της ολλανδικής κυβερνήσεως, καθόσον νομίζω ότι η απόφαση στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου μπορεί όντως να θεωρηθεί ότι επιτρέπει, σε περίπτωση που η παράλειψη του Συμβουλίου εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εκπνοή μιας εύλογης προθεσμίας μετά την ημερομηνία της αποφάσεως, οι διατάξεις της Συνθήκης να θεωρηθούν ως παρέχουσες, εντός ορισμένων ορίων, δικαιώματα τα οποία οι πολίτες μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

21. Αλλά το πρόβλημα αυτό δεν τίθεται εν προκειμένω, εφόσον η κατάσταση την οποία καλείται να εξετάσει το εθνικό δικαστήριο, όπως εκθέτει το ίδιο, είναι αυτή που υφίστατο στις 24 Φεβρουαρίου 1982, ενώ η απόφαση στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου εκδόθηκε τρία περίπου έτη αργότερα, στις 22 Μαΐου 1985. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα είναι πάντα υποθετικό και δεν παρίσταται ανάγκη, κατά τη γνώμη μου, να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς αυτό. Ωστόσο, σε περίπτωση που το πρόβλημα αυτό θα έπρεπε να επιλυθεί, θα ήταν αναγκαίο, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί αν το Συμβούλιο ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια για την ελευθέρωση των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, τα αναγκαία κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3164/76 μέτρα για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, και για την ελευθέρωση των υπηρεσιών μεταφορών σε σχέση με τους όρους υπό τους οποίους οι μη εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μπορούν να εκτελούν μεταφορές στο εσωτερικό του κράτους αυτού? εξάλλου, σε περίπτωση που το πρόβλημα ετίθετο και για άλλες εκτός των οδικών μεταφορές, θα έπρεπε να εξεταστεί αν το Συμβούλιο ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια για τη διασφάλιση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ως προς τα άλλα αυτά είδη μεταφορών. Θα έπρεπε επίσης να εξεταστεί αν τα θεσπισθέντα από το Συμβούλιο μέτρα ελευθερώσεως είναι κατάλληλα για την πλήρη υλοποίηση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λαμβανομένων υπόψη, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών, μόνο των αναγκών που προσιδιάζουν στον τομέα των μεταφορών. Οσον αφορά τη λήξη της εύλογης προθεσμίας περί της οποίας έγινε λόγος στην απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, θεωρώ ότι σήμερα που έχουν παρέλθει περισσότερα από τέσσερα έτη από την έκδοση της αποφάσεως αυτής (και σχεδόν είκοσι έτη από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου) πλησιάζει πλέον να λήξει η προθεσμία αυτή, αν βέβαια δεν έχει ήδη λήξει.

22. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το βελγικό Συμβούλιο Επικρατείας ως εξής:

"Το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης ΕΟΚ δεν παρέχει στους υπηκόους των κρατών μελών δικαιώματα που μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε σχέση με γεγονότα που συνέβησαν στις 24 Φεβρουαρίου 1982."

(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.