61987J0246

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 12ΗΣ ΜΑΙΟΥ 1989. - CONTINENTALE PRODUKTEN-GESELLSCHAFT ERHARDT-RENKEN GMBH & CO. ΚΑΤΑ HAUPTZOLLAMT MUENCHEN-WEST. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ FINANZGERICHT ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ. - ΔΑΣΜΟΙ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ ΣΤΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΝΗΜΑΤΩΝ ΒΑΜΒΑΚΟΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 246/87.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 01151


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Εξέλιξη της διαδικασίας - Διάρκεια μεγαλύτερη του έτους - Επιτρέπεται - Προϋπόθεση - Εύλογη διάρκεια

(Κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου, άρθρο 7, παράγραφος 9)

2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Στοιχείο που λαμβάνεται καταρχήν υπόψη - Τιμή που ισχύει στις συνήθεις εμπορικές πράξεις - Δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω των περιορισμένων πωλήσεων των αντιπροσωπευτικών εξαγωγικών επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά - Κατασκευασμένη αξία

((Κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου, άρθρο 2, σημείο Β, παράγραφος 3, στοιχεία α) και β) ))

3. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ - Αναδρομικότητα - Απαγορεύεται - Παρέκκλιση - Αναδρομικότητα που καλύπτει την περίοδο επιβολής των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ - 'Ελλειψη μεταβατικών διατάξεων για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση προηγουμένων συμβάσεων - Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Παραβίαση - Δεν υφίσταται

((Κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου, άρθρα 11, 12 και 13, παράγραφος 4, στοιχείο α) ))

Περίληψη


1. Η προθεσμία ενός έτους που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 9, του κανονισμού 3017/79 για τις διαδικασίες αντιντάμπινγκ είναι ενδεικτική και όχι δεσμευτική, όπως προκύπτει τόσο από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, όσο και από τη φύση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η πρόοδος της οποίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιμέλεια των κοινοτικών αρχών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει εντούτοις ότι η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να παρατείνεται πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, που εκτιμάται σε σχέση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.

2. 'Οταν κατά την έρευνα προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις, οι οποίες λόγω τις αντιπροσωπευτικότητάς τους όσον αφορά τις εξαγωγές προς την κοινοτική αγορά επελέγησαν για τη συλλογή των στοιχείων βάσει των οποίων καθορίζεται το περιθώριο ντάμπινγκ, δεν πωλούν παρά περιορισμένες μόνο ποσότητες στην εσωτερική αγορά, οπότε η κανονική αξία των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο του ντάμπινγκ δεν μπορεί να καθοριστεί βάσει της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, το άρθρο 2, σημείο Β, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού 3017/79 επιτρέπει την προσφυγή στην κατασκευασμένη αξία.

3. Η κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού 3017/79 απαγόρευση επιβολής αναδρομικών δασμών αντιντάμπινγκ δεν είναι απόλυτη, αλλά επιδέχεται εξαιρέσεις, ιδίως όταν η αναδρομικότητα του κανονισμού που επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ καλύπτει την περίοδο επιβολής του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που είχε καθιερώσει προηγούμενος κανονισμός.

'Οταν εκκρεμεί διαδικασία αντιντάμπινγκ, κάθε επιμελής και συνετός επιχειρηματίας γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι είναι δυνατή η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ και επομένως μπορεί να λαμβάνει υπόψη του τη δυνατότητα αυτή κατά την ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων. Για το λόγο αυτό το γεγονός ότι η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ δεν συνοδεύεται από μεταβατικά μέτρα υπέρ των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατ' εκτέλεση προηγουμένων συμβάσεων δεν αντιβαίνει προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Διάδικοι


Στην υπόθεση 246/87,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Continentale Produkten-Gesellschaft Erhardt-Renken GmbH & Co.

και

Hauptzollamt Muenchen-West,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 3453/81 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1981, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 347, σ. 19), καθώς και του κανονισμού 789/82 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1982, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 90, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Darmon

γραμματέας: D. Louterman, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία από τον H.-J. Lambers, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, και κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Ε. Stein, νομικό σύμβουλο της υπηρεσίας αυτής,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον P. Gilsdorf, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο κατά την έγγραφη και την προφορική διαδικασία από τον R. Wagner, γερμανό δικαστή που έχει αποσπαστεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής υπαλλήλων,

- η ελληνική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Γ. Κρανιδιώτη, ειδικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, και κατά την προφορική διαδικασία από τον Μ. Φραγκάκη, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και την Ε. Μαρίνου, μέλος της ειδικής νομικής υπηρεσίας για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Υπουργείου Εξωτερικών,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Ιανουαρίου 1989,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1989,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 23ης Ιουλίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Αυγούστου 1987, το Finanzgericht Muenchen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 3453/81 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1981, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 347, σ. 19), καθώς και του κανονισμού 789/82 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1982, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 90, σ. 1).

2 Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, της εταιρίας Continentale Produkten-Gesellschaft Erhardt-Renken GmbH & Co., που εισάγει νήματα βάμβακος, και του Hauptzollamt Muenchen-West (Κεντρικού τελωνείου του δυτικού Μονάχου), καθού της κύριας δίκης, αντικείμενο της οποίας είναι τέσσερις πράξεις επιβολής δασμού, της 15ης, 20ής, 27ης και 28ης Απριλίου 1982, που εξέδωσε το τελευταίο επ' ευκαιρία της εισαγωγής, μεταξύ 14ης και 27ης Απριλίου 1982, τεσσάρων φορτίων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας.

3 Με τις προαναφερθείσες πράξεις το καθού της κύριας δίκης επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 12% της αξίας των εισαχθέντων εμπορευμάτων.

4 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αμφισβήτησε ενώπιον του Finanzgericht Muenchen το κύρος των προαναφερθέντων κανονισμών 3453/81 και 789/82, βάσει των οποίων είχε καθοριστεί ο δασμός αντιντάμπινγκ, ισχυριζόμενη κατ' ουσία ότι οι κανονισμοί αυτοί είχαν εκδοθεί κατά παράβαση ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 3017/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67, στο εξής: βασικός κανονισμός).

5 Θεωρώντας ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το κύρος των κανονισμών 3453/81 της Επιτροπής και 789/82 του Συμβουλίου, το Finanzgericht Muenchen ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

"Είναι έγκυροι ο κανονισμός 3453/81 του Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1981, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 347, σ. 19), και ο κανονισμός 789/82 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1982, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ L 90, σ. 1);"

6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

7 Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αμφισβήτησε καταρχάς το κύρος του κανονισμού 789/82, αφενός λόγω του ότι κατά τη θέσπισή του υπήρχε ήδη σημαντική υπέρβαση της νόμιμης διάρκειας της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που προβλέπει ότι το τέλος της διαδικασίας αντιντάμπινγκ "πρέπει κανονικά να επέρχεται εντός προθεσμίας ενός έτους μετά την έναρξη της διαδικασίας", και αφετέρου λόγω του ότι έπρεπε, λόγω της υπερβάσεως της προθεσμίας αυτής, να εκτεθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν τηρήθηκε η κανονικά προβλεπόμενη προθεσμία.

8 Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού είναι ενδεικτική και όχι δεσμευτική. Αυτό προκύπτει τόσο από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, που χρησιμοποιεί τον όρο "κανονικά", όσο και από τη φύση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η πρόοδος της οποίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιμέλεια των κοινοτικών αρχών. Πρέπει εντούτοις να διευκρινιστεί ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ δεν πρέπει να παρατείνεται πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, που εκτιμάται σε σχέση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.

9 Στην υπόθεση της κύριας δίκης η διαδικασία διήρκεσε περισσότερο απ' ό,τι συνήθως, εφόσον έφθασε τους 32 μήνες. Από τη δικογραφία όμως προκύπτει ότι λόγω ορισμένων ειδικών περιστάσεων η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να περατώσει την έρευνα εντός της προθεσμίας του ενός έτους. Πρόκειται συγκεκριμένα για τα πολιτικά γεγονότα στην Τουρκία και την υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος την εποχή εκείνη, για την ανεπαρκή συνεργασία των τούρκων εξαγωγέων με τις κοινοτικές αρχές, για την ανάγκη μακρών διαπραγματεύσεων με την 'Ενωση Τούρκων Εξαγωγέων Υφαντικών Υλών (ΤΤΕΑ), για το γεγονός ότι οι τούρκοι εξαγωγείς ζήτησαν οι ίδιοι παράταση της περιόδου έρευνας και ότι η Επιτροπή δέχτηκε την αίτηση αυτή συμπεριλαμβάνοντας στην περίοδο αυτή τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους 1981, ενώ αρχικά η περίοδος αυτή εκτεινόταν από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1981. Πρέπει εξάλλου να υπογραμμιστεί ότι οι περιστάσεις αυτές εκτίθενται επαρκώς στις αιτιολογικές σκέψεις του προαναφερθέντος κανονισμού 789/82.

10 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η ασυνήθης, έστω, διάρκεια της διαδικασίας δεν υπερέβη το πλαίσιο της εύλογης προθεσμίας και επομένως δεν μπορεί να θίξει το κύρος του κανονισμού 789/82.

11 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι επιχειρήσεις που επελέγησαν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο Β, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, και τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ δεν ήταν αντιπροσωπευτικές, όπως φαίνεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η Επιτροπή χρειάστηκε να προβεί σε ειδικές προσαρμογές όσον αφορά το κόστος παραγωγής τους.

12 Σχετικά πρέπει να διευκρινιστεί, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 789/82 προκύπτει ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις επελέγησαν λόγω της αντιπροσωπευτικότητάς τους όσον αφορά τις εξαγωγές τους προς την κοινοτική αγορά και κατόπιν συμφωνίας με την 'Ενωση των Τούρκων Εξαγωγέων Υφαντικών Υλών και τους καταγγείλαντες. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν πωλούσαν στην εσωτερική αγορά παρά περιορισμένες μόνο ποσότητες των σχετικών προϊόντων και ότι οι πωλήσεις των επιχειρήσεων αυτών στην εσωτερική τουρκική αγορά δεν επέτρεπαν να καθοριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο Β, παράγραφος 3, στοιχείο α), του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία βάσει της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις στην εσωτερική αγορά. Ενόψει όμως της αδυναμίας ορθής συγκρίσεως, οι υπολογισμοί έγιναν βάσει της κατασκευασμένης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο Β, παράγραφος 3, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού, δηλαδή βάσει του κόστους των αντιπροσωπευτικών επιχειρήσεων. Επομένως, το κύρος του κανονισμού 789/82 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για το λόγο αυτό.

13 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν υφίσταται ζημία που θα δικαιολογούσε την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ και ότι ο επίμαχος δασμός αντιντάμπινγκ επιβλήθηκε με μόνο σκοπό την προστασία της κοινοτικής παραγωγής.

14 Σχετικά πρέπει να αναφερθεί ότι στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 789/82 του Συμβουλίου εκτίθεται λεπτομερώς και με αριθμητικά στοιχεία η ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία από τις εισαγωγές αυτές. Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού εκτίθενται με ακρίβεια η αύξηση του όγκου των εισαγωγών των νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστά, η μείωση του όγκου της κοινοτικής παραγωγής, η μείωση σε αρκετά κράτη μέλη του ποσοστού αξιοποιήσεως των δυνατοτήτων της κοινοτικής βιομηχανίας σε λιγότερο από 65 %, καθώς και η αισθητή μείωση των θέσεων εργασίας στις κοινοτικές επιχειρήσεις του τομέα των νημάτων βάμβακος. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν αμφισβήτησε σοβαρά την αλήθεια των στοιχείων αυτών. Κατά συνέπεια το κύρος του κανονισμού 789/82 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για το λόγο αυτό.

15 Τέλος, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επικαλέστηκε, επικουρικά, τη μερική ακυρότητα του κανονισμού 789/82, επειδή είχε αναδρομική ισχύ ως προς τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν την έναρξη της ισχύος του και εκτελέστηκαν μετά από αυτή ο κανονισμός είναι επομένως ανίσχυρος, στο μέτρο που δεν προβλέπει πλήρη απαλλαγή από τους δασμούς αντιντάμπινγκ των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση "παλαιών συμβάσεων". Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε έτσι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

16 Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι οι κανονισμοί που επιβάλλουν οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ έχουν αναδρομική ισχύ, στο μέτρο που προβλέπουν ότι εφαρμόζονται στις εισαγωγές που έλαβαν χώρα πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς τους. Περαιτέρω πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 13, παράγραφος 4, στοιχείο α), και από τις διατάξεις του βασικού κανονισμού που προβλέπουν την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, η οριστική επιβολή αναδρομικού δασμού αντιντάμπινγκ, που καταρχήν απαγορεύεται, επιτρέπεται μεταξύ άλλων όταν η αναδρομικότητα καλύπτει την περίοδο επιβολής του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ τον οποίο έχει καθιερώσει προηγούμενος κανονισμός. Στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο κανονισμός 3453/81 επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 16 % από τις 2 Δεκεμβρίου 1981. Ο κανονισμός 789/82 επέβαλε χαμηλότερο οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, ύψους 12 %, και μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου 1982, ημερομηνία κατά τέσσερις εβδομάδες μεταγενέστερη εκείνης της επιβολής προσωρινού δασμού. Κατά συνέπεια δεν πρόκειται για παράνομη αναδρομικότητα.

17 'Οσον αφορά, περαιτέρω, την έλλειψη στο βασικό κανονισμό μεταβατικής διατάξεως που να επιφυλάσσει ειδική μεταχείριση στις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση "παλαιών συμβάσεων", πρέπει να παρατηρηθεί ότι η έλλειψη αυτή μεταβατικής διατάξεως δεν μπορεί να είναι αντίθετη στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πράγματι, εφόσον εκκρεμούσε διαδικασία αντιντάμπινγκ, κάθε επιμελής και συνετός επιχειρηματίας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν δυνατή η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ και επομένως μπορούσε να λαμβάνει υπόψη του τη δυνατότητα αυτή κατά την υπογραφή συμβάσεων με τους προμηθευτές του. Κατά συνέπεια φαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών.

18 Από το σύνολο των προηγουμένων παρατηρήσεων συνάγεται το συμπέρασμα ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 789/82 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1982, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας.

19 Το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει επίσης ερώτημα σχετικά με το κύρος του προαναφερθέντος κανονισμού 3453/81, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.

20 Από το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι οι κανονισμοί που επιβάλλουν προσωρινούς δασμούς ισχύουν είτε μέχρι την πάροδο ορισμένης προθεσμίας είτε μέχρι την επιβολή οριστικών δασμών.

21 Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 789/82 ορίζει τα εξής: "Τα κατατεθέντα ως εγγύηση ποσά βάσει προσωρινού δασμού, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3453/81, εισπράττονται οριστικά μέχρι του ποσού του οριστικού δασμού, δηλαδή 75 % του ύψους του προσωρινού δασμού. Το υπόλοιπο των ποσών αυτών, ήτοι το 25 % του ύψους του προσωρινού δασμού, αποδεσμεύεται." Στο άρθρο αυτό διευκρινίζεται εξάλλου ότι, "ωστόσο, όσον αφορά τα προϊόντα που διετέθησαν στην κατανάλωση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1982, τα ποσά που κατατέθηκαν ως εγγύηση βάσει προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ αποδεσμεύονται".

22 Από αυτό προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 789/82, για τις εισαγωγές που διέπονταν από τον κανονισμό 3453/81 είτε αποδεσμεύθηκαν οι δασμοί αντιντάμπινγκ είτε ισχύουν πλέον οι διατάξεις του κανονισμού 789/82.

23 Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται ειδικές αιτιάσεις σε σχέση με τον κανονισμό 3453/81, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το κύρος του τελευταίου.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεπίμπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht Muenchen με Διάταξη της 23ης Ιουλίου 1987, αποφαίνεται:

Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 789/82 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1982, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας.